ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ

Ο Μονεταρισμός του Μίλτον Φρίντμαν

Νοέ 20th, 2006 | | Κατηγορία: Οικονομικά, Φιλελευθερισμός | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Του Πάνου Ευαγγελόπουλου*

Είναι πολύ δύσκολο να σκεφτεί κάποιος τον Μίλτον Φρίντμαν χωρίς αυτόματα να του έρθει αμέσως στο μυαλό το πνευματικό του τέκνο που αναμφίβολα είναι ο Μονεταρισμός.

Παρόλα αυτά η συμβολή της σκέψης του Μίλτον Φρίντμαν είναι πολύ σπουδαιότερη στην ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας και στην εφαρμογή και άσκηση της μακροοικονομικής πολιτικής για να εξαντλείται στα όρια του μονεταρισμού και κυρίως ξεπερνά και αυτά ακόμη τα όρια της οικονομικής επιστήμης αφού επεκτείνεται στη μεθοδολογία των επιστημών, την πολιτική και την φιλοσοφία. Αυτή η πολυσχιδής και πολυδιάστατη δράση του καθόλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα τον ανέδειξε σε έναν από τους κορυφαίους υποστηρικτές της φιλοσοφίας της ελευθερίας και της ανεμπόδιστης λειτουργίας των αγορών.

Ο Μίλτον Φρίντμαν που γεννήθηκε στην πόλη της Νέας Υόρκης το 1912, ξεκίνησε με στατιστικές έρευνες την επιστημονική του σταδιοδρομία, κάτι που ήταν πολύ διαφορετικό σε σχέση με τις μετέπειτα θεωρητικές αναλύσεις του, που τον ανέδειξαν σε πρωταγωνιστή της φιλελεύθερης μεταρρύθμισης στον δυτικό κόσμο. Παρόλα αυτά, ακόμη και οι αρχικές του έρευνες ουσιαστικά προετοίμασαν το έδαφος για την μετέπειτα πορεία του στο χώρο της επιστήμης και γενικότερα της διανόησης. Το 1946 δημοσίευσε το «Income of Independent Professional Practice» μαζί με τον Simon Kuznets και το 1953 το «Essays in Positive Economics». Ουσιαστικά με το πρώτο βιβλίο του ασχολήθηκε με την οριακή χρησιμότητα του εισοδήματος, ενώ με το δεύτερο διατύπωσε ένα σύστημα προτάσεων για τη μέθοδο των οικονομικών προκειμένου η οικονομική επιστήμη να αποκτήσει το θετικό χαρακτήρα των άλλων θετικών επιστημών, των οποίων οι προτάσεις, πρώτον, δεν μπορούν να αμφισβητηθούν μέχρι τουλάχιστον την πρώτη τεκμηριωμένη διάψευση κάποιας επιστημονικής υπόθεσης από την πραγματικότητα (κριτήριο Popper) και, δεύτερον, της σαφούς διάκρισης των επιστημονικών προτάσεων από τα δεοντολογικά τους στοιχεία που όχι μόνο τις φορτίζουν με τις υποκειμενικές σκέψεις του ερευνητή αλλά και, κυρίως, τις χρωματίζουν ιδεολογικά με έντονα εξωεπιστημονικά χαρακτηριστικά. Η μεθοδολογική συμβολή του Μίλτον Φρίντμαν ήταν κρίσιμη πρώτον διότι, ιδιαίτερα στην δεκαετία του ’50, η οικονομική επιστήμη ήταν έντονα ιδεολογικοποιημένη και οι προτάσεις της εύκολα διαστρεβλώνονταν με γενικόλογες εξωεπιστημονικές απόψεις και, δεύτερον, διότι εισήγαγε στην οικονομική επιστήμη την σύγχρονη τότε επιστημολογική έρευνα. Ο Μίλτον Φρίντμαν συνέχισε τις μείζονες συμβολές του στην οικονομική επιστήμη με τον βιβλίο του «A Theory of the Consumption Function» με το οποίο επανερμήνευσε την Κεϋνσιανή διατύπωση συνάρτησης κατανάλωσης συσχετίζοντάς την με το διαρκές εισόδημα και αποσυνδέοντάς την από το τρέχον, απογυμνώνοντας έτσι τον Κεϋνσιανισμό από μια κύρια βασική του υπόθεση.

Ο Μίλτον Φρίντμαν πήρε στα χέρια του την παλιά και ανυπόληπτη ποσοτική θεωρία του χρήματος και της έδωσε νέα πνοή

Μετά από αυτές τις συμβολές του Μίλτον Φρίντμαν, η διατύπωση του Μονεταρισμού ήρθε ως φυσική κατάληξη για να ολοκληρώσει την εικόνα του Μίλτον Φρίντμαν ως μεγάλου οικονομολόγου, αρχηγού μιας νέας δυναμικής σχολής που απαξίωσε τον Κεϋνσιανισμό και κυρίως έδωσε νέους ορίζοντες στην οικονομική επιστήμη. Ο Μίλτον Φρίντμαν πήρε στα χέρια του την παλιά και ανυπόληπτη ποσοτική θεωρία του χρήματος και της έδωσε νέα πνοή, εγείροντας ένα νέο δόγμα ότι το χρήμα μετρά (money matters) και δεν αποτελεί απλώς ένα πέπλο της οικονομίας, ένα απλό μέσο συναλλαγών. Απέδειξε ότι ο πληθωρισμός συσχετίζεται θετικά με την αύξηση της προσφοράς χρήματος και ότι ο μόνος σωστός τρόπος της διαχείρισης της προσφοράς χρήματος είναι η συμμετρική της αύξηση με αυτήν του πραγματικού προϊόντος της οικονομίας.

Ανέπτυξε την ιδέα του φυσικού ποσοστού ανεργίας ενώ ερμήνευσε τον στασιμοπληθωρισμό με την μακροχρόνια καμπύλη Φίλιπς, που είναι κάθετη στο σημείο του φυσικού ποσοστού ανεργίας και το οποίο παραμένει ανεπηρέαστο τόσο από τις νομισματικές όσο και από τις δημοσιονομικές πολιτικές. Με αυτόν τον τρόπο απέδειξε την πλήρη ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα των κρατικών παρεμβάσεων για την καλή ρύθμιση της οικονομίας και το μάταιο και ανέφικτο της οργάνωσης τέτοιων προσπαθειών. Η κρατική ανάμειξη πρέπει να είναι η ελάχιστη και να περιορίζεται στην λειτουργική υποστήριξη των εξελίξεων που αναδεικνύονται από τον ιδιωτικό τομέα.

Προϋπόθεση του Μονεταρισμού είναι η ομαλή δημοκρατική διακυβέρνηση όπου τον κύριο οικονομικό ρόλο τον έχει ο ανταγωνιστικά οργανωμένος ιδιωτικός τομέας και όχι η όποια πολιτική εξουσία και μάλιστα αυταρχική και, δεύτερον, το θεώρημα της νομισματικής επιτάχυνσης αποτρέπει την επιταχυνόμενα αυξητική νομισματική επέκταση ακριβώς διότι ακριβώς δηλώνει ότι τα αποτελέσματα στον πραγματικό τομέα είναι ιδιαίτερα βραχυχρόνια, παροδικά και κυρίως αβέβαια. Είναι λοιπόν αδιανόητο να καταλογίζουμε στον Μονεταρισμό την ακαταλόγιστη και αυταρχική νομισματική πολιτική της Χιλής. Είναι εξάλλου πρόδηλο αυτό από το αντίστροφο παράδειγμα της επιτυχίας του Μονεταρισμού στις ΗΠΑ μετά την πτώση της προεδρίας του Κάρτερ και την ανάληψη των διοικητικών καθηκόντων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Αποθεμάτων από τον Άτλαντα του Μονεταρισμού, τον Πολ Βόλκερ. Η επιτυχία της Μονεταριστικής πολιτικής Βόλκερ άνοιξε τον δρόμο για την παγκόσμια απήχηση και υιοθέτηση του Μονεταρισμού. Ο στασιμοπληθωρισμός νικήθηκε γνωρίζοντας ο κόσμος μια παγκόσμια ανάκαμψη και έναν σαφή περιορισμό της κρατικής παρέμβασης με ένα μεγάλο παγκόσμιο κύμα ιδιωτικοποιήσεων και κατάργησης των κρατικών ελέγχων.

Ο Μίλτον Φρίντμαν μετά την μεγάλη επιτυχία του Μονεταρισμού, ιδίως από την υιοθέτησή του από τις χώρες σχεδόν όλου του κόσμου, τους παγκόσμιους οργανισμούς αλλά και κυρίως στον πανεπιστημιακό χώρο, στράφηκε στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας της ελευθερίας με το βιβλίο του «Capitalism and Freedom». Δεν αρκέστηκε όμως σε αυτό αλλά με συνεχείς διαλέξεις, δημοσιεύσεις άρθρων, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών και συνεχόμενων περιοδειών ανά τον κόσμο έγινε ο πρωταθλητής του νέου κύματος του φιλελευθερισμού.

Πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμα ο όρος παγκοσμιοποίηση ήταν άγνωστος, ένας άλλος όρος είχε εισαχθεί στο πολιτικό λεξιλόγιο. Ο όρος αυτός ήταν ο «νεοφιλελευθερισμός». Ο νεοφιλελευθερισμός είναι, υποτίθεται, μία ακραία φιλελεύθερη ιδεολογία που έχει σαν στόχο (για τους φίλους του) την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς και της κοινωνίας από την κρατική παρέμβαση ή (για τους εχθρούς του) την πλήρη κυριαρχία της αγοράς και των συμφερόντων των πολυεθνικών εταιριών, που ανασκουμπώθηκαν για να πάρουν πίσω όσα προνόμια έχασαν κατά τη διάρκεια του μεταπολεμικού κεϋνσιανού consensus. Υποτίθεται επίσης ότι η ιδεολογία αυτή κυριαρχεί πλέον παγκοσμίως, έχοντας ως κύρια ερείσματα τον παγκόσμιο καπιταλισμό και τις Η.Π.Α., αλλά και αρκετούς σοσιαλδημοκράτες Ευρωπαίους πολιτικούς με χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο τον Tony Blair.

 

Θεωρήθηκε λοιπόν ότι ο νεοφιλελευθερισμός αντικατέστησε τον κλασσικό φιλελευθερισμό, είναι σαφώς περισσότερο δογματικός και χαρακτηρίζεται από άκρατο οικονομισμό και άκαρδο ρεαλισμό. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο να θεωρηθεί η επίσημη ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης. Άλλωστε, πολλοί θα υποστήριζαν ότι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης ήρθε σαν αποτέλεσμα της ιδεολογικής κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, τουλάχιστον στις τάξεις των οικονομικών ελίτ.

 

Σήμερα, στα πλαίσια του περιορισμένου χρόνου που διαθέτουμε, θα υποστηρίξουμε πως, όσο περίεργο κι αν ακούγεται πλέον, παρόμοια ιδεολογία δεν υπάρχει αλλά ούτε και υπήρξε ποτέ. Υπάρχει απλώς μια επανεκτίμηση από φιλελεύθερους, συντηρητικούς και σοσιαλιστές (πολιτικούς και στοχαστές) της οικονομίας της αγοράς και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, με την ευρεία (και όχι μόνο τη στενά οικονομική) έννοια. Υπάρχει όμως και υπαρκτή νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, η οποία όμως ασκείται κυρίως από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και απέχει (ορισμένες φορές παρασάγγες) όχι μόνο από τη φιλελεύθερη, αλλά κι από την ορθή οικονομική πολιτική όπως αυτή προσδιορίζεται από την οικονομική επιστήμη.

 

Ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» αποτελεί νεολογισμό κάποιων μεμονωμέ­νων ερευνητών της δεκαετίας του ’60, που μεταφυτεύθηκε, κάπως πρόχειρα και αυθαίρετα, στα ελληνικά από φιλελεύθερους Έλληνες διανοούμενους στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Πρόκειται για έναν αδόκιμο όρο, που στην διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία χρησιμοποιείται περιορισμένα και κατά τη γνώμη μου καταχρηστικά. Χρησιμοποιείται ωστόσο κατά κόρον στην Ελλάδα, όπου οι πάντες φαίνεται να τον έχουν αποδεχτεί. Ο όρος αυτός έγινε γνωστός μέσα από τα κείμενα δύο Ελλήνων φιλελεύθερων διανοουμένων, του Ανδρέα Ανδριανόπουλου και του Γιάννη Λούλη, οι οποίοι έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη διάδοσή του στην Ελλάδα, όπως επίσης και οι πρώτες φιλελεύθερες «δεξαμενές σκέψεις» (think tanks), ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του ’80.

 

Όμως, όπως είπαμε, ο όρος αυτός δε χρησιμοποιείται στο εξωτερικό με την έννοια που τού δίνεται στην Ελλάδα — και φυσικά δεν αντιπροσωπεύει καμιά παρόμοια ιδεολογική ή πολιτική κίνη­ση. Στην πραγματικότητα, ο χαρακτηρισμός «νεοφιλελεύθεροι» (neoliberals) έχει χρησι­μοποιηθεί αρκετές φορές στο παρελθόν για να χαρακτηρίσει πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους διανοούμενους, όπως (α) τους γερμανούς «φιλελεύθερους σοσιαλδημοκράτες της Σχολής του Φράϊ­μπουργκ με επικεφαλής τον Wilhelm Röpke, (β) τον κύκλο των συνεργα­τών του πολιτικού περιοδικού The New Republic στις Η.Π.Α., που τοποθετείται μάλλον στην αμερικάνικη κεντροαριστερά, (γ) αμερικανούς πολιτικούς του Δημοκρατικού Κόμματος όπως οι Bill Clintοn, Al Gore, Dοuglas Wilder και Paul Tsοngas, στα προεκλογικά προγράμματα των οποίων υπήρχε μία σαφής προτίμηση στην ελεύθερη αγορά σε σχέση με παλαιότερους υποψήφιους προέδρους του ίδιου κόμματος, (δ) φιλελεύθερους διανοούμενους που αποδέχονται τον ρόλο του κράτους ως ρυθμιστή της αγοράς και προστάτη των ασθενέστερων (κατά ταξινόμηση που οφείλεται στον Jeffrey Friedman, εκδότη του περιοδικού Critical Review), κτλ.

 

Συχνότερη χρήση του όρου βρίσκουμε στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, όπου ως νεοφιλελευθερισμός χαρακτηρίζεται μια σχολή σκέψης η οποία, επηρεασμένη από τον φιλελευθερισμό και τον ιδεαλισμό, προωθεί (κάπως αφελώς, είναι αλήθεια) την ειρηνική επίλυση των διαφορών μεταξύ γειτόνων ως αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης των πραγματικών (οικονομικών) τους συμφερόντων που εξυπηρετούνται καλύτερα από τις ειρηνικές (κύρια εμπορικές) σχέσεις.

 

Χαρακτηριστικό της συγχύσεως για το ποια είναι η πραγματική φύση της υποτιθέμενης αυτής ιδεολογίας είναι το παρακάτω απόσπασμα από ένα παλαιότερο κείμενο του Ανδρέα Ανδριανόπουλου (1988), στο οποίο ο συγγραφέας ορίζει το νεοφιλελευθερισμό ως ένα είδος μετριοπαθούς κοινωνικού φιλελευθερισμού και τον αντιπαραθέτει στον κλασσικό φιλελευθερισμό και στον αναρχοκαπιταλισμό (όπου το κράτος βρίσκεται έξω από κάθε τομέα δραστηριότητας, με μόνη εξαίρεση την άμυνα και την εξωτερική πολιτική). Τον περιγράφει δε ως εξής:

 

Το πιο ισορροπημένο μοντέλο έκφρασης του σύγχρονου φιλελευθερισμού, όπως εξάλλου σήμερα κυριαρχεί σε όλες σχεδόν τις δημοκρατικές χώρες της Δύσης, είναι ο νεοφιλελευθερισμός. Όπου η κρατική παρέμβαση δεν εξοβελίζεται από την πολιτική ζωή. Αλλά περιορίζεται κυρίως στις κοινωνικές λειτουργίες του κράτους φροντίζοντας για την υγεία, την πρόνοια, την ασφάλιση, την παιδεία, τον πολιτισμό και τον αθλητισμό, αποφεύγοντας με κάθε τρόπο την παρέμβαση στις λειτουργίες της οικονομίας που αφήνεται να αναπτυχθεί με βάση τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.[1]

 

Διαπιστώνουμε λοιπόν πως ο κ. Ανδριανόπουλος αντιλαμβάνεται ως νεοφιλελευθερισμό και παρουσιάζει στο ελληνικό κοινό ουσιαστικά τη σχολή του Φράιμπουργκ. Πάντως, αυτό που περιγράφει δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μια νέα ιδεολογία ακραίου φιλελευθερισμού.

 

Πολλοί θα αντιτάξουν: μα εδώ και τόσα χρόνια χρησιμοποιούμε αυτήν την ορολογία, χωρίς κάποιος να διαμαρτυρηθεί ή να μας διορθώσει. Την ίδια ορολογία χρησιμοποιούν ακόμα και σοβαροί επιστήμονες που έχουν υπόψη τους τη σχετική συζήτηση στο εξωτερικό. Και εν πάση περιπτώσει, ένα φαινόμενο ορατό στους πάντες, υπάρχει. Πώς θα πρέπει λοιπόν να το χαρακτηρίσουμε;

 

Το φαινόμενο που (κακώς) ονομάστηκε «νεοφιλελευθερισμός» πρωτοπαρουσιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στις διεθνείς εξελίξεις. Δεν πρόκειται όμως για τίποτε άλλο παρά για την επιστροφή των κυβερνήσεων των δυτικών (και έπειτα και των ανατολικών) χωρών της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής στις αρχές της οικονομίας της αγο­ράς.

 

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στις χώρες της Δύσης τα πρώτα σημάδια κόπωσης του κεϋνσιανού μοντέλου, το οποίο μετά τα πρώτα βραχυπρόθεσμα θετι­κά αποτελέσματα αποδείχτηκε αναποτελεσματικό και πηγή μεγαλύ­τερων προβλημάτων από αυτά που έλυνε. Πολύ νωρίτερα, είχε καταφανεί η αποτυχία των σοσιαλιστικών οικονομιών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 (και έπειτα από τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις), η οικονομική κατάσταση σε πολλές χώρες είχε φτάσει στο απροχώρητο. Σαν αποτέλεσμα, δεν άργησαν οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών να στραφούν ξανά στην οικονομία της αγοράς, στην απορύθμιση (deregulation) και στις ιδιωτικοποιήσεις, με σκοπό να περιορίσουν ένα νωθρά κινούμενο δημόσιο τομέα και να μπορέσουν έτσι να δώσουν νέα ώθηση στην οικονομία. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται πλέον σε όλα τα κράτη της υφηλίου, ασχέ­τως πολιτεύματος, κοινωνικού ή οικονομικού συστήμα­τος και γεω­γραφικής θέσης. Έτσι, η απελευθέρωση της οικονομίας και η προσπάθεια συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα παρατηρείται σε διαφορετικές μεταξύ τους χώρες, όπως η Κίνα, η Χιλή, η Ουγγα­ρία, οι Η.Π.Α. και η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Νέα Ζηλανδία, η Σουηδία ή ακόμα και η Ελλάδα (την τελευταία δεκαετία).

 

Παρόλο λοιπόν που παρόμοιες πολιτικές εφαρμόστηκαν από ένα ευρύ φάσμα κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο, για ένα μεγάλο διάστημα η στροφή αυτή «χρεώθηκε» (από εχθρούς και φίλους) αποκλειστικά στις κυβερνήσεις των Η.Π.Α. και της Μεγάλης Βρετανίας – και ιδι­αίτερα στους Rοnald Reagan και Margaret Thatcher αντίστοιχα. Αυτό οφείλεται σε τρεις λόγους:

 

(α) Στις δύο αυτές χώρες δόθηκε η εντύπωση πως η αλλαγή πολιτικής στον οικονομικό τομέα συνοδεύθηκε και με αντίστοιχη στροφή προς συντηρητικότερες επιλογές στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα. Αυτό ισχύει μόνο εν μέρει, δεδομένου ότι και στις δύο χώρες (ιδίως στις Η.Π.Α.) υπάρχει ισχυρή φιλελεύθερη παράδοση που εμποδίζει μεγάλες στροφές σε αυταρχικές επιλογές.

 

(β) Η αλλαγή στον οικονομικό τομέα είχε προετοιμασθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 από μία σειρά δεξαμενών σκέψης. Πολιτικοί, δημοσιογρά­φοι, διανοούμενοι και ακαδημαϊκοί, συνέγραφαν επί σειρά ετών εργα­σίες, έδιναν ομιλίες, διοργάνωναν συνέδρια και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την αποτυχία του «κράτους της ευημερίας» (welfare state) και του κεϋνσιανού θεωρήματος πάνω στο οποίο αυτό στηρίχτηκε. Η πολιτική κυρίως της Margaret Thatcher και δευ­τερευόντως και του Ronald Reagan υπήρξε εν μέρει προϊόν και αυτής της προσπάθειας.[2]

 

(γ) Στις δύο αυτές χώρες, η στροφή προς την ελεύθερη αγορά ήταν και αρκετά έντονη και ιδιαιτέρως απότομη (ίσως και κάπως πρόωρη από ορισμένες απόψεις). Προκάλεσε έτσι εντονότατες αντιδρά­σεις, ακόμα και μέσα στα δύο κόμματα (το Συντηρητικό και το Ρεπουμπλικανικό), αλλά και — όχι σπάνια — οδήγησε σε ανεπιθύμητα ή τουλάχιστον απρόβλεπτα αποτελέσματα.

 

Όλα τα παραπάνω συνέτειναν στο να εισαχθεί από κάποιους συγγραφείς ο όρος «Νέα Δεξιά» (New Right), προφανώς σε αντι­στοιχία με τη «Νέα Αριστερά». Από εκεί και πέρα, πολλοί προσπά­θησαν να εντάξουν στη Νέα Δεξιά στοχαστές όπως o Kolakowski, o Popper, ο Hayek, ο Nozick και ο Friedman, καθώς και κάποιους καθαρόαιμους συντηρητικούς, όπως ο Roger Scruton ή οι φανατικές αμερικάνικες ακροδεξιές χριστιανικές οργανώσεις. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και με την εξάπλωση του φαινομένου, ο όρος έμοιαζε να έχει περιπέσει σε αχρησία. Η στροφή «προς τα δεξιά» διευρύνθηκε με τη συμμετοχή και των χωρών του «υπάρξαντος σοσιαλισμού» και φυσικά του συνόλου των ευρωπαϊκών και αμερικανικών κρατών (της Ελλάδας μη εξαιρουμέ­νης). Στην πραγματικότητα βέβαια δεν παρατηρήθηκε στροφή προς τα δεξιά, αλλά επαναπροσανατολισμός στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς που αποδείχτηκε όχι μόνο πιο αποτελεσματική, αλλά και περισσότερο ανθεκτική στον χρόνο και τελικά αναντικατάστατη. Κάποιοι μελετητές απλά φαίνεται πως δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν το ιδεολογικό περιτύλιγμα γύρω από την αλλαγή πολιτικής, διαχωρίζοντας αρκετά βιαστικά τους «δεξιούς» οπαδούς της «ελεύθερης αγοράς» από τους μετριοπαθείς «αριστερούς πραγματι­στές», με αποκλειστικό κριτήριο τις πολιτικές διακηρύξεις ιδίως των τελευταίων.

 

Η επιστροφή όμως αυτή στην αγορά δεν βασίζεται σε ιδεολογικές φιλελεύθερες αρχές, αλλά στην τήρηση των όρων που θέτει η παντοδύναμη και ανεξέλεγκτη πλέον παγκόσμια αγορά. Ταυτόχρονα όμως, σε μία σειρά περιορισμένων παρεμβάσεων που μόνο σκοπό έχουν την καλύτερη λειτουργία της και το ξεπέρασμα των προβλημάτων που αυτή τυχόν δημιουργεί.

 

Ουσιαστικά όμως, συντηρητικοί και σοσιαλιστές, φιλελεύθεροι και πρώην κομμουνιστές, δεξιοί και αριστεροί, ακολουθούν την ίδια οικονομική πολιτική τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια. Μια πολιτική που καθοδηγούν και πολλές φορές καθορίζουν η Διεθνής Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου, ο ΟΟΣΑ και άλλοι παρόμοιοι διακρατικοί οργανισμοί. Επειδή μάλιστα οι περισσότεροι από τους οργανισμούς αυτούς εδρεύουν στην Washington, η πολιτική αυτή ονομάστηκε η «συναίνεση της Washington» (Washington consensus). Αυτή η γνωστή και στην Ελλάδα πολιτική της λιτότητας που συνίσταται σε μία σειρά τεχνασμάτων στη νομισματική πολιτική, στην υψηλή φορολογία και στον έλεγχο των δημοσιονομικών δαπανών ο οποίος εξαντλείται στη συμπίεση των εισοδημάτων, ονομάστηκε — κατά τη γνώμη μου άδικα — «νεοφιλελευθερισμός». Άδικα, διότι η παραπάνω πολιτική μικρή σχέση έχει με τον κλασσικό φιλελευθερισμό και ακόμα μικρότερη με την οικονομική θεωρία που διδάσκει πολύ συγκεκριμένα τις πολιτικές τις οποίες θα πρέπει να ακολουθήσει ένα κράτος που θέλει να αναπτυχθεί υγιώς οικονομικά. Οι πολιτικές αυτές περιλαμβάνουν πάνω απ’ όλα απελευθέρωση της αγοράς και ιδιαίτερα απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και κατάργηση κάθε προστατευτισμού, παράλληλα με σημαντική μείωση της φορολογίας, εκτεταμένες αποκρατικοποιήσεις και διαρθρωτικές αλλαγές. Συνοδεύονται επίσης από έναν θεμελιώδη θεσμικό εκσυγχρονισμό που αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα διασφάλισης της οικονομικής ανάπτυξης και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

 

Δεν αποτελεί όμως αποκλειστικό σφάλμα των παραπάνω διεθνών οργανισμών η στρεβλή, πολλές φορές, εξυγίανση των οικονομιών. Οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί βασίζουν συνήθως τις συστάσεις τους στην κυρίαρχη οικονομική θεωρία — μένουν όμως ικανοποιημένοι ακόμη και με την επιφανειακή επίλυση κάποιων προβλημάτων. Αρκεί οι ενδιαφερόμενες χώρες να μπορούν να ξεπληρώσουν το εξωτερικό τους χρέος και να μην δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στην παγκόσμια οικονομία. Έτσι, οι κυβερνήσεις των περισσότερων κρατών και ιδίως όσες δεν θέλουν να ονομάζονται νεοφιλελεύθερες, επιλέγουν εκείνο το μείγμα πολιτικής που συμβιβάζει τρία στοιχεία: την ευημερία των αριθμών, τη ρητορεία περί «κοινωνικής ευαισθησίας» και τη διατήρηση του κράτους, στον αναγκαίο βαθμό που απαιτείται για τον έλεγχο του εκλογικού σώματος και για τη διατήρηση της υποστήριξης από τις ομάδες πίεσης, τα γνωστά «διαπλεκόμενα» συμφέροντα. Στην πραγματικότητα λοιπόν, αν υπάρχει κάποιο φαινόμενο, δεν θα πρέπει να λέγεται νεοφιλελευθερισμός, αλλά «ψευδοφιλελευθερισμός».

 

Αυτή μάλιστα η πολιτική επικράτησε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα η Συνθήκη του Maastricht να την υιοθετήσει πλήρως. Έτσι, δεν περιελήφθη στα κριτήρια σύγκλισης η ανεργία (καθώς και άλλα ουσιαστικά κριτήρια όπως ο θεσμικός εκσυγχρονισμός), παρά το γεγονός πως ένας υψηλός δείκτης ανεργίας αποτελεί ένδειξη, αν όχι απόδειξη, μεγάλων στρεβλώσεων σε μία αγορά.

 

Είναι λοιπόν σαφές πως δεν υπάρχει ιδεολογία με το όνομα «νεοφιλελευθερισμός». Η μόνη εμφανής μεταστροφή που μπορεί να χαρακτηριστεί ως φαινόμενο, δηλαδή η επιστροφή στην ελεύθερη οικονομία, δεν μπορεί και δεν πρέπει πλέον να ιδεολογικοποιείται. Κανένα κράτος δεν μπορεί να ξεπεράσει την ελεύθερη αγορά στην οικονομική οργάνωση της κοινωνίας — άρα, κανένα κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να την αντικαταστήσει. Αλλά και η ελεύθερη αγορά και κάθε οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται σε ένα ισχυρό κράτος, το οποίο όμως θα έχει σαφώς περιορισμένο ρόλο (όπου και θα εξαντλείται η ισχύς του). Έτσι, ο ρόλος του κράτους είναι τριπλός: (α) επίτευξη εσωτερικής ασφάλειας και αποτροπή εξωτερικών απειλών, (β) παροχή θεσμικού πλαισίου και απαραίτητων υποδομών για την οικονομική ανάπτυξη, και (γ) δημιουργία δικτύου ασφαλείας και προστασίας για τους πραγματικά αδύναμους να ανταποκριθούν στις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς.

 

Η αυστηρή οριοθέτηση των σχέσεων αυτών αγοράς και κράτους έχει γίνει σήμερα αποδεκτή από το σύνολο σχεδόν των δυτικών δημοκρατιών (στις οποίες περιλαμβάνεται και ικανός αριθμός χωρών της ανατολικής Ευρώπης). Το νέο αυτό όμως consensus (το οποίο δεν είναι σήμερα επιδεκτικό σοβαρών αμφισβητήσεων) βασίζεται στα πορίσματα της οικονομικής επιστήμης. Δεν είναι ούτε νεοφιλελεύθερο, ούτε σοσιαλιστικό. Είναι απλά πραγματιστικό!

 

Πρόκειται για μία αρρώστια του καπιταλιστικού συστήματος που έχει εξελιχθεί σε μία θανατηφόρα επιδημία – ενώ η δύναμη του είναι το ότι προσποιείται πως δεν υπάρχει, κυριαρχώντας ως μία εξευγενισμένη κοινή λογική.

Η λέξη «φιλελευθερισμός» χωρίς την προσθήκη «νέο» εφευρέθηκε αρχικά από αυτούς που αρνούνταν να αποδεχθούν την καταπίεση των βασιλέων και των λοιπών ηγεμόνων – διεκδικώντας εκείνες τις συνθήκες που θα τους έδιναν τη δυνατότητα να εξελίσσονται ελεύθερα, να μαθαίνουν ότι θέλουν, να συνεργάζονται με όποιον προτιμούν, να επιλέγουν την εργασία που τους ικανοποιεί, καθώς επίσης να ιδρύουν εταιρείες όπου και όποτε τους ταιριάζει.Εν τούτοις, μετά από ένα χρονικό διάστημα όπου εφαρμόσθηκε πρακτικά η συγκεκριμένη ιδεολογία, προέκυψε ένα σημαντικό πρόβλημα: ορισμένες επιχειρήσεις έγιναν πολύ μεγάλες, οπότε δεν μπορούσαν να ελεγχθούν – με αποτέλεσμα να ασκούν αθέμιτο ανταγωνισμό στις υπόλοιπες, να τις οδηγούν στη χρεοκοπία ή να τις εξαγοράζουν, μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο.

Με τον τρόπο αυτό έγιναν ακόμη πιο ισχυρές, εις βάρος των εργαζομένων τους, των πελατών τους, καθώς επίσης ολόκληρης της κοινωνίας – ενώ άρχισαν να μην αυξάνουν τους μισθούς των υπαλλήλων τους ανάλογα με την παραγωγικότητα τους. Την ίδια στιγμή κέρδιζαν τεράστια ποσά επενδύοντας όλο και λιγότερα στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας – αυξάνοντας την ανεργία και δημιουργώντας στρατιές δούλων.

Κατά συνέπεια, οι αρχικά ελεύθερες κοινωνίες σκλαβώθηκαν ξανά – αυτή τη φορά όμως όχι σε βασιλείς και ηγεμόνες, αλλά σε μία πανίσχυρη επιχειρηματική ελίτ. Ως εκ τούτου πριν από 70 περίπου χρόνια εφευρέθηκε μία νέα ορολογία: ο νεοφιλελευθερισμός, στόχος του οποίου ήταν ανάκτηση της ελευθερίας των ανθρώπων.

Ειδικότερα, το κράτος φρόντιζε έτσι ώστε ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων να είναι δίκαιος – να μην γίνονται υπερβολικά ισχυρές ορισμένες από αυτές, καθώς επίσης να μην καταστρέφουν τις νέες επιχειρήσεις που προωθούσαν καινούργιες ιδέες. Εκτός αυτού, το κράτος κατασκεύασε ένα σταθερό, προστατευτικό δίχτυ για τους ανέργους, τους αρρώστους και τους ηλικιωμένους – φροντίζοντας επί πλέον να αμείβονται οι εργαζόμενοι ανάλογα με την παραγωγικότητα τους και να μη γίνονται οι πλούσιοι πλουσιότεροι, χωρίς να επενδύουν στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών.

Η κατάσταση όμως αυτή άλλαξε ραγδαία μετά το 1980, όπου άρχισε να απελευθερώνεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ περιορίσθηκε δραστικά ο έλεγχος των ομίλων από τα κράτη – με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να μην αυξάνουν τους μισθούς των εργαζομένων τους ανάλογα με την παραγωγικότητα τους, οπότε οι εργαζόμενοι αναγκάζονταν να χρεωθούν για να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο κοκ.

Τελικά οι τοκογλυφικές αγορές ανέλαβαν τα ηνία, κατασκευάζοντας σταδιακά ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που ωφελεί μόνο το 1% των ανθρώπων – ενώ παράγει συνεχώς σκλάβους χρέους (ανάλυση). Σφετερίσθηκαν δε το όνομα νεοφιλελευθερισμός, με στόχο να κρύψουν τις δραστηριότητες τους πίσω από αυτό – το οποίο στην Ευρώπη ήταν αρχικά συνώνυμο με το κοινωνικό κράτος σε περιβάλλον Δημοκρατίας και ελευθέρων αγορών.

Έτσι φτάσαμε σήμερα να αναφερόμαστε στο φάντασμα του νεοφιλελευθερισμού, το οποίο καλύπτει απειλητικά τον ουρανό όχι μόνο της Ευρώπης, αλλά του μεγαλυτέρου μέρους του πλανήτη. Στα πλαίσια αυτά, ο φόβος μπροστά στην ηγεμονική θέση της οικονομίας, σε συνδυασμό με την υπερχρέωση, καθώς επίσης με τις συνεχείς κρίσεις, έχει οδηγήσει έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων να θεωρεί το νεοφιλελευθερισμό ένοχο για τα πάντα:

για τη συμφωνία ΤΤΙΡ που καθιστά τους επιχειρηματικούς ομίλους κυρίαρχους με τα κράτη υποτελείς τους, για την ασύστολη κερδοσκοπία στις χρηματοπιστωτικές αγορές, για την εξτρεμιστική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων, για τη ριζική μείωση του κοινωνικού κράτους, για τις ιδιωτικοποιήσεις των κοινωφελών κρατικών υποδομών, για αυτούς που πουλούν τον ίδιο τους τον εαυτό ως ανθρώπινο πόρο στους κυρίαρχους του σύμπαντος, για τις ληστρικές επιδρομές του ΔΝΤ κοκ.  

Ολοκληρώνοντας, ο κατάλογος των καταστροφικών συνεπειών που του αποδίδονται είναι τόσο μεγάλος, ώστε είτε ο νεοφιλελευθερισμός είναι πράγματι ένα κακό φάντασμα που έχει καταλάβει τον πλανήτη και όχι η φαντασίωση κάποιων αριστερών κινημάτων, είτε μία βαριά αρρώστια του καπιταλιστικού συστήματος που έχει εξελιχθεί σε μία θανατηφόρα επιδημία – στην οποία δώσαμε αυθαίρετα ένα όνομα, απλά και μόνο για να μπορούμε να την περιγράφουμε.

Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη πνευματική δύναμη του νεοφιλελευθερισμού είναι το ότι, προσποιείται πως δεν υπάρχει – ενώ κυριαρχεί ως μία εξευγενισμένη κοινή λογική. Δεν εκπροσωπείται από κανένα συγκεκριμένο κόμμα και οι πνευματικοί πατέρες του δεν είχαν καμία απολύτως ανάγκη να συντάξουν κάποιο «νεοφιλελεύθερο μανιφέστο» – αφού τους αρκούσε ανέκαθεν η επίκληση της κοινής λογικής (ανάλυση).

Η νεοφιλελεύθερη σκέψη πηγάζει από πολλές διαφορετικές πηγές, ενώ δεν πρόκειται για μία ενιαία οικονομική και κοινωνική αντίληψη. Υπάρχει όμως μία πολιτικά οργανωμένη και εξαιρετικά ισχυρή αντίστοιχη τάση, η οποία ουσιαστικά ονομάζεται «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός» – κατά τα πρότυπα του πολιτικού «υπαρκτού σοσιαλισμού» της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με την κομμουνιστική οικονομική και κοινωνική θεωρεία.

Η συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση, η οποία προωθείται από τις παγκόσμιες ελίτ μέσω των ΜΜΕ, καθώς επίσης με τη βοήθεια διαφόρων δεξαμενών σκέψης, είναι γνωστή από τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί: από την πλήρη απελευθέρωση των αγορών και των επαγγελμάτων, από τη μείωση της κρατικής γραφειοκρατίας, από την πολιτική λιτότητας, από τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους, από τις ιδιωτικοποιήσεις των πάντων κοκ.

Περαιτέρω η νεοφιλελεύθερη «ιδεολογία», η οποία δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τον «κεντρώο» φιλελευθερισμό, αναζητάει απεγνωσμένα μία επιστημονική στήριξη – τη νομιμοποίηση της καλύτερα από μια κατάλληλη οικονομική θεωρία, όπως αυτές που κυκλοφορούν στους χώρους των σεμιναρίων (σπουδών) των οικονομικών κλάδων. Οι αντιλήψεις της όμως στηρίζονται κυρίως σε θεωρητικές ασυναρτησίες – σε δομές, οι οποίες έχουν τελικό στόχο την αναδιανομή του πλούτου που προωθείται.

Βασίζονται δε στη διανοητική φαντασία μίας ορθολογικά αυτορυθμιζόμενης «ελεύθερης αγοράς», στην οποία το πλασματικό ον «Οικονομικός άνθρωπος» ενεργεί κατά το συμφέρον του – πως πρόκειται λοιπόν για ένα απολύτως ορθολογικό άτομο, το οποίο μεγιστοποιεί πάντοτε την ωφέλεια του, αφενός μεν διαθέτοντας επαρκείς γνώσεις για όλες τις δυνατές επιλογές αποφάσεων, αφετέρου διακρίνοντας ταυτόχρονα επακριβώς όλες τις συνέπειες των ενεργειών του!

Επειδή όμως το θεμελιώδες σφάλμα μίας τέτοιας αντίληψης του ανθρωπίνου νου γίνεται αμέσως κατανοητό από οποιονδήποτε δεν έχει ιδεοληπτικές παρωπίδες, ο νεοφιλελευθερισμός παρουσιάζεται ως ένα εξιδανικευμένο μαθηματικό μοντέλο – το οποίο έχει τότε το πλεονέκτημα να συλλαμβάνει όλες τις προφανείς διαφορές των υποκειμενικών εντυπώσεων του εκάστοτε ατόμου με την πραγματικότητα, εξετάζοντας τα δεδομένα σχολαστικά, με τα κατάλληλα κριτήρια και εργαλεία.

.

Οι ιδιαιτερότητες του νεοφιλελευθερισμού

Ως μία οικονομική θεωρία ο νεοφιλελευθερισμός έχει τόσες πολλές εσωτερικές αντιφάσεις και ανακρίβειες, ώστε θα έπρεπε από καιρό να έχει εξαφανισθεί – αφού πρόκειται καθαρά για ένα είδος «πνευματικής παθολογίας»: για μία διανοητική ασθένεια. Το γεγονός αυτό έχει τεκμηριωθεί από πολλούς επιστήμονες, οι οποίοι έχουν εξετάσει το νεοφιλελευθερισμό από όλες του τις οπτικές γωνίες – αποδεικνύοντας πως καταστρέφει τη Δημοκρατία, οδηγώντας τις ανθρώπινες κοινωνίες στο χάος.

Εν τούτοις, η επιστημονική τεκμηρίωση της ανεπάρκειας του νεοφιλελευθερισμού δεν είχε μέχρι στιγμής κανένα αποτέλεσμα – επειδή διακρίνεται από μία παράδοξη ανοσία απέναντι στα επιχειρήματα, ενώ του αρκεί η πολιτική ισχύς που απολαμβάνει.

Παρά το ότι λοιπόν ο στόχος του είναι η επανεγκατάσταση της ταξικής ισχύος μίας όλο και μικρότερης ελίτ στις ανθρώπινες κοινωνίες, λόγω του φόβου της απώλειας των προνομίων της από τις μάζες, ενισχύεται πολιτικά από τις ίδιες αυτές μάζες – οι οποίες χειραγωγούμενες συμπεριφέρονται ακριβώς όπως τα πρόβατα (άρθρο), απλά και μόνο επειδή δεν τολμούν να χρησιμοποιήσουν τη δική τους λογική.

Συνεχίζοντας, στην πραγματικότητα ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποβλέπει στις «ελεύθερες αγορές», αλλά σε μία ριζική αναδιανομή των εισοδημάτων – από κάτω προς τα επάνω, από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, καθώς επίσης από τον εκάστοτε φτωχό Νότο, στον πλούσιο Βορά. Για να μπορέσει δε να το επιτύχει, είναι υποχρεωμένος να εκθέτει τόσο τους Πολίτες, όσο και τα κράτη στις δυνάμεις της δήθεν ελεύθερης αγοράς, στις πανίσχυρες πολυεθνικές δηλαδή και στα χρηματοπιστωτικά μεγαθήρια, χωρίς καμία προστασία.

Ταυτόχρονα, φροντίζει να προσφέρονται στους οικονομικά ισχυρούς οι καταλληλότερες προϋποθέσεις, για την περαιτέρω αύξηση των κεφαλαίων τους – με τη βοήθεια ενός ισχυρού κρατικού μηχανισμού, ο οποίος ευρίσκεται στην έμμισθη υπηρεσία του. Για παράδειγμα, θεσμοθετούνται φορολογικά προνόμια, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιεί μόνο η ελίτ (φοροαποφυγή), ενώ η πλειοψηφία ωθείται έμμεσα στη φοροδιαφυγή και διώκεται με κάθε δυνατό τρόπο – ειδικά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με στόχο το κλείσιμο τους.

Με απλά λόγια ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος είναι πάντοτε πρόθυμος να χαρακτηρίσει τις διορθωτικές επεμβάσεις του κράτους στην οικονομία ως «σοσιαλιστική μάστιγα», είναι στην πραγματικότητα ένα είδος νεοφιλελεύθερου σοσιαλισμού – ενός σοσιαλισμού για τους πλουσίους, αφού προσπαθεί να τους προστατεύει από τις δυνάμεις της αγοράς, μέσω της υιοθέτησης κανόνων από τα κράτη.

Τα πακέτα ποσοτικής διευκόλυνσης που δρομολόγησαν οι κεντρικές τράπεζες, είχαν αυτόν ακριβώς το σκοπό – αφού διέσωσαν μεγάλες τράπεζες και επιχειρήσεις από τη χρεοκοπία μετά τις τεράστιες απάτες των στελεχών τους, οι οποίες προκάλεσαν την κρίση του 2008. Η διάσωση δε χρηματοδοτήθηκε από τα φτωχά εισοδηματικά στρώματα, ενώ αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδημάτων από τα κάτω προς τα επάνω στην παγκόσμια ιστορία – όπως επίσης από το Βορά στο Νότο στην Ευρωζώνη, ενώ από τον κρατικό τομέα στον ιδιωτικό στην Ευρώπη και σε πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη.

Πρόκειται λοιπόν για μία μορφή επανάστασης, από την αντίστροφη πλευρά της – από τους πλουσίους εναντίον των φτωχών. Επειδή όμως οι φτωχοί αποτελούν την πλειοψηφία, η επανάσταση αυτή έχει πολλά ρίσκα – ειδικά σε χώρες με δημοκρατικά καθεστώτα.

Βοηθάει λοιπόν σε μεγάλο βαθμό η εξατομίκευση του πληθυσμού («ψεκασμός»), ο κατακερματισμός όλων των κοινωνικών κινημάτων και η στροφή της μίας κοινωνικής ομάδας εναντίον της άλλης – ταυτόχρονα, η δημιουργία μίας καινούργιας ταξικής συνείδησης, η οποία να είναι θετική απέναντι σε αυτούς που επωφελούνται από την αναδιανομή των εισοδημάτων.

Αυτό ακριβώς έχει συμβεί με επιτυχία στο παρελθόν, όπου οφείλει κανείς να θυμηθεί τα εξής λόγια του Warren Buffet από το 2006: «Επικρατεί ένας ταξικός πόλεμος, πολύ σωστά. Αυτός όμως που έχει κηρύξει τον πόλεμο είναι η δική μου τάξη των πλουσίων και τον κερδίζουμε«.

Το πολεμικό τραγούδι αυτού του πολέμου των τάξεων, είναι αναμφίβολα ο μύθος που αναφέρεται στα ευλογημένα πλεονεκτήματα της (νεοφιλ)ελεύθερης αγοράς, η ανάπτυξη της οποίας, οπότε η ευημερία, προϋποθέτει την κατεδάφιση του κράτους – την ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Φυσικά ο νεοφιλελευθερισμός αρνείται πως πρόκειται για έναν πόλεμο των πλουσίων εναντίον των φτωχών – δικαίως δε θα μπορούσε να επισημάνει ότι, προωθεί με τον ίδιο τρόπο τη φτώχεια και τον πλούτο, χωρίς να παίρνει το μέρος κανενός.

Εν τούτοις είναι γεγονός το ότι, οι 500 μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί όμιλοι παράγουν πάνω από το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ – ενώ οι 85 πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη κατέχουν περισσότερα περιουσιακά στοιχεία, από τους 3.600.000.000 φτωχότερους. Σύντομα δε το 1% των πλουσιότερων ανθρώπων θα έχει στην ιδιοκτησία του περισσότερα, από το υπόλοιπο 99% – οπότε ο όποιος ανταγωνισμός του 1% από το 99% είναι εκ των πραγμάτων άνισος.

Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να προωθείται με τον ίδιο τρόπο η φτώχεια και ο πλούτος, κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις; Δεν είναι το αποτέλεσμα της λειτουργίας των ελεύθερων αγορών, οπότε του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος κυριαρχεί μετά το 1980 σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη; Μπορεί να θεωρηθεί η (νεοφιλ)ελεύθερη αγορά ως ένας νόμος της Φύσης, όταν προκαλούνται αυτές οι διαστρεβλώσεις;

Νεοφιλελευθερισμός

Ο νεοφιλελευθερισμός ήταν μια οικονομική φιλοσοφική θεωρία που εμφανίστηκε το 1938 μεταξύ Ευρωπαίων φιλελεύθερων οικονομολόγων που προσπαθούσαν να προτείνουν έναν «Τρίτο Δρόμο» ή «Μέση Οδό» μεταξύ του κλασικού φιλελευθερισμού και του κολλεκτιβιστικού κεντρικού σχεδιασμού[1]. Κατά την αρχική του διατύπωση, στον νεοφιλελευθερισμό «προείχε η ελεύθερη λειτουργία του μηχανισμού τιμών της ανοικτής αγοράς, η ελεύθερη επιχειρηματικότητα, ο ελεύθερος ανταγωνισμός, και ένα ισχυρό και άτεγκτο «Κράτος Δικαίου».[2]. Χαρακτηριστικό είναι πως ο Μισέλ Φουκώ χρησιμοποίησε το 1978 και 1979 τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» στις διαλέξεις του για τη «Βιοπολιτική» [3] ως έναν ενδιάμεσο δρόμο μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, ακριβώς με την έννοια που χρησιμοποιήθηκε το 1938 στο συνέδριο «Colloque Walter Lippmann» των Παρισίων.

Ο Ευρωπαϊκός «Νεοφιλελευθερισμός» 1938-1978

Τα κίνητρα των νεοφιλελευθέρων κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940 ήταν η επιθυμία να αποφύγουν τις αποτυχίες των πολιτικών που οδήγησαν στην κρίση του 1929, οι οποίες αποδίδονταν σε ανεξέλεγκτο καπιταλισμό, ενώ ταυτόχρονα να αποφύγουν τον απάνθρωπο Εθνικοσοσιαλισμό. Στις δεκαετίες του 1940 και 1950, η νεοφιλελεύθερη θεωρία διέφερε αρκετά από τη laissez-faire προσέγγιση του κλασικού φιλελευθερισμού και αντιπρότεινε μία οικονομία της αγοράς που θα ελεγχόταν από τους κανόνες ενός ισχυρού κράτους δικαίου, ένα μοντέλο που τελικά ονομάστηκε Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς και αργότερα εφαρμόστηκε με επιτυχία στη Σκανδιναβία και τη Γερμανία (όπου ονομάστηκε Soziale Martkwirtschaft).

Είναι χαρακτηριστικό πως ο υπέρμαχος των laissez-faire οικονομικών της ελεύθερης αγοράς, Λούντβιχ φον Μίζες, κατέκρινε σφόδρα τη «νεοφιλελεύθερη» αντίληψη εκείνων των καιρών, που απαιτούσε μία ισχυρή κρατική παρέμβαση για να «μπαίνει τάξη στον ανταγωνισμό».[4]

Έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1970, αυτό που οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονταν ως «νεοφιλελευθερισμό» προσιδιάζει σε αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως «σοσιαλδημοκρατία», και εκφράστηκε από τον Γάλλο διανοητή Μισέλ Φουκώ ο οποίος έγραφε το 1978 πως ο «νέο-φιλελευθερισμός» ήταν «η Γερμανική κοινωνική οικονομία της αγοράς: […] η αγορά, αν και αποτελεί τον μόνο ορθολογικό τρόπο εκτίμησης αξιών, είναι πολύ ασταθής από μόνη της και έτσι απαιτεί στήριξη, διαχείριση, και «ευταξία» που επιβάλλεται από το κράτος πρόνοιας (π.χ. βοήθημα ανεργίας, ιατροφαρμακευτική ασφάλιση, στεγαστική πολιτική, κλπ.) [5], «ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι Άνταμ Σμιθ, ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι κοινωνία της αγοράς»,[6] και «Ο νεο-φιλελευθερισμός δεν πρέπει να συγχέεται με το laissez-faire, αλλά με την ανάγκη για συνεχή [κρατική] εποπτεία, δραστηριότητα, και ρύθμιση» [7].

«Νεοφιλελευθερισμός» στις ΗΠΑ

Κατά τη δεκαετία του 1980, κι ενώ οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονταν τον όρο «νέο-φιλελευθερισμό» σε σχέση με τη Γερμανική κοινωνική οικονομία της αγοράς, στις ΗΠΑ εμφανίστηκε ένα άλλο κίνημα που συσχετίστηκε με τον όρο «νεοφιλελευθερισμός»: ήταν εκείνο της Αμερικανικής Αριστεράς του 1981[8], το οποίο οργανώθηκε γύρω από δύο περιοδικά: το «New Republic» και το «Washington Monthly». Ο «πατέρας» αυτού του κινήματος ήταν ο δημοσιογράφος Τσαρλς Πίτερς,[9] ο οποίος δημοσίευσε το 1983 το «Μανιφέστο ενός Νεοφιλελεύθερου».[10].

Δύο εξέχοντες εκπρόσωποι του κινήματος των «νεοφιλελευθέρων» του Δημοκρατικού Κόμματος ήταν ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον και ο πρώην αντιπρόεδρος Αλ Γκορ.

«Νεοφιλελευθερισμός» κατά τους Μαρξιστές

Ο όρος «νεο-φιλελευθερισμός» έχει ερμηνευθεί από τους Μαρξιστές οικονομολόγους τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι τον ερμήνευαν οι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί «νεοφιλελεύθεροι» των δεκαετιών από το 1938 έως και τα τέλη του 20ου αιώνα.

Η Μαρξιστική θεώρηση του «νεοφιλελευθερισμού» εντάσσεται στο πλαίσιο των ψυχροπολεμικών συγκρούσεων της δεκαετίας του 1980, όπου τα κομμουνιστικά καθεστώτα προσπαθούσαν να εδραιώσουν μια νέα ιδεολογική ερμηνεία του καπιταλισμού. Η νέα αυτή θεώρηση βασίστηκε στη Λατινική Αμερική, και συγκεκριμένα την ανατροπή το 1973 του σοσιαλιστικού καθεστώτος Αγιέντε στη Χιλή και την άνοδο του δικτατορικού καθεστώτος Πινοσέτ. Το καθεστώς Αγιέντε είχε αποστείλει στις ΗΠΑ, και κυρίως στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, ομάδα Χιλιανών οικονομολόγων που ανεκλήθησαν από το καθεστώς Πινοσέτ κι έγιναν γνωστοί με το προσωνύμιο «Chicago Boys» (Παιδιά του Σικάγο). Η χρήση του όρου «νεοφιλελευθερισμός» για να περιγράψει το καθεστώς Pinochet ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980[11]. Οι Chicago Boys, που παρουσιάζονταν από τη σοβιετική προπαγάνδα ως Αμερικανοί ενώ ήταν Χιλιανοί, εφάρμοσαν μια οικονομική μεταρρύθμιση σε αμερικανικά πρότυπα, ενώ το καθεστώς καταπίεσε κάθε αντίδραση της σοσιαλιστικής αντιπολίτευσης και δημιούργησε σύγχυση για την αποτελεσματικότητα των οικονομικών μέτρων, αλλά και πρόσφορο έδαφος για τη σοβιετική προπαγάνδα.

Η εννοιολογική αυτή μετατροπή του όρου «νεοφιλελευθερισμός» διαχύθηκε σύντομα στον αγγλόφωνο κόσμο, συνδεόμενη άμεσα με τον οικονομολόγο Μίλτον Φρίντμαν και τη Σχολή του Σικάγου,[12], δημιουργώντας έτσι μία σύγχυση που συνεχίζεται έκτοτε σ’ όλον τον κόσμο σχετικά με τον όρο «νεοφιλελευθερισμός». Ισπανόφωνοι συγγραφείς από τη Νότια Αμερική, όπως η Ελίζαμπεθ Μαρτίνες,[13] έχουν χρησιμοποιήσει τον όρο «νεοφιλελευθερισμός» για να περιγράψουν την εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης γενικά, επεκτείνοντας τη σύγχυση. Οι Μαρξιστές οικονομολόγοι Ντ.Χάρβεϊ [14], T.Σόλτε [15], K.Φουκς[16], κ.α. παρουσιάζουν τον «νεοφιελευθερισμό» ως μία ιδεολογία που επεβλήθη από την άρχουσα τάξη για να εδραιώσει την επικράτησή της έναντι των άλλων κοινωνικών τάξεων. Η νέο-μαρξιστική σχολή των Τ.Ντην[17], Γ.Μπράουν[18] κ.α. παρουσιάζουν τον «νεο-φιλελευθερισμό» ως εξαναγκασμό του κράτους να λειτουργεί με όρους των αγορών.

Η σύγχυση στον 21ο αιώνα

Κατά τον 21ο αιώνα, έχει συμβεί αυτό για το οποίο προειδοποιούσε ο Γκαμπλ: «πρέπει να αποφευχθεί να αντιμετωπίζεται ο ‘νέο-φιλελευθερισμός’ σαν κάτι που συμβαίνει παντού και στα πάντα»[19]. Πλέον ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» ορίζεται διαφορετικά από τον κάθε αρθρογράφο, για πολλά άσχετα πράγματα ταυτόχρονα[20]. Σύμφωνα με τον Ν.Νονίνι, ο όρος «νέο-φιλελευθερισμός» εμφανίζεται πλέον σε σχέση με οποιοδήποτε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό ή πολιτιστικό φαινόμενο του σύγχρονου κόσμου[21].

Αυτό που έχει καταλήξει να ονομάζεται «νεοφιλελευθερισμός», δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέεται εννοιολογικά με τον φιλελευθερισμό.[22] Αφενός, ο φιλελευθερισμός, με απαρχή τον 16ο αιώνα, ήταν προσπάθεια υπέρβασης των θρησκευτικών πολέμων που ταλάνισαν την ευρωπαϊκή ήπειρο, ενώ ιδεολογικά αντιτάχθηκε στη μοναρχία προτάσσοντας το αίτημα για δημοκρατία και ελευθερία του ατόμου, δηλαδή εξέφρασε την Αριστερά κατά τη Γαλλική Επανάσταση, και ήταν η ιδεολογία της νεογέννητης αστικής τάξης του 18ου αιώνα. Αφετέρου, αφού ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια έννοια που έχει εμφανιστεί απο το 1938, μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι ιδιαίτερα «νέος», ενώ με τον τρόπο που αποδίδεται πλέον δεν είναι ούτε και ιδιαίτερα «φιλελεύθερος».[23]

Μονεταρισμός/Απορρύθμιση

Αυτό που οι μαρξιστές αποδίδουν στη Σχολή του Σικάγο θα πρέπει κανονικά να λέγεται «Μονεταρισμός», για τη θεωρία του οποίου ο Φρίντμαν κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών το 1976, οπότε και τοποθετήθηκε στη θέση του βασικού οικονομικού συμβούλου του προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν. Ο μονεταρισμός εφαρμόστηκε στις ΗΠΑ μετά την πτώση της προεδρίας του Κάρτερ και την ανάληψη της διοίκησης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Αποθεμάτων από τον Πολ Βόλκερ, καθώς επίσης και από τη Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αν και ο μονεταρισμός είχε μακροπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα, προκάλεσε βραχυπρόθεσμα ανατρεπτικά αποτελέσματα στην αγορά εργασίας, τα οποία και οδήγησαν σε κοινωνικές αναταραχές και έντονες αντιπαραθέσεις. Εν τέλει, οι ίδιες αυτές πολιτικές της Θάτσερ υιοθετήθηκαν και από το Εργατικό Κόμμα κατά την πρωθυπουργία του Τόνι Μπλερ, ενώ οι βασικές οικονομικές πολιτικές του Ρίγκαν συνέχισαν να εφαρμόζονται και από τους διαδόχους του, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης. Σήμερα ο μονεταρισμός αποτελεί θεμελιώδες σκέλος των σύγχρονων οικονομικών θεωριών που εφαρμόζονται από τις αναπτυγμένες χώρες, ενώ ονομάζεται και με τον όρο νεοκλασικά οικονομικά.

Σύμφωνα με τους νεο-μαρξιστές οικονομολόγους, αυτό που ονομάζουν «νεο-φιλελευθερισμός» εμπεριέχει μια εσωτερική αντίφαση, καθώς «επιδεικνύει πάθος για παρεμβατικότητα στο όνομα της μη-παρεμβατικότητας»[24]. Σύμφωνα με άλλους, το αίτημα για περισσότερο ελεύθερη αγορά, δηλαδή περισσότερο καπιταλισμό και λιγότερο κράτος, αποτελεί πόρισμα της οικονομικής επιστήμης[25]. Το αίτημα για «Ελεύθερη Αγορά» διαφέρει από το αίτημα για «Ελεύθερο Ανταγωνισμό«, καθώς έχει αποδειχθεί στην πράξη πως ο ανταγωνισμός απαιτεί ρυθμιστική παρέμβαση των αρχών, ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντα των πιο αδύναμων έναντι της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης των ισχυρών[26].

Την κριτική της απορρύθμισης, η οποία βασίζεται στην «Αποτυχία των Αγορών», εκφράζουν χαρακτηριστικά οι νομπελίστες οικονομολόγοι Πολ Κρούγκμαν και Τζόζεφ Στίγκλιτς.[27] Οι κύκλοι μεγάλων υφέσεων που εμφανίστηκαν ιστορικά στον σύγχρονο καπιταλισμό θεωρούνται από πολλούς οικονομολόγους ως απόδειξη της μη αποδοτικής κατανομής πόρων από τον μηχανισμό της αγοράς, μια μη αποδοτική κατανομή που μπορεί να διατηρείται για παρατεταμένες χρονικές περιόδους. Άλλοι θεωρούν τις υφέσεις κυρίως νομισματικά φαινόμενα (μονεταρισμός) και όχι αποτέλεσμα πραγματικών διαταραχών, όπως για παράδειγμα διαταραχών της προσφοράς. Ο «νεοφιλελευθερισμός» με την έννοια των «νεοκλασικών οικονομικών» συνδέεται από αρκετούς μαρξιστές διανοητές με την γενικότερη μετάβαση του καπιταλισμού σε νέο στάδιο, αυτό του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού«. Ο μοντέρνος ακαδημαϊκός αντίλογος εκφράζεται κυρίως από τη νεοκεϋνσιανή θεωρία, που υποστηρίζει περισσότερο κρατικό παρεμβατισμό και αύξηση των δαπανών σε περιπτώσεις οικονομικών κρίσεων.

Δείτε επίσης

Παγκοσμιοποίηση [1]

Παραπομπές

  1. Άλμα πάνω Mirowski, Philip, & Plehwe, Dieter The road from Mont Pèlerin: the making of the neoliberal thought collective, Harvard University Press 2009, ISBN 0-674-03318-3, p. 14-15
  2. Άλμα πάνω Philip Mirowski, Dieter Plehwe, The road from Mont Pèlerin: the making of the neoliberal thought collective, 2009, p. 13–14
  3. Άλμα πάνω Foucault, Michel. The Birth of Biopolitics Lectures at the College de France, 1978–1979. London: Palgrave, 2008. pp 84, 88, 129-132, 145, 152, 160, 162, 185, 193, 225
  4. Άλμα πάνω Jörg Guido Hülsmann, Against the Neoliberals, Ludwig von Mises Institute, May 2012
  5. Άλμα πάνω Foucault, Michel. The Birth of Biopolitics Lectures at the College de France, 1978–1979. London: Palgrave, 2008. σελ.323
  6. Άλμα πάνω Foucault, Michel. The Birth of Biopolitics Lectures at the College de France, 1978–1979. London: Palgrave, 2008. σελ.131
  7. Άλμα πάνω Foucault, Michel. The Birth of Biopolitics Lectures at the College de France, 1978–1979. London: Palgrave, 2008. σελ.132
  8. Άλμα πάνω David Brooks, The Vanishing Neoliberal, The New York Times, 2007
  9. Άλμα πάνω Matt Welch, The Death of Contrarianism. The New Republic returns to its Progressive roots as a cheerleader for state power, Reason Magazine, May 2013
  10. Άλμα πάνω Charles Peters, A Neoliberal’s Manifesto, The Washington Monthly, May 1983
  11. Άλμα πάνω Taylor C. Boas and Jordan Gans-Morse (2009), «Neoliberalism: From New Liberal Philosophy to Anti-Liberal Slogan» (in German), Studies in Comparative International Development 44 (2): pp. 149, 150, doi:10.1007/s12116-009-9040-5, ISSN 0039-3606
  12. Άλμα πάνω Taylor, C: 2009 pp. 149, 150
  13. Άλμα πάνω Elizabeth Martinez and Arnoldo Garcia, What is “Neo-Liberalism”?, National Network for Immigrant and Refugee Rights, January 1, 1997 (posted at CorpWatch.org)
  14. Άλμα πάνω Harvey, David (2005) A Brief History of Neoliberalism. Oxford: Oxford University Press
  15. Άλμα πάνω Scholte, Jan Aart (2005) The Sources of Neo-liberal Globalization. Overarching Concerns Paper No. 8. Geneva: United Nations Research Institute for Social Development
  16. Άλμα πάνω Fuchs, Christian (2008) Internet and Society: Social Theory in the Information Age. Νέα Υόρκη: Routledge
  17. Άλμα πάνω Dean, Jodi (2008) ‘Enjoying Neoliberalism’, Cultural Politics 4(1)
  18. Άλμα πάνω Brown, Wendy (2003) ‘Neo-Liberalism and the End of Liberal Democracy’, Theory and Event 7(1)
  19. Άλμα πάνω Gamble, Andrew (2001) ‘Neo-Liberalism’, Capital and Class 25(1), σελ.127-134
  20. Άλμα πάνω Mudge, Stephanie Lee (2008) ‘The State of the Art: What is Neo-Liberalism?’, Socio-Economic Review 6, σελ.703-731
  21. Άλμα πάνω Nonini, Donald (2008) ‘Is China Becoming Neoliberal?’, Critique of Anthropology 28(2), σελ. 145-176
  22. Άλμα πάνω Bandelj, Nina, Kristen Shorette, and Elizabeth Sowers. 2011. “Work and Neoliberal Globalization: A Polanyian Synthesis.” Sociology Compass 5(9):807-823.
  23. Άλμα πάνω Garbo, Gunnar, Neo-liberalism is neither new or liberal – a historical settlement of a political counterfeiter’s workshop, Oslo:Kolofon 2008
  24. Άλμα πάνω Miller, Toby (2010) ‘Michel Foucault, The Birth of Biopolitics: Lectures at the Collège de France, 1978–79’, International Journal of Cultural Policy 16(1), σελ.56-57
  25. Άλμα πάνω Αριστείδης Ν. Χατζής, Η Επίσημη Ιδεολογία της Παγκοσμιοποίησης: «Νεοφιλελευθερισμός», Φιλελευθερισμός και Οικονομική Επιστήμη, 2004
  26. Άλμα πάνω Foucault, Michel (1979) The Birth of Biopolitics, Lectures at the College de France: Editions du Seuil/Gallimard
  27. Άλμα πάνω Stiglitz, Joseph (2002). Globalization and Its Discontents. W. W. Norton & Company. ISBN 978-0393058529.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Ευαγγελόπουλος Πάνος: Ο Μονεταρισμός του Μίλτον Φρίντμαν

Μίλτον Φρίντμαν: Συνέντευξη

Αριστείδης Χατζής: Η Επίσημη Ιδεολογία της Παγκοσμιοποίησης: «Νεοφιλελευθερισμός», Φιλελευθερισμός και Οικονομική Επιστήμη

Τζων Γκραίυ: Αντιφάσεις του Νεοφιλελεύθερου Κράτους

Βιβλιογραφία

  • Χάρβει, Ντέιβιντ. Νεοφιλελευθερισμός, Καστανιώτη, 2007, ISBN 9-60034-526-0
  • Ankerl, Guy. Beyond Monopoly Capitalism and Monopoly Socialism. Schenkman, Cambridge, 1978, ISBN 0-87073-938-7
  • Brady, David. 2008. Rich Democracies, Poor People: How Politics Explain Poverty. New York: Oxford University Press. Abstract
  • Brown, Wendy. «Neoloberalism and the End of Liberal Democracy» in Edgework: critical essays on knowledge and politics Princeton University Press, 2005, ch 3.
  • Buschman, John. Libraries, Classrooms, and the Interests of Democracy: Marking the Limits of Neoliberalsim.The Scarecrow Press. Rowman & Littlefield. 2012. 239p. notes. bibliog. index. ISBN 9780810885288.
  • Campbell, John L., and Ove K. Pedersen, eds. The Rise of Neoliberalism and Institutional Analysis Princeton University Press, 2001. 288 pp.
  • Chomsky, Noam. Profit Over People: Neoliberalism & Global Order. Seven Stories Press, 2011. 288 pp. ISBN 1888363827
  • Crouch, Colin. The Strange Non-death of Neo-liberalism, Polity Press, 2011. ISBN 0-7456-5221-2 (Reviewed in The Montreal Review)
  • Diaz Molaro, Lucas. «End Neoliberalism, Tax & Regulate The One Percent». 2012. End Neoliberalism Inc. Ebook.
  • Ferris, Timothy. The Science of Liberty (2010) HarperCollins 384 pages
  • Foucault, Michel. The Birth of Biopolitics Lectures at the College de France, 1978–1979. London: Palgrave, 2008.
  • Griffiths, Simon, and Kevin Hickson, eds. British Party Politics and Ideology after New Labour (2009) Palgrave Macmillan 256 pages
  • Hayek, Friedrich August Von. The Constitution of Liberty (1960)
  • Larner, Wendy. «Neo-liberalism: policy, ideology, governmentality,» Studies in political economy 63 (2000) online
  • Plant, Raymond (2009). The Neo-liberal State. Oxford University Press. ISBN 0-19-928175-0. http://www.oup.com/us/catalog/general/subject/Politics/PoliticalTheory/?view=usa&ci=9780199281756. 
  • Pollin, Robert (2003). Contours of Descent: U.S. Economic Fractures and the Landscape of Global Austerity. New York: Verso. ISBN 1-84467-534-3. 
  • Mirowski, Philip, and Plehwe, Dieter, eds. The Road from Mont Pelerin: The Making of the Neoliberal Thought Collective. Harvard University Press. 2009. 480 pages.
  • Prasad, Monica. The Politics of Free Markets: The Rise of Neoliberal Economic Policies in Britain, France, Germany and the United States. University of Chicago Press. 2006. 328 pages
  • Stedman Jones, Daniel (2012). Masters of the Universe: Hayek, Friedman, and the Birth of Neoliberal Politics. Princeton University Press. ISBN 0691151571. http://press.princeton.edu/titles/9827.html. 
  • Steger, Manfred B., and Ravi K. Roy, Neoliberalism: A Very Short Introduction (2010)
  • Wang, Hui, and Karl, Rebecca E. «1989 and the Historical Roots of Neoliberalism in China,» positions: east Asia cultures critique, Volume 12, Number 1, Spring 2004, pp. 7–70