Η Μεταβαση στην Περιεκτικη Δημοκρατια

Ο στόχος του κεφαλαίου αυτού είναι διπλός:πρώτον, να εκτιμήσει ●● κριτικά τις διάφορες μεταβατικές στρατηγικές,που έχουν προταθεί στο παρελθόν για την ριζοσπαστική κοινωνική αλ-λαγή, καθώς και κάποιες στρατηγικές, που αναπτύχθηκαν πρόσφατα,όπως είναι η προσέγγιση της κοινωνίας των πολιτών, η στρατηγική τουελευθεριακού κοινοτισμού και οι στρατηγικές «του τρόπου ζωής»·●● δεύτερον, να προτείνει μια νέα μεταβατική στρατηγική, η οποία στο-χεύει στην μετάβαση σε μια συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία. Στο πλαίσιο αυτό, συζητείται το απελευθερωτικό ζήτημα στην σημερι-νή κοινωνία, προτείνεται ένας νέος τύπος πολιτικής και πολιτικής οργά-νωσης, καθώς και μια σειρά βημάτων για την μετάβαση σε μια πολιτική,οικονομική, οικολογική δημοκρατία, καθώς και σε μια «δημοκρατία στοκοινωνικό πεδίο». Η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η παράλληλη αποτυ-χία της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας, την οποία αντικατέστησε η σημερι-νή νεοφιλελεύθερη/σοσιαλφιλελεύθερη συναίνεση, σε συνδυασμό με τηνάνοδο της ιδεολογίας του μεταμοντερνισμού1 και την παρακμή των αντι-συστημικών κινημάτων,2 έχουν οδηγήσει αναπόφευκτα σε αντίστοιχη πα-ρακμή μιας συζήτησης που βρισκόταν ακόμα σε άνθηση πριν από μερικέςδεκαετίες: την συζήτηση γύρω από την μεταβατική στρατηγική προς μιαεναλλακτική κοινωνία. Αυτό ήταν μοιραίο, εφόσον η εγκατάλειψη από τηνΑριστερά (Παλαιά, Νέα και Πράσινη) κάθε οράματος για μια εναλλακτι-κή κοινωνία, πρακτικά, μετέτρεψε τέτοιες στρατηγικές σε περιττές. Έναβασικό κριτήριο, το οποίο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ώστε να δια-κρίνουμε τις διάφορες μεταβατικές στρατηγικές, που έχουν προταθεί στο1. Βλ. Τ. Fotopoulos, “The Myth of Postmodernity”, Democracy & Nature, vol. 7, no. 1(Μάρτιος 2001), σελ. 27-76.2. T. Fotopoulos, “The end of traditional antisystemic movements and the need for a newtype of antisystemic movement today”, Democracy & Nature, vol. 7, no. 3 (Νοέμβριος2001), σελ. 415-56 και μετάφραση στο περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία, αρ. 15 & 17(2007).παρελθόν, καθώς και κάποιες που προτείνονται σήμερα, είναι το αν μιαστρατηγική επιδιώκει να μεταρρυθμίσει τους υπάρχοντες θεσμούς, χωρίς να προτείνει κάποιο εναλλακτικό θεσμικό πλαίσιο, ή αν, αντίθετα, στοχεύ- ει στην αντικατάσταση του σημερινού κοινωνικού θεσμικού πλαισίου, δη-λαδή, του συστήματος της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράςκαι του πολιτικού της συμπληρώματος, της αντιπροσωπευτικής «δημο-κρατίας», καθώς και του αντίστοιχου συστήματος αξιών, που συνιστά τοκυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα στο οποίο βασίζεται η σημερινή κοινω-νία. Με βάση το κριτήριο αυτό, οι στρατηγικές μπορούν να διαχωριστούνσε μη συστημικές και αντισυστημικές.Έτσι, μη συστημικές είναι όλες εκείνες οι προσεγγίσεις που στοχεύουνστην μεταρρύθμιση του σημερινού θεσμικού πλαισίου και συστήματοςαξιών μέσω μιας ποικιλίας τακτικών, που κυμαίνονται από την κατάλη-ψη της κρατικής εξουσίας, μέχρι την άσκηση πιέσεων «από τα κάτω».

Σε αυτήν την κατηγορία μπορούμε να κατατάξουμε την στρατηγική της πα-λαιάς σοσιαλδημοκρατίας και τις νέες ρεφορμιστικές στρατηγικές, πουπροτείνονται από τους υποστηρικτές των προσεγγίσεων της κοινωνίας των πολιτών και της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», καθώς και από τους περισσότερους υποστηρικτές των «νέων» κοινωνικών κινημάτων και με- ταμοντέρνων πολιτικών (Πράσινοι, φεμινίστριες, κινήματα «ταυτότητας»κ.ο.κ.). Από την άλλη μεριά, αντισυστημικές είναι όλες εκείνες οι προσεγγίσεις οι οποίες αμφισβητούν, είτε ρητά είτε σιωπηρά, την «νομιμότητα» του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, τόσο με την έννοια των θεσμών του, που δημιουργούν και αναπαράγουν την ανισοκατανομή δύναμης/εξουσί- ας (η οποία είναι για εμάς η υπέρτατη αιτία των συστημικών κοινωνικών διαιρέσεων,3 δηλαδή όλων εκείνων των κοινωνικών διαιρέσεων –οι οποί- ες προκύπτουν από τον έλεγχο της οικονομικής και πολιτικής διαδικασίας από μια μειονότητα– που άμεσα ή έμμεσα αμφισβητούν την νομιμότητα του ιεραρχικού συστήματος, το οποίο δημιουργεί και αναπαράγει την ανι-σοκατανομή δύναμης), όσο και με την έννοια των αξιών του, που νομι-μοποιούν την κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο, ή της κοινωνίας πάνω στην Φύση. Σε αυτήν την κατηγορία μπορούμε να κατατάξουμε τις παλαιές σοσιαλιστικές στρατηγικές (κρατικιστικές και ελευθεριακές), κα-θώς και τις πιο πρόσφατες στρατηγικές του αντάρτικου, του ελευθεριακού κοινοτισμού (Libertarian Municipalism) και, τέλος, την στρατηγική της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στις μη συστημικές και τις αντισυστη- μικές στρατηγικές καταλαμβάνει η στρατηγική της «άμεσης δράσης» και αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε στρατηγικές «του τρόπου ζωής» (lifestyle strategies). Οι υποστηρικτές των στρατηγικών αυτών συνήθως τις υιοθετούν για καθαρά ρεφορμιστικούς λόγους, υπάρχουν, όμως, επίσης και περιπτώσεις, ειδικά κατά το παρελθόν, όπου ορισμένες από τις στρα- τηγικές αυτές, όπως η γενική απεργία, υποστηρίχτηκαν ως ένα καθαρά αντισυστημικό όπλο. Σήμερα, ωστόσο, οι περιπτώσεις όπου οι στρατηγι- κές «του τρόπου ζωής» και της «άμεσης δράσης» έχουν αντισυστημικό πε-ριεχόμενο είναι σπάνιες, κι έτσι, ακόμα κι αν προτείνονται ως τέτοιες, δεν συνοδεύονται από μια συνεκτική πρόταση για ένα εναλλακτικό θεσμικό πλαίσιο. Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι η «ανάμεικτη» φύση των στρατη- γικών της «άμεσης δράσης» και «του τρόπου ζωής» αποκλείει το ενδεχό- μενο να καταταγούν είτε στις καθαρά μη συστημικές, είτε στις καθαρά αντισυστημικές στρατηγικές. Θα εξετάσω, αρχικά, τις διάφορες στρατηγικές που προτείνονται για την μετάβαση σε μια εναλλακτική κοινωνία (παρόλο που οι ρεφορμιστικές στρατηγικές δεν μπορούν να θεωρηθούν αυστηρά ως μεταβατικές στρα-τηγικές), και, στην συνέχεια, θα συζητήσω με περισσότερες λεπτομέρειες την στρατηγική για την μετάβαση σε μια συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία. 7.1. «Μη συστημικές» (ρεφορμιστικές) στρατηγικές Αρχίζοντας με τις ρεφορμιστικές στρατηγικές, οι στρατηγικές αυτές στο- χεύουν στο να επιφέρουν ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή, είτε μέσω της κατάληψης της κρατικής εξουσίας (μεταρρυθμίσεις «από τα πάνω»), είτε μέσω της δημιουργίας αυτόνομων από το κράτος βάσεων εξουσίας, που θα πιέζουν εκείνους που ελέγχουν τους πολιτικούς και οικονομικούς θε- σμούς για μεταρρυθμίσεις (μεταρρυθμίσεις «από τα κάτω»).

Η «ριζοσπα- στική κοινωνική αλλαγή» κυμαίνεται από μια συστημική αλλαγή που θα έρθει μέσω της σταδιακής αλλαγής «από τα πάνω» (που ήταν και ο στόχοςτης σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής στο παρελθόν), μέχρι την αλλα-γή των σημερινών θεσμών μέσω της «εμβάθυνσης» της δημοκρατίας ή της «κοινωνικοποίησης» της οικονομίας της αγοράς, που θα επέλθει απότην πίεση που θα ασκηθεί «από τα κάτω» (προσέγγιση της κοινωνίας των πολιτών), είτε, τέλος, την αλλαγή ορισμένων θεσμών και αξιών που δεν προϋποθέτει καν κάποιο «οικουμενικό» πολιτικό πρόταγμα για συστημική αλλαγή (μεταμοντέρνες πολιτικές, «νέα» κοινωνικά κινήματα κ.λπ.). Η σοσιαλδημοκρατική στρατηγική: μεταρρυθμίσεις «από τα πάνω» Για τον Bernstein, τον πατέρα του ρεβιζιονισμού και της σοσιαλδημοκρα- τίας, η στρατηγική ήταν στην πραγματικότητα ταυτόσημη με το περιε-χόμενο του ίδιου του σοσιαλιστικού προτάγματος. Έτσι, η σοσιαλδημο- κρατική στρατηγική στόχευε στην κατάληψη της εξουσίας με στρατηγικό στόχο την σταδιακή κοινωνικοποίηση των υπαρχόντων πολιτικών θεσμών και της ιδιοκτησίας, αντί για την αντικατάσταση της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και της οικονομίας της αγοράς με νέους θεσμούς που να διασφαλίζουν την ισοκατανομή της πολιτικής και οικονομικής δύναμης/ εξουσίας. Όπως σημειώνει και ο Kolakowski:4 Το θεμελιώδες ερώτημα (για τον Bernstein) δεν ήταν η απoδοχή ή η απόρριψη της επαναστατικής βίας, αλλά το αν οι διαδικασίες κοινωνικοποίησης εντός της καπιταλιστικής οικονομίας ήταν «ήδη» μέρος της οικοδόμησης του σοσια-λισμού. … Το κίνημα προς τον σοσιαλισμό δεν ήταν το προοίμιο μιας μεγάληςαπαλλοτρίωσης, αλλά σήμαινε απλά περισσότερη κοινωνικοποίηση, περισσό-τερη δημοκρατία, ισότητα και πρόνοια –μια σταδιακή τάση χωρίς «απώτατοστόχο». Όπως είδαμε στο πρώτο μέρος, η σοσιαλδημοκρατία έφθασε στο απο- κορύφωμά της κατά την περίοδο του κρατισμού και, ειδικότερα, τα πρώτα 30 χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν όχι μόνο σοσιαλδημοκρα-τικά κόμματα κατέλαβαν την εξουσία σε πολλές δυτικές χώρες (Βρετανία,Γερμανία Γαλλία, Ιταλία κ.λπ.), αλλά, επίσης, έγινε κυρίαρχο σε ολόκληροτον δυτικό κόσμο ένα πρόγραμμα που βασιζόταν σε μια «σοσιαλδημοκρα-τική συναίνεση». Εντούτοις, η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράςαπό τα μέσα της δεκαετίας του ’70 έφερε το τέλος της συναίνεσης αυτής και την άνοδο της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης (δηλ. της νεοφιλελεύθε-ρης νεωτερικότητας), η οποία, είναι μη αναστρέψιμη όσο η οικονομία τηςαγοράς διεθνοποιείται, ή, με άλλα λόγια, όσο αναπαράγεται η οικονομία της αγοράς. Η εξάλειψη από το καταστατικό του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος (το οποίο ήταν το τελευταίο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που δεσμευόταν στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής) διάταξης που το δέσμευε σε πλήρη κοινωνικοποίηση, σηματοδότησε και επίσημα το τέλος των σοσιαλδημοκρατικών ισχυρισμών για μια πραγματική συ- στημική αλλαγή. Στην πραγματικότητα, η νεοφιλελεύθερη ατζέντα για «ευέλικτες» αγορές εργασίας, ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων πάνω στις αγορές, αντικατάσταση του κράτους πρόνοιας από ένα δίχτυ ασφάλειας κ.λπ., έχει πλέον μετατραπεί σε ατζέντα κάθε μεγάλου σοσιαλ- δημοκρατικού κόμματος, είτε αυτό βρίσκεται στην κυβέρνηση, είτε στην αντιπολίτευση.

Η παράλληλη κατάπτωση της σοσιαλδημοκρατίας και ηανατροπή ή σοβαρή υπονόμευση των περισσοτέρων από τις κατακτήσεις της (περιεκτικό κράτος-πρόνοιας, δέσμευση του κράτους για πλήρη απα- σχόληση, σημαντική βελτίωση στην κατανομή του εισοδήματος), έδει-ξε ξεκάθαρα ότι οι υποστηρικτές της επαναστατικής προσέγγισης είχαν πάντοτε δίκιο όταν υποστήριζαν ότι είναι ανέφικτη η συστημική αλλαγή μέσω μεταρρυθμίσεων. Αυτό ισχύει, ιδιαίτερα, σήμερα που οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι συμβατές και με τις απαιτήσεις της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγο- ράς. Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι, για όσο διάστημα το σύστημα της οι- κονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» αναπα- ράγεται, όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις («από τα κάτω» ή «από τα πάνω») μόνο προσωρινές νίκες μπορούν να πετύχουν, δηλαδή, κοινωνικές κατα- κτήσεις που θα είναι το ίδιο αντιστρέψιμες όσο εκείνες που επετεύχθησαν κατά την περίοδο της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, και που τώρα κατεδαφίζονται συστηματικά, τόσο από νεοφιλελεύθερους όσο και από σοσιαλφιλελεύθερους.5 Και αυτό, διότι η ανάπτυξη (και άρα η κερδοφο- ρία) των υπερεθνικών επιχειρήσεων εξαρτάται από την συνεχή επέκταση των παγκόσμιων αγορών. Αυτό σημαίνει ότι, σήμερα, μια οικονομία της αγοράς δεν μπορεί παρά να είναι διεθνοποιημένη –γεγονός που συνεπά- γεται πως οι αγορές πρέπει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ανοιχτές και ευέλικτες. Συνεπώς, η παγκοσμιοποίηση και οι κυριότερες συνέπειές της, δηλαδή η σημερινή συγκέντρωση δύναμης/εξουσίας και η συνεχής επιδείνωση της οικολογικής κρίσης, θα εξακολουθούν να υπάρχουν όσο αναπαράγεται το σημερινό θεσμικό πλαίσιο –το οποίο διασφαλίζει την συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής δύναμης/εξουσίας– ή, με άλλα λόγια, όσο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευ- τικής «δημοκρατίας» δεν αντικαθίσταται από ένα θεσμικό πλαίσιο που να διασφαλίζει την ισοκατανομή πολιτικής και οικονομικής δύναμης/εξουσί- ας μεταξύ όλων των πολιτών, δηλαδή από μία Περιεκτική Δημοκρατία. Αντίστοιχα επιχειρήματα ισχύουν και για την προσέγγιση του «ρεφορ- μισμού-ως-στρατηγικής», που χρησιμοποιείται συνήθως από τροτσκι- στές ποικίλων αποχρώσεων, αλλά υποστηρίζεται σήμερα ακόμα και από «ελευθεριακούς», όπως ο Michael Albert του δικτύου Ζ (Z-network). Η στρατηγική αυτή εκφράζει την παλαιά μαρξιστική στρατηγική της πίε- σης για ρεφορμιστικά αιτήματα με την προσδοκία ότι η ανικανότητα των ελίτ να τα ικανοποιήσουν, και η επακόλουθη κρίση, θα θέσει σε κίνηση μια δυναμική που θα οδηγήσει στην ριζοσπαστικοποίηση της συνειδητο- ποίησης και, ενδεχομένως, σε μια «επαναστατική κατάσταση». Μολονότι, θεωρητικά, η προσέγγιση αυτή είναι μια αντισυστημική προσέγγιση, στην πράξη καταλήγει να είναι μια ρεφορμιστική τάση –κάτι που πιστοποιείται επίσης από το γεγονός ότι οι υποστηρικτές αυτής της τάσης επιδιώκουν εσκεμμένα μια στρατηγική συμμαχιών με τους υποστηρικτές των καθαρά ρεφορμιστικών τάσεων (σοσιαλδημοκράτες συνδικαλιστές, μη κυβερνη-τικές οργανώσεις (ΜΚΟ), περιβαλλοντιστές κ.λπ.).

Είναι φανερό ότι τέτοιες «ανίερες συμμαχίες» είναι εφικτές, ακριβώς επειδή οι υποστηρικτές αυτής της τάσης δεν προτείνουν σαφώς κάποιο αντισυστημικό πολιτικό πρό- ταγμα, αλλά περιορίζονται σε καθαρά ρεφορμιστικά αιτήματα. Δεν είναι, λοιπόν, απορίας άξιον ότι ο Alex Callinicos, ο θεωρητικός γκουρού του Βρετανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (του πατρικού κόμματος του δικού μας ΣΕΚ), έβλεπε τον Pierre Bourdieu, ως τον διανοούμενο που αντιπροσώπευε την αναδυόμενη διεθνή Αριστερά, εφόσον και ο ίδιος προτείνει «μια διεθνή οικονομική ρύθμιση που θα ελέγχει τον καπιταλι-σμό … μια μεταρρύθμιση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης»!6 Εντούτοις, η αδυναμία της στρατηγικής αυτής, να ριζοσπαστικοποιήσει την συνειδητοποίηση και να οδηγήσει σε μια απελευθερωτική κοινωνία, δείχθηκε επανειλημμένα στην Ιστορία, όταν παρόμοιες στρατηγικές οδή-γησαν παντού σε ρεφορμιστικές νοοτροπίες και εύκολα αντιστρέψιμεςμεταρρυθμίσεις. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης, όπου, ως αποτέλεσμα τέτοιων στρατηγικών, ο μεγάλος όγκος του εργα-τικού κινήματος ανέπτυξε μια ρεφορμιστική νοοτροπία, ενώ ταυτόχρο-να τα παλαιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μετατράπηκαν στα σημερινάσοσιαλφιλελεύθερα κόμματα, τα οποία πρωτοστατούν στο χτίσιμο της νεοφιλελεύθερης μορφής της νεωτερικότητας. Αυτό είναι το αναπόφευ- κτο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι μια στρατηγική που βασίζεται σε ρε-φορμιστικά αιτήματα είναι, από την φύση της, ανίκανη να δημιουργήσει μια μαζική αντισυστημική συνειδητοποίηση –για να μην μιλήσουμε για μια πραγματικά δημοκρατική συνείδηση, η οποία μπορεί να δημιουργη-θεί μόνο μέσα στο πλαίσιο μιας μακράς διαδικασίας «δημοκρατίας-στην πράξη», που θα οδηγούσε, τελικά, σε μια Περιεκτική Δημοκρατία. Το γεγονός ότι κρατιστές όλων των πεποιθήσεων, ιδιαίτερα οι μαρξιστέςλενινιστές και οι τροτσκιστές, προτιμούν την στρατηγική αυτή, ασφαλώς, δεν προκαλεί έκπληξη, με δεδομένη την από μέρους τους υιοθέτηση μιας «επιστημονικής» αντίληψης του απελευθερωτικού προτάγματος και της συγγενούς λενινιστικής αρχής της «συνειδητοποίησης από τα έξω» –μιας αρχής που οδηγεί κατ’ ευθείαν στον σταλινισμό. Η στρατηγική της κοινωνίας των πολιτών: μεταρρυθμίσεις «από τα κάτω» Η προσέγγιση αυτή, η οποία δεν είναι καν μεταβατική στρατηγική, εφό- σον δεν θεωρεί αναγκαία την αντικατάσταση των σημερινών πολιτικών και οικονομικών θεσμών, συνεπάγεται την ενίσχυση της «κοινωνίας των πολιτών», δηλαδή την ενδυνάμωση των διαφόρων «αυτόνομων» από τον κρατικό έλεγχο δικτύων (συνδικάτα, εκκλησίες, κινήσεις πολιτών, κοοπε-ρατίβες, επιτροπές γειτονιάς, σχολές σκέψης κ.λπ.), προκειμένου να επι- βληθούν αποτελεσματικοί περιορισμοί (δηλ. κοινωνικοί έλεγχοι) στις αγο- ρές και το κράτος. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή βασίζεται σε ένα πλήθος μη ρεαλιστικών υποθέσεων. Πρώτον, υποθέτει σιωπηρά έναν υψηλό βαθμό κρατισμού, όπου το κράτος μπορεί να παίξει τον οικονομικό ρόλο που έπαιζε κατά την διάρ-κεια της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης. Δεύτερον, υποθέτει, πρακτικά, μια σχεδόν κλειστή οικονομία της αγο- ράς, όπου το κράτος και οι επιχειρήσεις μπορούν να αγνοήσουν τον βαθ- μό ανταγωνισμού που επικρατεί σε μια διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, ως αποτέλεσμα των απελευθερωμένων αγορών για εμπορεύμα- τα και ιδιαίτερα για κεφάλαια, τα οποία –στην περίπτωση ιδιαίτερα που εφαρμοστούν σημαντικοί κοινωνικοί έλεγχοι που θα ανταποκρίνονταιστα αιτήματα της κοινωνίας των πολιτών– μπορούν αστραπιαία να μετακι- νούνται μεταξύ χωρών. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι οι υποστηρικτές της κοινωνίας των πολιτών συνήθως αρνούνται (ή προσπαθούν να μειώσουν) την σημασία της σημερινής διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς. Είναι, επίσης, ενδεικτικό ότι, όπως είδαμε, εξετάζοντας τις προσεγγίσεις της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», όταν οι υποστηρικτές της κοινωνίας των πολιτών αποπειρώνται να διεθνοποιήσουν την προσέγγισή τους, τους μόνους περιορισμούς πάνω στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς που θεωρούν εφικτούς είναι διάφοροι «ρυθμιστικοί έλεγχοι». Εντούτοις, τέτοιοι έλεγχοι έχουν ελάχιστα κοινά με τους σαρωτικούς κοινωνικούς ελέγχους που προτείνουν οι ίδιοι όταν συζητούν (θεωρητικά, «ξεχνώντας» την πραγματικότητα της σημερινής διεθνοποιημένης οικονομίας της αγο- ράς) τους περιορισμούς που πρέπει να επιβάλλουν τα δίκτυα της κοινω-νίας των πολιτών στις αγορές (δραστική μείωση των ανισοτήτων, μαζική δημιουργία θέσεων εργασίας κ.λπ.). Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι η στρατηγική της κοινωνίας των πολιτών είναι τόσο ανιστορική όσο και ουτοπική. Είναι ανιστορική, διότι αγνοεί τις δομικές αλλαγές που οδήγησαν στην σημερινή νεοφιλελεύθερη συναίνε-ση και διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Και είναι ουτοπική, επειδή βρίσκεται σε αντίθεση τόσο με την σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, όσο και με το κράτος. Με δεδομένο, επομένως, ότι οι υποστη- ρικτές της κοινωνίας των πολιτών δεν θεωρούν ότι η αντίθεση αυτή θέτει θέμα αμφισβήτησης της οικονομίας της αγοράς και του κράτους από την κοινωνία των πολιτών, δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι οποια- δήποτε ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών θα πρέπει τελικά να είναι συμ- βατή με την διαδικασία της περαιτέρω διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς και τον συνακόλουθο ρόλο του κράτους. Eπομένως, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, η «ενίσχυση» της κοινωνίας των πολιτών θα σήμαινε απλά ότι οι άρχουσες πολιτικές και οικονομικές ελίτ θα αφήνονταν ανενό- χλητες να συνεχίσουν να κυριαρχούν πάνω στην κοινωνία, ενώ, από καιρό σε καιρό, [οι ελίτ] θα πρέπει να προσπαθούν να ικανοποιούν τα αιτήματα των υποστηρικτών της κοινωνίας των πολιτών –προϋποτιθέμενου βέβαια ότι τα αιτήματα αυτά δεν θα έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τα δικά τους συμφέροντα και τις απαιτήσεις του ολιγοπωλιακού ανταγωνισμού. Συμπερασματικά, η ενίσχυση των θεσμών της κοινωνίας των πολιτών δεν έχει καμία δυνατότητα να δώσει ένα τέλος στην συγκέντρωση δύνα- μης/εξουσίας, ή να οδηγήσει στην υπέρβαση της σημερινής πολυδιάστα- της κρίσης. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να εξαχθεί από το γεγονός ότι ο σιωπηρός, και ορισμένες φορές ρητός, στόχος των υποστηρικτών της κοινωνίας των πολιτών είναι η βελτίωση της λειτουργίας των υπαρχόντων θεσμών (του κράτους, των κομμάτων, της αγοράς) για να ανταποκρίνονται καλύτερα στις πιέσεις από τα κάτω, όταν, στην πραγματικότητα, η κρίση θεμελιώνεται στους ίδιους τους θεσμούς και όχι στην κακή τους λειτουρ- γία! Όμως, στην σημερινή διεθνοποιημένη αγορά, η ανάγκη να ελαχιστο- ποιηθεί ο κοινωνικο-οικονομικός ρόλος του κράτους δεν είναι πλέον θέμα επιλογής γι’ αυτούς που ελέγχουν την παραγωγή. Είναι αναγκαία συνθή- κη για την επιβίωσή τους.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το ευρωπαϊκό κεφά- λαιο που είναι αναγκασμένο να ανταγωνιστεί οικονομικά μπλοκ, τα οποία εδράζονται σε περιοχές στις οποίες η κρατικιστική σοσιαλδημοκρατική παράδοση δεν υπήρξε ποτέ ισχυρή (Η.Π.Α., Άπω Ανατολή). Αλλά ακόμα και σε πλανητικό επίπεδο, θα μπορούσε κανείς να έχει σο- βαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον η ενίσχυση των θεσμών της κοινωνί-
ας των πολιτών στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς είναι ακόμα δυνα- τή. Δεδομένου ότι οι πρωταρχικοί στόχοι της παραγωγής σε μια οικονομία της αγοράς είναι το ατομικό κέρδος, η οικονομική αποτελεσματικότητα και η οικονομική ανάπτυξη, κάθε απόπειρα συμβιβασμού των στόχων αυτών με έναν αποτελεσματικό «κοινωνικό έλεγχο» από μέρους της κοι- νωνίας των πολιτών είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αφού, όπως έδειξε και η ιστορική εμπειρία της κρατικιστικής φάσης, ο κοινωνικός έλεγχος και η αποτελεσματικότητα της αγοράς είναι ασυμβίβαστοι στόχοι. Για τον ίδιο λόγο θα μπορούσε κανείς να επιχειρηματολογήσει ότι η βασική αντί- φαση της οικονομίας της αγοράς σήμερα είναι αυτή που προκύπτει από το γεγονός ότι οποιοσδήποτε αποτελεσματικός έλεγχος των οικολογικών επιπτώσεων της οικονομικής ανάπτυξης είναι ασύμβατος με τις απαιτή- σεις της ανταγωνιστικότητας, την οποία επιβάλλει η σημερινή φάση της διαδικασίας αγοραιοποίησης. Παρ’ όλα αυτά, μολονότι είναι ξεκάθαρο ότι η ρεφορμιστική στρατηγι- κή της «κοινωνίας των πολιτών» δεν μπορεί να επιφέρει οποιεσδήποτε ρι- ζοσπαστικές αλλαγές στις σημερινές θεσμικές δομές, η στρατηγική αυτή είναι δημοφιλής ακόμα και μεταξύ πολλών ακτιβιστών που αντιτίθενται στην παγκοσμιοποίηση, ιδιαίτερα μεταξύ όσων ανήκουν σε μη κυβερ- νητικές οργανώσεις, στους Πράσινους κ.ά. Εντούτοις, τέτοιες δραστηρι- ότητες, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να λειτουργήσουν ως καταλύτες συστημικής αλλαγής, ή έστω, ως στοιχεία μιας μεταβατικής στρατηγικής με τον ίδιο σκοπό. Και αυτό, όχι μόνο διότι οι δραστηριότητες των υπο- στηρικτών της αντιπαγκοσμιοποίησης δεν μπορούν να πετύχουν τίποτα περισσότερο από μερικές αντιστρέψιμες μεταρρυθμίσεις, αλλά και επειδή τέτοιες ενέργειες είναι ελάχιστα χρήσιμες από μόνες τους στην δημιουρ- γία αντισυστημικής συνειδητοποίησης. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν παρόμοιες δραστηριότητες δεν αποτελούν οργανικό μέρος ενός μαζικού προγραμ- ματικού πολιτικού κινήματος με στόχο την συστημική αλλαγή. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς τις παραμέτρους που κα- θορίζουν το θεσμικό πλαίσιο. Με δεδομένο ότι η νεοφιλελεύθερη συναί-νεση και η σημερινή μορφή της παγκοσμιοποίησης δεν αποτελούν απλά, όπως υποθέτουν οι περισσότεροι στην Αριστερά, αλλαγές πολιτικής, αλλά δομικές αλλαγές που επιβάλλονται από την διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, μπορεί κανείς εύλογα να υποθέσει ότι τα βασικά στοιχεία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, και ιδιαίτερα τα κρίσιμα στοιχεία των ανοιχτών και ευέλικτων αγορών, δεν θα εκλείψουν ποτέ όσο αναπα- ράγεται η οικονομία της αγοράς. Επομένως, μια διεθνοποιημένη οικονο- μία της αγοράς μπορεί να παράγει μόνο μια διεθνοποιημένη κοινωνία των πολιτών, στην οποία, τελικά, οι κοινωνικοί έλεγχοι πάνω στις αγορές θα είναι μεν ομοιόμορφοι, αλλά, συγχρόνως, ελαχιστοποιημένοι. Mεταμοντέρνες πολιτικές μεταρρύθμισης Υπάρχουν αρκετοί τύποι στρατηγικών που προτείνονται από μεταμοντερ- νιστές, μολονότι ο όρος «στρατηγική», για μία ακόμη φορά, ελάχιστη σχέ- ση έχει με την πραγματικότητα, καθώς όλα τα μεταμοντέρνα κινήματα σή- μερα είναι σαφώς ρεφορμιστικά και στοχεύουν απλά στην μεταρρύθμιση του σημερινού θεσμικού πλαισίου, αντί στην αντικατάστασή του με εναλ- λακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι, παρά τον, ξεκάθαρα, καθο- λικό χαρακτήρα του σημερινού θεσμικού πλαισίου, κανένα μεταμοντέρνο κοινωνικό κίνημα δεν αμφισβητεί σήμερα τους κύριους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς που συνιστούν την καθολικότητά του: το σύστη- μα της οικονομίας της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Αντίθετα, ένα βασικό αξίωμα όλων των κοινωνικών κινημάτων που έχουν επηρεαστεί από μεταμοντέρνες ιδέες είναι η αντι-καθολικότητά τους, πράγμα που εξ ορισμού αποκλείει τα κινήματα αυτά από κάθε μορφή αντισυστημικής πολιτικής.7 Οι δύο κυριότεροι τύποι μεταμοντέρνων στρατηγικών είναι, πρώτον, η «πολιτική των συμμαχιών» και, δεύτερον, η πολιτική της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας». Και οι δύο αυτοί τύποι μεταμοντέρνων πολιτικών έχουν ως κεντρικό σημείο αναφοράς τους «μονοθεματικά κινήματα» ή «κινήματαταυτότητας» (Οικολόγοι-Πράσινοι, φεμινιστικά, εγχρώμων, ομοφυλόφι-λων κ.λπ.). Τα κινήματα ταυτότητας (identity movements) αποτελούν παραφυάδα των «νέων» κοινωνικών κινημάτων, που έφτασαν στην ακμή τους την δε- καετία του ’70 και άρχισαν να παρακμάζουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν άρχισαν να στρέφουν το ενδιαφέρον τους προς την κουλ-τούρα και την ταυτότητα και να αναμιγνύονται με τις λεγόμενες «πολιτικές ταυτότητας», δηλαδή το είδος των μεταμοντέρνων πολιτικών που συνεπά- γεται μια επικέντρωση στα θέματα κουλτούρας και ταυτότητας και αντί-στοιχη απομάκρυνση από τα γενικότερα κοινωνικά, πολιτικά και οικονο- μικά ζητήματα. Η μεταστροφή των εν δυνάμει αντισυστημικών κινημάτων σε ρεφορμιστικά ήταν ιδιαίτερα εμφανής όσον αφορά στα φεμινιστικά κι-νήματα και τα κινήματα των Πρασίνων. Παρόλο που και τα δύο ξεκίνησαν ως ριζοσπαστικά κινήματα της νεωτερικότητας, με «καθολικά» αιτήματα αλλαγής της κοινωνίας ως του μοναδικού δρόμου για την κατάργηση της κυριαρχίας του άνδρα πάνω στην γυναίκα και της κοινωνίας πάνω στη Φύση, η άνοδος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της νε- οφιλελεύθερης μορφής της νεωτερικότητας, δημιούργησε τις συνθήκες ώστε τα συντηρητικά ρεύματα στο εσωτερικό των κινημάτων αυτών να γίνουν κυρίαρχα και να τα μετατρέψουν στα σημερινά «μερικοποιημένα» ρεφορμιστικά κινήματα «ταυτότητας».

Οι κυρίαρχες τάσεις στο Πράσινο κίνημα, σήμερα, δεν αμφισβητούν τους θεμελιακούς θεσμούς της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσω-πευτικής «δημοκρατίας» αλλά, αντίθετα, είτε υιοθετούν ένα μείγμα από τις στρατηγικές των ρεφορμιστών σοσιαλδημοκρατών και των υποστη- ρικτών της κοινωνίας των πολιτών (Ευρώπη), είτε, εναλλακτικά, υπογραμ-μίζουν την σημασία της αλλαγής των πολιτισμικών αξιών, τις οποίες θε- ωρούν ότι μπορούν να αλλάξουν ακόμα και μέσα στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο και έξω από ένα αντισυστημικό κίνημα (Η.Π.Α.). Ακόμη, η πλήρης ενσωμάτωση των Ευρωπαίων Πράσινων στην σημερινή Νέα Διεθνή Τάξη γίνεται σαφής από την υποστήριξη που έδωσαν στους εγκληματικούς πολέμους της υπερεθνικής ελίτ στην Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν, τον πόλεμο κατά της «τρομοκρατίας» κ.λπ.8. Επομένως, το Πράσινο κίνημα έχει εγκαταλείψει κάθε αντισυστημικό ή απελευθερωτικό ρόλο και είναι, σήμερα, άμεσα ή έμμεσα, ρεφορμιστικό. Άμεσα, στην περίπτωση των κοι- νοβουλευτικών Πράσινων κομμάτων και των κοκκινοπράσινων οργανώ- σεων και, έμμεσα, στην περίπτωση κινημάτων, όπως η βαθιά οικολογία, τα οποία δίνουν έμφαση στην «ψυχική αλλαγή έναντι των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών, και την καλλιέργεια μιας ευλαβικής συνειδητοποίη- σης ή ευαισθησίας για τον φυσικό κόσμο, αντί για την οργάνωση και την οικοδόμηση του κινήματος».9 Επίσης, με τον ίδιο τρόπο που η νίκη των realos πάνω στους fundis (δηλαδή των «ρεαλιστών» κατά των «φονταμενταλιστών»), οδήγησε στο τέλος του Πράσινου κινήματος ως ενός εν δυνάμει αντισυστημικού κινή- ματος, η νίκη των «από μέσα» (insiders) (δηλ. των φιλελεύθερων φεμινιστι- κών ομάδων που έχουν στόχο την κατάκτηση θέσεων και εξουσίας «από μέσα» στο σύστημα) πάνω στους «απ’ έξω» (outsiders) (δηλ. τις αυτόνομες γυναικείες κινήσεις που έχουν στόχο την επαναστατική αλλαγή), οδήγησε στο τέλος του φεμινιστικού κινήματος ως ενός εν δυνάμει αντισυστημι-κού κινήματος. Τέλος, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η γενική παρακμή της Αριστεράς, η οποία άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οδήγησε πολλούς αναρχικούς να αντικαταστήσουν την πολιτική με τον τρόπο ζωής (life-style), και την ορθολογική ανάλυση με τον σπιριτουαλισμό, η παρακ- μή του φεμινιστικού κινήματος οδήγησε πολλές φεμινίστριες να αντικα- ταστήσουν τον ριζοσπαστικό φεμινισμό με τον «πολιτιστικό φεμινισμό», και τον ορθολογισμό με τον σπιριτουαλισμό.

Ταυτόχρονα, όπως έδειξα και αλλού,10 ο οικοφεμινισμός, που έχει ιδιαίτερα μεγάλη επιρροή μεταξύ των ριζοσπαστών φεμινιστριών, όχι μόνο υιοθετεί μια αντι-βιομηχανική αντί για μια αντι-καπιταλιστική ανάλυση, αλλά υποστηρίζει, επίσης, ένα είδος ουτοπικού ρεφορμισμού που στοχεύει στην μεταρρύθμιση του ση- μερινού συστήματος, με στόχο την επικράτηση των λεγόμενων «δραστη-ριοτήτων επιβίωσης» (subsistence activities), οι οποίες, στον μεν Βορρά, αναφέρονται σε life-style δραστηριότητες και εύκολα περιθωριοποιούμε- νες κομμούνες, ενώ στον Νότο σε δραστηριότητες που είναι κυρίως κα- τάλοιπα της προμοντέρνας κοινωνίας –τα οποία βαθμιαία εξαφανίζονται κάτω από την πίεση της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Το κίνημα των πολιτικών ταυτότητας είναι, σήμερα, η κατ’ εξοχήν μορ- φή μεταμοντέρνας πολιτικής, καθώς οι πολιτικές της προώθησης των ειδικών συμφερόντων συγκεκριμένων ομάδων (φεμινίστριες, ομοφυλό-φιλοι, εθνικές μειονότητες κ.ο.κ.), ταιριάζουν απόλυτα με τον αντικαθο-λικό χαρακτήρα της μεταμοντέρνας θεωρίας. Έτσι, τα σημερινά κινήμα-τα «ταυτότητας», παρά την ριζοσπαστική κριτική που ασκούν ενάντια σε συγκεκριμένες ιεραρχικές δομές (όπως αυτές που βασίζονται στο φύλο, την φυλή, την σεξουαλική καταπίεση και την καταπίεση των μειονοτήτων), δεν προώθησαν ποτέ ένα περιεκτικό πολιτικό πρόταγμα για συστημική αλλαγή –η αποσπασματική φύση τους δεν επιτρέπει άλλωστε ένα τέτοιο πρόγραμμα– αλλά, αντίθετα, προώθησαν ζητήματα κουλτούρας και προ-σωπικής ταυτότητας. Ερχόμενοι τώρα στις μεταμοντέρνες στρατηγικές, η μεταμοντέρνα «στρατηγική των συμμαχιών» είναι σήμερα η κύρια μορφή πολιτικής της Αριστεράς. Το σκεπτικό πίσω από αυτήν την στρατηγική βασίζεται στην πεποίθηση ότι οι συμμετέχοντες σε καθολικά κινήματα, όπως το μαρξι- στικό, δεν αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία κοινωνικής ύπαρξης, ενώ, αντίθετα, οι συμμετέχοντες σε «τοπικούς» αγώνες μπορούν να υπερασπι- στούν την έννοια ότι, στην πραγματικότητα, τα άτομα αποτελούνται από ένα συνολικό άθροισμα «υποκειμενικών θέσεων» και, ταυτόχρονα, να δι- αφυλάξουν την έννοια ότι [τα άτομα] είναι μέρος ενός ευρύτερου αγώ- να για τον αυτοκαθορισμό και την ισότητα. Είναι φανερό, ωστόσο, ότι η έλλειψη οποιουδήποτε κοινού αντισυστημικού στόχου, σε συνδυασμό με την σύνθεση των συμμαχιών αυτών που αναπόφευκτα αποτελείται από ετερογενή κινήματα με συχνά αλληλοσυγκρουόμενους στόχους, οδηγεί μοιραία τα κινήματα αυτά στο να ακολουθούν την πεπατημένη οδό των ρεφορμιστικών πολιτικών, οι οποίες είναι απελπιστικά ανεπαρκείς για να αντιπαρατεθούν στην πολυδιάστατη κρίση που αντιμετωπίζουμε σήμερα στο πλαίσιο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση των συμμαχιών του «κινήματος» κατά της παγκοσμι- οποίησης, ή των κινημάτων κατά του νεοφιλελευθερισμού. Είναι σαφές, επομένως, ότι η στρατηγική συμμαχιών και συνασπισμών ανάμεσα σε ετερογενείς ομάδες, την οποία υιοθετούν οι υποστηρικτές της στρατηγικής αυτής, αναπόφευκτα οδηγεί σε μια θεμελιακή έλλειψη ενότητας, ακόμα και για βραχυπρόθεσμους στόχους. Αυτό φανερώνει και το γεγονός ότι ο μοναδικός κοινός στόχος όσων υποστηρίζουν τέτοιες συμμαχίες είναι αρνητικού χαρακτήρα («κατά» της παγκοσμιοποίησης, ή «κατά» του νεοφιλελευθερισμού), χωρίς κανένα όραμα για μια μελλοντική κοινωνία και για μια μακροπρόθεσμη στρατηγική. Δεν είναι λοιπόν περίερ- γο ότι, δεδομένου πως το ζήτημα της καθολικής κοινωνικής αλλαγής ούτε καν θίγεται από τους υποστηρικτές της στρατηγικής αυτής, η προοπτική της περιορίζεται στο ενδεχόμενο να επιτευχθούν κάποιες κοινωνικές με- ταρρυθμίσεις μέσα στο υπάρχον σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας».

Παρόμοια, η πολιτική της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας» στοχεύει στην υιοθέτηση των «νέων κοινωνικών κινημάτων»/κινημάτων ταυτότητας, ως πολλαπλών πηγών «ριζοσπαστικής» αλλαγής που μπορούν να οδηγήσουν 11. Τυπικό παράδειγμα στα παρ’ ημίν μεταμοντέρνου πολιτικού σχήματος της ρεφορμιστικής Αριστεράς, που αντιστοιχεί σχεδόν πιστά στην παραπάνω εικόνα, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, παρόλο που λόγω των «ελληνικών ιδιαιτεροτήτων» της πολιτικής χρησιμοποιεί ακόμη την αντι-καπιταλιστική ρητορική. στην «ριζοσπαστική δημοκρατία» και, συγχρόνως, να ενσωματώσουν τις «πολιτικές της διαφορετικότητας». Ωστόσο, όπως προσπάθησα να δείξω και αλλού,12 η έννοια της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», στην πραγματι- κότητα, συνεπάγεται απλώς μια διαδικασία «επέκτασης και εμβάθυνσης» της σημερινής πολιτικής και οικονομικής «δημοκρατίας», η οποία βασίζε- ται στον διαχωρισμό της κοινωνίας από την πολιτεία και την Φύση, μέσα σε ένα σύστημα που θεμελιώνεται στην οικονομία της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Όπως όμως θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω, ο πραγματικά ριζο- σπαστικός στόχος σήμερα είναι η πάλη για την δημιουργία ενός νέου αντι- συστημικού κινήματος που θα επιδιώκει την ισοκατανομή της πολιτικής και οικονομικής δύναμης/εξουσίας. Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη για μια νέα απελευθερωτική πολιτική, όπως είναι αυτή που προτείνεται από το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας (ΠΔ), η οποία θα αποτελεί την σύνθεση των «καθολικών» πολιτικών που χαρακτήριζαν τα αντισυστη-μικά κινήματα της νεωτερικότητας, και των «πολιτικών της διαφορετικό- τητας» που ήρθαν στο προσκήνιο το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα με την ανάδυση των «νέων κοινωνικών κινημάτων». Το «παράδειγμα» της Περιεκτικής Δημοκρατίας όχι μόνο αναγνωρίζει τις διαφορετικές ταυ- τότητες των κοινωνικών ομάδων, που αποτελούν τις διάφορες κοινωνι- κές υπο-ολότητες13, αλλά, ταυτόχρονα, εντοπίζει τις διαφορές αυτές στα πλαίσια ενός συνολικού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, το οποίο θεσμοποιεί την συγκέντρωση δύναμης/εξουσίας, τόσο ανάμεσα, όσο και μέσα, στις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Έτσι, ενώ στο μεταμοντερνιστι- κό παράδειγμα, ο «μερικός» χαρακτήρας των τοπικών αγώνων γύρω από τις ταυτότητες καθορίζεται από τις ιεραρχικές δομές που βασίζονται στην ταυτότητα, στο παράδειγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, ο «καθολικός» χαρακτήρας της σημερινής Κοινωνικής Πάλης καθορίζεται από τις «αντι- κειμενικές» ιεραρχικές δομές, που καθιερώνει η συγκέντρωση δύναμης/ εξουσίας σε όλες της τις μορφές, ως αποτέλεσμα των εξουσιαστικών σχέ- σεων και δομών που επικρατούν. Στο πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, αντί για συμμαχίες και συ- νασπισμούς μεταξύ ομάδων που δεσμεύονται σε «μονοθεματικές» πολιτι- κές,14 προτείνεται η οικοδόμηση ενός μαζικού προγραμματικού πολιτικού κινήματος το οποίο θα συνενώσει, στην βάση ενός κοινού παραδείγμα- τος, όλα τα μέλη των κοινωνικών ομάδων που εν δυνάμει αποτελούν το θεμέλιο για ένα νέο απελευθερωτικό υποκείμενο. Η στρατηγική της Περιεκτικής Δημοκρατίας βασίζεται στην ρητή αναγνώριση των πολλα-πλών «υποκειμενικών τοποθετήσεων» των ατόμων, που συμμετέχουν στις διάφορες κοινωνικές ομάδες.15 Η στρατηγική αυτή επομένως υποστηρίζει τους τοπικούς αγώνες –προϋποτιθεμένου όμως ότι οι αγώνες αυτοί είναι οργανικό τμήμα ενός αντισυστημικού πολιτικού κινήματος και ενός περι- εκτικού προγράμματος για συστημική αλλαγή με στόχο την επανενσωμά- τωση της οικονομίας, της πολιτείας και της Φύσης στην κοινωνία, μέσω της θεσμοθέτησης των αναγκαίων (αλλά όχι ικανών) συνθηκών για την ισοκατανομή της δύναμης/εξουσίας σε όλα τα επίπεδα.

7.2. Παλιές και νέες «αντισυστημικές» στρατηγικές
Το κοινό χαρακτηριστικό των αντισυστημικών στρατηγικών είναι ότι όλες αποσκοπούν, μέσω μιας επαναστατικής αλλαγής (βίαιης ή ειρηνικής), σε έναν «συστημικό» μετασχηματισμό της κοινωνίας, κάτι που συνεπάγεται την αντικατάσταση των σημερινών πολιτικών, οικονομικών και κοινωνι- κών θεσμών με νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Οι κύριες αντισυστη- μικές στρατηγικές τις οποίες θα εξετάσουμε εδώ είναι η στρατηγική των σοσιαλιστών κρατιστών, η στρατηγική του αντάρτικου, η στρατηγική των ελευθεριακών σοσιαλιστών και η στρατηγική του ελευθεριακού κοινοτι- σμού, καθώς και η στρατηγική της Περιεκτικής Δημοκρατίας την οποία θα εξετάσουμε στην συνέχεια. Η στρατηγική των σοσιαλιστών κρατιστών: «επανάσταση από τα πάνω» Η στρατηγική αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν της νεωτερικότητας και της συνειδητοποίησης των ακτιβιστών στα μέσα του 19ου αιώνα, οι οποίοι αφομοίωσαν τα μαθήματα τα οποία διδάχτηκαν οι καταπιεσμένες ξεκινώντας από τις παραδόσεις τόσο της νεωτερικότητας όσο και αυτές της μετανεωτε- ρικότητας, θεμελιώνεται σε συνασπισμούς και πολυμέτωπους αγώνες. (Steven Best και κοινωνικές ομάδες από την καταστολή των εξεγέρσεων του 1848 ότι οι «αυθόρμητες» εξεγέρσεις δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συστημικό με-τασχηματισμό. Ήταν αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση που οδήγησε στην δημιουργία των πρώτων οργανωμένων αντισυστημικών κινημάτων.16 Η μαρξιστική-λενινιστική παράδοση σοσιαλιστικού κρατισμού αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα στρατηγικής που στοχεύει σε μία «επανάσταση από τα πάνω» και παρά τις προσπάθειες των σημερινών μαρξιστών να διαφοροποιήσουν τον Marx από τον Lenin στο ζήτημα της στρατηγικής, στην πραγματικότητα, στοιχεία του λενινιστικού ολοκληρωτισμού που κορυφώθηκαν με τον σταλινισμό μπορούν να εντοπιστούν και στην ίδια την σκέψη του Marx. Αυτό γίνεται φανερό αν λάβει κανείς υπόψη του δύο κρίσιμα χαρακτηριστικά του θεωρητικού συστήματος του Marx, τα οποία πρώτα επικρίθηκαν (αν και όχι με συστηματικό και συνεπή τρόπο) από τον Bakunin. Το πρώτο ήταν το «κομμουνισμός-μέσω-του-κρατικιστικού σοσιαλι- σμού» χαρακτηριστικό της μαρξιστικής στρατηγικής, το οποίο συνεπα- γόταν την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας από ένα νικηφόρο προλε- ταριάτο και την εγκαθίδρυση ενός προλεταριακού κράτους, που τελικά θα οδηγούσε σε μια κομμουνιστική κοινωνία. Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια προβληματική, η κομμουνιστική κοινωνία δεν θα ήταν εφικτή πριν η ταχεία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (την οποία θα επέφερε η κοινωνικοποίηση των σχέσεων παραγωγής) να έχει ήδη οδηγήσει στην κατάργηση της σπάνεως και του καταμερισμού εργασίας, καθώς και στον μαρασμό του κράτους. Όμως, η μαρξιστική κατάργηση της σπάνεως είναι στην πραγματικότητα ένας μύθος που εξαρτάται από έναν αντικειμενικό ορισμό των «αναγκών», ο οποίος δεν είναι ούτε εφικτός ούτε επιθυμητός και –σε μια σοσιαλιστική κοινωνία– μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις ελίτ που ελέγχουν την κρατική μηχανή προκειμένου να διατηρήσουν επ’ αό- ριστον την κρατική εξουσία και γενικότερα τις εξουσιαστικές δομές και σχέσεις. Επιπλέον, είναι αδιανόητο ότι ένα κράτος (που, όπως κάθε κράτος, αντιπροσωπεύει την κορύφωση του διαχωρισμού της πολιτείας από την κοινωνία), έστω και αν είναι προλεταριακό, θα πρωτοστατήσει στην ίδια του την κατάργηση! Το δεύτερο ήταν η εξ ίσου αβάσιμη (όπως θα δούμε στο 8ο Κεφάλαιο) προσπάθεια των μαρξιστών να μετατρέψουν το σοσιαλιστικό πρόταγμα σε μια «αντικειμενική» επιστήμη της κοινωνικής αλλαγής, πράγμα που θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει –όπως και έγινε στην περίπτωση του Lenin– στο συμπέρασμα ότι η σοσιαλιστική συνειδητοποίηση αναγκαστι- κά προέρχεται «απ’ έξω». Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται στην προβλημα- τική ότι η επιστημονική συνειδητοποίηση αναπτύσσεται ανεξάρτητα από το κοινωνικό κίνημα που οδηγεί στον σοσιαλισμό και πρέπει, επομένως, να εισαχθεί στο κίνημα «απ’ έξω». Εντούτοις, για τον Marx, υποτίθεται ότι τέτοιο πρόβλημα δεν προκύπτει διότι η επιστήμη θεωρείται ως η ενότητα της θεωρίας με την πράξη, που όχι μόνο ερμηνεύει την πραγματικότητα αλλά, επίσης, γίνεται μέρος της δύναμης που την μεταβάλλει, γίνεται δη- λαδή μέρος της πράξης, του συνειδητού καθορισμού της διαμόρφωσης της Ιστορίας. Με αυτήν την έννοια, η επιστήμη ταυτίζεται με το ίδιο το κίνημα που υιοθετεί την θεωρία σαν δική του. Όπως, όμως, έχουν δείξει αρκετοί μαρξιστές συγγραφείς, στην περίπτωση αυτή, ο μαρξισμός μετα- σχηματίζεται σε θεολογία. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την κριτική αυτή, για να διατηρήσει ο μαρξισμός τον «επιστημονικό» χαρακτήρα του θα πρέπει να θεωρεί την πράξη ότι απλώς διαπιστώνει αλλά δεν δημιουργεί την αλήθεια (βλ. 8ο Κεφάλαιο). Όμως, τότε, η επιστημονική συνειδητοποί- ηση προκύπτει ανεξάρτητα από το κοινωνικό κίνημα που οδηγεί στον σο- σιαλισμό και, επομένως, πρέπει να εισαχθεί στο κίνημα από τα έξω. Έτσι, όπως σημειώνει ο Kolakowski,17 αναπόφευκτα «θα καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα με τον Lenin». Η λενινιστική στρατηγική βασιζόταν στην σιωπηρή υπόθεση ότι η αλ- λαγή στο κοινωνικό παράδειγμα ακόμα και μεταξύ μιας μειοψηφίας του πληθυσμού (δηλ. της πρωτοπορίας του προλεταριάτου, οργανωμένης στο Κομμουνιστικό Κόμμα και εφοδιασμένης με την «επιστήμη» του σοσιαλι- σμού, τον μαρξισμό), θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ο καταλύτης που θα φέρει την σοσιαλιστική επανάσταση. Και αυτό, σε αντίθεση βέβαια με την θέση του Gramsci18 ότι η προλεταριακή κουλτούρα θα έπρεπε να έχει γίνει «ηγεμονική» πριν να αποκτήσει πολιτική δύναμη το προλεταριάτο. Έτσι, για τον Lenin,19 οι εργάτες δεν είναι ικανοί από μόνοι τους να αναπτύ- ξουν μια επιστημονική θεωρία του σοσιαλισμού, αποστολή που ιστορικά έχει αφεθεί στους διανοούμενους. Ωστόσο, όπως τόνισε ο Marcuse, η προ- βληματική αυτή εύκολα καταλήγει στο να εμφανίζονται οι φρουροί της επιστημονικής ορθοδοξίας, το κόμμα, ή μάλλον η κομματική ηγεσία, «ως η ιστορική παρακαταθήκη των “πραγματικών” συμφερόντων του προλε- ταριάτου και πάνω από το προλεταριάτο».20 Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι, όπως εύστοχα επισημαίνει ο ίδιος συγγραφέας, «μία ευθεία οδός φαίνεται να συνδέει την “συνειδητοποίηση από τα έξω” του Lenin, με την αντίληψή του για ένα συγκεντρωτικό αυταρχικό κόμμα, τον σταλινισμό».Η Ιστορία έχει επιβεβαιώσει ότι αυτή η στρατηγική οδηγεί σε νέες ιε- ραρχικές δομές, καθώς η πρωτοπορία της εργατικής τάξης μετατρέπε- ται τελικά στην νέα άρχουσα ελίτ. Αυτό ήταν το βασικό μάθημα από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η οποία έδειξε ξεκάθαρα ότι όταν μία μειοψηφία οργανώνει την επανάσταση και στην συνέχεια φέρ-νει σε πέρας το πρόγραμμά της, είναι καταδικασμένη να οδηγήσει σε νέες ιεραρχικές δομές αντί σε μια κοινωνία στην οποία έχει καταργηθεί η συ- γκέντρωση εξουσίας. Στην πραγματικότητα, ο συνδυασμός της μαρξιστι- κής μετατροπής του σοσιαλιστικού προτάγματος σε μια «αντικειμενική» επιστήμη με την λενινιστική στρατηγική της οργάνωσης της πρωτοπορί- ας στην βάση του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» (μια αρχή που δι- ασφαλίζει την εξουσία μιας μικρής κομματικής ελίτ πάνω σε ολόκληρο το κίνημα), αποδείχτηκε ολέθριος, καθώς συνέβαλε αποφασιστικά στην καθιέρωση νέων ιεραρχικών δομών, αρχικά στο σοσιαλιστικό κίνημα, και, αργότερα, γενικά στην κοινωνία. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι τόσο στα προεπαναστατικά μαρξιστικά κινήματα, όσο και στις μετεπαναστατικές κυβερνήσεις, η δικαιολόγηση της συγκέντρωσης δύναμης στα χέρια της κομματικής ελίτ βασιζόταν στο «γεγονός» ότι μόνο εκείνοι «γνώριζαν» πώς να ερμηνεύουν την Ιστορία και να αναλαμβάνουν κατάλληλη δράση, προκειμένου να επιταχυνθεί η ιστορική διαδικασία προς τον σοσιαλισμό. Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη ότι η βάση των νέων ιεραρχικών δο- μών ήταν ο κοινωνικός διαχωρισμός που δημιουργήθηκε ανάμεσα στην πρωτοπορία (που ήταν η μόνη που βρισκόταν σε αντικειμενική θέση να οδηγήσει το κίνημα, λόγω του ότι κατείχε την «επιστημονική» αλήθεια που ενσάρκωνε ο μαρξισμός), και στις «μάζες». Η στρατηγική του αντάρτικου Η μοναδική επιτυχημένη περίπτωση κατάληψης της εξουσίας μέσω μιας στρατηγικής αντάρτικου, που επιβιώνει μέχρι σήμερα, είναι η περίπτωση της Κούβας, η οποία, σύμφωνα με έναν από τους πρωταγωνιστές της, τον Τσε, «έδειξε καθαρά την ικανότητα του λαού, μέσω του αντάρτικου, να απελευθερωθεί από μια κυβέρνηση που τους καταπιέζει».22 Για τον Τσε, η κουβανέζικη στρατηγική του αντάρτικου ήταν σημαντική διότι έδειξε: ότι οι λαϊκές 1) δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο εναντίον του στρατού, 2) ότι δεν είναι απαραίτητο να περιμένει κανείς να υπάρξουν όλες οι συνθήκες για να γίνει η επανάσταση –αυτές μπορούν να δημιουργηθούν μέσα από την ίδια την εξέγερση και ότι 3) στην υποανάπτυκτη (Λατινική) Αμερική, η επαρχία είναι η βασική πε- ριοχή για ένοπλο αγώνα. Απορρίπτοντας ρητά την παραδοσιακή μαρξιστική στρατηγική που ακολουθούσαν πολλοί Λατινοαμερικάνοι «ψευδοεπαναστάτες», όπως τους αποκαλούσε ο Τσε, η νέα στρατηγική δεν στηριζόταν στην αναμονή μέχρις ότου όλες οι αναγκαίες αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες για την επανάσταση ωριμάσουν «μηχανικά», χωρίς καμία προσπάθεια επι- τάχυνσής τους. Εντούτοις, ο Τσε ήταν αρκετά ρεαλιστής ώστε να αναγνω- ρίσει ότι δεν θα πρέπει κανείς να βιαστεί να συμπεράνει ότι όλες οι επανα- στατικές συνθήκες θα δημιουργηθούν απλώς μέσω της ώθησης που δίνει σ’ αυτές η στρατηγική του αντάρτικου. Όπως τόνιζε σχετικά : Θα πρέπει πάντα να λαμβάνει κανείς υπόψη του ότι υπάρχει ένα αναγκαίο μί- νιμουμ, χωρίς το οποίο η καθιέρωση και η εμπέδωση του πρώτου κέντρου δεν είναι κατορθωτή. Ο λαός πρέπει να δει ξεκάθαρα το ανώφελο της συνέχισης του αγώνα για κοινωνικούς στόχους στο πλαίσιο της (κανονικής) πολιτικής δι-αδικασίας. Όταν οι δυνάμεις της καταπίεσης διατηρούνται στην εξουσία ενά- ντια στον κατεστημένο νόμο, η ειρήνη έχει ήδη σπάσει.

Σε αυτές τις συνθήκες, η λαϊκή δυσαρέσκεια εκφράζεται με πιο ενεργές μορφές. Η αντιστασιακή συ- μπεριφορά τελικά αποκρυσταλλώνεται σε μια εξέγερση, που προκαλείται αρ- χικά από την συμπεριφορά των αρχών. Όταν (όμως) η κυβέρνηση έχει πάρει την εξουσία μέσω κάποιας μορφής λαϊκής ψήφου, νοθευμένης ή μη, και δια- τηρεί έστω μια όψη συνταγματικής νομιμότητας, δεν μπορεί να προωθηθεί το ξέσπασμα αντάρτικου, εφόσον οι πιθανότητες ειρηνικού αγώνα δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί. Είναι, επομένως, φανερό ότι, για τον Τσε, η στρατηγική του αντάρτικου δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κάποιο είδος αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». Αυτή είναι μια σημαντική προ- ϋπόθεση, αφού αποκλείει την χρήση της στρατηγικής αυτής σήμερα σχε-δόν παντού, εφόσον, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η υπερεθνική ελίτ24 δεν καταφεύγει πια σε καθαρά δικτατορικά καθεστώ- τα, προκειμένου να αναπαράγει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, αλλά, αντίθετα, στηρίζεται στο παραδοσιακό πολιτικό της συμπλήρωμα του Βορρά: την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Ο συνδυασμός αυτού του πολιτικού συστήματος με τα παντοδύναμα ΜΜΕ (ιδιαίτερα την τηλεό- ραση που έχει εισδύσει σήμερα σε κάθε σπίτι και κάθε γωνία της γης), είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος ελέγχου του πληθυσμού που δημιούργη- σαν ποτέ οι άρχουσες ελίτ. Στόχος της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» είναι η δημιουργία μιας ψευδούς εντύπωσης λαϊκού ελέγχου, όταν στην πραγματικότητα απλώς διασφαλίζει την συγκέντρωση πολιτικής δύναμης στα χέρια των τοπικών ελίτ που είναι πιστές στην υπερεθνική ελίτ. Από την άλλη πλευρά, ο στόχος των ΜΜΕ είναι η διάδοση σε μαζική κλίμακα των αξιών του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος που νομιμοποιούν την οικονομία της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Αυτή η αλλαγή τακτικής από μέρους της υπερεθνικής ελίτ είναι η προ-φανής εξήγηση της σημερινής παρακμής των αντάρτικων κινημάτων, ακό-μα και στην Λατινική Αμερική, δηλαδή την ίδια την γενέτειρα της στρα- τηγικής του αντάρτικου. Επιπρόσθετα, όπως έδειξε και η περίπτωση της Νικαράγουα (αλλά και η περίπτωση του Αφγανιστάν σήμερα), η υπερεθνι-κή ελίτ είναι ικανή, μέσω της χρηματοδότησης και του εξοπλισμού κάποιου είδους «αντι-αντάρτικου» στρατού (σε συνδυασμό με την φονική δύναμη αέρος που διαθέτει) να επιφέρει την πτώση οποιουδήποτε καθεστώτος που δεν είναι της αρεσκείας της. Ιδιαίτερα, μάλιστα, αν το καθεστώς αυτό δεν απολαμβάνει της ενεργούς υποστήριξης της πλειοψηφίας του πληθυ-σμού –κάτι που στην περίπτωση ενός καθεστώτος που επιβλήθηκε μετά από ανταρτοπόλεμο είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η στρατηγική αυτή, από μόνη της, είναι ασύμβατη με την διαδικασία δη- μιουργίας μιας νέας δημοκρατικής συνειδητοποίησης. Η ασυμβατότητα αυτή προκύπτει από την ανάγκη ιεραρχικής δομής της μιλιταριστικής ορ-γάνωσης, την οποία επιβάλλει η ίδια η στρατηγική του ανταρτοπόλεμου. Η μοιραία συνέπεια είναι η δημιουργία μιας οργανωτικής δομής που, όταν πάρει την εξουσία, αναγκαστικά οδηγεί σε νέες εξουσιαστικές δομές και σχέσεις ανισότητας. Αυτή είναι η περίπτωση, για παράδειγμα σήμερα, του
FARC στην Κολομβία.

Εντούτοις, υπάρχει επίσης η περίπτωση των Ζαπατίστας, η οποία, όπως επιχειρηματολογεί ο Iain Watson,25 βασικά «αντιπροσωπεύει μια πολιτική αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση που καλλιεργεί ένα πρόταγμα ριζο- σπαστικής δημοκρατίας». Ωστόσο, όπως είδαμε παραπάνω, η αντίληψη της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας» είναι τόσο ανιστορική όσο και ουτο- πική, με την αρνητική έννοια του όρου, εφόσον, αντί να αποσκοπεί στην δημιουργία ενός νέου θεσμικού πλαισίου για να αντικαταστήσει το σημε-ρινό που έχει χρεωκοπήσει, προτείνει απλώς το «βάθεμα» της αντιπρο-σωπευτικής «δημοκρατίας» –ή, όπως το θέτει ο «υποδιοικητής Marcos» των Ζαπατίστας26 που προτείνει μια αντίστοιχη σύλληψη– την δημιουργίαμιας «περισσότερο ισορροπημένης» αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» που θα «εμπλουτίζεται» με αρχές άμεσης δημοκρατίας, καθώς και μια «δι- αφορετική» παγκοσμιοποίηση μέσω της εισαγωγής κοινωνικών ελέγχωνστην οικονομία της αγοράς. Είναι φανερό, επομένως, ότι οι στόχοι αυτοί των Ζαπατίστας πολύ απέχουν από τον στόχο της δημιουργίας νέων θε-σμών για την αντικατάσταση του σημερινού χρεωκοπημένου θεσμικού πλαισίου. Ωστόσο, το γεγονός ότι, τόσο το «κίνημα» της αντιπαγκοσμι- οποίησης (στον βαθμό που κυριαρχείται από τα ρεφορμιστικά ρεύματαστο εσωτερικό του –ATTAC κ.ά.) όσο και το ίδιο το κίνημα των Ζαπατίσταςδείχνουν, σήμερα, σαφή σημάδια περιθωριοποίησης, κάνει φανερό πόσο…«αποτελεσματική» μπορεί να είναι μια πολιτική αντίστασης στην παγκο-σμιοποίηση – που βασίζεται σε αντιλήψεις «ριζοσπαστικής δημοκρατίας»και απλής αντίθεσης στον νεοφιλελευθερισμό αλλά όχι και στο ίδιο το σύ-στημα που τον γέννησε – στο ν’ ανατρέψει, ή έστω να μεταβάλλει ριζικά την διαδικασία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, πόσω μάλλον στο να λειτουργήσει ως μεταβατική στρατηγική προς μια εναλλακτική κοινωνία! Η στρατηγική των ελευθεριακών σοσιαλιστών:«επανάσταση από τα κάτω» Η διάσπαση των σοσιαλιστών τον 19ο αιώνα, που έφθασε στο αποκορύ-φωμά της με την διένεξη μεταξύ του Marx και του Bakunin στην Α’ Διεθνή,οδήγησε στην εμφάνιση της στρατηγικής των σοσιαλιστών κρατιστών, που εξετάσαμε παραπάνω, καθώς και της στρατηγικής των ελευθεριακών σοσιαλιστών. Σήμερα, σχεδόν ενάμιση αιώνα από αυτήν την διαμάχη, τκρατικιστικό σοσιαλιστικό πρόταγμα είναι σε ερείπια, μετά από την κατάρ-ρευση και των δύο εκδοχών του, δηλαδή της ρεφορμιστικής σοσιαλδημο-κρατίας στην Δύση και του επαναστατικού σοσιαλιστικού κρατισμού στην Ανατολή. Από την άλλη μεριά, παρά το γεγονός ότι ο ελευθεριακός σοσια-λισμός δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί στην πράξη (η πιο σοβαρή προσπάθειαεφαρμογής των αρχών του κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου στραγγαλίστηκε από τις φασιστικές ορδές που ενεργούσαν με την ανοχή των δυτικών «δημοκρατιών»), η κατάρρευση της κρατικιστικήςεκδοχής του σοσιαλισμού δεν οδήγησε σε αναβίωση της ελευθεριακής εκδοχής του. Αντίθετα, το θεσμικό πλαίσιο που ορίζεται από την νεωτε- ρικότητα (δηλ. η οικονομία της αγοράς και η φιλελεύθερη «δημοκρατία»)έχει γίνει καθολικό και, συνακόλουθα, η χρόνια πολυδιάστατη κρίση (πο-λιτική, οικονομική, οικολογική, κοινωνική και πολιτισμική), που προέκυψεμε την ανάδυση αυτού του θεσμικού πλαισίου, έχει επίσης καθολικευθεί και επιδεινωθεί. Η στρατηγική των ελευθεριακών σοσιαλιστών συνεπάγεται μία «επα-νάσταση από τα κάτω». Ως τέτοια, αποσκοπεί σε συστημική αλλαγή μέσω της κατάργησης της κρατικής εξουσίας και της δημιουργίας ομοσπονδιών από ενώσεις εργατών ή από κομμούνες/κοινότητες. Οι διάφορες τάσεις μέσα στο αναρχικό κίνημα (κυρίως αναρχοσυνδικαλιστές έναντι αναρχο- κοινοτιστών ή κομμουναλιστών) στοχεύουν στην επανάσταση προκει-μένου να καταλύσουν την κρατική εξουσία και να μετασχηματίσουν την κοινωνία «από τα κάτω», σε αντίθεση με τους σοσιαλιστές κρατιστές που στοχεύουν στο να καταλάβουν την κρατική εξουσία και να μετασχηματί-σουν την κοινωνία «από τα πάνω».

Α) Αναρχοσυνδικαλισμός
Η αναρχοσυνδικαλιστική προσέγγιση υποστήριζε την άμεση δράση από πλευράς εργατικής τάξης, προκειμένου να καταλυθεί η καπιταλιστική κοινωνική τάξη, συμπεριλαμβανομένου του κράτους, και να καθιερωθεί στην θέση της μία νέα κοινωνική τάξη, που θα θεμελιωνόταν στην εργα-τική αυτο-οργάνωση των παραγωγικών μονάδων. Η θέση αυτή για την στήριξη στην άμεση εργατική δράση ήταν απόρροια τόσο της απόρριψης των μεταρρυθμίσεων που επιτυγχάνονται μέσω του κράτους (το οποίο εθεωρείτο απλό εξάρτημα του καπιταλιστικού συστήματος), όσο και των πρακτικών εμποδίων που μπορεί να προέκυπταν από το γεγονός ότι, ενώ μέσα στο εργοστάσιο οι παρόμοιες συνθήκες εργασίας έδιναν στους ερ- γάτες μια αίσθηση αλληλεγγύης, έξω από το εργοστάσιο ήταν πιθανόν να αναδυθούν πολιτικές διαφορές ανάμεσά τους, που θα εμπόδιζαν την μαζική δράση. Οι αναρχοσυνδικαλιστές επιχειρηματολογούσαν υπέρ μιας μαχητικής μορφής εργατικών συνδικάτων, που θα πάλευαν για την κατα-στροφή του καπιταλισμού και του κράτους και θα στόχευαν στην κατά-ληψη των εργοστασίων και των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, ώστε, στην συνέχεια, να αυτο-διευθύνονταν από τους ίδιους τους εργάτες. Σύμφωνα με την στρατηγική αυτή, για να διασφαλιστεί η διαρκής και εντεινόμε-νη εργατική αγωνιστικότητα, έπρεπε να ενθαρρύνεται με κάθε τρόπο ηατμόσφαιρα αδιάκοπης σύγκρουσης, της οποίας αποκορύφωμα θα ήταν η γενική απεργία. Εντούτοις, μολονότι αρκετές γενικές απεργίες, με περιορισμένους όμως στόχους, έγιναν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα στην Γαλλία και αλ-λού, με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας, η αποφασιστική γενική απεργία, που θα στόχευε στην ανατροπή της αστικής τάξης με ένα καίριο χτύπημα (όπως προέβλεπε η αναρχοσυνδικαλιστική στρατηγική), δεν αποτολμή-θηκε ποτέ. Έτσι, το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα, μετά την άνθησή του, κυρίως στην Γαλλία μεταξύ 1900 και 1914, αλλά και σε σημαντική κλίμακα στην Ισπανία, την Ιταλία, την Αγγλία, τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και αλλού, είχε ήδη μαραθεί στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σημαντικότερη προσπάθεια για επανάσταση από τα κάτω, που επιχει-ρήθηκε στην προπολεμική Ισπανία, κατέληξε σε εμφύλιο πόλεμο, όπου τα ανώτερα τεχνικά μέσα, η οργάνωση και η αποδοτικότητα του φασιστικού εχθρού (καθώς και των σοσιαλιστών κρατιστών, οι οποίοι υπονόμευαν με κάθε δυνατό τρόπο τους ελευθεριακούς σοσιαλιστές), οδήγησε στην κα-ταστολή των ελευθεριακών σοσιαλιστών. Αντίστοιχα, η μοναδική σημα-ντική προσπάθεια επανάστασης από τα κάτω, που έγινε στην μεταπολεμι-κή περίοδο, τον Μάη του ’68, κατέληξε σε μια αποτυχημένη προσπάθειαγια συστημική αλλαγή, με τους σοσιαλιστές κρατιστές (επαναστάτες ή ρε-φορμιστές) τελικά να επικρατούν και πάλι έναντι των ελευθεριακών. Ανάλογα, θα μπορούσε κανείς εύκολα να προβλέψει ότι η εξεγερτική κατάσταση που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια στην Αργεντινή, δεν μπορούσε να οδηγήσει σε συστημική αλλαγή προς μία πραγματική πολι-τική και οικονομική δημοκρατία. Αντίθετα, η απουσία ενός μαζικού δημο-κρατικού αντισυστημικού κινήματος θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε ένα νέο λουτρό αίματος, τύπου Χιλής, οργανωμένο από ένα μεταβατικό στρατιωτικό καθεστώς (που τελικά δεν χρειάστηκε), ή, απλά, στην συνέ-χιση του ίδιου «δημοκρατικού» καθεστώτος που θα συνοδευόταν, όμως, από μια αλλαγή στο προσωπικό της πολιτικής ελίτ με στόχο την επιβο-λή πιο «ήπιων» εκδοχών των πολιτικών, που θα επιδίωκαν την παραπέρα ενσωμάτωση της Αργεντινής στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση (η«λύση» που τελικά επιλέχθηκε). Συμπερασματικά, το αναρχοσυνδικαλιστικο κίνημα είναι σήμερα ουσι-αστικά νεκρό, ως συνέπεια της γενικότερης παρακμής του εργατικού κι-νήματος που ακολούθησε την συρρίκνωση της παραδοσιακής εργατικήςτάξης27 στην σημερινή φάση της νεωτερικότητας, η οποία χαρακτηρίζεται από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Β) Ελευθεριακός Κοινοτισμός
Η στρατηγική του Ελευθεριακού Κοινοτισμού εκφράζει την πολιτική της Κοινωνικής Οικολογίας που θεωρητικοποιήθηκε από τον Murray Bookchin28 (και κωδικοποιήθηκε από την Janet Biehl29). Δεν θα εξετά-σω εδώ λεπτομερώς τις φιλοσοφικές και εννοιολογικές διαφορές της κοινωνικής οικολογίας/ΕλευθεριακούΚοινοτισμού με το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, κάτι το οποίο έχω ήδη κάνει αλλού,30 αλλά νο-μίζω ότι μια σύντομη περιγραφή αυτών των διαφορών είναι απαραίτητη λόγω της σημασίας τους σε σχέση με τους στόχους και τις στρατηγικές των δύο προταγμάτων. Όπως θα προσπαθήσω να δείξω στο 8ο Κεφάλαιο, το πρόταγμα για μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε μια εξελικτική διαδικασία κοινωνικής αλλαγής, είτε αυτή είναι τελεολογική (όπως ο δι-αλεκτικός υλισμός του Marx), είτε μη τελεολογική (όπως ο διαλεκτικός νατουραλισμός του Bookchin). Έτσι, στην προβληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας, δεν προϋποτίθεται καμία διαλεκτική διαδικασία που δήθεν θα οδηγήσει σε μια περιεκτική δημοκρατία, αλλά θεωρείται ότι αυτή θα είναι το αποκλειστικό αποτέλεσμα αυτόνομης επιλογής και της συνακό-λουθης πράξης με βάση ένα πολιτικό πρόταγμα. Αντίθετα, στην προβλη-ματική του Ελευθεριακού Κοινοτισμού, η δημοκρατική οικολογική κοινω-νία είναι το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της διαδικασίας Προόδου, η οποία ορίζεται ως «η αυτο-κατευθυνόμενη δραστηριότητα της Ιστορίας και του Πολιτισμού προς τον αυξανόμενο ορθολογισμό, την ελευθερία».31 Σύμφωνα με τον Bοοkchin, είναι αυτή ακριβώς η διαδικασία Προόδου, η οποία οδηγεί, μέσω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, σε μια κοινωνία μετα-σπάνεως, μολονότι βέβαια, όπως αναγνωρίζει ο ίδιος, η σημερινή τεράστια ανισό-τητα μεταξύ τάξεων, περιοχών και χωρών που επιβάλλει η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας δεν επιτρέπει, προς το παρόν, την πλήρη υλο-ποίηση του δυναμικού της κοινωνίας μετασπάνεως. Ωστόσο, αυτή είναι μια υπόθεση που, όπως υποστηρίζεται στο επόμενο κεφάλαιο, είναι τόσο αβάσιμη όσο και ανεπιθύμητη. Είναι φανερό ότι αν κανείς υιοθετήσει τον κομμουνιστικό μύθο μιας κοινωνίας μετα-σπάνεως, όπως κάνει η Κοινωνική Οικολογία, δεν υπάρχει καμία ανάγκη για έναν δημοκρατικό μηχανισμό που θα κατανέμει τους οι-κονομικούς πόρους, δηλαδή δεν υπάρχει η ανάγκη μιας οικονομικής δη-μοκρατίας. Το μόνο που απαιτείται είναι ένα σύνολο ηθικών κανόνων που να κατευθύνει τον καταμερισμό, δηλαδή μία «ηθική οικονομία».32 Αυτός είναι ο λόγος που ο Bookchin δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να προτείνει έναν εναλλακτικό προς την αγορά και τον κεντρικό σχεδιασμό μηχανισμό κα-ταμερισμού των πόρων (όπως αυτός που προτείναμε στο προηγούμενο κεφάλαιο), επιμένοντας αντίθετα ότι:«σε μία κομμουνιστική κοινωνία μετα-σπάνεως … η ίδια η ιδέα μιας οικονομίας θα έχει αντικατασταθεί από ηθικές (αντί για παραγωγικές) σχέσεις. Οι εργασι- ακές μονάδες, τα προυντονιανά συμβόλαια, η ροουλιανή (από τον φιλόσοφοRawls) δικαιοσύνη και τα όμοιά τους δεν θα έχουν καμία σχέση με τις ηθικές αυτές σχέσεις».33 Η αντίληψη, επομένως, της Κοινωνικής Οικολογίας για μια δημοκρατι- κή κοινωνία προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιων υλικών συνθηκών για την ελευθερία, εφ’ όσον η είσοδος στο βασίλειο της ελευθερίας εξαρτάται από «αντικειμενικούς» παράγοντες, όπως η άφιξη της μυθικής κατάστασης της υλικής αφθονίας. Από την άλλη πλευρά, η σύνδεση μεταξύ μετα-σπάνεως και ελευθερί-ας διαρρηγνύεται στην προβληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Η κατάργηση της σπάνεως και, συνεπώς, του καταμερισμού της εργασίας, δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε ικανή συνθήκη για την δημοκρατία και η ανύψωση του ανθρώπου από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας (όπως αυτό έχει υποτεθεί από τον Αριστοτέλη, μέσω του Locke και του Marx, μέχρι την Arendt και τον Bookchin), αποσυνδέεται από την οικονομική διαδικασία. Ιστορικά, άλλωστε, έχουν υπάρξει αρκετές περι-πτώσεις όπου διάφοροι βαθμοί ελευθερίας έχουν επιβιώσει κάτω από συνθήκες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ανήκουσες στο «βα-σίλειο της ανάγκης». Επιπλέον, από την στιγμή που θα σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τα δύο «βασίλεια» ως αμοιβαίως αποκλειόμενα δεν θα υπάρχει καμία δικαιολογία για οποιαδήποτε απόπειρα κυριαρχίας πάνω στην Φύση –σημαντικό στοιχείο της μαρξιστικής ιδεολογίας της ανάπτυ-ξης– προκειμένου να εισέλθουμε στο βασίλειο της ελευθερίας. Ως αποτέλεσμα αυτών των θεμελιακών φιλοσοφικών διαφορών ανά-μεσα στην Κοινωνική Οικολογία και την προβληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας ανακύπτουν ορισμένες κρίσιμες διαφορές σε σχέση με τις έννοιες της δημοκρατίας που χρησιμοποιούνται από τα δύο προτάγματα και, συνεπώς, τις στρατηγικές που προτείνουν. Έτσι, η κοινωνική οικολο-γία/Ελευθεριακός Κοινοτισμός επικεντρώνει την έννοια της δημοκρατίας στον πολιτικό χώρο, αποκλείοντας τα άλλα πεδία. Αυτό είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο Bookchin χρησιμοποιεί μια στενή αντί-ληψη του δημόσιου χώρου (σε αντιδιαστολή με τον ιδιωτικό ή κοινωνικό χώρο που περικλείει την παραγωγή και την οικονομική ζωή), ο οποίος πε-ριλαμβάνει μόνο το πολιτικό πεδίο (τον χώρο της πραγματικής πολιτικής) και το Κράτος (τον χώρο της κρατικής διαχείρισης). Το αναπόφευκτο απο-τέλεσμα είναι ότι στο σχήμα του Ελευθεριακού Κοινοτισμού δεν υπάρχει καμία αντίληψη οικονομικής δημοκρατίας –κάτι που οδήγησε σε υπαινιγ-μούς από την πλευρά σοσιαλιστών κρατιστών, όπως ο Michael Albert, ότιο Ελευθεριακός Κοινοτισμός στηρίζεται σιωπηρά σε έναν καταμερισμό των πόρων μέσω της αγοράς. Επιπρόσθετα, στο σχήμα του Ελευθεριακού Κοινοτισμού δεν υπάρχει καμία αντίληψη της «δημοκρατίας στο κοινωνι- κό πεδίο» (τον τόπο εργασίας, τους εκπαιδευτικούς θεσμούς, το νοικοκυ-ριό κ.λπ.), κάτι το οποίο καθιστά το σχήμα του Ελευθεριακού Κοινοτισμού ευάλωτο σε κατηγορίες από φεμινίστριες, κρατιστές σοσιαλιστές κ.ά., ότι ουσιαστικά αγνοεί τα ζητήματα των «διαφορών ταυτότητας», καθώς και τις διαφορές μεταξύ των πολιτών ως εργατών και των πολιτών ως πολιτών. Ο Michael Albert, για παράδειγμα (γνωστός κρατιστής σοσιαλιστής, ο οποίος για οπορτουνιστικούς λόγους δεν διστάζει να δηλώνει και ελευ-θεριακός!), ακολουθεί επιθετικά την κριτική αυτή και κατηγορεί τον Ελευθεριακό Κοινοτισμό ότι θέτει την πολιτική πάνω από τα οικονομικά. Ωστόσο, μολονότι υπάρχει κάποια βάση στην κριτική αυτή δεδομένης της στενής έννοιας του δημόσιου χώρου και της δημοκρατίας που υιοθετεί η κοινωνική οικολογία, σοσιαλιστές κρατιστές όπως ο Albert είναι οι τελευ-ταίοι που θα μπορούσαν να ασκήσουν παρόμοιες κριτικές. Κι αυτό διότι το δικό του πρόταγμα «συμμετοχικών οικονομικών» (Parecon) χαρακτη- ρίζεται, πρώτον, από μία εμφανή έλλειψη κατανόησης του νοήματος της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας και, επομένως της ασυμβατότητας της αντιπροσώπευσης (την οποία ο ίδιος υιοθετεί), με την δημοκρατία.34 Δεύτερον, το Parecon μοντέλο, όπως προσπάθησα να δείξω αλλού,35 όχι μόνο συνεπάγεται μια πελώρια γραφειοκρατική δομή που εύστοχα χαρα- κτηρίστηκε από ελευθεριακούς αναλυτές ως «συμμετοχική γραφειοκρα-τία», η οποία, σε συνδυασμό με τους πολλαπλούς προτεινόμενους ελέγ- χους για τον περιορισμό της ατομικής κατανάλωσης, όπως παρατηρήθηκε από ελευθεριακούς κύκλους, «θα ετοίμαζε το έδαφος για την διαιώνιση ή την επανεμφάνιση του κράτους»,36 αλλά συνεπάγεται, επίσης, έναν σοβα-ρό περιορισμό της ατομικής αυτονομίας γενικά και της ελευθερίας επιλο-γής ειδικότερα, ως αποτέλεσμα του ότι βασίζεται αποκλειστικά στο Πλάνο για τον καταμερισμό των πόρων –κάτι που θα μπορούσε εύκολα να κατα-λήξει σε έναν νέο τύπο αυταρχισμού. Από την άλλη μεριά, το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας επε-κτείνει τον παραδοσιακό δημόσιο χώρο, ώστε να περιλάβει κάθε περιο-χή της ανθρώπινης δραστηριότητας όπου είναι δυνατή μια δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων, δηλ. το πολιτικό, οικονομικό, οικολογικό 34. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό από δηλώσεις όπως η ακόλουθη: «Δεν είμαι σίγουρος για παράδειγμα, γιατί ο Ελευθεριακός Κοινοτισμός πιστεύει ότι δεν μπορούν να σχεδιαστούν ποτέ μέθοδοι αντιπροσώπευσης που θα μπορούσαν να ήταν συμβατές με τις λαϊκές συνελεύσεις, διατηρώντας μεν την δημοκρατία, αλλά και λειτουργώντας καλύτερα σε καταστάσεις που θα ξεπερνούσαν τα ενδιαφέροντα των μικρών ομάδων»(στο ίδιο). και «κοινωνικό» (όχι με την έννοια του ιδιωτικού) πεδίο. Έτσι, όπως είδα-με στα προηγούμενα κεφάλαια, το πολιτικό πεδίο ορίζεται ως ο χώρος όπου ασκείται πολιτική εξουσία, η οποία μπορεί να λάβει την μορφή είτε της πολιτικής (άμεσης) δημοκρατίας, όπως αυτή ορίζεται από το πρό-ταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, είτε της αντιπροσωπευτικής (φιλε-λεύθερης/κοινοβουλευτικής) «δημοκρατίας», όπως συμβαίνει σήμερα. Αντίστοιχα, το οικονομικό πεδίο ορίζεται ως ο χώρος όπου ασκείται οικο-νομική εξουσία όσον αφορά στις μεγάλες οικονομικές επιλογές που κάθε κοινωνία σπάνεως οφείλει να κάνει, η οποία μπορεί να λάβει την μορφή είτε της οικονομικής δημοκρατίας, όπως αυτή ορίζεται από το πρόταγ-μα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, είτε της οικονομίας της αγοράς (όπως συμβαίνει σήμερα), είτε της σχεδιαζόμενης οικονομίας (όπως συνέβαινε στην περίπτωση του «υπαρκτού σοσιαλισμού»). Το κοινωνικό πεδίο ορί- ζεται ως ο χώρος όπου ασκείται «κοινωνική» εξουσία (τόπος εργασίας, τό-πος εκπαίδευσης, μέσα μαζικής ενημέρωσης, πολιτισμικά ιδρύματα κ.λπ.), η οποία μπορεί να λάβει την μορφή είτε της δημοκρατικής διαδικασίας, όπως αυτή ορίζεται από το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, είτε των ιεραρχικών δομών, όπως συμβαίνει σήμερα. Τέλος, το «οικολογικό πεδίο» ορίζεται ως η σφαίρα των σχέσεων ανάμεσα στον φυσικό και τον κοινωνικό κόσμο, η οποία μπορεί να λάβει την μορφή είτε της επανενσω-μάτωσης της κοινωνίας στην Φύση, όπως προτείνεται από το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, είτε της προσπάθειας κυριαρχίας της φύ- σης, όπως συμβαίνει σήμερα. Οι υπόλοιπες περιοχές δραστηριότητας και ατομικής λήψης αποφάσεων ανήκουν στον ιδιωτικό χώρο.Η συνέπεια αυτής της επέκτασης του δημόσιου χώρου είναι ότι η προ-βληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας χρησιμοποιεί μια πολυδιάστατη έννοια της δημοκρατίας που εκφράζει την σύνθεση των δημοκρατικών και σοσιαλιστικών παραδόσεων με τις απαιτήσεις των νέων ριζοσπαστι-κών κοινωνικών κινημάτων. Έτσι, η πολιτική δημοκρατία, η οικονομική δημοκρατία και η δημοκρατία στο κοινωνικό πεδίο στοχεύουν στην ισο- κατανομή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης/εξουσίας αντίστοιχα, ενώ η οικολογική δημοκρατία στην επανενσωμάτωση της κοι- νωνίας στην Φύση. Επομένως, παρά την ύπαρξη κάποιων κοινών στοιχείων μεταξύ τωνπροταγμάτων της Περιεκτικής Δημοκρατίας και του Ελευθεριακού Κοινοτισμού, οι κρίσιμες φιλοσοφικές και εννοιολογικές διαφορές που ανέφερα στην αρχή συνεπάγονται διαφορετικές στρατηγικές για την μετά- βαση σε μια εναλλακτική κοινωνία. Έτσι, η στρατηγική του Ελευθεριακού Κοινοτισμού, όπως αυτή περιγράφεται από τον Bookchin, στοχεύει «στον μετασχηματισμό και τον εκδημοκρατισμό των τοπικών κυβερνήσεων, στην στήριξή τους σε λαϊκές συνελεύσεις, την σύνδεσή τους σε συνομο-σπονδίες, δηλαδή την “ιδιοποίηση” της περιφερειακής οικονομίας από τις συνομοσπονδιακές και κοινοτιστικές αρχές».37 Με άλλα λόγια, ο στόχος είναι η δημιουργία μιας «δημόσιας σφαίρας και μιας πολιτικής, με την αθη-ναϊκή σημασία του όρου, που θα αναπτύσσεται σε αντίθεση και, τελικά, σε αποφασιστική σύγκρουση με το κράτος».38 Έτσι, στην μεταβατική στρατη-γική του Ελευθεριακού Κοινοτισμού δεν υπάρχει προοπτική για το χτίσιμο θεσμών οικονομικής δημοκρατίας και δημοκρατίας στο κοινωνικό πεδίο, ως ένα μέσο δημιουργίας μιας ρήξης με το κυρίαρχο κοινωνικό παρά- δειγμα και ανάπτυξης της «πλειοψηφικής» δημοκρατικής συνειδητοποί-ησης που θα οδηγήσει σε μια συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία.

Αντίθετα, ολόκληρη η στρατηγική του Ελευθεριακού Κοινοτισμού βασί-ζεται στον αποκλειστικό στόχο της «ανάκτησης του πολιτικού χώρου».39 Αυτό είναι αναπόφευκτη συνέπεια του γεγονότος ότι το πρόταγμα του Ελευθεριακού Κοινοτισμού στοχεύει στο χτίσιμο μιας πολιτικής δημοκρα-τίας και όχι μιας περιεκτικής δημοκρατίας, όπως συμβαίνει με το πρόταγ- μα της Περιεκτικής Δημοκρατίας στο οποίο η πολιτική δημοκρατία είναι μόνο ένα συστατικό της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Οι Bookchin και Biehl είναι απολύτως ξεκάθαροι πάνω σε αυτό όταν δηλώνουν:40 Τα κοινοτικά καταστήματα τροφίμων και καφέ, οι κοοπερατίβες, οι κομμού-νες, οι παραγωγικές κολλεκτίβες και τα όμοιά τους … δεν είναι από μόνα τους θεσμοί ελευθεριακού κοινοτισμού αφού ανήκουν περισσότερο στο κοινωνικό πεδίο παρά στο πολιτικό πεδίο. Ούτε, με δεδομένο ότι λειτουργούν μέσα στοκαπιταλιστικό σύστημα, μπορεί κανείς να στηριχτεί στην συνέχισή τους ως κοινοτικές/συλλογικές μορφές οργάνωσης. Εντούτοις, μολονότι αληθεύει ότι τέτοιοι εναλλακτικοί οικονομικοί θε-σμοί μπορούν εύκολα να περιθωριοποιηθούν ή να ενσωματωθούν στην οικονομία της αγοράς, αυτό δεν είναι απαραίτητο να συμβεί, ιδιαίτερα μά-λιστα όταν οι δραστηριότητες εκείνων που συμμετέχουν στην ίδρυση και την λειτουργία παρόμοιων θεσμών αποτελούν οργανικό τμήμα μιας συ-στημικής μεταβατικής στρατηγικής με τους δικούς της στόχους και μέσα, και όχι απλά ένα είδος «life-style αναρχισμού». Τέλος, η στρατηγική του Ελευθεριακού Κοινοτισμού δεν συνεπάγεται την δημιουργία μιας εναλλακτικής πολιτικής οργάνωσης, όπως είναι αυτή που περιγράφεται στο κεφάλαιο αυτό και, αντίθετα, στηρίζεται στην δημι-ουργία ομάδων με μοναδικό στόχο «την ανάκτηση του πολιτικού πεδίου»,λειτουργώντας ως καταλύτες για την δημιουργία συνελεύσεων πολιτών41–ένας τελείως ανεπαρκής στόχος, όχι μόνο για την ανάπτυξη μιας περιεκτι-κής δημοκρατίας, αλλά ακόμα και για την δημιουργία μιας «περιεκτικής»δημοκρατικής συνειδητοποίησης. Συμπερασματικά, η στρατηγική του Ελευθεριακού Κοινοτισμού θα μπο-ρούσε, το πολύ, να δημιουργήσει μια συνειδητοποίηση πολιτικής δημο-κρατίας, αλλά όχι οικονομικής και οικολογικής δημοκρατίας, ούτε επίσης μιας δημοκρατίας στο κοινωνικό πεδίο. Η δημιουργία μιας τέτοιας «περι-εκτικής» συνειδητοποίησης απαιτεί οι πολίτες να αποκτήσουν προσωπική εμπειρία μιας περιεκτικής δημοκρατίας στην πράξη και αυτό θα μπορού-σε να γίνει μόνο αν οι πολίτες παίρνουν ενεργό μέρος στην καθιέρωση και την λειτουργία εναλλακτικών πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών θεσμών –και όχι μόνο πολιτικών θεσμών, όπως προτείνει ο Ελευθεριακός Κοινοτισμός.

7.3. «Ενδιάμεσες» στρατηγικές«Life-style Αναρχισμός»
Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως στρατηγικές του «life-style (τρόπουζωής) αναρχισμού» –παρ’ όλο που ο όρος «στρατηγικές» είναι πάλι αδόκι-μος– όλες εκείνες τις αυθόρμητες ή μη δραστηριότητες στον οικονομικό και ευρύτερο κοινωνικό χώρο, που δεν αποτελούν οργανικό μέρος ενός πολιτικού προτάγματος για συστημική αλλαγή. Τέτοιες δραστηριότητες μπορεί να αφορούν το χτίσιμο κομμουνών ή οικοχωριών (ecovillages), την δημιουργία μιας στηριζόμενης από την κοινότητα γεωργίας, την άμεσηανταλλαγή αγροτικών προϊόντων, τα σχήματα LETS (για την άμεση ανταλ-λαγή, χωρίς την μεσολάβηση χρήματος, αγαθών και υπηρεσιών), την το-πική οικονομική ανάπτυξη και τις εναλλακτικές τεχνολογίες. Θα μπορού-σαμε λοιπόν να κατατάξουμε στους life-style ακτιβιστές όλους εκείνους που ασχολούνται με τέτοιες δραστηριότητες ως τρόπο ζωής (ακόμα και αν χρησιμοποιούν αντισυστημικά σλόγκαν για να τις δικαιολογήσουν), και όχι με τον ρητό στόχο να κτίσουν ένα νέο πολιτικό αντισυστημικό κίνημα με σαφές όραμα για μια μελλοντική κοινωνία και την αντίστοιχη μεταβα-τική στρατηγική προς αυτήν. Μολονότι ο Bookchin, ο οποίος επινόησε τον όρο «life-style αναρχισμός», δεν περιέγραψε ποιες συγκεκριμένα δρα-στηριότητες μπορούν να συμπεριληφθούν εδώ, οι παραπάνω δραστηρι-ότητες εμφανίζουν συχνά πολλά από τα χαρακτηριστικά που απέδωσε σε αυτόν: επίθεση κατά της οργάνωσης, του προγράμματος και της σοβαρής κοινωνικής ανάλυσης, καθώς και της αναγκαιότητας για την οικοδόμηση ενός πολιτικού κινήματος (σε αντιδιαστολή με το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα το οποίο, όταν ήταν στην ακμή του, προσπαθούσε να δημιουργή-σει ένα παρόμοιο οργανωμένο κίνημα), και προσπάθεια να επιτευχθεί η κοινωνική αλλαγή «διά του παραδείγματος» και της αντίστοιχης αλλαγής στις αξίες. Το κίνητρο, όπως το περιέγραψε ο Bookchin, πίσω από τέτοιες δραστηριότητες, στην πραγματικότητα, «εκφράζει την προσέγγιση του Foucault για «προσωπική εξέγερση» παρά για κοινωνική επανάσταση».42 Τέτοιες δραστηριότητες είναι διαδεδομένες σε χώρες όπως η Βρετανία από την δεκαετία του ’70, όταν απέκτησαν επιρροή οι ιδέες του Colin Ward (και άλλων γύρω του) σε σχέση με αυτό που ονόμαζαν «Αναρχία εν Δράσει» –σε τομείς τόσο διαφορετικούς όπως η πολεοδομία, η στέγαση, η εκπαίδευση κ.λπ. Αντίστοιχες τάσεις εκφράζονται σήμερα από διάφορα αναρχικά ρεύματα τα οποία εκθειάζουν τις αρετές των κοοπερατίβων (θε-ωρώντας τες ως «την πιο σύγχρονη πρακτική εκδήλωση του αναρχισμού»διότι «επιτρέπουν την ενάσκηση του αναρχισμού στην ευρύτερη καπιτα- λιστική οικονομία»,43 ή υιοθετούν έναν «πραγματιστικό» αναρχισμό που απορρίπτει τα παραδοσιακά αντισυστημικά αιτήματα των αναρχικών για την κατάργηση της οικονομίας της αγοράς και του χρήματος!44 Όμως, είναι τελείως ανιστορικό να ισχυρίζεται κανείς, όπως κάνουν ορι-σμένοι «πραγματιστές» life-style αναρχικοί,45 ότι με τον ίδιο τρόπο που ο καπιταλισμός προήλθε από την εξέλιξη του φεουδαρχισμού, μία νέα απε-λευθερωτική κοινωνία θα μπορούσε μελλοντικά να αναδυθεί από τους εναλλακτικούς θεσμούς που καθιερώνουν σήμερα οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τον «αναρχισμό εν δράσει». Το θεμελιώδες σφάλμα σε μία τέτοια ανάλυση είναι ότι, ενώ πράγματι η καπιταλιστική κοινωνία υπήρξε μια «εξελικτική» διαδικασία, η διαδικασία αυτή ήταν «εξελικτική», όχι τόσο όσον αφορά στους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς (στην καθιέρωση των οποίων άλλωστε το κράτος έπαιζε καθοριστικό ρόλο όπως είδαμε στο Kεφάλαιο 1), αλλά, κυρίως όσον αφορά στον ετερόνομο χαρακτήρα της, δηλαδή το γεγονός ότι μια νέα καπιταλιστική ελίτ (καπιταλιστική ετερό-νομη κοινωνία) είχε απλά αντικαταστήσει την παλαιά φεουδαρχική (προ-καπιταλιστική ετερόνομη κοινωνία). Όμως, η απελευθερωτική κοινωνία είναι μία αυτόνομη κοινωνία, αποτελεί δηλαδή ένα τελείως διαφορετικό «είδος» κοινωνίας, η οποία συνεπάγεται την κατάργηση της θεσμοποιημέ-νης συγκέντρωσης δύναμης/εξουσίας στα χέρια των διαφόρων ελίτ δηλ.αποτελεί μια ρήξη με την παράδοση της ετερονομίας. Η μετάβαση, επο-μένως, σε μια τέτοια κοινωνία αφορά μια επαναστατική αλλαγή που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί μέσω κάποιου είδους «εξέλιξης», ακόμα και αν αυτή μπορούσε να επιταχυνθεί από τις δραστηριότητες των «αναρ-χικών εν δράσει», life-style αναρχικών κ.ά., που ασχολούνται με την απο-σπασματική ίδρυση εναλλακτικών θεσμών, έξω από ένα προγραμματικό πολιτικό κίνημα με τους δικούς του στόχους, μέσα και στρατηγική. Όπως έχει υπογραμμίσει και ο Bookchin, οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των life style στρατηγικών και του Ελευθεριακού Κοινοτισμού επικεντρώ-νονται στον ρόλο του ατόμου ως προς την κοινωνική αλλαγή. Στις πρώτες, η κοινωνική αλλαγή θεωρείται ότι ξεκινά από τον τρόπο ζωής του ατό-μου και παρακάμπτει το κράτος και την αγορά, αντί να αμφισβητεί τους θεσμούς αυτούς και να προσπαθεί να τους αντικαταστήσει με νέους κοι-νωνικούς θεσμούς. Από την άλλη μεριά, η στρατηγική του Ελευθεριακού Κοινοτισμού δίνει έμφαση στον ρόλο του κοινωνικού ατόμου, δηλαδή του ατόμου που παίρνει μέρος στους πολιτικούς αγώνες σε τοπικό επίπεδο και στους κοινωνικούς αγώνες γενικότερα με σκοπό την κοινωνική αλλαγή, όχι «διά του παραδείγματος», αλλά μέσω της δημιουργίας μιας συνομο-σπονδίας από κοινότητες οι οποίες θα βρίσκονται σε ένταση με το έθνος-κράτος μέχρι να το αντικαταστήσουν.46 Το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, μολονότι και αυτό υπογραμμίζει τον ρόλο του κοινωνικού 2000), σελ. 9-10. ατόμου στην κοινωνική αλλαγή, υιοθετεί, όπως είδαμε στο 5ο Kεφάλαιο, μια αντίληψη της ελευθερίας ως ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας που στοχεύει στην υπέρβαση του δυϊσμού ατομικισμός έναντι κολλεκτιβισμού. Με αυτήν την έννοια, το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας διαφο-ροποιείται από το πρόταγμα του Ελευθεριακού Κοινοτισμού, το οποίο υι-οθετεί τον κολλεκτιβισμό. Η έμφαση που δίνουν οι life-style στρατηγικές, καθώς και αυτές της «αναρχίας εν δράσει» στο άτομο (αντί για το κοινωνικό άτομο) έχει μοι-ραία οδηγήσει σε κοινωνική περιθωριοποίησή τους, όπως έδειξε και οσχεδόν ασήμαντος κοινωνικός αντίκτυπος των κινημάτων που εμπνέο-νται από παρόμοιες στρατηγικές τα τελευταία 25 χρόνια. Επιπρόσθετα, η τάση αυτή αναπόφευκτα δεν ξέφυγε από την παγίδα ότι με το να δίνουν τόση έμφαση «στην ιδέα των μεταρρυθμίσεων στις ατομικές αξίες και στον τρόπο ζωής, ως τον πρωταρχικό πολιτικό δρόμο για την ριζοσπα-στική κοινωνική αλλαγή, καταλήγουν τελικά να φαίνονται ότι διάκεινται εχθρικά στην ιδέα της συλλογικότητας»47 –τυπικό παράδειγμα το κίνημα της Νέας Εποχής (New Age). Ακόμη, οι δραστηριότητες αυτών που εμπλέκονται σε αυτού του είδους την «αναρχία εν δράσει»/life-style αναρχισμό δεν συνιστούν κίνημα, πόσω μάλλον πολιτικό κίνημα για τους εξής λόγους: πρώτον, δεν υπάρχει ●● κοινή οργάνωση, πράγμα που συνεπάγεται ότι σωστότερα θα έπρεπε να αποκαλούμε τις ομάδες που συμμετέχουν σε παρόμοιες δραστηριότητες ως αυθόρμητες συναθροίσεις ανθρώπων με παρόμοιες ιδέες και αξίες, παρά ως «οργανωμένα κινήματα» που να αξίζουν την ονομασία αυτή·●● δεύτερον, δεν υπάρχει κοινή κοσμοθεωρία την οποία να μοιράζονται οι ακτιβιστές που συμμετέχουν σε αυτές τις δραστηριότητες· ●● τρίτον, δεν υπάρχει κοινό πρόγραμμα με κοινούς στόχους, ιδεολο-γία και στρατηγική, δεδομένου ότι οι ακτιβιστές που συμμετέχουν σε τόσο διαφορετικές δραστηριότητες δεν έχουν (ούτε θα μπορούσαν να έχουν) κοινούς στόχους και, επομένως, δεν μπορούμε να μιλάμε ούτε για ένα κοινό σύνολο αξιών που χαρακτηρίζει τους συμμετέχοντες σε αυτά τα «κινήματα»· ●● τέταρτον, οι δραστηριότητες με τις οποίες ασχολούνται πολλοί από αυτούς που συμμετέχουν, δεν έχουν καμία σχέση με αντισυστημικές πολιτικές (με την έννοια της προώθησης μιας εναλλακτικής κοινωνίας), και είναι αμφίβολο ακόμα και αν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την πο-λιτική γενικά. Στην πραγματικότητα, ορισμένες από τις δραστηριότη-τες αυτές είναι στην πράξη τόσο ανώδυνες πολιτικά, που οι πολιτικές ελίτ τις χρησιμοποιούν συχνά για τους δικούς τους στόχους, συνήθως ως ένα φτηνό σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών αντί για το καταρρέον κρατικό σύστημα! Όπως έχει δειχτεί αλλού,48 αυτού του είδους η δραστηριότητα είναι εντε-λώς αναποτελεσματική στο να επιφέρει μια συστημική αλλαγή. Μολονότι η στρατηγική αυτή μπορεί να βοηθά στην δημιουργία μιας εναλλακτικής κουλτούρας μεταξύ μικρών τμημάτων του πληθυσμού και ταυτόχρονα να ενισχύει την ανύψωση του ηθικού των ακτιβιστών που θέλουν να δουν μια άμεση αλλαγή της ζωής τους, δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας–στο πλαίσιο της σημερινής τεράστιας συγκέντρωσης δύναμης/εξουσίας–στο να δημιουργήσει την δημοκρατική πλειοψηφία που απαιτείται για την συστημική κοινωνική αλλαγή. Κι αυτό διότι τα προτάγματα που προτείνο-νται από την στρατηγική αυτή εύκολα μπορούν να περιθωριοποιηθούν ή να αφομοιωθούν από την υπάρχουσα εξουσιαστική δομή (όπως συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν), ενώ οι συνέπειές τους στην διαδικασία κοι-νωνικοποίησης είναι ελάχιστες –αν όχι μηδαμινές. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα όταν αυτού του είδους οι στρατηγικές επικεντρώνονται, όπως γίνεται συ-νήθως, σε μονοθεματικούς αγώνες, που δεν αποτελούν μέρος κάποιου περιεκτικού πολιτικού προγράμματος για κοινωνική μεταμόρφωση και επομένως δεν βοηθούν στην δημιουργία της αντισυστημικής συνειδη-τοποίησης που απαιτείται για την κοινωνική αλλαγή. Τέλος, η συστημική κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί εκτός της κεντρικής πο-λιτικής και κοινωνικής αρένας. Η εξάλειψη των σημερινών εξουσιαστικών σχέσεων και δομών δεν είναι δυνατή ούτε «διά του παραδείγματος», ούτε μέσω της εκπαίδευσης και της πειθούς.

Απαιτείται μία βάση «εξουσίας» προκειμένου να καταστραφεί η εξουσία και ο μόνος συνεπής τρόπος, κατά την γνώμη μου, με τους στόχους ενός δημοκρατικού προτάγματος είναι η ανάπτυξη ενός περιεκτικού προγράμματος για τον ριζικό μετασχη- ματισμό της κοινωνίας που θα ξεκινήσει με τον μετασχηματισμό των τοπι-κών πολιτικών και οικονομικών δομών. Το τελευταίο σημείο γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό αν λάβουμε υπ’ όψη ότι οι αξίες, οι οποίες επηρεάζονται σημαντικά από το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, δεν μπορούν να αλλάξουν ανεξάρτητα από την αλλαγή στις δομές σε σημαντική κοινωνική κλίμακα. Δεν προκαλεί, επομένως, έκπλη-ξη η σιωπηρή ή μερικές φορές ρητή υπόθεση που γίνεται από πολλούς ακτιβιστές που συμμετέχουν σε τέτοιες δραστηριότητες49 ότι πρώτα θα πρέπει να αλλάξουν οι αξίες, και η τελική «δομική αλλαγή» θα επακολου-θήσει. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την μαρξιστική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία πρώτα πρέπει να αλλάξουν οι δομές, μέσω της οικοδόμησης ενός αντισυστημικού κινήματος. Από την άλλη μεριά, η προσέγγιση της Περιεκτικής Δημοκρατίας συνεπάγεται μια σύνθεση των δύο αυτών προ-σεγγίσεων, καθώς και της προσέγγισης της άμεσης δράσης (που θα εξε-τάσουμε παρακάτω). Έτσι, σύμφωνα με την στρατηγική της Περιεκτικής Δημοκρατίας, η αλλαγή των αξιών αλληλοεξαρτάται με την αλλαγή δομών σε σημαντική κοινωνική κλίμακα. Μόνο μέσα στον αγώνα ενάντια στους σημερινούς θεσμούς και την παράλληλη διαδικασία για την δημιουργία εναλλακτικών θεσμών, μπορεί να δημιουργηθεί ένα μαζικό αντισυστημι-κό κίνημα, ένα κίνημα που θα θεμελιώνεται πάνω σε μια νέα επαναστατική συνειδητοποίηση και ένα νέο σύστημα αξιών. Κι αυτό διότι ο στόχος της δημιουργίας μιας γνήσιας δημοκρατικής συνειδητοποίησης μεταξύ των πολιτών προϋποθέτει μια «βιωματική εμπειρία» της δημοκρατίας –κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της παράλληλης εισαγωγής των θεσμών πολιτικής και οικονομικής δημοκρατίας. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο πλαίσιο ενός αντισυστημικού κινήματος που θα ικα-νοποιούσε τις προϋποθέσεις που περιγράφηκαν παραπάνω –ένα κίνημα που θα μετείχε τόσο στον αγώνα κατά του υπάρχοντος συστήματος, όσο και στην παράλληλη οικοδόμηση νέων θεσμών, μέσω της δημιουργίας το-πικών περιεκτικών δημοκρατιών, οι οποίες θα σήμαιναν την δημιουργία νέων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών θεσμών σε σημαντική κοι-νωνική κλίμακα. Ένα τέτοιο νέο κίνημα θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο καταλύτη για την μετάβαση (η οποία δεν θα είναι αναγκαστικά βίαιη) σε μια συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία. Το ζήτημα επομένως που ανακύπτει εδώ είναι: πρέπει να απορρίψουμε τις life-style στρατηγικές, όπως κάνει ο Ελευθεριακός Κοινοτισμός, απλώςκαι μόνον επειδή ανήκουν στο κοινωνικό ή οικονομικό πεδίο; Ή, μήπως εναλλακτικά, θα έπρεπε να τις βλέπουμε, όπως κάνει ο Ted Trainer, ως «τον καλύτερο διαθέσιμο σήμερα τρόπο για να ξεκινήσουμε την οικοδόμηση ενός μαζικού κινήματος»; Η απάντηση την οποία δίνει το πρόταγμα της

Περιεκτικής Δημοκρατίας και στα δύο αυτά ερωτήματα είναι αρνητική.Η οικοδόμηση εναλλακτικών οικονομικών και κοινωνικών θεσμών μέσα στο σημερινό σύστημα είναι το ίδιο αναγκαία όπως και η δημιουργία εναλλακτικών πολιτικών θεσμών με την μορφή των συνελεύσεων πολι- τών. Ωστόσο, αν οι δραστηριότητες αυτές δεν αποτελούν οργανικό τμήμα ενός πολιτικού προτάγματος με ξεκάθαρους αντισυστημικούς στόχους, μέσα και στρατηγικές, δεν έχουν καμία προοπτική να αναπτυχθούν σε ένα μαζικό κίνημα και δεν θα πάψουν ποτέ να είναι life-style δραστηριότητες, ενώ, στην πορεία θα μπορούν εύκολα να περιθωριοποιούνται ή να αφο-μοιώνονται από το σύστημα –όπως συμβαίνει σήμερα. Είναι, επομένως, φανερό ότι χρειαζόμαστε μια νέα στρατηγική που θα αποτελεί σύνθεση: της παλιάς μαρξιστικής ●● προσέγγισης, που βασίζεται στην δημιουρ-γία ενός αντισυστημικού κινήματος με στόχο τον αγώνα κατά του ση-μερινού συστήματος, ●● της αναρχικής προσέγγισης, που βασίζεται στην «προεικόνιση», δη-λαδή το χτίσιμο του καινούργιου μέσα στο παλιό, και ●● της προσέγγισης που προτείνεται από τα «νέα» κοινωνικά κινήματα (φεμινίστριες, Πράσινοι κ.ο.κ.), η οποία προτείνει δημοκρατικές μορφές οργάνωσης και δραστηριότητες άμεσης δράσης. Αυτό σημαίνει την δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτικής οργάνω- σης με σαφείς αντισυστημικούς στόχους και μέσα, η οποία θα αγωνιστεί για την δημιουργία ενός νέου μαζικού αντισυστημικού κινήματος με στό- χο μια Περιεκτική Δημοκρατία, δηλαδή, με άλλα λόγια, ένα κίνημα που θα συνδυάζει τον αγώνα ενάντια στο σημερινό σύστημα με τον παράλληλο αγώνα για την δημιουργία ενός νέου συστήματος μέσα στο παλιό. Η στρατηγική της άμεσης δράσης Οι υποστηρικτές της άμεσης δράσης, που περιλαμβάνει από διαμαρτυ- ρίες που στοχεύουν στην διακοπή του «κανονικού» ρυθμού ζωής (κατα-λήψεις, μπλοκάρισμα δρόμων κ.λπ.), μέχρι μαζικές διαδηλώσεις (βίαιες ή μη) και την γενική απεργία, μπορεί να έχουν ρεφορμιστικούς ή αντισυ-στημικούς στόχους. Έτσι, για τους ρεφορμιστές υποστηρικτές της άμεσης δράσης όπως ο Peter Hain (ο οποίος στα νιάτα του υπήρξε ένθερμος υπο-στηρικτής της άμεσης δράσης, αλλά ως μέλος της κυβέρνησης του Tony Blair, ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής των πολέμων στην Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν και το Ιράκ!), η άμεση δράση είναι «ένα νόμιμο και ζωτικό μέσο για την επέκταση των συνόρων της δημοκρατίας,50 της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης»51). Για ρεφορμιστές όπως αυτός, «η άμε-ση δράση είναι βασικά μια προσωπική μορφή δράσης που πηγάζει από την συνείδηση του ατόμου … με στόχο την αλλαγή μέσω της αντιπαρά-θεσης, παρά τις διαπραγματεύσεις» –μολονότι, σύμφωνα με την άποψή του, η αντιπαράθεση πρέπει να περιορίζεται αυστηρά σε βία κατά της ιδιοκτησίας των μεγάλων εταιρειών και δεν θα πρέπει ποτέ να παίρνει την μορφή του αντάρτικου πόλης με βομβιστικές επιθέσεις ενάντια στην ιδιοκτησία.52 Από την άλλη μεριά, για τους αντισυστημικούς υποστηρικτές αυτής της μορφής δράσης, η άμεση δράση ήταν πάντοτε ένα σημαντικό όπλο για κοινωνική αλλαγή, ιδιαίτερα με την μορφή της γενικής απεργίας. Ωστόσο, ενώ για τους αναρχοσυνδικαλιστές η γενική απεργία εθεωρείτο ως ένα μέσο για το ξεκίνημα της κοινωνικής επανάστασης, μαρξιστές όπως η Rosa Luxemburg υιοθετούσαν την «μαζική» απεργία για διαφορετικούς λόγους. Έτσι, η Luxemburg υπήρξε πολύ επικριτική της θέσης των αναρχι-κών πάνω στο θέμα και θεωρούσε την μαζική απεργία «όχι ως μέσο για το απότομο πήδημα στην κοινωνική επανάσταση μέσω ενός θεατρινίστικου πραξικοπήματος, αλλά ως μέσο, πρωταρχικά, δημιουργίας των συνθηκών για το προλεταριάτο του καθημερινού πολιτικού αγώνα, και ειδικά του κοινοβουλευτικού».53 Σήμερα, η άμεση δράση χρησιμοποιείται τόσο από τους αναρχικούς και τους μαρξιστές, όσο και από τους ρεφορμιστές. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από το «κίνημα» κατά της παγκοσμιοποίησης, όπου μετέχουν όλες αυτές οι τάσεις. Στην πραγματικότητα μάλιστα, όπως δείχθηκε και αλλού,54 είναι ακριβώς αυτή η ετερογενής φύση των διαφόρων ομάδων που συμμετέ-χουν σε δραστηριότητες κατά της παγκοσμιοποίησης που κάνει ανεπίτρε-πτο τον χαρακτηρισμό των ακτιβιστών που μετέχουν σε αυτό ως «κίνημα». Έτσι, τα ρεφορμιστικά ρεύματα μέσα σε αυτό το «κίνημα» (ΜΚΟ, συνδικα-λιστές, ορθόδοξοι Πράσινοι και άλλοι), θεωρούν βασικά τις δραστηριότη-τες κατά της παγκοσμιοποίησης ως μία μορφή πολιτικής ανυπακοής, με στόχο την «αντίσταση» στην παγκοσμιοποίηση, ενώ τα ριζοσπαστικά ρεύ-ματα τις θεωρούν ως ένα μέσο λαϊκής «εκπαίδευσης» πάνω στην ανάγκη για συστημική αλλαγή, η οποία τελικά μπορεί να οδηγήσει σε αυτήν. Εντούτοις, το σοβαρό σφάλμα που γίνεται από την ρεφορμιστική Αριστερά που υιοθετεί μια «μη συστημική» προσέγγιση για την παγκο-σμιοποίηση –προσέγγιση που υιοθετείται από μαρξιστές όπως οι Amin, Wallerstein, Panitch κ.ά., μέχρι δηλώνοντες «αναρχικούς» όπως ο Noam Chomsky– είναι ότι υποθέτουν πως η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι αντιστρέψιμη, ακόμα και μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγο-ράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας».

Η λογική συνέπεια μιας τέτοιας θέσης είναι η υιοθέτηση των στρατηγικών άμεσης δράσης με στό- χο την «αντίσταση» στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, σαν να είναι δυνατόν η τελευταία να αντιστραφεί μέσω τακτικών πολιτικής ανυπακο-ής, παρόμοιες με εκείνες που χρησιμοποιήθηκαν κατά του πολέμου στο Βιετνάμ! Όμως, όπως προσπάθησα να δείξω και αλλού,55 η νεοφιλελεύ- θερη παγκοσμιοποίηση δεν είναι ζήτημα πολιτικής (όπως ήταν ο πόλε-μος του Βιετνάμ), ή έστω ζήτημα επιλογής για τις ελίτ, και, επομένως, δεν είναι αντιστρέψιμη μέσα στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο. Όπως είδαμε και παραπάνω, μια οικονομία της αγοράς σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι διεθνοποιημένη, εφ’ όσον η ανάπτυξη (και επομένως η κερδοφορία) των πολυεθνικών, οι οποίες ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία της αγοράς, εξαρτάται από τις ανοικτές και «απελευθερωμένες» αγορές παγκοσμίως. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και η εισαγωγή αποτελεσματικών κοινωνικών ελέγχων πάνω στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς για την προ-στασία του περιβάλλοντος και της εργασίας είναι σήμερα αδύνατη. Το πολύ, επομένως, που μπορεί να ελπίζουν να πετύχουν με την δραστηρι- ότητά τους οι ακτιβιστές κατά της παγκοσμιοποίησης είναι κάποιο είδος (ανώδυνων για τις ελίτ) μεταρρυθμίσεων, όπως ο φόρος Tobin, ή παρόμοια μέτρα που επιδιώκονται από την ATTAC, το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ και τα κατά τόπους Κοινωνικά Φόρα κ.λπ., δηλαδή μια «παγκοσμιοποίηση με ανθρώπινο προσωπείο». Είναι, επομένως, φανερό ότι το «κίνημα» κατά της παγκοσμιοποίησης δεν θα μπορέσει, με την παρούσα μορφή του, να υπερβεί τον σημερινό του χαρακτήρα ως ένα οργανωμένο «κίνημα αντίστασης» του «πλήθους» ενάντια στην «αυτοκρατορία» –όπως περιγράφεται η ρεφορμιστική αντί- σταση κατά της παγκοσμιοποίησης από τους Hardt και Negri.56 Δεν είναι, επομένως, δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι, αν δεν επικρατήσουν τα ρι-ζοσπαστικά ρεύματα μέσα στο «κίνημα» αυτό, τότε είτε θα αποσυντεθεί σταδιακά, είτε θα μετασχηματιστεί σε άλλο ένα είδος «νέου» κοινωνικού κινήματος (όπως, για παράδειγμα, το Πράσινο κίνημα) και κατόπιν θα εν-σωματωθεί στο «σύστημα». Μήπως όμως το «κίνημα» κατά της παγκοσμιοποίησης, ή γενικότερα κάθε «κίνημα» άμεσης δράσης, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εκπαι-δευτικό μέσο για την συστημική αλλαγή; Η απάντηση εδώ εξαρτάται αποφασιστικά από το «πλαίσιο» παρόμοιας άμεσης δράσης. Αν το πλαί- σιο είναι, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του «κινήματος» κατά της πα-γκοσμιοποίησης, κάποια συναινετική πλατφόρμα, η οποία αναγκαστικά θα εκφράζει τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή των αιτημάτων των δια-φόρων ακτιβιστών που παίρνουν μέρος σε αυτή, μία τέτοια προοπτική είναι μηδαμινή. Και αυτό, διότι μια τέτοια πλατφόρμα θα είναι μοιραία ρε- φορμιστική, ενώ η προσέγγιση του «ρεφορμισμού-ως-στρατηγικής» έχει ολοκληρωτικά αποτύχει στο παρελθόν να δημιουργήσει αντισυστημικήσυνειδητοποίηση σε σημαντική κοινωνική κλίμακα.57 Από την άλλη μεριά, αν το «πλαίσιο» της άμεσης δράσης είναι ένα κίνημα με ξεκάθαρα αντι-συστημικά αιτήματα, τότε η προοπτική του εξαρτάται από το κατά πόσονμία τέτοια δράση είναι οργανικό μέρος ενός πολιτικού προγραμματικού μαζικού κινήματος για συστημική αλλαγή. Στην περίπτωση αυτή, η άμεση δράση είναι ένα απολύτως αναγκαίο τμήμα (μαζί με ορισμένες life-style δραστηριότητες και την συμμετοχή στις τοπικές εκλογές) της μεταβατι- κής στρατηγικής και θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στον αγώνα για την συστημική αλλαγή, με την δημιουργία των συνθηκών του καθη-μερινού πολιτικού αγώνα για μια Περιεκτική Δημοκρατία. Εάν, όμως, η δράση αυτή δεν αποτελεί τμήμα ενός τέτοιου πολιτικού προτάγματος και κινήματος, η προοπτική της ως εκπαιδευτικού εργαλείου είναι μηδαμινή λόγω του αποκλειστικά αρνητικού χαρακτήρα της. Αυτή είναι, για παρά- δειγμα, η περίπτωση των αντισυστημικών ρευμάτων μέσα στο «κίνημα» κατά της παγκοσμιοποίησης, τα οποία μπορούν να προσδιορίσουν μόνο εκείνα στα οποία αντιτίθενται, αλλά δεν μπορούν να κάνουν οποιαδήποτε συνεκτική πρόταση για εκείνα με τα οποία θα ήθελαν να αντικατασταθεί η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η οικονομία της αγοράς, αποξε-νώνοντας, έτσι, πολλούς από τους συμπαθούντες το κίνημα αυτό στο ευ-ρύτερο κοινό.

Η άμεση δράση, από μόνη της, και η αναπόφευκτη κρατική καταστολή που συνήθως την συνοδεύει, δεν μπορούν ποτέ να οδηγήσουν στην «επα-ναστατικοποίηση» ενός κινήματος και στην «αυθόρμητη» δημιουργία της ανάλυσης που απαιτεί η σημερινή κατάσταση, η οποία θα συμπληρώνε-ται από ένα σαφές όραμα για την δομή της μελλοντικής κοινωνίας, την μεταβατική στρατηγική κ.λπ. –μολονότι αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι το απελευθερωτικό πρόταγμα πρέπει να «επιστημονικοποιηθεί» για ακό-μη μια φορά!. Η άποψη για την «αυθόρμητη» δημιουργία ενός πολιτικού προτάγματος εκφράζει μια καθαρά ρομαντική και ιστορικά λανθασμένη αντίληψη για το πώς αλλάζουν οι κοινωνίες, η οποία μάς επιστρέφει στην περίοδο, πριν από περίπου 150 χρόνια, όταν οι αγωνιστές ανακάλυψαν ότι για να αντικατασταθεί ένα σύστημα χρειάζονται οργανωμένα αντι- συστημικά κινήματα και ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού θα πρέπει να έχει αναπτύξει μια ξεκάθαρα αντισυστημική συνειδητοποίηση, βιώνοντας στην πράξη τους θεσμούς της νέας κοινωνίας, προτού γίνει η πραγματική μετάβαση. Η Ιστορία μάς έχει διδάξει ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί ένα ακόμα ολοκληρωτικό πείραμα. Είναι, επομένως, φανερό ότι ούτε η άμεση δράση, ούτε ο life-style αναρ-χισμός/αναρχία-εν-δράσει θα μπορούσαν από μόνες τους να οδηγήσουν σε συστημική αλλαγή, ή έστω να δημιουργήσουν την μαζική συνειδητο-ποίηση που απαιτείται, εκτός αν (κάτι που χρειάζεται συνεχή επανάληψη!) οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα ενός πολιτικού προγραμματικού κινήματος για συστημική αλλαγή, με την δική του ανά- λυση της σημερινής κρίσης, ξεκάθαρους στόχους όσον αφορά την μελ-λοντική κοινωνία και μια ολοκληρωμένη μεταβατική στρατηγική που θα οδηγούσε σ’ αυτήν. Ένα τέτοιο πρόταγμα θα μπορούσε να βασίζεται, όπως προτείνεται από το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, σε μια σύν-θεση της παράδοσης του ελευθεριακού σοσιαλισμού, της δημοκρατικής παράδοσης και των ριζοσπαστικών ρευμάτων μέσα στα «νέα» κοινωνικά κινήματα (του Πράσινου, του φεμινιστικού κ.λπ.), με στόχο την επανενσω-μάτωση στην κοινωνία της οικονομίας, της πολιτείας και της Φύσης, δηλ.την «Περιεκτική» Δημοκρατία.

7.4. Η μεταβατική στρατηγική του προτάγματος για την Περιεκτική Δημοκρατία
Σημείο εκκίνησης της προσέγγισης αυτής είναι ότι, στο ξεκίνημα της νέας χιλιετίας, ο κόσμος αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη κρίση (οικονομική, οι-κολογική, κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική), η οποία δημιουργείται από την συγκέντρωση δύναμης/εξουσίας στα χέρια διαφόρων ελίτ, ως αποτέ-λεσμα της εγκαθίδρυσης, τους δύο τελευταίους αιώνες, του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και των συναφών ιεραρχικών δομών. Αν αποδεχτούμε αυτόν τον συλλογισμό, τότε ο προφανής δρόμος για να βγούμε από την κρίση είναι η κατάργηση των εξουσιαστικών σχέσεων και δομών, δηλαδή η δημιουργία συνθηκών για την ισοκατανομή της δύναμης/εξουσίας μεταξύ των πολιτών. Έναςτρόπος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτού του είδους την κοινω-νία είναι η στρατηγική που προτείνεται από το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, το οποίο συνεπάγεται την δημιουργία των πολιτικών, οικο-νομικών και κοινωνικών δομών που διασφαλίζουν την άμεση δημοκρα-τία, την οικονομική δημοκρατία, την οικολογική δημοκρατία και την δη-μοκρατία στο κοινωνικό πεδίο. Συνεπάγεται, επίσης, την δημιουργία ενόςνέου κοινωνικού παραδείγματος, το οποίο πρέπει να γίνει κυρίαρχο για να διασφαλιστεί η αναπαραγωγή της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Όμως, το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας δεν προσφέρει μόνο μια ρεαλιστική διέξοδο από την σημερινή πολυδιάστατη κρίση, αλλά και έναν τρόπο οικοδόμησης μιας νέας παγκοσμιοποίησης που θα βασίζεται σε αληθινά δημοκρατικές δομές. Η δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας τά-ξης που θα βασίζεται στην Περιεκτική Δημοκρατία περιλαμβάνει το χτίσι- μο συνομοσπονδιών περιεκτικής δημοκρατίας σε τοπική, περιφερειακή και εθνική κλίμακα. Η διαδικασία αυτή θα οδηγήσει σε μία παγκοσμιο-ποίηση η οποία δεν θα βασίζεται στην ανισοκατανομή της δύναμης και την κυριαρχία ανθρώπου και Φύσης από άνθρωπο, όπως συμβαίνει στην σημερινή παγκοσμιοποίηση, αλλά στην ισοκατανομή όλων των μορφών εξουσίας μεταξύ αυτόνομων ανθρώπων και στην εξάλειψη όλων των μορ-φών κυριαρχίας. Το θεμέλιο μιας τέτοιας παγκοσμιοποίησης θα είναι ένα βιώσιμο οικονομικό σύστημα το οποίο θα ικανοποιεί τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού του πλανήτη, μέσω της δημιουργίας ενός μηχανισμού κατανομής των πόρων μεταξύ των συνομοσπονδιών, στα πλαίσια ενός συνομοσπονδιακού σχεδίου κατανομής των πόρων σε πλανητικό επίπε-δο. Τέλος, ο τρόπος κάλυψης των μη βασικών αναγκών θα καθορίζεται σε τοπικό επίπεδο έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία επιλογής, ενώ οι ανταλλαγές πλεονασμάτων ανάμεσα στις συνομοσπονδίες θα ρυθμίζο-νται με πολυμερείς συμφωνίες. Μακροπρόθεσμη στρατηγική για μια συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία Το πρόταγμα για μια Περιεκτική Δημοκρατία δεν προσφέρει μόνο ένα ρε-αλιστικό όραμα μιας εναλλακτικής κοινωνίας που, σήμερα, μετά την κα-τάρρευση του σοσιαλιστικού κρατισμού λείπει πραγματικά αλλά, επίσης, μια μακροπρόθεσμη στρατηγική και ένα βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα που θα μας οδηγήσει στην κοινωνία αυτή.58 Έτσι, η στρατηγική της Περιεκτικής Δημοκρατίας συνεπάγεται το χτί-σιμο ενός μαζικού προγραμματικού πολιτικού κινήματος, όπως το παλιόσοσιαλιστικό κίνημα, με τον σαφή καθολικό στόχο της αλλαγής της κοι-νωνίας μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, ξεκινώντας εδώ και τώρα. Επομένως, ένα τέτοιο κίνημα πρέπει ρητά να στοχεύει σε μια συστημι-κή αλλαγή, καθώς και σε μια παράλληλη αλλαγή στα συστήματα αξιών μας. Η στρατηγική αυτή συνεπάγεται την σταδιακή εμπλοκή ολοένα και περισσότερων ανθρώπων σε ένα νέο είδος πολιτικής και την παράλληλη μετατόπιση οικονομικών πόρων (εργασία, κεφάλαιο, γη) από την οικονο-μία της αγοράς. Ο στόχος μιας τέτοιας στρατηγικής θα πρέπει να είναι η δημιουργία νέων θεσμών και συναφών αλλαγών στις αξίες που, μετά από μια περίοδο έντασης μεταξύ των νέων θεσμών και του κράτους, θα οδη-γήσουν τελικά στην αντικατάσταση της οικονομίας της αγοράς, της αντι-προσωπευτικής «δημοκρατίας» και του κοινωνικού παραδείγματος που τις «νομιμοποιεί» με μια περιεκτική δημοκρατία και ένα νέο δημοκρατικό παράδειγμα αντίστοιχα. Το σκεπτικό πίσω από την στρατηγική αυτή είναι ότι, δεδομένου πως η συστημική αλλαγή απαιτεί μια ρήξη με το παρελθόν που επεκτείνεται τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κουλτούρας, μια τέτοια ρήξη είναι δυνατή μόνο μέσω της ανάπτυξης μιας νέας πολιτικής οργάνωσης και ενός νέου περιεκτικού πολιτικού προγράμματος για συστημική αλλα-γή, το οποίο θα δημιουργήσει μία ξεκάθαρα αντισυστημική συνειδητο-ποίηση σε μαζική κλίμακα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την στρατηγική τουκρατικιστικού σοσιαλισμού η οποία καταλήγει στην δημιουργία μιας ξεκάθαρα αντισυστημικής συνειδητοποίησης μόνο στην πρωτοπορία, ή με τον «ακτιβισμό ως τρόπο ζωής» (life-style activism), που, ακόμη και όταν καταφέρνει να δημιουργήσει αντισυστημική συνειδητοποίηση, αυτή αφο- ρά τα ελάχιστα μέλη των διάφορων ελευθεριακών «γκρουπούσκουλων». Όμως, η δημιουργία μιας νέας κουλτούρας –η οποία θα πρέπει να έχει γί-νει ηγεμονική πριν να γίνει η μετάβαση σε μία Περιεκτική Δημοκρατία–είναι δυνατή μόνο μέσω της παράλληλης οικοδόμησης νέων πολιτικών και οικονομικών θεσμών σε σημαντική κοινωνική κλίμακα. Με άλλα λόγια, μόνο μέσω της δράσης για την οικοδόμηση παρομοίων θεσμών μπορεί να κτιστεί ένα μαζικό πολιτικό κίνημα με δημοκρατική συνειδητοποίηση. Μία τέτοια στρατηγική δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες για την με-τάβαση: τόσο τις «υποκειμενικές» που αφορούν στην ανάπτυξη μιας νέας δημοκρατικής συνειδητοποίησης, όσο και τις «αντικειμενικές» που αφο-ρούν στην δημιουργία των νέων θεσμών πάνω στους οποίους θα κτιστεί μια Περιεκτική Δημοκρατία. Ταυτόχρονα, η εγκαθίδρυση αυτών των νέων θεσμών θα βοηθήσει άμεσα τα θύματα της συγκέντρωσης δύναμης –στην οποία αναπόφευκτα οδηγεί το σημερινό θεσμικό πλαίσιο– και ειδικότερα τα θύματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, να αντιμετωπίσουν αποφασιστικά τα προβλήματα που γεννά η συγκέντρωση αυτή. Έτσι, οι άνθρωποι που σήμερα αποξενώνονται από όλες τις μορφές εξουσίας, και ιδιαίτερα από την πολιτική και οικονομική εξουσία, θα είχαν κάθε λόγο να αναμιχθούν σε ένα τέτοιο κίνημα και να ψηφίσουν στις τοπι- κές εκλογές για την εγκαθίδρυση μιας «δημοκρατίας εν δράσει» στην περι-οχή τους. Κι αυτό διότι θα γνωρίζουν ότι προβλήματα όπως η ανεργία και η φτώχεια θα μπορούσαν να λυθούν μέσω των θεσμών της Περιεκτικής Δημοκρατίας (δημοτικές επιχειρήσεις, δημοτική πρόνοια κ.λπ.). Θα γνω-ρίζουν, επίσης, ότι προβλήματα όπως η μόλυνση του αέρα, του νερού, της τροφής μπορούν να λυθούν αποδοτικά και σε μαζική κοινωνική κλίμακα, αν οι πολίτες άρχιζαν να παίρνουν τον έλεγχο της τοπικής εξουσίας στο πλαίσιο των θεσμών της Περιεκτικής Δημοκρατίας, παρά στο πλαίσιο πε-ριθωριακών πειραμάτων (κομμούνες κ.λπ.), εκτός της κύριας πολιτικής και κοινωνικής αρένας. Θα γνωρίζουν, τέλος, ότι αν δεν αποκτήσουν την πολιτική εξουσία στο τοπικό επίπεδο και, στην συνέχεια, μέσω συνομο-σπονδιών από τοπικές περιεκτικές δημοκρατίες στο περιφερειακό, δεν θα μπορέσουν ποτέ να ελέγξουν την ζωή τους. Με άλλα λόγια, οι άνθρω-ποι θα συμμετέχουν σε έναν αγώνα για την εγκαθίδρυση των θεσμών της Περιεκτικής Δημοκρατίας, όχι από κάποιο διακαή πόθο για μία αφηρημέ-νη έννοια της δημοκρατίας, αλλά επειδή θα μπορούν μέσω της ίδιας τους της δράσης να διαπιστώσουν ότι η αιτία όλων των προβλημάτων τους (οι-κονομικών, κοινωνικών, οικολογικών) ήταν το γεγονός ότι η εξουσία είχε
συγκεντρωθεί σε λίγα χέρια. Ο στόχος, επομένως, μιας στρατηγικής για την Περιεκτική Δημοκρατία είναι η δημιουργία από τα κάτω «λαϊκών βάσεων πολιτικής και οικονομι- κής εξουσίας», δηλαδή η εγκατάσταση τοπικών περιεκτικών δημοκρατιών που, σε μεταγενέστερο στάδιο, θα συνομοσπονδιοποιηθούν προκειμένου να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την εγκαθίδρυση μιας συνομοσπονδι-ακής Περιεκτικής Δημοκρατίας. Επομένως, ένα κρίσιμο στοιχείο της στρα-τηγικής της Περιεκτικής Δημοκρατίας είναι ότι οι πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί της Περιεκτικής Δημοκρατίας αρχίζουν να εγκαθίστανται αμέσως μόλις ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων σε μια συγκεκριμένη περιοχή έχει διαμορφώσει μια βάση «δημοκρατίας εν δράσει» –κατά προτίμηση, αλλά όχι αποκλειστικά, στην μαζική κοινωνική κλίμακα η οποία διασφαλί-ζεται από την νίκη του προγράμματος της Περιεκτικής Δημοκρατίας στις τοπικές εκλογές. Τι είδους, όμως, στρατηγική μπορεί να διασφαλίσει την μετάβαση προς μία περιεκτική δημοκρατία; Μία γενική κατευθυντήρια αρχή για την επι-λογή της κατάλληλης μεταβατικής στρατηγικής είναι η συνέπεια μεταξύ των μέσων και των σκοπών. Είναι φανερό ότι μια στρατηγική που στοχεύει σε μια Περιεκτική Δημοκρατία δεν μπορεί να πραγματωθεί μέσω της χρή-σης ολιγαρχικών πολιτικών πρακτικών ή ατομικιστικών δραστηριοτήτων. Επιπλέον, όπως είδαμε παραπάνω, η στρατηγική δεν πρέπει να περιορί-ζεται στον αγώνα κατά του σημερινού συστήματος, αλλά θα πρέπει να «προεικονίζει» και το μελλοντικό. Έτσι, όσον αφορά στον αγώνα κατά του σημερινού συστήματος, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει δισταγμός για την υποστήριξη όλων εκείνων των αγώνων που μπορούν να βοηθήσουν στο να γίνει εμφανής η κατανα-γκαστική φύση της κρατικιστικής «δημοκρατίας» και της οικονομίας της αγοράς, δηλαδή όλων των τύπων συλλογικής δράσης που παίρνουν την μορφή «ταξικών» συγκρούσεων ανάμεσα στα θύματα της διεθνοποιημέ-νης οικονομίας της αγοράς και τις άρχουσες ελίτ ή την υπερεθνική ελίτ που «διαχειρίζεται» την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Εντούτοις, η συστημική φύση των αιτιών τέτοιων συγκρούσεων θα πρέπει να υπο-γραμμίζεται σε κάθε βήμα, αποστολή που είναι φανερό ότι δεν μπορεί να αφήνεται σε γραφειοκρατικές συνδικαλιστικές ηγεσίες και άλλες πα-ραδοσιακές οργανώσεις. Αυτή είναι αποστολή των συνελεύσεων στους τόπους εργασίας που θα αποτελούν ένα οργανικό τμήμα του κινήματος για μία Περιεκτική Δημοκρατία, οι οποίες θα μπορούσαν στην συνέχεια να συνομοσπονδιοποιηθούν και να λάβουν μέρος σε τέτοιους αγώνες, ως μέρος ενός ευρύτερου δημοκρατικού κινήματος βασισμένου πάνω στους δήμους και τις συνομοσπονδιακές τους δομές. Ακόμη, είναι φανερό ότι οι ακτιβιστές που συμμετέχουν στο κίνημα της Περιεκτικής Δημοκρατίας θα πρέπει να παίρνουν επίσης μέρος σε δραστηριότητες άμεσης δρά-σης κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ή κατά της σοβαρής υπονόμευσης των πολιτικών ελευθεριών που έχουν θεσμοποιηθεί κάτω από το πρόσχημα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», σε συνεργασία με άλλες ριζοσπαστικές αντισυστημικές οργανώσεις –προϋποτιθέμενου βέβαια ότι οι ακτιβιστές αυτοί εκφράζουν πάντα την προβληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας και εγείρουν αιτήματα συνεπή με αυτήν. Αντίστοιχα, όσον αφορά στην «προεικόνιση» του μελλοντικού συστή-ματος, δραστηριότητες όπως τα Κοινοτικά Προγράμματα Οικονομικής Ανάπτυξης (Community Economic Development Projects), τα αυτοδιαχει-ριζόμενα εργοστάσια και αγροκτήματα, οι στεγαστικοί συνεταιρισμοί, οι κοοπερατίβες, τα σχήματα LETS (σχήματα για την άμεση ανταλλαγή υπη-ρεσιών χωρίς την μεσολάβηση χρήματος) κ.ο.κ., πρέπει επίσης να υπο-στηρίζονται –προϋποτιθέμενου, πάλι, όμως, ότι αποτελούν μέρος ενός προγραμματικού πολιτικού κινήματος με ξεκάθαρους στόχους, μέσα και στρατηγικές, όπως είναι το κίνημα της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Η σημασία των τοπικών εκλογών Η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές αποτελεί όχι μόνο τον καλύτερο τρό- πο για την μαζική δημοσιοποίηση του προγράμματος για μια Περιεκτική Δημοκρατία, αλλά και παρέχει την ευκαιρία να εγκαινιαστεί η άμεση υλο-ποίησή του σε σημαντική κοινωνική κλίμακα. Με άλλα λόγια, η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές δεν αποτελεί μόνο μια εκπαιδευτική άσκηση αλλά, επίσης, μια έκφραση της πεποίθησης ότι μόνο σε τοπικό επίπεδο μπορεί να θεμελιωθεί σήμερα η άμεση και οικονομική δημοκρατία, μολονότι, βέ-βαια, οι τοπικές περιεκτικές δημοκρατίες πρέπει να συνομοσπονδιοποι-ηθούν ώστε να διασφαλιστεί η μετάβαση σε μια συνομοσπονδιακή δη-μοκρατία. Ακριβώς διότι ο δήμος αποτελεί την θεμελιώδη κοινωνική και
οικονομική μονάδα μιας μελλοντικής δημοκρατικής κοινωνίας θα πρέπεινα ξεκινήσουμε από το τοπικό επίπεδο για να αλλάξουμε την κοινωνία. Επομένως, η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές αποτελεί σημαντικό μέρος της στρατηγικής για την κατάκτηση της εξουσίας, με στόχο την άμεση κατάλυσή της την επομένη των εκλογών, όταν οι δημοτικές συνελεύσεις θα αντικαταστήσουν τις τοπικές αρχές στην λήψη όλων των αποφάσεων. Επιπρόσθετα, η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές δίνει την ευκαιρία να ξεκι-νήσει η αλλαγή της κοινωνίας «από τα κάτω», κάτι που αποτελεί την μόνη δημοκρατική στρατηγική, σε αντίθεση με τις προσεγγίσεις των κρατιστών που στοχεύουν στην αλλαγή της κοινωνίας «από τα πάνω», μέσω της κα-τάληψης της κρατικής εξουσίας, και των προσεγγίσεων της «κοινωνίας των πολιτών» που δεν σκοπεύουν καν σε συστημική αλλαγή. Ωστόσο, ο κύριος στόχος της άμεσης δράσης, καθώς και της συμμετοχής στις τοπικές εκλογές, δεν είναι απλώς η κατάληψη της «εξουσίας» αλλά η ρήξη της διαδικασίας κοινωνικοποίησης και, επομένως, η δημιουργία μιας δημοκρατικής πλειοψηφίας «από τα κάτω», η οποία θα νομιμοποιήσει τις νέες δομές της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Με δεδομένο αυτόν τον στόχο, είναι φανερό ότι η συμμετοχή στις εθνικές εκλογές είναι ένα εντελώς ακα-τάλληλο μέσο για τον σκοπό αυτόν, δεδομένου ότι, ακόμα και αν το κίνημα για μια Περιεκτική Δημοκρατία κερδίσει τις εθνικές εκλογές, αυτό θα θέ-σει αναπόφευκτα σε κίνηση μια διαδικασία «επανάστασης από τα πάνω».Όμως, η ρήξη με την διαδικασία κοινωνικοποίησης μπορεί να είναι μόνο σταδιακή και σε συνεχή αλληλεπίδραση με την σταδιακή υλοποίηση του προγράμματος για Περιεκτική Δημοκρατία, η οποία, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, θα πρέπει πάντοτε να ξεκινά στο τοπικό επίπε-δο. Αντίθετα, η προσπάθεια υλοποίησης του νέου προτάγματος μέσω της κατάληψης της εξουσίας σε εθνικό επίπεδο δεν θα προσέφερε καμία δυ-νατότητα αλληλεπίδρασης μεταξύ θεωρίας και πράξης, καθώς και για την απαιτούμενη ομογενοποίηση της συνειδητοποίησης, όσον αφορά στην ανάγκη για συστημική αλλαγή. Ένα μάθημα το οποίο μας δίδαξε η Ιστορία είναι ότι η βασική αιτία αποτυχίας των προηγούμενων, επαναστατικών ή ρεφορμιστικών, προ- σπαθειών με στόχο την συστημική αλλαγή ήταν ακριβώς η σημαντική ανομοιογένεια στο επίπεδο συνειδητοποίησης, με άλλα λόγια, το γεγονός ότι όλες οι προηγούμενες επαναστάσεις έλαβαν χώρα σε ένα περιβάλλον όπου μόνο μία μειοψηφία του πληθυσμού είχε έλθει σε ρήξη με το κυρί-αρχο κοινωνικό παράδειγμα. Το γεγονός αυτό έδωσε την χρυσή ευκαιρία στις διάφορες ελίτ να στρέψουν το ένα τμήμα του λαού ενάντια στο άλλο (όπως για παράδειγμα στην Χιλή), ή οδήγησε στην ανάπτυξη αυταρχικών δομών για την προστασία της επανάστασης (για παράδειγμα η Γαλλική ή η Ρωσική Επανάσταση), ματαιώνοντας κάθε προσπάθεια για την δημιουρ-γία των δομών ισοκατανομής της δύναμης/εξουσίας. Όμως, για να επιτύ-χει πραγματικά μια επανάσταση απαιτείται ρήξη με το παρελθόν τόσο στο υποκειμενικό επίπεδο συνειδητοποίησης, όσο και στο θεσμικό επίπεδο.Αντίθετα, όταν γινόταν στο παρελθόν μια επανάσταση «από τα πάνω», τότε αυτή είχε μεν πολλές πιθανότητες να πετύχει τον πρώτο της στόχο, την κατάλυση, δηλαδή, της κρατικής εξουσίας και την εγκατάσταση της δικής της, αλλά, ακριβώς, επειδή ήταν μια επανάσταση από τα πάνω, με τις δικές της ιεραρχικές δομές κ.λπ., δεν είχε καμία δυνατότητα να αλλάξει το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα παρά μόνο τυπικά, δηλαδή στο επίπε-δο της επίσημης (υποχρεωτικής) ιδεολογίας. Από την άλλη πλευρά, όταν γινόταν στο παρελθόν μια επανάσταση «από τα κάτω» –μολονότι η επα- νάσταση αυτή ήταν πάντοτε η σωστή προσέγγιση για την δημοκρατική μεταστροφή των ανθρώπων προς ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα– υπέ-φερε πάντα από το γεγονός ότι η ανομοιογενής ανάπτυξη της συνειδη-τοποίησης μεταξύ του πληθυσμού δεν επέτρεπε στους επαναστάτες να πετύχουν ακόμη και τον πρώτο τους στόχο, αυτόν της κατάλυσης της κρατικής εξουσίας. Επομένως, το μεγαλύτερο πρόβλημα σχετικά με την συστημική αλλαγή ήταν πάντα το πώς θα μπορούσε να επέλθει από τα κάτω μεν, αλλά από την πλειοψηφία του πληθυσμού, έτσι ώστε να κάνει δυνατή μία δημοκρατική κατάλυση των εξουσιαστικών δομών. Η στρατη-γική της Περιεκτικής Δημοκρατίας προσδοκά να προσφέρει μία λύση σε αυτό ακριβώς το πρόβλημα. Έτσι, από την στιγμή που οι θεσμοί της Περιεκτικής Δημοκρατίας αρχί- σουν να εγκαθίστανται και οι άνθρωποι για πρώτη φορά στην ζωή τους αρχίσουν να αποκτούν πραγματική δύναμη στον καθορισμό της μοίρας τους, τότε η σταδιακή διάβρωση του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγ-ματος και του σημερινού θεσμικού πλαισίου θα έχει τεθεί σε κίνηση. Θα έχει δημιουργηθεί μια νέα λαϊκή βάση. Ο ένας δήμος μετά τον άλλο, η μία πόλη μετά την άλλη και η μία περιφέρεια μετά την άλλη ουσιαστικά θα αποσπώνται από τον έλεγχο της οικονομίας της αγοράς και τις κρατικι-στικές μορφές οργάνωσης (εθνικές και υπερεθνικές), αντικαθιστώντας τις πολιτικές και οικονομικές τους δομές με τις συνομοσπονδίες των δήμων. Ένα εναλλακτικό κοινωνικό παράδειγμα θα γίνει ηγεμονικό και η ρήξη στην διαδικασία κοινωνικοποίησης –η προϋπόθεση για την αλλαγή της κοινωνικής θέσμισης– θα ακολουθήσει. Μια δυαδική «εξουσία» σε ένταση με τις κρατικιστικές μορφές οργάνωσης θα έχει δημιουργηθεί, η οποία τελικά μπορεί να οδηγήσει, ή όχι, σε μια σύγκρουση με τις άρχουσες ελίτ, ανάλογα με τον συσχετισμό δυνάμεων που θα είχε διαμορφωθεί μέχρι τότε. Είναι φανερό, επομένως, ότι όσο μεγαλύτερη θα ήταν η επιρροή των νέων θεσμών στους πολίτες, τόσο μικρότερη θα ήταν και η πιθανότητα οι άρχουσες ελίτ να προσφύγουν στην βία για να αποκαταστήσουν την εξουσία του κράτους και τους θεσμούς της οικονομίας της αγοράς, πάνω στους οποίους στηρίζεται η εξουσία τους.

7.5. Το απελευθερωτικό υποκείμενο στην νεοφιλελεύθερη νεωτερικότητα Η ανάγκη για ένα κίνημα νέου τύπου
Σήμερα, όπως προσπάθησα να δείξω και αλλού,59 αντιμετωπίζουμε το τέ-λος των «παραδοσιακών» αντισυστημικών κινημάτων. Το ζήτημα δεν εί-ναι πλέον να αμφισβητούμε την μία ή την άλλη μορφή εξουσίας, αλλά να αμφισβητήσουμε την ίδια την εξουσία, με την έννοια της ανισοκατανομής της, πράγμα που συνιστά την βάση της ετερονομίας. Αντίθετα, τα «παρα-δοσιακά» αντισυστημικά κινήματα αμφισβητούσαν την ανισοκατανομή της μιας ή της άλλης μορφής εξουσίας που την ανήγαγαν ως την βάση όλων των άλλων μορφών εξουσίας: οι σοσιαλιστές κρατιστές κυρίως την οικονομική εξουσία, οι ελευθεριακοι σοσιαλιστές κυρίως την πολιτική εξουσία, οι φεμινίστριες την κοινωνική εξουσία, κ.λπ. Το ζήτημα, δηλαδή, είναι να αμφισβητηθούν οι ίδιες οι εξουσιαστικές σχέσεις και δομές. Η κατάρρευση αυτή των παραδοσιακών αντισυστημικών κινημάτων δημιουργεί από μόνη της την ανάγκη ενός αντισυστημικού κινήματος νέου τύπου. Ένας δεύτερος λόγος, που σχετίζεται με τον πρώτο και, επί- σης, επιβεβαιώνει την ανάγκη ενός τέτοιου κινήματος, είναι το γεγονός ότι, σήμερα, δεν αντιμετωπίζουμε απλά το τέλος των παραδοσιακών αντισυ-στημικών κινημάτων αλλά και το τέλος των παραδοσιακών μαρξιστικών ταξικών διαχωρισμών. Ωστόσο, το γεγονός ότι σήμερα αντιμετωπίζουμε το τέλος των παραδοσιακών ταξικών συγκρούσεων δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πια «σύστημα», ή, ακόμη περισσότερο, «ταξικοί διαχωρισμοί». Εκείνο που σημαίνει είναι ότι, σήμερα, αντιμετωπίζουμε νέους «ταξικούς διαχωρισμούς».60 Έτσι, σύμφωνα με την προβληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας, η βαθμιαία εξαφάνιση των οικονομικών τάξεων με την μαρξιστική έννοια του όρου, απλά δηλώνει το τέλος των παραδοσιακών ταξικών διαχωρισμών και την εμφάνιση νέων «ολιστικών» ταξικών διαιρέσεων, δηλαδή διαιρέ-σεων που αναφέρονται στις δομές του ίδιου του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος και όχι μόνο σε ορισμένες πλευρές του, όπως οι οικονομικές σχέσεις, ή εναλλακτικά οι σχέσεις μεταξύ των φύλων, οι πολιτικές ταυτότη-τας (identity politics), οι αξίες κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, οι σημερινοί κοινωνικοί διαχωρισμοί μεταξύ: κυρίαρχων ●● και υποτελών κοινωνικών ομάδων στην πολιτική σφαίρα (επαγγελματίες πολιτικοί έναντι του υπόλοιπου σώματος πολιτών), ●● στην οικονομική σφαίρα (ιδιοκτήτες εταιρειών, διευθυντές, διοικητι-κά στελέχη έναντι εργατών, υπαλλήλων κ.ά.), και ●● στην ευρύτερη κοινωνική σφαίρα (άνδρες έναντι γυναικών, λευ-κοί έναντι εγχρώμων, εθνοτικές πλειοψηφίες έναντι των μειοψηφιώνκ.ο.κ.), βασίζονται στις θεσμικές δομές που αναπαράγουν την ανισοκατανομή της δύναμης/εξουσίας και στις συνακόλουθες κουλτούρες και ιδεολογίες (δηλαδή στο «κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα»). Στην σημερινή κοινωνία, οι κύριες δομές που θεσμοποιούν την ανισο-κατανομή της δύναμης είναι η οικονομία της αγοράς και η αντιπροσω-πευτική «δημοκρατία», παρ’ όλο που κάποιες άλλες δομές που θεσμοποι-ούν την ανισοκατανομή της δύναμης ανάμεσα στα φύλα, τις φυλές, τις εθνότητες κ.λπ., δεν μπορούν απλώς να «αναχθούν» στις δύο αυτές κύριες δομές. Έτσι, η αντικατάσταση των δομών αυτών από θεσμούς που θα δι- ασφαλίζουν την ισοκατανομή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης/εξουσίας με μια Περιεκτική Δημοκρατία αποτελεί την αναγκαία (όχι όμως και την ικανή) συνθήκη για την δημιουργία μιας νέας κουλτού- ρας, η οποία θα εξάλειφε την ανισοκατανομή της δύναμης μεταξύ όλων των ανθρώπων ανεξάρτητα από το φύλο, την φυλή και την εθνότητά τους. Επομένως, η προσπάθεια των Πράσινων, των φεμινιστών και των άλλων υποστηρικτών της πολιτικής της διαφορετικότητας και της ταυτότητας να αλλάξουν πρώτα την κουλτούρα και τις αξίες, ως μέσο για να αλλάξουν ορισμένες από τις υπάρχουσες εξουσιαστικές δομές (αντί να προσπαθούν, μέσα από τον αγώνα για την αντικατάσταση όλων των δομών, οι οποίες αναπαράγουν την ανισοκατανομή της δύναμης, να δημιουργήσουν τις αξίες που θα υποστήριζαν τις νέες δομές), είναι καταδικασμένη σε περι- θωριοποίηση και αποτυχία, και το μέγιστο που θα μπορούσε να επιτύχει στην διαδικασία είναι κάποιες μεταρρυθμίσεις. Είναι, επομένως, φανερό ότι, παρόλο που δεν έχει πια νόημα να μιλάμε για μονολιθικούς ταξικούς διαχωρισμούς, αυτό δεν αποκλείει την πιθανό- τητα οι κοινωνικές ομάδες που ανήκουν στο απελευθερωτικό υποκείμε-νο –όπως αυτό ορίζεται παρακάτω– να ενωθούν ενάντια όχι απλώς στις κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες αλλά στο ίδιο το ιεραρχικό θεσμικό πλαίσιο και σε όσους το υποστηρίζουν. Αυτό θα συμβεί όταν οι ομάδες αυτές ανα-πτύξουν μια κοινή συνειδητοποίηση γύρω από τις αξίες και τους θεσμούς που δημιουργούν και αναπαράγουν τις δομές ανισοκατανομής εξουσί-ας. Το ενοποιητικό στοιχείο που θα μπορούσε να συνενώσει τα μέλη των υποτελών κοινωνικών ομάδων γύρω από ένα απελευθερωτικό πρόταγ-μα, όπως το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, είναι ο αποκλεισμός τους από τις διάφορες μορφές εξουσίας –ένας αποκλεισμός ο οποίος θε- μελιώνεται στην άνιση κατανομή εξουσίας που δημιουργούν οι σημερινοί θεσμοί και οι συνακόλουθες αξίες. Αυτό μας φέρνει στο κρίσιμο ερώτημα, το οποίο αντιμετωπίζει κάθε μεταβατική στρατηγική, για την «ταυτότητα» του απελευθερωτικού υποκειμένου, ή όπως συνηθίζεται να αποκαλείται, το ερώτημα για το «επαναστατικό υποκείμενο». Το απελευθερωτικό υποκείμενο στην σημερινή κοινωνία Όλες οι αντισυστημικές στρατηγικές του παρελθόντος βασίζονταν στην υπόθεση ότι το επαναστατικό υποκείμενο ταυτίζεται με το προλεταριάτο, παρόλο που από τον προηγούμενο αιώνα έχουν προταθεί διάφορες πα-ραλλαγές αυτής της προσέγγισης, ώστε να συμπεριληφθούν στο επανα-στατικό υποκείμενο αγρότες61 και αργότερα φοιτητές.62 Ωστόσο, οι «συστημικές αλλαγές» που σηματοδότησαν την μετατόπιση από την κρατικιστική νεωτερικότητα στην νεοφιλελεύθερη νεωτερικό- τητα και οι σχετικές αλλαγές στην ταξική δομή, καθώς και η παράλληλη ιδεολογική κρίση,63 σήμαναν, όπως ανέφερα παραπάνω, το τέλος των πα-ραδοσιακών ταξικών διαχωρισμών –όχι όμως και των ίδιων των ταξικών διαχωρισμών–όπως ισχυρίζονται οι σοσιαλφιλελεύθεροι.64 Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι στην ριζοσπαστική Αριστερά, παρά τις φανερές συστημικές αλλαγές, επιμένουν να αναπαράγουν τον μύθο της επαναστατικής εργα-τικής τάξης, επανορίζοντάς την, συνήθως, με ταυτολογικούς τρόπους.65 Ταυτόχρονα, συγγραφείς της ελευθεριακής Αριστεράς, όπως ο Bookchin66 και ο Καστοριάδης,67 υιοθέτησαν θέσεις σύμφωνα με τις οποίες, για ναορίσουμε το απελευθερωτικό υποκείμενο, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε «αντικειμενικό κριτήριο» και να υποθέσουμε, αντίθετα, ότι το σύνολο του πληθυσμού («ο λαός») είναι απλά είτε ανοιχτό, είτε κλειστό σε μια επα-ναστατική προοπτική. Τέλος, οι μεταμοντέρνοι αντικαθιστούν τον ταξικό διαχωρισμό με τις διαφορές ταυτότητας και το «πολιτικό σύστημα» με τα επιμέρους στοιχεία του και διαχωρισμούς. Αυτό έχει μοιραία οδηγήσει σε μια κατάσταση, όπου δεν αναγνωρίζεται η συστημική ενότητα του καπι-ταλισμού, ή ακόμη και η ίδια η ύπαρξή του ως κοινωνικό σύστημα, με συ-νέπεια ότι «αντί για τις οικουμενικές φιλοδοξίες του σοσιαλισμού και τους ενοποιητικούς αγώνες κατά της ταξικής εκμετάλλευσης, τώρα έχουμε μια ποικιλία, ουσιαστικά αποσπασματικών, αγώνων μερικού χαρακτήρα που καταλήγουν στην υποταγή στον καπιταλισμό».

Σύμφωνα με την προβληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας, εκείνο που χρειαζόμαστε σήμερα είναι ένα νέο «παράδειγμα», το οποίο ανα- γνωρίζει μεν τις διαφορετικές ταυτότητες των κοινωνικών ομάδων που συνιστούν τις διάφορες επιμέρους ολότητες (γυναίκες, εθνικές μειονότη-τες κ.λπ.), αλλά ταυτόχρονα τονίζει την ύπαρξη της ολότητας του κοινω-νικο-οικονομικού συστήματος, το οποίο διασφαλίζει την συγκέντρωση της δύναμης/εξουσίας στα χέρια των διαφόρων ελίτ και των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων μέσα στην κοινωνία ως σύνολο. Ένα τέτοιο «παρά-δειγμα» είναι το «παράδειγμα» της Περιεκτικής Δημοκρατίας, το οποίο ανταποκρίνεται στην σημερινή πολλαπλότητα των κοινωνικών σχέσεων (φύλου, εθνικότητας, φυλής κ.ο.κ.), με πολυσύνθετες έννοιες περί της ισο-κατανομής όλων των μορφών εξουσίας, που αναγνωρίζουν τις διαφορετι-κές ανάγκες και εμπειρίες των ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, το κύριο πρόβλημα ενός απελευθερωτικού κινήματος, σήμερα, είναι το πώς μπο-ρούν οι κοινωνικές ομάδες, που, εν δυνάμει, αποτελούν την βάση ενός νέου απελευθερωτικού υποκειμένου, να ενωθούν από μια κοινή κοσμο-θεωρία, ένα κοινό «παράδειγμα», το οποίο θα βλέπει την υπέρτατη αιτία της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης στις σημερινές δομές, οι οποίες δι-ασφαλίζουν την συγκέντρωση της δύναμης/εξουσίας σε όλα τα επίπεδα, καθώς και τα συνακόλουθα συστήματα αξιών. Σύμφωνα με αυτήν την προ-βληματική, με δεδομένη την πολυδιάστατη αντίληψη του προτάγματος για μια Περιεκτική Δημοκρατία, ένα νέο κίνημα με στόχο την Περιεκτική Δημοκρατία απευθύνεται σε όλα σχεδόν τα τμήματα της κοινωνίας, εκτός, βέβαια, από τις κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες, δηλαδή τις άρχουσες ελίτ και την υπερτάξη. Έτσι, η πολιτική δημοκρατία, η πρώτη συνιστώσα του προτάγματος της Περιεκτικής Δημοκρατίας, απευθύνεται κυρίως σε όλους εκείνους που συμμετέχουν προς το παρόν σε τοπικά, μονοθεματικά κινήματα, λόγω της έλλειψης κάτι καλύτερου. Όπως ακόμα και οι θεωρητικοί του σοσιαλφιλε-λευθερισμού αναγνωρίζουν, μολονότι η εμπιστοσύνη προς τους επαγγελ-ματίες πολιτικούς και τους κυβερνητικούς θεσμούς έχει εξασθενήσει δρα-στικά, η παρακμή αυτού που περνά για «πολιτική» σήμερα δεν ταυτίζεται με την απολιτικοποίηση. Τούτο είναι φανερό από την παράλληλη ανάπτυ-ξη των νέων κοινωνικών κινημάτων, των ΜΚΟ, των πρωτοβουλιών των πο-λιτών κ.λπ. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι το «κίνημα των μικρών ομάδων»(δηλαδή ομάδων όπου ένας μικρός αριθμός ανθρώπων συναντώνται τα-κτικά για να προωθήσουν τα κοινά τους αιτήματα), έχει σημαντική απήχη-ση, με το 40% του πληθυσμού των Η.Π.Α. –περίπου 75 εκ. αμερικανοί– να ανήκει σε μία τουλάχιστον μικρή ομάδα, ενώ στην Βρετανία οι ομάδες αυ-τοβοήθειας και οι περιβαλλοντικές ομάδες έχουν επεκταθεί ταχύτατα τα τελευταία χρόνια.69 Παρόλο που αυτή η πολυδιαφημισμένη επέκταση της «κοινωνίας των πολιτών» επικεντρώνεται στην νέα μεσαία τάξη, εντούτοις, το γεγονός αποτελεί ένδειξη δίψας για μια γνήσια δημοκρατία, όπου λαμ-βάνονται όλοι υπόψη στην διαδικασία λήψης αποφάσεων. Επιπλέον, με δεδομένο ότι η πραγματική συμμετοχή των πολιτών (σε αντίθεση με την εικονική συμμετοχή που προσφέρει η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία»), είναι σήμερα δυνατή μόνο σε σχέση με επιμέρους θέματα, δεν αποτελεί έκπληξη ότι τα μονοθεματικά κινήματα και οργανώσεις βρίσκονται σε άν-θηση. Με άλλα λόγια, μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η επέκταση του κινή-ματος των μικρών ομάδων φανερώνει, στην πραγματικότητα, μια μετατό-πιση από την ψευδοδημοκρατία σε εθνικό επίπεδο –όπου το σύστημα τηςαντιπροσώπευσης εκμηδενίζει την συλλογική συμμετοχή– προς την ψευ-δοδημοκρατία σε τοπικό επίπεδο –όπου οι σημαντικές πολιτικές και οι-κονομικές αποφάσεις εξακολουθούν μεν να αφήνονται στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, αλλά, ταυτόχρονα, σε ένα είδος «υποπολιτικής», ομάδες πολιτών, που αποτελούν την «ενεργή» κοινωνία των πολιτών, διεκδικούν το δικαίωμα της λήψης αποφάσεων σε παράπλευρα ή τοπικά ζητήματα. Η οικονομική δημοκρατία, η δεύτερη συνιστώσα του προτάγματος της Περιεκτικής Δημοκρατίας, απευθύνεται πρωταρχικά στα κύρια θύματα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, δηλαδή την υποτάξη και τους περιθωριοποιημένους (άνεργοι, χειρωνακτικοί εργάτες, χαμηλόμι-σθοι υπάλληλοι, μερικώς απασχολούμενοι, περιστασιακά εργαζόμενοι, αγρότες που σπρώχνονται έξω από τους αγρούς τους λόγω της επέκτασης των αγροβιομηχανιών), καθώς και τους φοιτητές –τα πιθανά αυριανά μέλητων επαγγελματικών μεσαίων στρωμάτων– οι οποίοι βλέπουν τα όνειρά τους για ασφάλεια απασχόλησης να διαλύονται γρήγορα στις «ελαστικές» αγορές εργασίας που χτίζονται σήμερα. Η οικονομική δημοκρατία όμως απευθύνεται, επίσης, σε ένα σημαντικό μέρος της νέας μεσαίας τάξης το οποίο, μη μπορώντας να εισδύσει στην «υπερτάξη», ζει κάτω από συνθή-κες συνεχούς ανασφάλειας, ιδιαίτερα στις χώρες του Νότου, όπως έδειξε και η κρίση της Αργεντινής. Τέλος, οι άλλες συνιστώσες του προτάγματος της Περιεκτικής Δημοκρατίας, η οικολογική δημοκρατία καθώς και «η δημοκρατία στο κοινωνικό πεδίο», απευθύνονται σε όλους εκείνους που ανησυχούν για τις συνέπειες που έχει η συγκέντρωση δύναμης στο περιβάλλον, καθώς και σε εκείνους που υφίστανται τις συνέπειες της συγκέντρωσης δύνα-μης στην πατριαρχική δομή και τις άλλες ιεραρχικές δομές της σημερινής κοινωνίας.70 Έτσι, συνοψίζοντας, είναι απαραίτητο η νέα πολιτική οργάνωση να θεμε-λιώνεται στην ευρύτερη δυνατή πολιτική βάση. Κατά την γνώμη μου, αυτό σημαίνει ένα ευρύ φάσμα από ριζοσπάστες ακτιβιστές, που περιλαμβάνει ακτιβιστές κατά της παγκοσμιοποίησης, ριζοσπάστες οικολόγους, υπο-στηρικτές του προτάγματος της αυτονομίας, ελευθεριακούς σοσιαλιστές, ριζοσπάστες φεμινιστές/φεμινίστριες, ελευθεριακούς αριστερούς και κάθε άλλον ακτιβιστή που υιοθετεί το δημοκρατικό πρόταγμα για συστη- μική αλλαγή. Και αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά ενός τέτοιου κινήματος από παρόμοια κινήματα, όπως αυτό γύρω από το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ και τα κατά τόπους Κοινωνικά Φόρα, τα οποία, μη έχοντας σαφή στόχο την αντισυστημική αλλαγή, καταλήγουν στον ουτοπικό ρεφορμι-σμό. Δεδομένου ότι το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας απευθύ-νεται στην μεγάλη πλειοψηφία του λαού θα μπορούσε να έχει απήχηση σε όλους αυτούς τους ριζοσπάστες ακτιβιστές.Με βάση επομένως την παραπάνω συλλογιστική, οι ακόλουθες κοινωνι-κές ομάδες θα μπορούσαν δυνητικά να αποτελέσουν την βάση ενός νέου«απελευθερωτικού υποκειμένου» για συστημική αλλαγή: τα θύματα του ●● συστήματος της οικονομίας της αγοράς στην σημερι-νή διεθνοποιημένη της μορφή, δηλαδή οι άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι, οι αγρότες υπό εξαφάνιση, οι περιστασιακά εργαζόμενοι κ.ά., ●● εκείνοι οι πολίτες, ιδιαίτερα στα «μεσαία στρώματα», που έχουν απο-ξενωθεί από αυτό που περνά σήμερα ως «πολιτική», δηλαδή την κρα-τική διαχείριση, και διεκδικούν ήδη το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού μέσω των διαφόρων τοπικών ομάδων, ●● οι εργάτες, υπάλληλοι κ.ά. που είναι θύματα εκμετάλλευσης και απο-ξένωσης από τις ιεραρχικές δομές στους τόπους εργασίας, ●● οι γυναίκες που αποξενώνονται από τις ιεραρχικές δομές τόσο στο σπίτι όσο και στους τόπους εργασίας, και επιζητούν μια εκδημοκρατι-σμένη οικογένεια που θα βασίζεται στην ισότητα, τον αμοιβαίο σεβα-σμό, την αυτονομία, την κοινή λήψη αποφάσεων και ανάληψη ευθυνών, την συναισθηματική και σεξουαλική ισότητα, ●● οι εθνοτικές ή φυλετικές μειοψηφίες, οι οποίες αποξενώνονται από την σημερινή «κρατικιστική» δημοκρατία που διαχωρίζει τον πληθυσμό σε πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, ●● όλοι εκείνοι που ανησυχούν από την καταστροφή του περιβάλλοντος και την επιταχυνόμενη χειροτέρευση της ποιότητας ζωής, οι οποίοι επί του παρόντος είναι οργανωμένοι σε ρεφορμιστικά οικολογικά κινήμα-τα, περιθωριοποιημένες οικοκομμούνες κ.λπ.. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αρκετές από αυτές τις ομάδες μπορεί να θεωρούν αυτήν την στιγμή ότι οι στόχοι τους συγκρούονται με εκείνους άλλων ομάδων (μεσαία στρώματα σε σχέση με τις ομάδες των θυμάτων της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς κ.ο.κ.). Ωστόσο, όπως ανέ-φερα παραπάνω, το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας προσφέρει ένα κοινό παράδειγμα για όλα τα θύματα του σημερινού συστήματος, το οποίο συνίσταται σε μια ανάλυση για τα αίτια της σημερινής πολυδιάστα- της κρίσης (που τα ανάγει στις σημερινές δομές οι οποίες διασφαλίζουν την ανισοκατανομή της δύναμης και τις αντίστοιχες αξίες), καθώς και σε συγκεκριμένες προτάσεις για τους στόχους και τα μέσα που θα μας οδη-γούσαν σε μια εναλλακτική κοινωνία. Επομένως, ο αγώνας για την οικο-δόμηση ενός κινήματος (που σήμερα νοείται μόνο διεθνοποιημένο), το οποίο θα εμπνέεται από το παράδειγμα αυτό, είναι επείγων καθώς και επι-τακτικός. Έτσι μόνο θα μπορέσουν οι διάφορες κοινωνικές ομάδες, που διαμορφώνουν το νέο απελευθερωτικό υποκείμενο, να λειτουργήσουν ως καταλύτης για μια νέα κοινωνία, η οποία θα επανενσωματώσει στηνκοινωνία την πολιτεία, την οικονομία και την Φύση.

7.6. Ένα νέο είδος Πολιτικής και πολιτικής οργάνωσης
α) Ένα νέο είδος Πολιτικής
Αυτό που σήμερα περνά για πολιτική είναι καταδικασμένο, καθώς η επι-ταχυνόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς συνοδεύεται από την συνεχή παρακμή της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». Η αδυναμία του κράτους να ελέγξει αποτελεσματικά τις δυνάμεις της αγοράς για να αντιμετωπίσει τα θεμελιακά προβλήματα της μαζικής ανεργίας, φτώχειας, αυξανόμενης συγκέντρωσης του εισοδήματος και του πλούτου, καθώς και η συνεχιζόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος έχουν οδηγήσει σε μαζική πολιτική απάθεια και κυνισμό, ιδιαίτερα μεταξύ της υποτάξης και των περιθωριοποιημένων. Ως αποτέλεσμα, σήμερα όλα τα κόμματα συ-ναγωνίζονται για την ψήφο της μεσαίας τάξης, η οποία είναι η τάξη που ουσιαστικά καθορίζει την πολιτική διαδικασία. Ταυτόχρονα, τα ουτοπικά οράματα ορισμένων τμημάτων της «Αριστεράς» για τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας των πολιτών, είναι επίσης καταδικασμένα. Όπως ανέφερα και παραπάνω, η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς ακολουθείται αναπόφευκτα από την διεθνοποίηση της κοινωνίας των πολιτών. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός επιβάλλει τα στάνταρ του ελάχιστου κοινού παρα-νομαστή όσον αφορά τους κοινωνικούς και οικολογικούς ελέγχους στις αγορές. Επομένως, η μορφή της κοινωνίας των πολιτών που θα επικρα- τήσει τελικά είναι εκείνη που είναι περισσότερο συμβατή με τον βαθμό διεθνοποίησης που χαρακτηρίζει τα πιο ανταγωνιστικά τμήματα της πα-γκόσμιας οικονομίας. Είναι επομένως φανερό ότι χρειαζόμαστε έναν νέο τύπο πολιτικής που
θα περιλαμβάνει την δημιουργία τοπικών περιεκτικών δημοκρατιών, δη-λαδή την δημιουργία ενός νέου δημόσιου χώρου ο οποίος θα εμπλέκει τους πολίτες: ως πολίτες που θα παίρνουν ●● αποφάσεις, μέσα από τις δημοτικές συνε-λεύσεις, στα σημαντικά πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, ●● ως εργάτες που θα παίρνουν αποφάσεις, μέσα από τις συνελεύ-σεις στους τόπους εργασίας, για την διεύθυνση των δημοτικών επιχειρήσεων,●● ως φοιτητές, μαθητές κ.λπ., που θα παίρνουν αποφάσεις, μέσα από τις συνελεύσεις στους τόπους εκπαίδευσης, για την διεύθυνση των πα-νεπιστημίων και των σχολείων κ.λπ. Αυτό το νέο είδος Πολιτικής απαιτεί έναν νέο τύπο πολιτικής οργάνω-σης που θα παίξει τον ρόλο του καταλύτη για την ανάδυσή της. Ποια είναι, λοιπόν, η μορφή που πρέπει να πάρει αυτή η νέα πολιτική οργάνωση καιπώς μπορούμε να την δημιουργήσουμε;

β) Ένα νέο είδος πολιτικής οργάνωσης
Είναι σαφές ότι ο νέος τύπος πολιτικής οργάνωσης πρέπει να αντανακλά την επιθυμητή δομή της κοινωνίας. Η πολιτική οργάνωση δεν μπορεί βέ-βαια να είναι το συνηθισμένο πολιτικό κόμμα, αλλά μια μορφή «δημο-κρατίας εν δράσει», η οποία θα αναλάβει διάφορες μορφές παρέμβασης στο τοπικό επίπεδο, πάντοτε ως μέρος ενός περιεκτικού προγράμματος για κοινωνικό μετασχηματισμό, με στόχο την τελική αλλαγή κάθε τοπικής εξουσίας σε μια Περιεκτική Δημοκρατία. Οι μορφές αυτές παρέμβασης θα πρέπει να επεκταθούν σε κάθε τμήμα του δημόσιου χώρου εν ευρεία έννοια που ορίσαμε παραπάνω και θα έπρεπε να περιλαμβάνουν: στο πολιτικό επίπεδο, ●● την δημιουργία «σκιωδών» πολιτικών θεσμών που βασίζονται στην άμεση δημοκρατία (συνελεύσεις γειτονιάς, κ.λπ.),
καθώς και διάφορες μορφές άμεσης δράσης (πορείες, συλλαλητήρια, καταλήψεις και πολιτική ανυπακοή), ενάντια στους υπάρχοντες πολιτι-κούς θεσμούς και τις δραστηριότητές τους· ●● στο οικονομικό επίπεδο, την εγκαθίδρυση ενός «δημοτικού» οικο-νομικού τομέα (δηλαδή ενός τομέα που αποτελείται από δημοτικές μονάδες παραγωγής και διανομής –δημοτικές επιχειρήσεις– οι οποί-ες ανήκουν και ελέγχονται συλλογικά από τους πολίτες, την δημοτική πρόνοια κ.λπ.), καθώς και διάφορες μορφές άμεσης δράσης (απεργίες,καταλήψεις κ.λπ.), ενάντια στους υπάρχοντες οικονομικούς θεσμούς και τις δραστηριότητές τους· ●● στο κοινωνικό επίπεδο, την δημιουργία θεσμών αυτοδιαχείρισης στους τόπους εργασίας, στους τόπους εκπαίδευσης κ.λπ., καθώς και συμμετοχή στους αγώνες για εργατική δημοκρατία, δημοκρατία στα νοικοκυριά, δημοκρατία στους εκπαιδευτικούς θεσμούς κ.ο.κ.· ●● στο οικολογικό επίπεδο, την εγκατάσταση οικολογικά βιώσιμων μο- νάδων παραγωγής και κατανάλωσης, καθώς και μορφές άμεσης δρά-σης κατά της καταστροφής της φύσης από τις επιχειρήσεις· ●● στο πολιτιστικό επίπεδο, ενέργειες με στόχο την δημιουργία μορφών καλλιτεχνικής δραστηριότητας που θα ελέγχονται από την κοινότητα (στην θέση των σημερινών ελεγχόμενων από τις ελίτ καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων), και την δημιουργία εναλλακτικών ΜΜΕ και μέσων ενημέρωσης που θα βοηθούσαν την ανάδειξη εκείνου του συστήματος αξιών που είναι συνεπές με την Περιεκτική Δημοκρατία να γίνει το ηγε-μονικό κοινωνικό παράδειγμα. Εν συνεχεία, θα σκιαγραφήσουμε τα βήματα που θα μπορούσαν να γί-νουν για το χτίσιμο μιας οργάνωσης Περιεκτικής Δημοκρατίας, μολονότι, ασφαλώς, η συγκεκριμένη μορφή την οποία θα λάβει στην πράξη η διαδι-κασία αυτή εξαρτάται βασικά από τις τοπικές συνθήκες και πρακτικές: το πρώτο βήμα ●● για το χτίσιμο μιας τέτοιας οργάνωσης θα μπορού-σε να είναι μια συνάντηση των ενδιαφερομένων για το πρόταγμα της ΠεριεκτικήςΔημοκρατίας σε συγκεκριμένη περιοχή με σκοπό την δημι-ουργία μιας ομάδας μελέτης για την συζήτηση του προτάγματος και ιδι-αίτερα των στόχων του Δικτύου για την Περιεκτική Δημοκρατία.71 Εάν διαπιστωθεί γενική κατ’ αρχήν συμφωνία με τους στόχους αυτούς, τότε η ομάδα θα μπορούσε να έλθει σε επαφή με τους πυρήνες του Δικτύου στην ίδια χώρα ή/και σε άλλες χώρες για την ανταλλαγή πληροφοριών, ειδήσεων κ.λπ. Μετά από μια σειρά συναντήσεων της ομάδας, και ως αποτέλεσμα των συζητήσεων πάνω στο θέμα, η ομάδα θα μπορούσε να διαμορφώσει ένα ελάχιστο πρόγραμμα που να εκφράζει τους βασικούς στόχους, τα μέσα και την στρατηγική της τοπικής ομάδας Περιεκτικής Δημοκρατίας.72 Η ομάδα θα πρέπει, επίσης, να διαμορφώσει την οργα- νωτική της δομή σε μη ιεραρχικά πλαίσια, καθώς και την διαδικασία λή-ψης των αποφάσεων στην βάση των αρχών της άμεσης δημοκρατίας. ●● Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η έκδοση ενός τοπικού ενη-μερωτικού δελτίου ή, στην περίπτωση μεγάλων πόλεων, ενός τοπικού περιοδικού στο οποίο θα περιλαμβάνεται αυτό το ελάχιστο πρόγραμ-μα, καθώς και σχόλια για τοπικές ή εθνικές/διεθνείς ειδήσεις από την σκοπιά της Περιεκτικής Δημοκρατίας και σύντομα θεωρητικά κείμενα πάνω στους στόχους, τα μέσα και την στρατηγική του προτάγματος της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δίνεται σε ειδήσεις πάνω σε σχετικές, τοπικές ή μη, δραστηριότητες. Σε αυτό το στάδιο, η ομάδα Περιεκτικής Δημοκρατίας θα μπορούσε να ξεκινήσει
71. Οι στόχοι του Διεθνούς δικτύου για την Περιεκτική Δημοκρατία περιγράφονται σε διάφορες γλώσσες στην ιστοσελίδα του: http://www.inclusivedemocracy.org/index.html την οργάνωση δημόσιων συναντήσεων στις οποίες θα μπορούσαν να συζητούνται ζητήματα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την τοπική κοινω-νία (οικονομικά, οικολογικά, κοινωνικά κ.λπ.). Τα μέλη της ομάδας θα μπορούσαν να κάνουν τις εισηγήσεις πάνω στα θέματα αυτά από την σκοπιά της Περιεκτικής Δημοκρατίας, ενώ στην συνέχεια θα επακολου-θούσαν διεξοδικές συζητήσεις με πολίτες της τοπικής κοινωνίας.73 ●● Καθώς θα αυξάνει ο αριθμός των ανθρώπων που συμμετέχουν στην ομάδα Περιεκτικής Δημοκρατίας, η ομάδα θα μπορούσε να παίρνει μέρος στους τοπικούς αγώνες (ή ακόμα και να ξεκινά τέτοιους αγώ-νες για διάφορα ζητήματα που σχετίζονται με την εγκαθίδρυση μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας) και ακόμη –συμμαχώντας με παρόμοιες ομάδες από άλλες περιοχές– σε αγώνες πάνω σε περιφερειακά, εθνικά και διεθνή ζητήματα. Με αυτόν τον στόχο, η ομάδα θα μπορούσε να έρθει σε επαφή με παρόμοιες τοπικές ομάδες στην ίδια περιοχή, χώρα και άλλες χώρες ώστε να διαμορφωθούν συνομοσπονδίες αυτόνομων ομάδων Περιεκτικής Δημοκρατίας (στο περιφερειακό, εθνικό και διε-θνές επίπεδο) για τον συντονισμό της πολιτικής δραστηριότητας των ομάδων. Η δημιουργία μιας ηλεκτρονικής εφημερίδας Περιεκτικής Δημοκρατίας θα μπορούσε να παίξει έναν σημαντικό ρόλο κατά την διαδικασία αυτή. Οι συμμαχίες με άλλες αντισυστημικές ομάδες της Αριστεράς θα πρέπει να ενθαρρύνονται όταν πρόκειται για συγκεκρι-μένα ζητήματα–όπως, για παράδειγμα, ο αγώνας για την έξοδο απο την Ευρωπαϊκή Ένωση των αγορών και του κεφαλαίου που αποκλείει οποιαδήποτε τοπική πολιτική και οικονομική αυτοδυναμία. ●● Τέλος, μόλις θα έχει προσχωρήσει στην ομάδα ένας επαρκής αριθμός ακτιβιστών ώστε να μπορεί να πάρει την μορφή μιας πολιτικής οργά- νωσης Περιεκτικής Δημοκρατίας (με οργανωτική δομή και διαδικασία λήψης αποφάσεων παρόμοιες με εκείνες της αρχικής ομάδας), η οργά-νωση Περιεκτικής Δημοκρατίας θα μπορεί να ξεκινήσει την επέκταση των δραστηριοτήτων της και να συμμετέχει στην δημιουργία τοπικών θεσμών πολιτικής και οικονομικής δημοκρατίας, καθώς και θεσμών δημοκρατίας στο κοινωνικό πεδίο (στους τόπους εργασίας, τόπους εκ-παίδευσης κ.λπ.), και σε πολιτιστικές δραστηριότητες κ.λπ. Ταυτόχρονα, η οργάνωση Περιεκτικής Δημοκρατίας θα μπορούσε να αρχίσει να συμμετέχει στις τοπικές εκλογές, με εκπαιδευτικό στόχο αρχικά, δη-λαδή για να εξοικειώσει τους πολίτες με το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας σε σημαντική κοινωνική κλίμακα.74 Μόλις, ωστόσο, η οργάνωση Περιεκτικής Δημοκρατίας κερδίσει τις εκλογές σε κάποια συγκεκριμένη περιοχή θα πρέπει να αρχίσει να θέτει σε εφαρμογή το μεταβατικό πρόγραμμα για το χτίσιμο μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας. Περιττό να προστεθεί ότι σε όλα αυτά τα στάδια οι ακτιβιστές του κι-νήματος της Περιεκτικής Δημοκρατίας δεν λειτουργούν ως «κομματι-κά στελέχη» αλλά ως καταλύτες για την δημιουργία των νέων θεσμών. Με άλλα λόγια, η πολιτική τους δέσμευση αναφέρεται κατ’ αρχήν στους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς και δευτερευόντως στην πολιτική
οργάνωση.

7.7. Η Μετάβαση σε μια Περιεκτική Δημοκρατία
Μια Νέα Διεθνής Τάξη, που θα στηρίζεται στην Περιεκτική Δημοκρατία, είναι μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που επανενσωματώνει την οικο-νομία, την πολιτεία και την Φύση στην κοινωνία μέσα σε ένα θεσμικό πλαί-σιο που διασφαλίζει τις αναγκαίες συνθήκες για την ισοκατανομή όλων των μορφών εξουσίας. Αυτό συνεπάγεται, όπως είδαμε στο 5o Κεφάλαιο, την δημιουργία θεσμών: πολιτικής ●● δημοκρατίας (άμεσης δημοκρατίας),που βασίζονται σε δι-αδικασίες οι οποίες διασφαλίζουν ότι όλες οι πολιτικές αποφάσεις (συ-μπεριλαμβανομένων όσων σχετίζονται με την διαμόρφωση και εκτέλε-ση των νόμων) λαμβάνονται συλλογικά και χωρίς αντιπροσώπευση από το σώμα των πολιτών (τον δήμο), καθώς και σε δομές που θεσμοποιούν την ισοκατανομή της πολιτικής δύναμης. ●● οικονομικής δημοκρατίας, όπου οι δήμοι ελέγχουν την οικονομική διαδικασία σε ένα θεσμικό πλαίσιο δημοτικής ιδιοκτησίας και ελέγχου των μέσων παραγωγής και διανομής, πέρα από την οικονομία της αγο-ράς και τον κεντρικό σχεδιασμό. ●● δημοκρατίας στο κοινωνικό πεδίο, όπου όλοι οι θεσμοί στον δημόσιο χώρο στους οποίους μπορούν να ληφθούν συλλογικές αποφάσεις (για παράδειγμα οι τόποι εργασίας, οι τόποι εκπαίδευσης, οι θεσμοί κουλ-τούρας κ.λπ.) είναι αυτοδιαχειριζόμενοι και κάτω από τον γενικό έλεγχο 74. Με παρόμοιο εκπαιδευτικό στόχο κατέβηκε στις τοπικές εκλογές του 2006 στο Νιού Τζέρσι (Η.Π.Α.) τοπική ομάδα για την ΠΔ, βλ., «Η πλατφόρμα καθόδου στις δημοτικές εκλογές της ομάδας Περιεκτικής Δημοκρατίας του Νιου Τζέρσεϋ», περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία, αρ. 13 (Σεπτέμβριος 2006). των δήμων, ενώ οι προσωπικές σχέσεις βασίζονται σε ένα σύστημα αξι-ών που είναι συμβατό με τους δημοκρατικούς θεσμούς της κοινωνίας, δηλαδή ένα σύστημα αξιών που βασίζεται στις αρχές της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας και αλληλεγγύης και που αποκλείει κάθε μορφή κυριαρχίας με βάση το φύλο, την φυλή, την εθνότητα, τις πολιτισμικές διαφορές κ.ο.κ.. οικολογικής ●● δημοκρατίας, όπου το θεσμικό πλαίσιο της Περιεκτικής Δημοκρατίας και το συμβατό με αυτό σύστημα αξιών διασφαλίζουν τις αναγκαίες συνθήκες για την επανενσωμάτωση της κοινωνίας στη Φύση. Επομένως, η μετάβαση σε μια Περιεκτική Δημοκρατία θα πρέπει να πε-ριλαμβάνει βήματα για την μετάβαση της κοινωνίας προς κάθε μία από τις παραπάνω συνιστώσες της. Οι τοπικές ομάδες/οργάνωση Περιεκτικής Δημοκρατίας θα πρέπει να διαμορφώσουν ένα περιεκτικό πρόγραμμα για την κοινωνική αλλαγή, το οποίο θα επεξεργάζεται για την περιοχή τους τον απώτερο στόχο της δημιουργίας μιας διαφορετικής μορφής κοινωνικής οργάνωσης, που θα στηρίζεται στην Περιεκτική Δημοκρατία. Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα θα πρέπει να ξεκαθαρίζει απόλυτα ότι ο υπέρτατος στόχος των διαφόρων προτάσεων που περιλαμβάνονται σε αυτό, είναι η αντικατάσταση της σημερινής ολιγαρχικής δομής με μια Περιεκτική Δημοκρατία, όπως αυτή ορίσθηκε παραπάνω. Αυτό συνεπά- γεται ότι ο αγώνας για ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν αποτελεί απλώς μια νέα πολιτική, αλλά την ίδια την πολιτική δομή που οδηγεί σε μια Περιεκτική Δημοκρατία. Μετάβαση σε μια πολιτική δημοκρατία Το πρόγραμμα για την μετάβαση σε μια περιεκτική δημοκρατία, το οποίο θα διαμορφώσουν οι τοπικές ομάδες/οργάνωση Περιεκτικής Δημοκρατίας, θα μπορούσε, ξεκινώντας από αιτήματα που κινητοποιούν τους ανθρώ-πους γύρω από τα άμεσα προβλήματά τους, να έχει τους ακόλουθους βα-σικούς στόχους:●● την ανάπτυξη μιας «εναλλακτικής συνειδητοποίησης» όσον αφορά στις μεθόδους επίλυσης των πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και οι-κολογικών προβλημάτων με δημοκρατικό τρόπο. Θα πρέπει, επομένως, να συνδέει την σημερινή πολυδιάστατη κρίση με το σημερινό κοινωνι-κο-οικονομικό σύστημα και την ανάγκη της αντικατάστασής του από μία συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία, και την κατάθεση προτάσεων πάνω στο ●● πώς μπορεί να αρχίσει το χτίσι- μο των ίδιων των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών θεσμών που θα οδηγήσουν σε μια Περιεκτική Δημοκρατία. Θα πρέπει, επομένως, να προτείνει μέτρα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τόσο στην μεγαλύ- τερη πολιτική και οικονομική αυτοδυναμία, όσο και σε δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων που επηρεάζουν την ζωή των πολιτών

Σχετικά με τον πρώτο στόχο, δηλαδή αυτόν της δημιουργίας μιας εναλ-λακτικής συνειδητοποίησης, το πρόγραμμα θα πρέπει να κάνει ξεκάθαρο ότι η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» δεν έχει καμία σχέση με την κλα-σική αντίληψη της δημοκρατίας και ότι στην πραγματικότητα δεν είναιπαρά μια αμερικανική επινόηση με πραγματικό στόχο τον ευνουχισμό της λαϊκής δύναμης.75 Στην αντιπροσωπευτική «δημοκρατία», οι άνθρωποιαπεκδύονται της εξουσίας τους για χάρη εκλεγμένων (με την μαζική βοή-θεια της οικονομικής ελίτ και των ελεγχόμενων από αυτήν ΜΜΕ) επαγγελ-ματιών πολιτικών, οι οποίοι αναλαμβάνουν κάποιες γενικές και αόριστες δεσμεύσεις απέναντι των πολιτών, σε αντίθεση με τις συγκεκριμένες πο-λιτικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν απέναντι στις οικονομικές ελίτ, οι οποίες ουσιαστικά τους εκλέγουν. Σε αυτό το σύστημα, η μόνη «εξουσία» που έχει δοθεί στους πολίτες είναι η δυνατότητα να αλλάζουν περίπου κάθε 4 χρόνια την μία ομάδα επαγγελματιών πολιτικών με μία άλλη για να συνεχίσουν βασικά τις ίδιες πολιτικές –ιδιαίτερα στο σημερινό σύστημα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όπου ακόμα και οι παλαιές δια- φορές των πολιτικών κομμάτων έχουν ουσιαστικά εξαφανιστεί. Όπως τα συνθήματα στους τοίχους, τον Μάη του 1968, συνόψιζαν επιγραμματικά την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία»: «Είναι ήδη οδυνηρό το ότι υποτασ-σόμαστε στα αφεντικά μας –είναι όμως ακόμα πιο ηλίθιο να τα επιλέγου- με οι ίδιοι!». Το πρόγραμμα θα πρέπει να δείχνει ότι όχι μόνο η πολιτική αλλοτρίω-ση, αλλά και προβλήματα όπως η ανεργία, η φτώχεια και η αποξένωση στην εργασία, καθώς και η χαμηλή ποιότητα ζωής, η περιβαλλοντική κα-ταστροφή, τα προβλήματα φυλετικών και λοιπών διακρίσεων και η πολι-τιστική ομογενοποίηση συνδέονται όλα με ένα σύστημα που βασίζεται στην συγκέντρωση πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης/εξου-σίας στα χέρια των ελίτ που αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού. Η σχέση καθενός χωριστά από τους κύριους κοινωνικούς θεσμούς με τα προβλήματα αυτά πρέπει να τονίζεται ιδιαίτερα. Έτσι, θα πρέπει, για παράδειγμα, να δείχνεται ότι ο τρόπος κατανομής των πόρων στην οικονομία της αγοράς οδηγεί σε άνιση ανάπτυξη, ανεργία και φτώ-χεια, ότι η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν επιτρέπει την άνθηση οποιασδήποτε οικονομικής δημοκρατίας αλλά, αντίθετα, οδηγεί σε οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, αποξένωση της μεγάλης πλειοψη-φίας των ανθρώπων από την εργασία τους, καθώς και σε διαιώνιση της ανισότητας και ότι η ιεραρχική οργάνωση της κοινωνίας τόσο στο επίπε-δο του «μακρόκοσμου» (κράτος), όσο και στο επίπεδο του «μικρόκοσμου» (ιεραρχικές σχέσεις στην εργασία, στην οικογένεια, στο σχολείο κ.λπ.), εί-ναι ασύμβατη με την δημοκρατία στο κοινωνικό πεδίο, την αυτονομία και την ελευθερία. Ένα περιεκτικό πρόγραμμα για κοινωνική αλλαγή πρέπει να κάνει ξεκά- θαρο ότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ρεφορμιστικής Αριστεράς, η διέξοδος από την σημερινή πολυδιάστατη κρίση δεν μπορεί να επιτευ-χθεί μέσω της πίεσης πάνω στο κράτος για να αντιπαραταχθεί στα επιχει-ρηματικά συμφέροντα, αλλά μέσω της δημιουργίας ενός νέου δημόσιου χώρου, ενός νέου πόλου δύναμης, ο οποίος θα αγωνιστεί ενάντια τόσο στα επιχειρηματικά συμφέροντα, όσο και στο κράτος, δηλαδή τόσο κατά της οικονομίας της αγοράς όσο και κατά της αντιπροσωπευτικής «δημο-κρατίας». Τότε οι πολίτες, για πρώτη φορά στην ζωή τους, θα διαθέτουν πραγματική δύναμη να αποφασίζουν, έστω μερικώς στην αρχή, για τις υποθέσεις της κοινότητάς τους. Όλα αυτά, σε αντίθεση με την σημερινή κατάσταση, όπου οι πολίτες διαθέτουν μόνο την δύναμη να αλλάζουν περίπου κάθε 4 χρόνια το κυβερνών κόμμα, αλλά, στην πράξη, δεν τους δίνεται καμία πραγματική δυνατότητα επιλογής, ούτε κάποιος τρόπος να επιβάλλουν την βούλησή τους πάνω στους επαγγελματίες πολιτικούς ή τις οικονομικές ελίτ. Αυτό γίνεται φανερό αν, παραδείγματος χάρη, κοιτάξει κάποιος τα εκλογικά προγράμματα των εθνικών κομμάτων, τα οποία δια- τυπώνονται με τόσο ευρείς και αόριστους όρους ώστε οι πολιτικοί να μη δεσμεύονται σε κάτι συγκεκριμένο. Όσον αφορά στο δεύτερο σημείο, δηλαδή στις προτάσεις για εναλ-λακτικούς πολιτικούς θεσμούς, οι ομάδες/οργάνωση της Περιεκτικής Δημοκρατίας πρέπει, ακόμα και πριν την κατάληψη της εξουσίας και την εγκαθίδρυση ενός δήμου στην περιοχή τους, αλλά αφού έχει γίνει ευρέως γνωστή σε τοπικό επίπεδο (κάτι που προϋποθέτει ότι θα έχει ήδη ξεκινήσει η διαδικασία συμμετοχής στις τοπικές εκλογές), να αναλαμβάνει διάφορες πρωτοβουλίες για την εγκαθίδρυση μιας πολιτικής (άμεσης) δημοκρατίας. Τέτοιες πρωτοβουλίες είναι: η οργάνωση ●● δημοτικών συνελεύσεων, όπου θα συζητούνται ση-μαντικά τοπικά ζητήματα. Στις μεγάλες πόλεις οι συνελεύσεις αυτές μπορούν να πάρουν την μορφή συνελεύσεων γειτονιάς που θα συνο-μοσπονδιοποιούνται και θα σχηματίζουν την «συνομοσπονδιακή συνέ-λευση της πόλης», την οποία θα απαρτίζουν οι εντολοδόχοι των συνε-λεύσεων γειτονιάς. Η συνομοσπονδιακή συνέλευση θα φέρνει απλώς εις πέρας τις αποφάσεις των συνελεύσεων γειτονιάς και θα λαμβάνει συμπληρωματικές αποφάσεις για την υλοποίηση των αποφάσεων αυ-τών. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να καθιερωθεί η θεμελιώδης αρχή ότι, στην πραγματικότητα, οι δημοτικές συνελεύσεις είναι εκείνες που λαμ-βάνουν τις αποφάσεις και ότι στις συνομοσπονδιακές συνελεύσεις οι εντολοδόχοι που τις απαρτίζουν δεν «αντιπροσωπεύουν» τους πολί-τες ούτε διαμορφώνουν πολιτικές «εξ ονόματός τους». Οι εντολοδόχοι στις συνομοσπονδιακές συνελεύσεις της πόλης μπορεί να εκλέγονται εκ περιτροπής αλλά θα πρέπει να είναι άμεσα ανακλητοί από τις συνε- λεύσεις γειτονιάς μέσω των δημοκρατικών διαδικασιών που εκείνες θα έχουν καθιερώσει. Σε αυτό το στάδιο, οι ομάδες/οργάνωση Περιεκτικής Δημοκρατίας θα μπορούσαν επίσης να απαιτήσουν την επίσημη ανα-γνώριση των συνελεύσεων γειτονιάς από το δημοτικό συμβούλιο, κα-θώς και την παραχώρηση συγκεκριμένων εξουσιών σε αυτές ●● η εκλογή ενός «σκιώδους δημοτικού συμβουλίου», δηλαδή ενός συμβουλίου το οποίο θα είναι η «σκιά» του επίσημου δημοτικού συμ-βουλίου και θα κάνει εναλλακτικές προτάσεις πάνω στην ατζέντα του επίσημου. Το σκιώδες συμβούλιο θα αποτελείται από εντολοδόχους των δημοτικών συνελεύσεων και θα κάνει προτάσεις στην βάση των γε- νικών αρχών που αποφασίζουν οι συνελεύσεις. Οι ίδιες αρχές που θα ισχύουν στην εκλογή/ανάκληση των εντολοδόχων στην συνομοσπον-διακή συνέλευση θα πρέπει να ισχύουν και εδώ ●● το αίτημα για την μεγαλύτερη δυνατή αποκέντρωση της πολιτικής εξουσίας, καθώς και της οικονομικής εξουσίας (φορολογική εξουσία/ εξουσία στον καθορισμό των δαπανών) στο τοπικό επίπεδο, με δεδο-μένο ότι η αποκέντρωση είναι η βάση της οργάνωσης μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι όλα αυτά τα βήματα, καθώς και εκείνα που θα περιγραφούν παρακάτω, δεν στοχεύουν στην επίτευξη κάποιας μορφής μεταρρυθμίσεων των υπαρχόντων θεσμών πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, δηλαδή του συστήματος της οικο-νομίας της αγοράς και της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας». Γι’ αυτό άλλωστε κάθε «μεταβατικό» αίτημα (π.χ. αυτό για μεγαλύτερη αποκέ-ντρωση), θα πρέπει να συνδέεται με τον μακροπρόθεσμο στόχο της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Το κίνημα Περιεκτικής Δημοκρατίας είναι «αντισυστημικό» και όχι ρεφορμιστικό, και θα προσπαθήσει να πετύχει όλους τους στόχους του με ειρηνικά μέσα, μολονότι σε κάποιο στάδιο μπορεί να δεχτεί την βίαια επίθεση από τις άρχουσες ελίτ, οπότε βέ-βαια θα πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ωστόσο, όσο περισ-σότερο «ηγεμονικό» γίνεται το κοινωνικό παράδειγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, τόσο πιο δύσκολο θα είναι για τις άρχουσες ελίτ να επιβά-
λουν την θέλησή τους με την βία.

Μετάβαση σε μια οικονομική δημοκρατία
Όσον αφορά στον στόχο της οικοδόμησης εναλλακτικών οικονομικών θε-σμών που θα οδηγήσουν σε μια οικονομική δημοκρατία, το πρόγραμμα θα πρέπει να καθιστά σαφές το γιατί η κατάληψη από μέρους του κινή-ματος της Περιεκτικής Δημοκρατίας πολλών δημοτικών συμβουλίων θα μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες για:
α) την δραστική αύξηση της οικονομικής αυτοδυναμίας των δήμων (οι δήμοι εννοούνται εδώ όχι βέβαια όπως οι σημερινοί δήμοι αλλά ως οι εκ-κλησίες του δήμου, δηλ. οι συνελεύσεις των πολιτών), β) την δημιουργία ενός δημοτικού οικονομικού τομέα, δηλαδή ενός το-μέα που ανήκει στον δήμο, και γ) την δημιουργία ενός δημοκρατικού μηχανισμού για την συνομο-σπονδιακή κατανομή των πόρων. Στο προηγούμενο κεφάλαιο εξετάσαμε γενικά τις συνθήκες αυτές, ενώ στο κεφάλαιο αυτό θα τις εξετάσουμε ως τμήματα του προγράμματος για την μετάβαση σε μια Περιεκτική Δημοκρατία. Όσον αφορά στην αυτοδυναμία, υπάρχει μια σημαντική βιβλιογραφία των Πράσινων πάνω στο θέμα, η οποία, ωστόσο, υποφέρει από το βασικό μειονέκτημα ότι είναι ρεφορμιστική, δηλαδή στοχεύει στην μεταρρύθ-μιση της οικονομίας της αγοράς με στόχο την μεγαλύτερη αυτοδυναμία. Ωστόσο, ένα κίνημα Περιεκτικής Δημοκρατίας θα πρέπει να αναπτύξει μια μεταβατική στρατηγική για ριζοσπαστική αποκέντρωση της εξουσί-ας/δύναμης προς τους δήμους, με ρητό στόχο την αντικατάσταση του σημερινού πολιτικού και οικονομικού θεσμικού πλαισίου. Βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση θα μπορούσαν να είναι η προσπάθεια (η οποία θα διευκολυνθεί όταν η τοπική εξουσία θα έχει κατακτηθει) για την ενδυνά-μωση της: ●● τοπικής χρηματοπιστωτικής εξουσίας που σταδιακά θα έκανε άχρηστο το επίσημο νόμισμα. Σε πρώτο στάδιο θα μπορούσαν να εισα-χθούν σχήματα LETS76 –που ήδη λειτουργούν επιτυχώς σε χώρες όπως η Βρετανία– για την άμεση ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ μελών του δήμου, ως ένα πρώτο βήμα για την εγκαθίδρυση δημοτι-κών συστημάτων για την κάλυψη των αναγκών των πολιτών χωρίς την χρήση χρήματος, Σε ένα δεύτερο στάδιο θα μπορούσαν να δημιουρ-γηθούν Δημοτικές Πιστωτικές Ενώσεις (δηλ. χρηματοπιστωτικοί συνε- ταιρισμοί που υποστηρίζονται από τον δήμο) για την παροχή δανείων «σε είδος» στα μέλη για τις προσωπικές και επενδυτικές ανάγκες τους, ως ένα πρώτο βήμα για την δημιουργία ενός δικτύου δημοτικών τρα- πεζών. Τα δάνεια δηλαδή αυτά θα επιτρέπουν στους δανειολήπτες να «αγοράζουν» (με την χρήση των δημοτικών πιστωτικών καρτών που θα τους χορηγούνται) αγαθά και υπηρεσίες που παράγουν ή προμη-θεύονται από αλλού οι δημοτικές επιχειρήσεις. Οι δημοτικές πιστωτικές κάρτες θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των βασικών αναγκών όλων των πολιτών, μέσω της χρήσης τοπικά παραγό-μενων αγαθών και υπηρεσιών, ως ένα πρώτο βήμα για την ίδρυση ενός συστήματος διατακτικών ή πιστωτικών καρτών για την κατανομή των παραγωγικών πόρων που θα έκανε άχρηστο το επίσημο νόμισμα στην τοπική περιεκτική δημοκρατία. ●● τοπικής φορολογικής εξουσίας, μέσω της φορολογικής αποκέ- ντρωσης, δηλαδή της μεταβίβασης της φορολογικής εξουσίας από το εθνικό στο τοπικό επίπεδο, για όσο διάστημα το επίσημο νόμισμα θα συμβιώνει με τα εναλλακτικά μέσα κατανομής των πόρων στην τοπι-κή Περιεκτική Δημοκρατία που δημιουργούνται παράλληλα. Αρχικά, οι νέοι τοπικοί φόροι θα είναι συμπληρωματικοί ως προς τους κρατικούς φόρους, αλλά το κίνημα Περιεκτικής Δημοκρατίας θα πρέπει να αγω-νιστεί για την φορολογική αποκέντρωση και την παράλληλη εισαγωγή ενός νέου δημοτικού συστήματος φορολόγησης (δηλ. ενός φορολογικού συστήματος που ελέγχεται από τους δήμους), το οποίο θα μπορούσε ναχρησιμοποιηθεί για: α) την χρηματοδότηση ενός προγράμματος δημοτικοποίησης των τοπι-κών παραγωγικών πόρων, που θα παρείχε και δυνατότητες απασχόλη-σης στους πολίτες του δήμου, β) την χρηματοδότηση ενός περιεκτικού προγράμματος κοινωνικών Βλ. για περιγραφή των σχημάτων αυτών, δαπανών που θα κάλυπτε τις βασικές ανάγκες όλων των πολιτών,
γ) την χρηματοδότηση διαφόρων θεσμικών αλλαγών που θα έκαναν εφικτή την δημοκρατία στο νοικοκυριό (π.χ. πληρωμή της οικιακής ερ-γασίας, της φροντίδας των παιδιών και των ηλικιωμένων κ.λπ.), δ) την χρηματοδότηση προγραμμάτων για την αντικατάσταση των πα-ραδοσιακών πηγών ενέργειας με τοπικούς ενεργειακούς πόρους, ιδιαί-τερα με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ηλιακή, αιολική κ.λπ.), ε) την επιβολή οικονομικών κυρώσεων στις θυγατρικές και στα τμήματα μεγάλων επιχειρήσεων που έχουν την βάση τους στην περιοχή για τις οποιεσδήποτε αντιοικολογικές ή αντεργατικές δραστηριότητές τους. Έτσι, η συνισταμένη των παραπάνω μέτρων θα είναι η αναδιανομή της οικονομικής δύναμης στο εσωτερικό του δήμου, με την έννοια της μεγα-λύτερης ισότητας στην κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου. Αυτό, σε συνδυασμό με την εισαγωγή ενός δημοκρατικού πλάνου, θα δημι- ουργούσε μια γερή βάση για την μετάβαση προς την πλήρη οικονομική δημοκρατία. εξουσίας ●● για τον καθορισμό της τοπικής παραγωγής, μέσω, αρ-χικά, της παροχής οικονομικών κινήτρων προς τους τοπικούς παραγω-γούς/καταστήματα/πολίτες, προκειμένου να παρακινηθούν ώστε να παράγουν/πωλούν/αγοράζουν τοπικά παραγόμενα προϊόντα, με στόχο το σπάσιμο των αλυσίδων των μεγάλων εταιρειών παραγωγής και δια-νομής. Στη συνέχεια, η δημιουργία δημοτικών επιχειρήσεων (δηλ. επιχει-ρήσεων που ανήκουν στους δήμους και ελέγχονται από τις δημοτικές συνελεύσεις), θα έδινε την εξουσία στους δήμους να αναλάβουν όλο και περισσότερο την παραγωγή (βλ. παρακάτω). ●● της εξουσίας για την κάλυψη των αναγκών πρόνοιας των τοπι-κών πολιτών, μέσω της δημιουργίας ενός δημοτικού συστήματος πρό-νοιας, δηλαδή ενός συστήματος πρόνοιας που θα ελέγχεται από τονδήμο και θα παρέχει σημαντικές κοινωνικές υπηρεσίες (εκπαίδευση, υγεία, στέγαση, κ.λπ.) τοπικά, ή περιφερειακά σε συνεργασία με άλλουςδήμους της περιοχής. Ένα τέτοιο σύστημα, όχι μόνο θα μεγιστοποιούσε την χρήση των τοπικών παραγωγικών πόρων αλλά, επίσης, θα μείωνε δραστικά την εξωτερική εξάρτηση. Ερχόμενοι στην συνέχεια στην δημιουργία ενός δημοτικοποιημένου οι-κονομικού τομέα, αυτό αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα για την μετάβαση σε μία Περιεκτική Δημοκρατία, όχι μόνο λόγω της σημασίας που έχει όσον αφορά στην ίδια την οικονομική δημοκρατία, αλλά, επίσης, και λόγω του ότι η εγκαθίδρυση αυτοδιαχειριζόμενων παραγωγικών μονάδων συνιστά το θεμέλιο της δημοκρατίας στους τόπους εργασίας. Ένας δημοτικοποιη-μένος τομέας θα ενείχε νέες συλλογικές μορφές ιδιοκτησίας οι οποίες θα διασφάλιζαν τον έλεγχο της παραγωγής, όχι μόνο από τους εργαζόμενους στις παραγωγικές μονάδες, αλλά, επίσης, από τον δήμο. Αυτό θα μπορού- σε να επιτευχθεί μέσω της δημιουργίας: ●● Δημοτικών Επιχειρήσεων, δηλαδή παραγωγικών μονάδων που θα μπορούσαν να ανήκουν στον δήμο και να διευθύνονται από τους ερ- γαζόμενους στις μονάδες αυτές, ενώ η τεχνική διαχείριση (μάρκετινγκ, σχεδιασμός κ.λπ.) θα μπορούσε να ανατίθεται σε εξειδικευμένο προσω- πικό. Εντούτοις, ο συνολικός έλεγχος των δημοτικών επιχειρήσεων θα πρέπει να ανήκει στις δημοτικές συνελεύσεις, οι οποίες θα επιβλέπουν την παραγωγή και τις πολιτικές απασχόλησης και περιβάλλοντος που ακολουθούν, διασφαλίζοντας ότι θα επιδιώκεται το «γενικό κοινωνικό συμφέρον» αντί για τα «μερικά» συμφέροντα των μελών της κάθε δημο- τικής επιχείρησης. Παρόμοιες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να ιδρυθούν ακόμα και πριν την κατάληψη του δημοτικού συμβουλίου από τους υποστηρικτές του προτάγματος της Περιεκτικής Δημοκρατίας μέσω της χρήσης, για παράδειγμα, Δημοτικών Κτηματικών Εταιρειών (Land Τrusts), μολονότι οι επιχειρήσεις αυτές θα μπορέσουν να ανθίσουν πραγματικά μόνο μετά την κατάκτηση της τοπικής εξουσίας.77 Οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να διαχωρίζονται σαφώς τόσο από τις γραφειοκρατικές σοσιαλιστικές επιχειρήσεις, όσο και από τις καπιταλι- στικές εταιρείες. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσα από την απο-κέντρωση της λήψης αποφάσεων που είναι δυνατή στο πλαίσιο κοοπε-ρατίβων που ανήκουν μεν στον δήμο αλλά είναι αυτοδιαχειριζόμενες. Έτσι, η δημοτική συνέλευση θα μπορούσε να καθορίσει κοινωνικούς και οικολογικούς στόχους τους οποίους θα πρέπει να επιδιώκει η δημο-τική επιχείρηση, ενώ την ίδια την επιχείρηση θα την διαχειρίζονται τα μέλη της. Η επιβίωσή τους στην μεταβατική περίοδο θα εξαρτηθεί από το πόσο πετυχημένοι θα είναι οι νέοι πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί στην δημιουργία μιας νέας συνειδητοποίησης, η οποία θα κάνει τους πολίτες περισσότερο ανθεκτικούς σε καθαρά οικονομικά κίνητρα. Ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή θα είναι η παραγωγή των δημοτικών επιχειρήσεων να απευθύνεται αποκλειστικά στην τοπική αγορά, με την χρήση των τοπικών πόρων. Αυτό προϋποθέτει ότι οι δη- μοτικές επιχειρήσεις, σε αντίθεση με τις παρεμφερείς δραστηριότητες των Πρασίνων, θα αποτελούν μέρος ενός περιεκτικού προγράμματος για την δημοτικοποίηση της οικονομίας –με άλλα λόγια, ενός προγράμ-ματος του οποίου τα συστατικά στοιχεία είναι η αυτοδυναμία, η δημο- τική ιδιοκτησία και η συνομοσπονδιακή κατανομή των πόρων. Στόχος αυτής της διαδικασίας είναι η βαθμιαία μετατόπιση ολοένα και περισσό- τερων ανθρώπινων και μη πόρων από την οικονομία της αγοράς στον νέο «δημοτικό» τομέα της οικονομίας, ο οποίος θα αποτελέσει την βάση μιας ΠΔ. Στο τέλος της διαδικασίας αυτής, οι δημοτικές επιχειρήσεις θα ελέγχουν την τοπική οικονομία και θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στην συνομοσπονδία των δήμων, που θα ήταν πλέον σε θέση να αγοράζει, ή να απαλλοτριώνει, μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις. ●● ενός δικτύου δημοτικών τραπεζικών συνεταιρισμών, παρόμοι-ου, για παράδειγμα, με το δίκτυο των Βάσκων της Caja Laboral Popular στην Ισπανία,78 το οποίο είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο που υπο-στηρίζει τους συνεταιρισμούς Mondragon, και το οποίο θα μπορούσε να ιδρυθεί πριν την κατάκτηση της τοπικής εξουσίας. Όταν, όμως, θα έχουν επικρατήσει οι υποστηρικτές της Περιεκτικής Δημοκρατίας σε έναν αριθμό πόλεων/δήμων στις τοπικές εκλογές, τότε θα υπάρχει η δυνατότητα δημιουργίας ενός δικτύου δημοτικών τραπεζών κάτω από την ιδιοκτησία και τον έλεγχο του δήμου. Έτσι, κάθε πόλη/δήμος θα μπορούσε να διαθέτει την δική της δημοτική τράπεζα, η οποία θα μπο-ρούσε αρχικά να ενσωματωθεί σε ένα περιφερειακό και, στην συνέχεια, σε ένα συνομοσπονδιακό δίκτυο. Η δημοτική τράπεζα θα μπορούσε ναχρησιμοποιηθεί: α) για την απορρόφηση των τοπικών αποταμιεύσεων προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τοπικά, φιλικά προς το περιβάλλον, επενδυτικά προ-γράμματα που μεγιστοποιούν την τοπική εργασία,β) για την προσφορά άλλων εξειδικευμένων υπηρεσιών που θα επέτρε-παν την δημιουργία και λειτουργία δημοτικών επιχειρήσεων από κάθε ενδιαφερόμενη κοινωνική ομάδα της περιοχής, η οποία δεν είναι απα-ραίτητο να διαθέτει και την απαιτούμενη εξειδικευμένη γνώση (π.χ. ερ-γαζόμενοι χρεωκοπημένων εταιρειών, άνεργοι, χαμηλόμισθοι κ.λπ.), γ) για την διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τον τύπο παραγωγικών μονά-δων που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν στην περιοχή, βάσει κρι-τηρίων που θα στόχευαν στην μεγιστοποίηση της τοπικής απασχόλη-σης, της τοπικής (και συνεπώς της συνομοσπονδιακής) οικονομικής αυτοδυναμίας και παραγωγικότητας, καθώς και την ελαχιστοποίηση των συνεπειών στο περιβάλλον, δ) για την παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών πάνω στον σχεδιασμό της οργάνωσης παραγωγής και των τόπων εργασίας, στην εκπαίδευση ανθρωπίνου δυναμικού, στα λογιστικά συστήματα, κ.λπ. Τέλος, όσον αφορά στην μετάβαση σε μια Συνομοσπονδιακή Κατανομή Πόρων, το θεμελιώδες πρόβλημα που αντιμετωπίζει μια στρατηγική που οδηγεί σε ένα σύστημα συνομοσπονδιακής κατανομής των πόρων είναιτο πώς θα εισαχθούν οι κατάλληλες θεσμικές αλλαγές για την οικονομική δημοκρατία, οι οποίες θα είναι συμβατές με το θεσμικό πλαίσιο που, στο μεταβατικό στάδιο, θα εξακολουθεί να είναι η οικονομία της αγοράς. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, η συνομοσπονδιακή κατανομή των πόρων περιλαμβάνει δύο βασικούς μηχανισμούς κατανομής των πόρων, δηλαδή, έναν μηχανισμό δημοκρατικού σχεδιασμού για τις περισσότερες από τις μακροοικονομικές αποφάσεις (στοιχείο κοινωνικής αυτονομίας) και ένα σύστημα διατακτικών ή πιστωτικών καρτών για τις περισσότερες από τις μικροοικονομικές αποφάσεις, οι οποίες, με την αντικατάσταση της πραγματικής αγοράς με μια τεχνητή αγορά, θα δημιουργούσαν συνθήκες ελευθερίας επιλογής (στοιχείο ατομικής αυτονομίας). Είναι σαφές ότι το ένα πλήρες σύστημα συνομοσπονδιακής κατανομής των πόρων δεν μπορεί να εισαχθεί πριν την ανάδυση μιας πλήρους οι-κονομικής δημοκρατίας με την μορφή μιας συνομοσπονδίας δήμων –μολονότι βήματα προς την κατεύθυνση αυτήν θα μπορούσαν να γίνουν και νωρίτερα (π.χ. το σχήμα δημοτικής πιστωτικής κάρτας που αναφέρθηκε παραπάνω). Εντούτοις, ένα σύστημα δημοκρατικού σχεδιασμού είναι εφικτό ακόμα και στην μεταβατική περίοδο μολονότι, προφανώς, η εμβέλειά του για την λήψη αποφάσεων θα είναι σημαντικά περιορισμένη από την οικονομία της αγοράς. Παρ’ όλα αυτά, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να παίξει έναν χρήσιμο ρόλο στην εκπαίδευση των ανθρώπων στην οικο-νομική δημοκρατία και, ταυτόχρονα, στην δημιουργία των προϋποθέσεων για ατομική και κοινωνική αυτονομία. Όμως, για να έχει νόημα οποιοσδήποτε δημοκρατικός μηχανισμός και να καταφέρει να ελκύσει τους πολίτες να μετέχουν στην διαδικασία λήψης αποφάσεων, προϋποτίθεται ότι οι ίδιες οι λαμβανόμενες αποφάσεις είναι σημαντικές. Είναι, επομένως, κρίσιμο κατά την διάρκεια της μετάβασης σε μια Περιεκτική Δημοκρατία ο δήμος να έχει ενισχυθεί με σημαντικές εξουσίες που θα τον έχουν μετατρέψει σε ένα συνεκτικό τοπικό φορολογικό και οικονομικό σύστημα. Τότε, οι δημοτικές συνελεύσεις θα μπορούσαν να εξουσιοδοτηθούν να παίρνουν αποφάσεις που επηρεάζουν την οικονομική ζωή της τοπικής κοινωνίας, οι οποίες θα μπορούσαν να εκτε-λεστούν από το δημοτικό συμβούλιο ή κάποιο άλλο σχετικό σώμα, αφού αυτό έχει μετατραπεί, τυπικά η άτυπα, ανάλογα με τo υπάρχον νομικό πλαίσιο, σε ένα σώμα ανακλητών εντολοδόχων. Έτσι, η μετατόπιση της φορολογικής εξουσίας προς τις πόλεις/δήμους, που θα πρέπει να αποτελεί βασικό αίτημα ενός κινήματος Περιεκτικής Δημοκρατίας, θα επέτρεπε στις δημοτικές συνελεύσεις να καθορίζουν το ύψος των τοπικών φόρων και τον τρόπο με τον οποίο οι φόροι θα επιβάλλονται πάνω στο εισόδημα, τον πλούτο, την χρήση γης και ενέργειας, καθώς και πάνω στην κατανάλωση. Οι δημοτικές συνελεύσεις θα μπορούσαν να συνέρχονται σε ετήσια βάση και να συζητούν διάφορες προτάσεις πάνω στο ύψος της φορολόγησης για το επερχόμενο έτος, σε σχέση με τον τρόπο που θα ξοδευτούν τα χρήματα που συλλέγονται από τον δήμο. Με τον τρόπο αυτό, οι δημοτικές συνελεύσεις θα άρχιζαν να παίρνουν στα χέρια τους τις δημοσιονομικές εξουσίες του κράτους, σε ότι αφορά τους δήμους τους, παρ’ όλο που κατά την μεταβατική περίοδο, μέχρις ότου η συνομοσπονδιοποίηση των δήμων αντικαταστήσει το κράτος, θα εξακολουθούν να υπόκεινται στη δημοσιονομική εξουσία του κράτους. Παρόμοια μέτρα μπορούν να ληφθούν και όσον αφορά στις σημερινές κρατικές εξουσίες που σχετίζονται με την κατανομή των χρηματοπιστωτικών πόρων. Η εισαγωγή ενός συστήματος δημοτικών τραπεζών, σε συνδυασμό με τις δημοτικές πιστωτικές κάρτες, θα δώσει σημαντική δύ- ναμη στις δημοτικές συνελεύσεις ώστε να καθορίζουν την κατανομή των χρηματοπιστωτικών πόρων κατά την υλοποίηση των στόχων του δήμου (την δημιουργία νέων επιχειρήσεων, την ικανοποίηση οικολογικών στόχων κ.λπ.). Τέλος, οι συνελεύσεις θα διέθεταν σημαντικές εξουσίες στον καθορισμό της κατανομής των πόρων στον δημοτικοποιημένο τομέα, δηλαδή, τις δημοτικές επιχειρήσεις και το δημοτικό σύστημα πρόνοιας. Ως ένα πρώτο βήμα, οι δημοτικές συνελεύσεις θα μπορούσαν να εισαγάγουν ένα σχήμα ειδικών πιστωτικών καρτών σε σχέση με τις κοινωνικές υπηρεσίες, όπου όλοι οι δικαιούχοι θα «επιστώνοντο» με ένα αριθμό ωρών παροχής κοινωνικών υπηρεσιών για την κάλυψη των σχετικών αναγκών τους. Σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν ένας σημαντικός αριθμός δήμων συμμετέχει στην συνομοσπονδία περιεκτικών δημοκρατιών, οι δημοτικές συνελεύσεις θα μπορούσαν να επεκτείνουν το σύστημα αυτό για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες όλων των πολιτών, αρχικά, παράλληλα με την οικονομία της αγο-ράς –μέχρι την σταδιακή κατάργησή της.

Μετάβαση σε μια δημοκρατία στο κοινωνικό πεδίο Όπως ανέφερα και παραπάνω, η μεταβατική στρατηγική θα πρέπει να πε-ριλαμβάνει βήματα για την ανάπτυξη θεσμών που δημιουργούν μια «δη-μοκρατία στο κοινωνικό πεδίο» (θεσμοί αυτοδιαχείρισης στους τόπους εργασίας, το νοικοκυριό, τους τόπους εκπαίδευσης κ.λπ.), καθώς και των αξιών που ανταποκρίνονται σε αυτήν. Αυτό συνεπάγεται ότι οι ομάδες Περιεκτικής Δημοκρατίας, πέρα από την συμμετοχή σε αγώνες για την εργατική δημοκρατία, την δημοκρατία στα νοικοκυριά, την δημοκρατία στους εκπαιδευτικούς θεσμούς κ.ο.κ., θα πρέπει να θέσουν σε κίνηση δια-δικασίες για την εγκαθίδρυση εναλλακτικών θεσμών –όπως είναι οι δημο-τικές επιχειρήσεις, οι δημοτικές κλινικές, σχολεία κ.λπ.– οι οποίοι θα είναι αυτοδιαχειριζομενοι, όπως περιγράφηκε παραπάνω. Επιπροσθέτως, οι ομάδες ΠΔ θα πρέπει να πραγματοποιήσουν βήματα για την ενδυνάμωσητης αυτοδιαχείρισης στους υπάρχοντες θεσμούς Η δημιουργία μιας εναλλακτικής κουλτούρας παίζει κρίσιμο ρόλο στηνδιαδικασία της δημιουργίας μιας δημοκρατικής Παιδείας, δηλαδή ενός συστήματος καθολικής εκπαίδευσης που μορφοποιεί τον χαρακτήρα τουδημοκρατικού πολίτη και, ταυτόχρονα, προωθεί το σύστημα αξιών που εί-ναι συνεπές με μια Περιεκτική Δημοκρατία, ώστε αυτό να καταλάβει ηγε- μονική θέση στην κοινωνία. Αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα από το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο αποτελεί βασικό τμήμα της διαδικασίας κοινωνικοποίησης, η οποία παράγει πειθαρχημένα άτομα αντί για ελεύθερους πολίτες. Παρόμοια, θα πρέπει να ενισχύεται με κάθε τρόπο η ελεύθερη έκφραση των καλλιτεχνών η οποία, ελεύθερη από κα- πιταλιστικούς ή γραφειοκρατικούς περιορισμούς, θα αντικαταστήσει τις σημερινές ελεγχόμενες από τις ελίτ καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Στο πλαίσιο αυτό, αναγκαία είναι η εγκαθίδρυση ενός συστήματος εναλλακτικών αυτοδιαχειριζόμενων ΜΜΕ, ακόμα και πριν την κατάληψη της τοπικής εξουσίας, με στόχο την παρουσίαση των ειδήσεων από την λαϊκή σκοπιά παρά από την σκοπιά των ελίτ. Τα εναλλακτικά ΜΜΕ που ιδρύονται ως μέρος του προγράμματος Περιεκτικής Δημοκρατίας θα δι-αδραματίσουν έναν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη μιας «εναλλακτικής συ-νειδητοποίησης», όσον αφορά στις μεθόδους επίλυσης των οικονομικών και οικολογικών προβλημάτων με δημοκρατικό τρόπο. Τα εναλλακτικά ΜΜΕ θα πρέπει να τονίζουν την συστημική φύση της σημερινής οικονο- μικής και οικολογικής κρίσης και να κάνουν προτάσεις για το πώς μπορεί να ξεκινήσει το χτίσιμο της νέας κοινωνίας. Μόλις κατακτηθεί η τοπική εξουσία, αυτά τα εναλλακτικά ΜΜΕ θα πρέπει να μετατραπούν σε δημοτι- κά ΜΜΕ, τα οποία θα βρίσκονται υπό τον συνολικό έλεγχο των δημοτικών συνελεύσεων. Συνοψίζοντας, θα πρέπει να προωθήσουμε μια νέα κουλτούρα για μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία θα χαρακτηρίζεται από πολύ διαφορετι- κές αξίες από αυτές της οικονομίας της αγοράς. Οι αξίες της ετερονομίας,του ανταγωνισμού, του ατομικισμού και του καταναλωτισμού, οι οποίες είναι κυρίαρχες σήμερα, θα πρέπει να αντικατασταθούν σε μια δημοκρα- τική κοινωνία από τις αξίες της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, της συνεργασίας, της αμοιβαίας βοήθειας, της αλληλεγγύης και της διανομής. Μετάβαση σε μια οικολογική δημοκρατία Τέλος, η μεταβατική στρατηγική θα πρέπει να περιλαμβάνει βήματα για την ανάπτυξη θεσμών και αξιών που θα έχουν ως στόχο την επανενσωμά- τωση της κοινωνίας στην Φύση και την εξάλειψη κάθε ανθρώπινης προ- σπάθειας κυριαρχίας του φυσικού κόσμου. Αυτό συνεπάγεται, εκτός από την συμμετοχή σε αγώνες ενάντια στις δραστηριότητες των πολιτικών και οικονομικών ελίτ που έχουν ως αποτέλεσμα την σημερινή οικολογική κρί- ση, το ξεκίνημα διαδικασιών για την ίδρυση εναλλακτικών, «φιλικών προς το περιβάλλον» θεσμών και ανανεώσιμων μορφών ενέργειας. Στην πραγ- ματικότητα, όπως ήδη είδαμε, η εγκαθίδρυση νέων πολιτικών και οικο- νομικών θεσμών από μόνη της, και ειδικότερα η δραστική αποκέντρωση την οποία συνεπάγονται οι νέοι θεσμοί, αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα προς την κατεύθυνση αυτήν, καθώς επιτρέπει την ανάπτυξη νέων τρόπων ζωής, νέων μορφών εργασίας, παραγωγής, χρήσης της ενέργειας και κατανά- λωσης, οι οποίες είναι απόλυτα συμβατές με τον στόχο μιας οικολογικής δημοκρατίας. Συμπερασματικά, κανείς δεν θα πρέπει να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας θα είναι μια σύντομη διαδικασία, ή ότι η υλοποίηση ενός προγράμματος μεταβατικής στρατηγικής δεν θα αντιμε- τωπίσει τον πόλεμο των ελίτ που ελέγχουν την κρατική μηχανή και την οικονομία της αγοράς. Η διαδικασία αυτή θα είναι αναγκαστικά μακρό- χρονη, θα εκτείνεται δηλαδή σε μια ολόκληρη ιστορική περίοδο και θα εμπλέκει ένα τεράστιο λαϊκό κίνημα. Ωστόσο, χωρίς να υποτιμώ τις δυ- σκολίες που εμπεριέχονται στο πλαίσιο των σημερινών τελειοποιημένων μεθόδων ελέγχου της σκέψης και οικονομικής βίας, οι οποίες, στην πράξη, μπορεί να αποδειχτούν περισσότερο αποδοτικές μέθοδοι για την κατα- στολή ενός κινήματος για μια Περιεκτική Δημοκρατία από την καθαρή κρατική βία, θεωρώ ότι η προτεινόμενη στρατηγική είναι ρεαλιστική στην  πορεία για μια νέα, πραγματικά δημοκρατική, κοινωνία.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

O Τάκης Φωτόπουλος είναι πολιτικός φιλόσοφος και διευθυντής από το 1992 του διεθνούς θεωρητικού περιοδικού Society & Nature / Democracy and Nature The International Journal of Inclusive DemocracyΕπίσης είναι τακτικός συνεργάτης της Ελευθεροτυπίας. Προηγουμεενως ήταν καθηγητής (senior lecturer) Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Β. Λονδίνου (1969-1989). Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στα φοιτητικά του χρόνια ανέπτυξε έντονη αντί-ΕΚΟΦικη συνδικαλιστική δραστηριότητα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1966 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου έκανε, με υποτροφία του Πανεπιστήμιου Αθηνών, τις μεταπτυχιακές σπουδές του στα Οικονομικά στην London School of Economics. Στη διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε  αντιδικτατορική δραστηριότητα στο Λονδίνο, όπου, μεταξύ άλλων, συνεργάστηκε με την εφημερίδα Μαμή, που εκδιδετο από τις Επαναστατικές Σοσιαλιστικές Ομάδες (ΕΣΟ). Είναι συγγραφέας 23 βιβλίων και πάνω απο 900 άρθρων στα Αγγλικά και Ελληνικά, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 20 γλώσσες. Το βιβλίο του Towards an Inclusive Democracy (London/New York:Cassell/Continuum, 1997) έχει κυκλοφορήσει και στα Ελληνικά, Περιεκτική Δημοκρατία (Καστανιώτης 1999 και επανέκδοση Περιεκτική Δημοκρατία: 10 Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος, 2008), καθώς και στα Ιταλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Γερμανικά και Κινέζικα. Το τελευταίο του βιβλίο στα Ελληνικά είναι H Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ: Η ανάγκη για άμεση έξοδο απο την ΕΕ και για μια αυτοδύναμη Οικονομία (Γόρδιος, Νοέμβρης 2010).

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s