ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

Η σωστή επικοινωνία με τους συναναθρώπους μας είναι προϋπόθεση ειρηνικής συμβίωσης, αλληλοκατανόησης, συνεργασίας, συλλογικών δράσεων, αλληλεγγύης και γενικότερα ευρύτερης κοινωνικής αρμονίας. Καθημερινώς ερχόμαστε σε επικοινωνία με ετερότητες στην οικογένεια μας, στον τόπο κατοικίας μας, στην δουλειά μας και όπου αλλου βρισκόμαστε. Καταλαβαίνουμε λοιπόν την σπουδαιότητα που έχει η ρητορική τέχνη για να διεκπεραιώσουμε επιτυχώς των  επικοινωνιακών μας αναγκών. Η ρητορική τέχνη ήταν μάθημα  στην αρχαία ελληνική παιδιά και εντεύθεν, επειδή διά αυτής καλλιεργούσαν την γνώση, την τέχνη του λόγου και βέλτιστες σχέσεις με τους συμπολίτες και τους θεσμούς, την ισηγορία των πολιτών

Η απάντηση που προτείνεται εδώ είναι να αλλάξουμε μελετημένα τη διαδικασία του πολιτικού μας διαλόγου. Να κατοχυρώνει την ελευθερία, αλλά και να ανταμείβει την υπευθυνότητα. Να μην καταπιέζει την πολυφωνία, αλλά να την αξιοποιεί. Να μην απαγορεύει τον ανταγωνισμό – να τον εκμεταλλεύεται.

Φίλοι αναγνώστες του πρώτου άρθρου της σειράς «Τι θα γινόταν αν αλλάζαμε εκ βάθρων αντίληψη για το κράτος;» έθεσαν τις εξής δύο βασικές ερωτήσεις:

–          σε ποιούς απευθύνεσαι;

–          τί θα μπορούσε να γίνει άμεσα;

Η απάντηση αυτού του άρθρου είναι ταυτόχρονη και για τα δύο ερωτήματα: σε αυτούς που θέλουν και μπορούν να «περάσουν» άμεσα μία νέα αντίληψη για τον πολιτικό διάλογο.

Το γνωστό πρόβλημα

Είναι κοινοτυπία να αναπτύξει κανείς το τι είδους πολιτικός διάλογος διεξάγεται στη χώρα μας. Οι όροι «πολιτικό κόστος» και «δομική αντιπολίτευση» είναι ίσως χαρακτηριστικοί. Διατυπώθηκαν και καθιερώθηκαν πριν μερικές δεκαετίες. Καταξίωσαν το κομματικό όφελος ως απόλυτη προτεραιότητα στο τι λέμε και τι κάνουμε.

Εκείνο που προστέθηκε εσχάτως είναι η αδίστακτη χρήση της τεχνολογίας της γνωστής από το «Πείραμα Συμμόρφωσης». Η χιτλερική τεχνική «όλοι λένε …» για τη χειραγώγηση της γνώμης έχει γίνει πια επιστήμη. Η τηλεόραση, αλλά – όλο και περισσότερο – και το διαδίκτυο, δίνουν άλλη ποσοτική διάσταση στην προπαγάνδα.

Το κομματικό όφελος προβάλλεται ως απλώς επικρατούσα άποψη. Η φήμη καθορίζει τη σκέψη, περιορίζει τα ενδεχόμενα, υπαγορεύει επιλογές. Ο διάλογος είναι περιττός. Τα προσχήματα τηρούνται με τους παράλληλους μονόλογους.

Και το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι σιγά-σιγά όλα αυτά τα συνηθίζουμε. Ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Δημήτρης Καραμάνος έγραφε ήδη από το 1989  «Εκείνο που πρέπει να μας ανησυχεί, δεν είναι ότι ο Ελληνικός λαός ανέχεται πια τη χυδαιότητα, αλλά ότι ολοένα περισσότερο, ολοένα περισσότεροι Έλληνες την απολαμβάνουν». Τίτλος του βιβλίου : «Με ορίζοντα τον καθρέφτη μας».

Ποια είναι η σημερινή αντίληψη

Ανεχόμαστε ως στόχο του πολιτικού διαλόγου την κατάληψη της εξουσίας. Προέχει η φθορά του πολιτικού αντιπάλου. Η χυδαιότητα έγκειται ακριβώς στο ότι προβάλλεται δήθεν ως στόχος το καλό της χώρας. Και είναι τόσο βαθιά εδραιωμένη η υποκρισία, ώστε πλέον οι περισσότεροι πολιτικοί πιστεύουν τα ψέματα που προβάλλουν.

Κατά βάθος, σημερινή αντίληψη είναι η μονόπλευρη λογική. Αυτήν καταθέτει σήμερα ο συμμετέχων σε πολιτικό διάλογο. Σε αυτήν είναι «κομμένη και ραμμένη» η καθιερωμένη διαδικασία. Και η ψηφοφορία απλώς κρίνει ποιά από τις μονόπλευρες λογικές θα εφαρμοσθεί. Αν εφαρμόζεται …

.

Η Αθηναϊκή αντίληψη

Πολλοί νομίζουν ότι το μοντέλο «Τις αγορεύειν βούλεται;» της αρχαίας Αθήνας θα ήταν ιδανικό υπόδειγμα σήμερα. Υπάρχει διάχυτη η αντίληψη ότι επρόκειτο για άμεση δημοκρατία. Ίσως δεν έχει απασχολήσει το ερώτημα όχι αν ήταν άμεση αλλά αν ήταν δημοκρατία.

Ίσως αγνοείται ότι η διαδικασία δεν είχε άμυνα στη δημαγωγία. Αυτή επικράτησε σταδιακά. Το ζητούμενο πια για τον ρήτορα δεν ήταν να πείσει με επιχειρήματα, αλλά να πείσει με τεχνάσματα. Τότε έγινε «επιστήμη» και η «εριστική διαλεκτική». Η τεχνική του να κερδίζεις σε μια λογομαχία ανεξάρτητα αν έχεις δίκιο ή άδικο. Βασική κατεύθυνση ήταν το να πλήξεις τον αντίπαλο με κάθε μέσο.

Χωρίς άμυνα σε όλα αυτά η Αθήνα πήρε την μοιραία απόφαση για την εκστρατεία στη Σικελία. Και κάπως έτσι η ακμή της κράτησε μόλις έναν αιώνα. Ας μην νομίζουμε, λοιπόν, ότι το πρόβλημά μας με τον πολιτικό διάλογο είναι τωρινό …

Η Αθηναϊκή αντίληψη ήταν η ελευθερία λόγου, αλλά μοιραία κατέληξε σε αυτοκαταστροφική ασυδοσία.

Η Σπαρτιατική αντίληψη

Στη Σπάρτη δεν υπήρχε πολιτικός διάλογος. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν και εκεί από όλους, στην Απέλλα, αλλά δια βοής. Ο πολίτης άκουγε μόνο την εισήγηση των 5 εφόρων, των επισταμένων δηλαδή. Αυτών που είχαν εκλεγεί για το κύρος και τη γνώση τους με καθήκον αυτό ακριβώς: να καταθέτουν την εμπεριστατωμένη εισήγησή τους.

Κατά την Σπαρτιατική αντίληψη προείχε η ουσία. Και την ουσία διασφάλιζε η υπευθυνότητα των εφόρων σε συνδυασμό με την έγκριση ή μη της εισήγησής τους από όλους.

Η Σπαρτιατική αντίληψη ήταν ότι για τη διασφάλιση της ουσίας δεν ήταν πρόβλημα η ανελευθερία λόγου.

Η Πλατωνική αντίληψη

Ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος ήταν θαυμαστής του πολιτεύματος της Σπάρτης. Χαρακτήριζε μάλιστα τη δημοκρατία της ιδιαίτερης πατρίδας του ως «πόλεως νόσημα». «Όλοι έχουν γνώμη. Αλλά έχουν όλοι γνώση για να έχουν γνώμη;» αναρωτιόταν.

Το πρόβλημα είναι ότι η διδασκαλία του, παρά τη βαθιά σοφία της, υπήρξε μία ακόμη μονόπλευρη λογική. Στις αρετές που διδάσκει π.χ. δεν υπάρχει πουθενά η ομαδικότητα, η συγκαταβατικότητα ή η ενσυναίσθηση. Ο κατά την πλατωνική θεωρία και πρακτική δάσκαλος δεν έχει να μάθει τίποτα από τον μαθητή του. Ούτε καν στο πώς να τον διδάσκει.

Κάπως έτσι, με μπόλικη δόση παρανόησης και διαστρέβλωσης, ο Πλάτων κατέληξε να χρησιμοποιείται εκών-άκων ως θεωρητικός του φασισμού. Έφθανε η συμφωνία του με την μονόπλευρη λογική. Η ευθεία αντίθεσή του με την λογική του φασισμού ήταν σε δεύτερη μοίρα – προείχε το «μονόπλευρη».

.

Η Πλατωνική αντίληψη δεν αναγνωρίζει ισάξιες γνώμες. Βλέπει τον διάλογο ως διαδικασία μύησης.

 

Η Βρετανική κοινοβουλευτική αντίληψη

Ο Βρετανικός ρεαλισμός βρήκε την δική του χρυσή τομή στην ιδέα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η ελευθερία εξασφαλιζόταν από την εκλογή αντιπροσώπων και η υπευθυνότητα από τους ίδιους τους αντιπρόσωπους.

Ο σχεδιασμός του συστήματος περιλάμβανε προφανώς και το βρετανικό φλέγμα, την ψυχραιμία. Αλλά σε αυτό συνέτεινε και το μονοεδρικό εκλογικό σύστημα. Ο Βρετανός βουλευτής έχει ποιοτικά διαφορετική προσωπική θέση στο σύστημα, απολογείται προσωπικά στους ψηφοφόρους της περιφέρειάς του. Παρά την κομματική του ένταξη, έχει προσωπική γνώμη. Ουδείς διανοείται να του επιβάλει κομματική πειθαρχία.

Η Βρετανική αντίληψη βλέπει τον διάλογο υπό την προϋπόθεση του προσωπικού ήθους.

Κάπως έτσι ο Βρετανός βουλευτής διατηρεί την επαφή του με τα απλά. Και κάπως έτσι, το μακρυνό 1990, το Βρετανικό Κοινοβούλιο ξεκαρδιζόταν σύσσωμο με την … γνώμη της Μάργκαρετ Θάτσερ για το ευρώ : “What a good idea !”.

.

Η Ελληνική κοινοβουλευτική αντίληψη

24 ολόκληρα χρόνια μετά, η Έλληνες πολιτικοί δεν έχουν βρει τον χρόνο ή/και το θάρρος να δουν τα απλά. Και αν για την Βρετανία το ευρώ απλώς δεν ήταν «καλή ιδέα», για την Ελλάδα ήταν μία πάρα-πάρα πολύ κακή ιδέα. Μαζί και η ίδια η ένταξη στην τότε ΕΟΚ.

Είναι λεπτομέρεια τα χονδροειδή κατασκευάσματα δημιουργικής λογιστικής που χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των διαβόητων «κριτηρίων ένταξης». Η ουσία είναι ότι το πρόβλημα της Ελλάδας με το ευρώ είναι πολύ ευρύτερο από όσα μπορούν να συμπεριλάβουν οικονομικές αναλύσεις.

Πολλοί δεν είναι σε θέση – ούτε καν εκ των υστέρων – να σταθμίσουν τη διαφορά μεταξύ των λαθών εφαρμογής και των αναπόδραστων θεμελιωδών προβλημάτων. Οι ίδιοι δεν είναι σε θέση να διακρίνουν ποιο ακριβώς είναι το επιχείρημα που απασχολεί το παρόν άρθρο. Δεν είναι το ότι έχουμε δομικό πρόβλημα με το ευρώ. Είναι ότι ο πολιτικός διάλογος δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει άποψη για το αν έχουμε δομικό πρόβλημα με το ευρώ. Χώρια το τι θα κάνουν οι πολιτικοί αν διαπιστώσουν ότι έχουμε δομικό πρόβλημα με το ευρώ …

Σε θεωρητικό επίπεδο, το πρόβλημα είναι στη σκέψη. Ειδικότερα στη στρατηγική σκέψη, στη διορατικότητα. Και, φυσικά, μονόπλευρη λογική και στρατηγική σκέψη είναι αδύνατον να συμβαδίσουν. Ο καλός στρατηγός θέλει μονόπλευρα την νίκη, αλλά δεν βλέπει μονόπλευρα το πεδίο της μάχης.

Υπάρχει και πρόβλημα στη βαθιά προκατάληψη. Πολλούς δεν τους πείθουν τα απλά επιχειρήματα της Βρετανίδας άλλοτε Πρωθυπουργού γιατί απλώς είναι της Θάτσερ. Η – άλλους – γιατί απλώς ειπώθηκαν στην Αγγλία. Η παραταξιακή λογική τίθεται πάνω από την απλή λογική. Τελείως ανεξέλεγκτα.

.

Η Ελληνική κοινοβουλευτική αντίληψη βλέπει τον πολιτικό διάλογο ως πρόσχημα.

.

Τί να αλλάξουμε ;

Η λύση να γίνουμε Άγγλοι δεν έχει μόνο το πρόβλημα ότι απλά δεν γίνεται. Ούτε – επί πλέον – το ότι οι Άγγλοι δεν τα πάνε πιά και τόσο περίφημα. Το κύριο πρόβλημα είναι ότι η απαραίτητη ψυχραιμία είναι για μας αυτό που λέμε «να μένει το βύσσινο». Προϋποθέτει παραίτηση από τον συναισθηματικό μας πλούτο, από την ελεύθερη φύση μας.

Η απάντηση που προτείνεται εδώ είναι να αλλάξουμε μελετημένα τη διαδικασία του πολιτικού μας διαλόγου. Να κατοχυρώνει την ελευθερία, αλλά και να ανταμείβει την υπευθυνότητα. Να μην προϋποθέτει ψυχραιμία, αλλά να αναδεικνύει τη σύνεση. Να μην καταπιέζει την πολυφωνία, αλλά να την αξιοποιεί. Να μην απαγορεύει τον ανταγωνισμό – να τον εκμεταλλεύεται.

Η διαδικασία – δηλαδή – να οδηγήσει στην άλλη αντίληψη πολιτικού διαλόγου, στην αλλαγή της πολιτικής μας συμπεριφοράς.

.

Η προτεινόμενη διαδικασία

Έχει ως βασικό χαρακτηριστικό τον σαφή διαχωρισμό σε τρεις διαδοχικές φάσεις : προκαταρκτικός, παραγωγικός και ανταγωνιστικός διάλογος.

Στον προκαταρκτικό διάλογο γίνεται ελεύθερη συζήτηση «επί της αρχής». Σκοπός είναι η ακριβής διατύπωση του θέματος και η αναγνώριση των υπαρχουσών διαφορετικών εισηγήσεων σε συνοπτικό επίπεδο.

Μεσολαβεί εύλογος χρόνος ώστε ο κάθε εισηγητής (ή ομάδα) να διαμορφώσει την εισήγησή του. Προφανώς παίρνοντας υπ’ όψιν και τις πρώτες ενδείξεις.

Στον παραγωγικό διάλογο γίνεται συζήτηση ξεχωριστά για κάθε διαφορετική εισήγηση. Σκοπός είναι να διερευνηθεί διεξοδικά το ενδεχόμενο να υιοθετηθεί η αντίστοιχη πρόταση. Οι συνέπειες. Προφανώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει σαφή διατύπωση της εισήγησης, παροχή διευκρινίσεων, απροκατάληπτη εξέταση της πρότασης. Γίνεται κριτική για την εφικτότητα της πρότασης, αξιολογούνται τα προσδοκώμενα οφέλη.

Στη συνέχεια κάθε εισηγητής διαμορφώνει την οριστική εισήγησή του.

Στον ανταγωνιστικό διάλογο συγκρίνονται οι οριστικές προτάσεις. Συζητούνται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Διατυπώνονται απόψεις για τη συγκριτική αξιολόγησή τους.

Ακολουθεί ψηφοφορία.

Τί προσδοκάται

Να μπει τάξη στην ελεύθερη συζήτηση. Να γίνεται συζήτηση ουσίας και όχι εντυπώσεων.

Η διαδικασία καθιερώνει την ισότιμη μεταχείριση των διαφόρων προτάσεων. Ταυτόχρονα, όμως, επιβάλλει την διατύπωση ολοκληρωμένων σκέψεων. Δεν αρκούν συνθήματα.

Πρόκειται για ευρύτερη απάντηση στο ερώτημα «ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ;» που είχε διατυπωθεί από τον υπογράφοντα σε διημερίδα του Τεχνικού Επιμελητήριου Ελλάδας για το θεσμικό πλαίσιο μελετών δημοσίων έργων τον Σεπτέμβριο του 2009. Η βασική πρόταση ήταν το fair play, η αποδοχή του κινέζικου δόγματος «άσπρη γάτα, μαύρη γάτα, αρκεί να πιάνει ποντίκια».

Η προτεινόμενη διαδικασία αναδεικνύει σαφώς την ουσία. Δεν απαγορεύει τη δημαγωγία, την αποκαλύπτει. Δεν απαγορεύει την αυθαιρεσία, ανοίγει τους ορίζοντες. Αντιστρατεύεται ευθέως την μονόπλευρη λογική, το βασικό μας πρόβλημα.

Ενδεχομένως η διαδικασία δείχνει απεραντολογία. Ίσως δείχνει και αυτή ευάλωτη σε τεχνάσματα. Η διαφορά είναι ότι αυτή η διαδικασία αναδεικνύει την υπευθυνότητα. Αν όχι αμέσως, αργότερα. Είναι μια διαδικασία που – ίσως όχι γρήγορα αλλά σίγουρα σταθερά  – θα βελτιώνει την πολιτική μας κουλτούρα, την κουλτούρα διαλόγου.

.

Η νέα αντίληψη

Από άλλη σκοπιά, σήμερα στη χώρα μας θεωρείται ότι βασική δουλειά της κυβέρνησης είναι να παράγει συνεχώς νομοθετικό έργο. Θεωρείται λογικό ότι η χώρα δεν μπορεί να κυβερνηθεί με τους υπάρχοντες νόμους. Θεωρείται λογικό οι νόμοι να τρέχουν πίσω από τα προβλήματα. Θεωρείται λογικό να υπάρχουν όχι μόνο επείγοντες νόμοι, αλλά και κατεπείγοντες. Λίγοι πιστεύουν ότι «επείγων νόμος» είναι κάτι σαν «ζεστό παγωτό».

Με την προτεινόμενη διαδικασία  καθιερώνεται ισότιμη αντιμετώπιση όλων των εναλλακτικών προτάσεων και διάκριση της συζήτησης για κάθε μία από αυτές. Ο διάλογος εκφράζει μία άλλη αντίληψη για τον χαρακτήρα των νόμων, και ευρύτερα των ρυθμιστικών αποφάσεων. Θεωρούνται πια θέμα της κοινωνίας ολόκληρης και όχι της εκάστοτε πλειοψηφίας (ή «πλειοψηφίας») που κυβερνά.

Κάποια στιγμή θα φθάσουμε να εφαρμόζεται απόφαση που προτάθηκε από την μειοψηφία. Θα φθάσουμε να συντίθενται απόψεις. Όχι γιατί κάποιος τα επιβάλλει με νόμο, αλλά γιατί το εκλογικό σώμα θα μάθει να επιβραβεύει τους σοβαρούς. Αυτούς που έχουν πράγματι προτεραιότητα το κοινό καλό.

Η νέα αντίληψη είναι η συστηματική ενίσχυση του διαλόγου ουσίας και του πνεύματος συγκατάβασης.

.

Πως ξεκινάμε άμεσα

Όλα αυτά είναι «όνειρα θερινής νυκτός» για τους σημερινούς μας πολιτικούς. Αν το ήθελαν, θα αρκούσε μία απλή τροποποίηση του κανονισμού της Βουλής. Το πρόβλημα είναι ότι είναι σε πλήρη νοητική αδυναμία να κάνουν συζήτηση σεναρίων. Δεν είναι μόνο ότι θεωρούν κομματική μειοδοσία την συμμετοχή σε συζήτηση πρότασης άλλου κόμματος.

Το καίριο σημείο του προβλήματός τους είναι ότι δεν μπορούν ούτε προς στιγμήν να επιτρέψουν εις εαυτούς να έχουν αμφιβολία. Ας αξιολογήσουμε το σχετικό απόφθεγμα του Πήτερ Ουστίνωφ : «Τί πιο τρανταχτή απόδειξη παράνοιας από την ανικανότητα να έχει κανείς αμφιβολία;».

Ας αναλογισθούμε και αν η προτεινόμενη διαδικασία είναι απλώς το αυτονόητο στον κόσμο των επιχειρήσεων ή τις προσωπικές μας αποφάσεις. Ακόμη χειρότερα, μήπως κάπως έτσι παίρναμε άλλοτε τις αποφάσεις μας. «Το της πόλεως ήθος ομοιούται τοις άρχουσι» είχε πει ο αρχαίος ρήτορας Ισοκράτης …

Αυτό που μπορεί να γίνει άμεσα είναι να αρχίσουμε εμείς να συζητάμε με μία τέτοια διαδικασία. Να αρχίσουμε να βάζουμε αυτή την κουλτούρα πολιτικού διαλόγου στη πολιτική μας συμπεριφορά. Τώρα.

.

Η επιλογή

Κάποιος που βλέπει λογική την πρόταση δεν μπορεί παρά να βρει ενδιαφέρουσα και την εξής ερώτηση : πώς θα ήταν ένα κόμμα που θα καθιέρωνε αυτή τη διαδικασία; Όχι τόσο στον εσωκομματικό διάλογο όσο στην απροκατάληπτη εξέταση των άλλων πολιτικών προτάσεων.

Κάπως έτσι θα προέκυπτε μία άλλου επιπέδου ενωτική προσπάθεια. Ας αναλογισθούμε πόσοι συνδυασμοί των πρόσφατων ευρωεκλογών παρέμειναν στην αφάνεια. Πόσοι δεν ήξεραν σε τι ακριβώς διαφωνούν ή σε τι ακριβώς διαφωνούν. Πόσοι δεν ήξεραν γιατί ήσαν σε διαφορετικά κόμματα ή γιατί απορρίφθηκαν ασυζητητί ενωτικές προτάσεις.

Στην προτεινόμενη διαδικασία δημοκρατικού διαλόγου αναδεικνύονται οι συμφωνίες, αναγνωρίζονται σαφώς οι διαφωνίες. Ενισχύεται συστηματικά η δημιουργική επίλυση διαφορών.

Χωρίς περιτή επιχειρηματολογία, το αναπόδραστο ερώτημα είναι : θέλουμε κόμματα-μπαϊράκια ή ένα νέου τύπου κόμμα αρχών;

Επίλογος

Είδαμε αναλυτικά το διαχρονικό ελληνικό πρόβλημα με τον διάλογο – όχι μόνο τον πολιτικό. Αναπτύχθηκε απλή διαδικαστική πρόταση-λύση. Ένα σύστημα οργάνωσης του διαλόγου, ώστε να είναι και ελεύθερος και υπεύθυνος. Να έχει τα καλύτερα στοιχεία των δύο βασικών αρχαίων προτύπων – της Αθήνας και της Σπάρτης – αλλά να μην έχει τα ελαττώματά τους.

Να είναι αποτελεσματικός. Να οδηγεί αβίαστα στην αλληλοκατανόηση και τη συγκατάβαση.

Εμείς που συνυπογράφουμε υπεύθυνα τη δήλωση-απόφαση «Δεν θα γίνουμε Γερμανοί. Θα ξαναγίνουμε Έλληνες!», μπορούμε να ξεκινήσουμε άμεσα. Ιδίως αν κατασκευασθεί ένα σχετικά απλό σύστημα οργάνωσης διαδικτυακού πολιτικού διαλόγου…

.

ΣυγγραφέαςΚώστας Τζαναβάρας για το Analyst.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s