ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Σοσιαλισμός
Η σοσιαλιστική σκέψη αναπτύχθηκε αρχικά σε χώρες που είχαν γνωρίσει τη Βιομηχανική Επανάσταση και τα κοινωνικά προβλήματα που προκάλεσε (εξαθλίωση εργατών σε άθλιες πόλεις, αλκοολισμός, πορνεία, παιδική εργασία κτλ.). Ο σοσιαλισμός, ως πολιτική θεωρία, εμφανίστηκε με τους ουτοπικούς σοσιαλιστές Οι ουτοπικοί σοσιαλιστές αναζητούσαν τρόπους για τη δημιουργία μιας κοινωνίας αδελφοσύνης και ισότητας. Στην Αγγλία, ο ουαλικής καταγωγής βιομήχανος Ρόμπερτ Όουεν (1771-1858) προσπάθησε να φτιάξει βιομηχανικά συγκροτήματα στα οποία θα υπήρχε ισότητα. Τις ιδέες του προσπάθησε να τις εφαρμόσει, από το 1800, στο χωριό Νιου Λάναρκ όπου βρισκόταν το βαμβακοκλωστήριό του. Αύξησε τους μισθούς των εργατών, μείωσε το ωράριο, απαγόρευσε την εργασία σε παιδιά κάτω των δέκα ετών, έφτιαξε σχολεία και σπίτια για τους εργάτες. Το πείραμά του συνάντησε αντίδραση από τους βιομήχανους της περιοχής και σύντομα κατέρρευσε. Στη Γαλλία, ο Σαρλ Φουριέ (1772-1837) υποστήριξε ότι πρέπει, σε συνεργασία με το κράτος, να δημιουργηθούν συνεταιριστικές κοινότητες (φαλανστήρια). Τα φαλανστήρια ήταν ενώσεις επιχειρηματιών και εργαζομένων, στις οποίες τα προϊόντα της εργασίας διανέμονταν αναλογικά. Το σχέδιο του Φουριέ δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ο Σαιν Σιμόν (1760-1825) κατέκρινε τα κληρονομικά προνόμια των ευγενών. Πίστευε ότι η ικανότητα του καθενός πρέπει να είναι το κριτήριο της κοινωνικής του ανόδου. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας μπορούσε να παραγάγει περισσότερα προϊόντα και να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας. Όμως, για να γίνει αυτό, θα έπρεπε οι κοινωνικές τάξεις να συνεργαστούν πάνω σε ένα κοινά συμφωνηθέν κοινωνικό σχέδιο. Ο Βικτόρ Ουγκό, εθνικός ποιητής των Γάλλων και συγγραφέας του μυθιστορήματος Οι Άθλιοι, ήταν οπαδός του Σαιν Σιμόν. Από τον Σαιν Σιμόν, επίσης, επηρεάστηκε και ο Λουί Μπλαν (1811-1882) που πρότεινε την οργάνωση της παραγωγής σε κρατικά εργοστάσια, στα οποία οι εργάτες θα διευθύνουν την παραγωγή και θα εισπράττουν τα κέρδη της εργασίας τους. Οι ουτοπικοί σοσιαλιστές προσπάθησαν να αλλάξουν την κοινωνία μέσα από το σχέδιο και τη συναίνεση των κοινωνικών τάξεων. Όχι μέσα από τη σύγκρουσή τους. Οι Μαρξ και Ένγκελς προχώρησαν πολύ περισσότερο τον στοχασμό των ουτοπικών σοσιαλιστών δημιουργώντας τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Η χρήση του όρου «επιστημονικός» δηλώνει, σε αντιδιαστολή με τον ουτοπικό, ότι οι Μαρξ και Ένγκελς στήριξαν τις θέσεις τους στην οικονομική και κοινωνική ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας και όχι σε κάποια αφηρημένη ανθρωπιστική επίκληση για ισότητα. Οι Μαρξ και Ένγκελς βλέπουν τη λύση των κοινωνικών προβλημάτων που προκαλεί ο καπιταλισμός όχι στη συναίνεση και τη συνεργασία των κοινωνικών τάξεων αλλά στη σύγκρουσή τους (πάλη των τάξεων). Η εργατική τάξη (το προλεταριάτο) πρέπει να πάρει την πολιτική εξουσία από την αστική τάξη, να καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και να δημιουργήσει μια σοσιαλιστική κοινωνία στην οποία: • το κράτος θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο των εργατών (δικτατορία τουπρολεταριάτου). • τα μέσα παραγωγής θα ανήκουν στο κράτος. • ο καθένας θα αμείβεται ανάλογα με την εργασία του. • η υπεραξία των εργατών, που στον καπιταλισμό πήγαινε στους επιχειρηματίες, θα αποτελέσει ένα πλεόνασμα το οποίο θα επενδύεται ξανά στην παραγωγή ή θα χρησιμοποιείται για τη βελτίωση των όρων ζωής των μελών της κοινωνίας. Σταδιακά, το κράτος θα ατροφήσει και οι κοινωνικές τάξεις θα εξαφανιστούν. Απώτερος σκοπός του σοσιαλισμού είναι η δημιουργία μιας αταξικής κομμουνιστικής κοινωνίας στην οποία: • δεν θα υπάρχει κράτος. • δεν θα υπάρχουν κοινωνικές τάξεις. • o καθένας θα αμείβεται ανάλογα με τις ανάγκες του. • η οργάνωση της παραγωγής και η ρύθμιση των ζητημάτων της κοινωνίας θα γίνονται από ενώσεις των μελών της κοινωνίας (συμβούλια κτλ.). Οι ιδέες των Μαρξ και Ένγκελς βρίσκονταν στη βάση της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 αλλά και σε άλλα εγχειρήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού (βλ. 2.4).   Οι άθλιες συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης (χαμηλά ημερομίσθια, παιδική εργασία, άθλιες συνθήκες στέγασης, ανυπαρξία στοιχειώδους ασφάλειας και υγιεινής στην εργασία)οδήγησαν τους σοσιαλιστές να αναζητήσουν μια καλύτερη κοινωνική οργάνωση που θα είναι απαλλαγμένη από αυτά τα προβλήματα. Σχέδιο ενός φαλανστηρίου. Η Παρισινή Κομμούνα (1871) ήταν η πρώτη απόπειρα να εγκαθιδρυθεί το μοντέλο της άμεσης εργατικής δημοκρατίας στο Παρίσι. Είχε διάρκεια 72 ημέρες (από τις26 Μαρτίου 1871 μέχρι τις 28Μαΐου 1871).Το έργο του Μαρξ Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία εκθέτει καιαναλύει τα σημαντικότερα γεγονότα της Παρισινής Κομμούνας καθώς
και τις προσπάθειες των επαναστατών να δημιουργήσουν έναν νέο τύπο κοινωνικής οργάνωσης.

Σοσιαλισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
 Ο σοσιαλισμός είναι ένα κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και συνεταιριστική διαχείριση της οικονομίας. Στον σοσιαλισμό η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αντικαθιστά σταδιακά την ατομική ιδιοκτησία.[1] Η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών «ΕΣΣΔ»  υπήρξε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος στην παγκόσμια ιστορία. Κατά τον Μαρξ η μετάβαση  στον ολοκληρωτικό κομμουνισμό  περιλαμβάνει  μια  περίοδο  μισού κράτους  που  να  τείνει προς την εξαφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας  στην υπηρεσία της εργατικής τάξης . Η μεταβατική αυτή περίοδος είναι ο σοσιαλισμός.

 Ο όρος ιστορικά, αφορά ένα πολιτικό κίνημα του οποίου η γέννηση τοποθετείται στον 19ου αιώνα, και των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών της εποχής (βιομηχανική επανάσταση, μορφοποίηση του καπιταλισμού ως κοινωνικο/οικονομικό σύστημα), και συσχετίζεται στενά με τον όρο Αριστερά.

Οι αντιλήψεις του σοσιαλισμού πρέπει να αναζητηθούν στις απαρχές της Γαλλικής Επανάστασης, στη παράταξη των Ιακωβίνων, και από μία άλλη σκοπιά στον «ουτοπισμό» του Ανρί ντε Σαιν-Σιμόν. Η θεωρία που συγκρότησαν ο Κ. Μαρξ και ο Φρ. Ένγκελς, αντιλαμβάνεται τον σοσιαλισμό ως κατώτερη βαθμίδα του κομμουνισμού.[2][3] Βασικό χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού είναι η έναρξη μιας μακράς και δύσκολης διαδικασίας υπέρβασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η διαδικασία αυτή ξεκινά από την στιγμή της ανατροπής της αστικής εξουσίας/κυριαρχίας και την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και το λαό. (βλ. πάλη των τάξεων)[4]

Η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής (γη/τσιφλίκια, μεγάλα εργοστάσια, βασικοί τομείς της παραγωγής) καταργείται και ξεκινά η δημιουργία νέων συλλογικών σχέσεων παραγωγής, διανομής των προϊόντων και κατανομής του κοινωνικού πλούτου που θα εξυπηρετούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Στο επίπεδο της δημοκρατίας, εφαρμόζεται η εξουσία του οργανωμένου λαού (εργατικά συμβούλια, λαϊκές συνελεύσεις).[4] Οι νέες αυτές σχέσεις παραγωγής στηρίζονται στο ότι τα μέλη μιας κοινωνίας θα προσφέρουν ανάλογα με τις δυνατότητές τους και θα αμείβονται ανάλογα με την εργασία που προσφέρουν.

Τη θέση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, θα πάρει σταδιακά, η συλλογική διαχείριση με αρχικές μορφές την συνεταιριστική ιδιοκτησία (οι λεγόμενες κολεκτίβες) και την κρατική ιδιοκτησία (όσον αφορά τους βασικούς τομείς της οικονομίας όπως είναι η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, κλπ). Με την απονέκρωση/εξαφάνιση του κράτους, των κοινωνικών τάξεων και των ταξικών διαφορών, η ανθρωπότητα περνά στον κομμουνισμό. Ο κομμουνισμός (η κοινωνία δλδ στην οποία εξαφανίζονται οι κοινωνικές τάξεις, οι ταξικές διαφορές και το κράτος), είναι η κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών.

Πολιτικά ο σοσιαλισμός έχει συσχετιστεί κατά καιρούς τόσο με συστήματα λήψης αποφάσεων βασισμένα στην άμεση δημοκρατία, όσο και στηριγμένα στο συνδυασμό της άμεσης με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

Κομβικό ζήτημα στην ιστορία και στο μέλλον του σοσιαλισμού, είναι η μελέτη της φύσης και του χαρακτήρα των χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» της Ανατολικής Ευρώπης οι οποίες αυτοδιαλύθηκαν εκ των έσω κατά το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1989 και το 1991. Η εξέλιξη στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού διχάζει μέχρι σήμερα το κομμουνιστικό κίνημα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σύμφωνα με την γνώμη ορισμένων κομμουνιστών, ο σοσιαλισμός υλοποιήθηκε σε αυτές τις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Κατά την γνώμη άλλων τμημάτων του κομμουνιστικού κινήματος, στις χώρες του ανατολικού μπλοκ ουδέποτε οικοδομήθηκε -παρά τις τιτάνιες προσπάθειες των λαών- ο σοσιαλισμός (βλ. κομμουνιστική επαναθεμελίωση).

Ιστορικό

Η πρώτη προσπάθεια σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της αναδυόμενης αστικής κοινωνίας, σημειώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Άγγλο βιομήχανο Ρόμπερτ Όουεν. Αν και παρατηρήθηκαν σημαντικά μεμονωμένα αποτελέσματα, το πείραμά του μακροπρόθεσμα απέτυχε. Η απόπειρα αυτή για πολλούς απέδειξε την αδυναμία της ειρηνικής εγκαθίδρυσης σοσιαλιστικών νησίδων σ’ ένα καπιταλιστικό ωκεανό. Το εν λόγω πείραμα αφορούσε τους 2.500 εργάτες που απασχολούσε ο ίδιος στην επιχείρησή του. Ο Όουεν είναι ένας από τους πιο σημαντικούς πρώιμους εκπροσώπους των σοσιαλιστικών ιδανικών, από κοινού με τους Κλοντ Ανρί ντε Σεν Σιμόν και Σαρλ Φουριέ. Χαρακτηρίστηκαν αργότερα ως ουτοπικοί σοσιαλιστές.

Αγάλματα του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Ένγκελς στο Βερολίνο.

Η κατοπινή εμφάνιση του Καρλ Μαρξ, αλλά και του φιλελεύθερων καταβολών αναρχοατομικισμού, βοήθησε στον οριστικό σχηματισμό του σοσιαλισμού ως συγκεκριμένου, νεωτερικού πολιτικού χώρου, που απέρριπτε τόσο τον συντηρητισμό της Δεξιάς της εποχής όσο και τον αστικό φιλελευθερισμό. Η ανάλυση του Μαρξ για την πάλη των τάξεων και για τη μεθοδολογία του ιστορικού υλισμού, που στόχευε στην επιστημονική μελέτη της Ιστορίας, είναι καθοριστική για την πορεία του σοσιαλισμού ο οποίος υιοθετεί πιο ριζοσπαστική και επαναστατική προσέγγιση. Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα ο σοσιαλισμός βοηθά στην ανάδυση του εργατικού κινήματος και του συνδικαλισμού, αποτελώντας συνήθως το ιδεολογικό τους υπόβαθρο.

Χαρακτηριστική έκφραση και απόπειρα πραγμάτωσης των σοσιαλιστικών ιδεών αποτελεί η Παρισινή Κομμούνα του 1871, ή αλλιώς σύμφωνα με έκφραση του Μαρξ «η έφοδος του ανθρώπου προς τον ουρανό», η οποία κράτησε μόνο δύο μήνες. Την ίδια περίοδο η Πρώτη Διεθνής, μία διεθνής σοσιαλιστική πολιτική οργάνωση η οποία είχε ιδρυθεί από τους Μαρξ και Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, διασπάται σε αναρχικούς και μαρξιστές, με κύριο σημείο διαφωνίας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί για να μετασχηματιστεί η Ανθρωπότητα προς τον κομμουνισμό. Ο Μιχαήλ Μπακούνιν υποστηρίζει την άμεση μετάβαση σε μία αταξική, ακρατική και αυτοδιευθυνόμενη κομμουνιστική κοινωνία μέσω λαϊκής επαναστατικής ρήξης με το αστικό καθεστώς, ενώ ο Μαρξ υποστηρίζει πως μεταξύ της επανάστασης και της οικοδόμησης του κομμουνισμού πρέπει να μεσολαβήσει μία κρατικιστική, μεταβατική περίοδος όπου το κράτος θα είναι υπό τον έλεγχο της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού, της εργατικής τάξης (δικτατορία του προλεταριάτου). Αυτή είναι η απαρχή της διαίρεσης των σοσιαλιστών σε ελευθεριακούς και κρατικιστές.

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι περισσότεροι μαρξιστές οργανώνονταν πλέον σε αστικού τύπου πολιτικά κόμματα τα οποία συμμετείχαν νόμιμα στις κοινοβουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις. Ορισμένα από αυτά τα κόμματα άρχισαν να απορρίπτουν την επαναστατική προοπτική και να υποστηρίζουν έναν σταδιακό μετασχηματισμό της αστικής κοινωνίας μέσω διαρκών μετριοπαθών μεταρρυθμίσεων και κυβερνητικών μέτρων, στοχευμένων μακροπρόθεσμα σε μεγαλύτερη ισοκατανομή του πλούτου, μέσα στο πλαίσιο όμως του αστικού φιλελευθερισμού και της συνταγματικής νομιμότητας. Οι σοσιαλιστές αυτοί αργότερα αποκλήθηκαν σοσιαλδημοκράτες (ο όρος βρισκόταν ήδη σε χρήση, παλαιότερα όμως περιέγραφε συλλήβδην όλους τους μαρξιστές επειδή συμμετείχαν σε κοινοβουλευτικές εκλογές) και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε την αφορμή για την οριστική απόσχισή τους από τον επαναστατικό μαρξισμό. Αργότερα, μετά τη Μεγάλη Ύφεση, οι περισσότεροι σοσιαλδημοκράτες εγκατέλειψαν οριστικά τον μαρξισμό και την αμφισβήτηση της ελεύθερης αγοράς και του καπιταλισμού, υιοθετώντας αντίθετα τον κεϋνσιανισμό και το κράτος πρόνοιας ως κεντρικό οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό τους μοντέλο.

Παράλληλα τα επαναστατικά μαρξιστικά κόμματα άρχισαν να συσπειρώνονται γύρω από τον λενινισμό, την πολιτική θεωρία και πρακτική του ρωσικού κόμματος των Μπολσεβίκων, οι οποίοι το 1917 κατάφεραν να ανατρέψουν τόσο την απολυταρχική τσαρική μοναρχία όσο και το φιλελεύθερο καθεστώς που είχε εμφανιστεί μετά από μία προηγούμενη εξέγερση, και να εγκαθιδρύσουν ένα νέο καθεστώς που όρισαν ως δικτατορία του προλεταριάτου (βλ. Οκτωβριανή επανάσταση). Εκείνη την περίοδο τα λενινιστικά κόμματα διεθνώς άρχισαν να ονομάζονται «Κομμουνιστικά» (π.χ. Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας).

Κατά τη δεκαετία του 1960, σε μία εποχή αμφισβήτησης του κατεστημένου στις χώρες της Δύσης και ανάδυσης μίας άντεργκραουντ αντικουλτούρας, συνέβησαν σημαντικές θεωρητικές και πρακτικές εξελίξεις στον ευρύτερο σοσιαλιστικό χώρο με τελικό αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων κοινωνικών κινημάτων και πολιτικών θεωριών, όπως η Νέα Αριστερά, το αφροαμερικανικό κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων, ο μεταμαρξισμός, οι καταστασιακοί, ο σύγχρονος φεμινισμός, η αυτονομία, η πολιτική οικολογία, η κοινωνική οικολογία κλπ. Υπό τέτοιες συνθήκες, στη συνέχεια αναδύθηκε ο ευρωκομμουνισμός με αφορμή την Άνοιξη της Πράγας, αλλά και ο σύγχρονος μετααριστερός και εξεγερσιακός αναρχισμός, ο οποίος άσκησε κριτική στον κλασικό σοσιαλισμό και στις ιστορικές, σοσιαλιστικές τάσεις του κοινωνικού αναρχισμού.

Κριτική

Αμερικανική ψυχροπολεμική αντικομμουνιστική αφίσα.

Στον σοσιαλισμό έχει ασκηθεί κριτική από διαφορετικές οπτικές γωνίες και ακριβώς επειδή υπάρχουν πολλά μοντέλα σοσιαλισμού, η κριτική αυτή έχει, κατά περίπτωση, εστιάσει σε κάποιο από τα συγκεκριμένα είδη σοσιαλισμού. Έτσι, στον σοσιαλισμό έχει ασκηθεί κριτική από φιλελεύθερους και συντηρητικούς αναλυτές, ή και από σοσιαλιστές αντίθετους με τις ήδη εφαρμοσμένες, υπαρκτές εκδοχές σοσιαλισμού, η οποία μπορεί να διακριθεί σε δύο κατηγορίες: κριτική στον κομμουνισμό και κριτική στην κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία.

Η θεωρητική κριτική που έχει ασκηθεί στον κομμουνισμό μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις διαφορετικές τάσεις: κριτική στην ίδια τη σύλληψη της κομμουνιστικής κοινωνίας, κριτική στη μεταβατική «δικτατορία του προλεταριάτου» όπως αυτή εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ένωση και στο ανατολικό μπλοκ (εδώ συμπεριλαμβάνεται η κριτική στον λενινιστικό κεντρικό σχεδιασμό ως οικονομικό σύστημα αυτής της «μεταβατικής» περιόδου), ή κριτική στο ανατολικό μπλοκ μόνο μετά από κάποιο χρονικό σημείο (π.χ. μετά τον θάνατο του Λένιν ή μετά τον θάνατο του Στάλιν). Για περισσότερα στοιχεία κριτικής τόσο εξ αριστερών όσο και εκ δεξιών, δείτε τα άρθρα αντικομμουνισμός και λενινισμός.

Η κριτική στην κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία συνήθως έχει καθαρά οικονομολογικό χαρακτήρα και στηρίζεται στην έννοια της οικονομικής μεγέθυνσης υπό συνθήκες καπιταλιστικής ελεύθερης αγοράς. Η κριτική αυτή συνδέεται σε θεωρητικό επίπεδο με τον νεοφιλελευθερισμό, ή ακόμα και με τον αναρχοκαπιταλισμό. Οι υπέρμαχοι του οικονομικού φιλελευθερισμού και οι δεξιοί ελευθεριακοί θεωρούν το ηθικό δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και στις αγοραίες συναλλαγές ως το κεντρικό πρόταγμα της θεωρίας τους περί ελευθερίας, και πιστεύουν ότι η οικονομική δυναμική του καπιταλισμού είναι αναλλοίωτη και απόλυτη. Για αυτούς τους λόγους, αντιλαμβάνονται την κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, τις κολεκτίβες και τον κρατικό οικονομικό ως καταπατήσεις της ελευθερίας[5][6].

Σύμφωνα με τον οικονομολόγο της Αυστριακής Σχολής Οικονομικής Σκέψης Λούντβιχ φον Μίζες, σε ένα οικονομικό σύστημα χωρίς νόμισμα και οικονομία της αγοράς δε θα υπάρχει τρόπος αξιολόγησης των κυριότερων αγαθών και συντονισμού της παραγωγής, συνεπώς αυτοί οι τύποι σοσιαλισμού είναι ανέφικτοι ακριβώς επειδή δεν διαθέτουν τις απαραίτητες πληροφορίες για να κάνουν πολύπλοκους υπολογισμούς[7][8]. Ένα ακόμα βασικό επιχείρημα ενάντια στα σοσιαλιστικά συστήματα που βασίζονται στον οικονομικό σχεδιασμό στηρίζεται στη χρήση σκόρπιων γνώσεων. Ο κρατικός σοσιαλισμός είναι αδύνατος κατ’αυτή την άποψη διότι η πληροφορία δεν μπορεί να συσσωρευτεί από ένα κεντρικό σώμα και να χρησιμοποιείται αποτελεσματικά για τη δημιουργία ενός σχεδίου για μιας ολόκληρης οικονομίας. Κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση ή την απουσία των των μηνυμάτων σε ό,τι αφορά τις τιμές[9].

Πολλές οικονομικές κριτικές του σοσιαλισμού εστιάζουν στις εμπειρίες των σχεδιασμένων οικονομιών σοβιετικού τύπου. ισχυρίζεται ότι η έλλειψη περιορισμών στον προϋπολογισμό στις επιχειρήσεις που λειτουργούν σε μια σχεδιασμένη οικονομία μειώνει τα κίνητρα αποτελεσματικής δράσης πάνω στην πληροφορία, πράγμα που χαμηλώνει την συνολική ευημερία για την κοινωνία[10].

Άλλοι οικονομολόγοι ασκούν κριτική σε μοντέλα σοσιαλισμού βασιζόμενα σε νεοκλασικά οικονομικά λόγω της εξάρτησής της από την οικονομική ισορροπία και την κατά Παρέτο αποτελεσματικότητα[11]

Δεδομένων αυτών των κριτικών, ιστορικοί όπως ο Χάουαρντ Ζιν απάντησε:

Ας μιλήσουμε για τον σοσιαλισμό. Θεωρώ σημαντική την επαναφορά της ιδέας του σοσιαλισμού στην εθνική συζήτηση εκεί που βρισκόταν στην αλλαγή του [περασμένου] αιώνα προτού του δώσει κακή φήμη η Σοβιετική Ένωση. Ο σοσιαλισμός είχε καλή φήμη σε αυτή την χώρα. Ο σοσιαλισμός είχε τον Ευγένιο Ντεμπς. Είχε τον Κλάρενς Ντάροου. Είχε την Μαίρη Χάρις Τζόουνς. Είχε την Έμμα Γκόλντμαν. Είχε πολλά εκατομμύρια ανθρώπους να διαβάζουν σοσιαλιστικού περιεχομένου εφημερίδες σε όλη τη χώρα. Ο σοσιαλισμός ουσιαστικά έλεγε να έχουμε μια ευγενέστερη κοινωνία. Ας μοιραστούμε τα πράγματά μας. Ας έχουμε ένα οικονομικό σύστημα που να παράγει πράγματα όχι επειδή είναι προσοδοφόρα για κάποια εταιρεία, αλλά να παράγει πράγματα τα οποία χρειάζονται οι άνθρωποι. Δεν θα έπρεπε οι άνθρωποι να υποχωρούν όταν ακούν την λέξη σοσιαλισμός επειδή πρέπει να πηγαίνεις πέρα από τον καπιταλισμό[12].

Παραπομπές

  1. Άλμα πάνω Λεξικό Μπαμπινιώτη, «Σοσιαλισμός είναι η θεωρία και το σύστημα κοινωνικής οργάνωσης, όπου τα μέσα παραγωγής και κατανομής των αγαθών κατέχονται και ελέγχονται από κοινωνικές ομάδες ή το κράτος και όχι από ιδιώτες, οπότε η ατομική ιδιοκτησία και η κατανομή του εισοδήματος υπόκεινται στον κοινωνικό έλεγχο, κατ’ αντιδιαστολή προς τον καπιταλισμό και τον φιλελευθερισμό.»
  2. Άλμα πάνω Κομμουνιστικό Μανιφέστο
  3. Άλμα πάνω Κ. Μαρξ: Κριτική του προγράμματος της Γκότα
  4. Άλμα πάνω, στο: 4,0 4,1 Β. Λένιν: Κράτος και επανάσταση
  5. Άλμα πάνω «On Milton Friedman, MGR & Annaism». Sangam.org. http://www.sangam.org/taraki/articles/2006/11-25_Friedman_MGR.php?uid=2075. Ανακτήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2011. 
  6. Άλμα πάνω Bellamy, Richard (2003). The Cambridge History of Twentieth-Century Political Thought. Cambridge University Press, σελ. 60. ISBN 0-521-56354-2. 
  7. Άλμα πάνω Ludwig Von Mises, Socialism, σελ. 119
  8. Άλμα πάνω Von Mises, Ludwig (1990) (PDF). Economic calculation in the Socialist Commonwealth. Ludwig von Mises Institute. https://mises.org/pdf/econcalc.pdf. Ανακτήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2008. 
  9. Άλμα πάνω F. A. Hayek, (1935), «The Nature and History of the Problem» and «The Present State of the Debate,» om in F. A. Hayek, ed. Collectivist Economic Planning, σελ. 1–40, 201–43.
  10. Άλμα πάνω Heilbroner, Robert (2008). «Socialism». Στο: David R. Henderson (ed.). Concise Encyclopedia of Economics (2η έκδοση). Ινδιανάπολη: Library of Economics and Liberty. ISBN 978-0865976658. OCLC 237794267. http://www.econlib.org/library/Enc/Socialism.html. 
  11. Άλμα πάνω Stiglitz, Joseph (Ιανουάριος 1996). Whither Socialism?. The MIT Press. ISBN 978-0262691826. «.» 
  12. Άλμα πάνω Howard Zinn: The Historian Who Made History του Dave Zirin, The Huffington Post, 28 Ιανουαρίου 2010.
Advertisements