Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

 
5.4. Η έννοια της Περιεκτικής Δημοκρατίας
Ένας ωφέλιμος τρόπος να αρχίσουμε την συζήτηση πάνω σε μια νέα αντί-ληψη της δημοκρατίας θα ήταν ίσως να διακρίνουμε τους δύο κύριους κοινωνικούς χώρους, τον δημόσιο και τον ιδιωτικό, στους οποίους θαμπορούσαμε να προσθέσουμε τον «οικολογικό χώρο», οριζόμενο ως η σφαίρα των σχέσεων μεταξύ του φυσικού και του κοινωνικού κόσμου. Ο δημόσιος χώρος σ’ αυτό το βιβλίο, σε αντίθεση με την πρακτική πολλών άλλων υποστηρικτών του δημοκρατικού ή του ρεπουμπλικανικού προτάγματος (Αrendt, Καστοριάδης, Bookchin κ.ά.), περιλαμβάνει όχι μόνο τον πολιτικό χώρο, αλλά και τον οικονομικό καθώς και τον κοινωνικό χώρο–με άλλα λόγια, περιλαμβάνει οποιαδήποτε περιοχή ανθρώπινης δραστη-ριότητας στην οποία οι αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται συλλογικά και δημοκρατικά. Ο πολιτικός χώρος ορίζεται ως η σφαίρα της λήψης των πολιτικών αποφάσεων, η περιοχή στην οποία ασκείται η πολιτική εξουσία. Ο οικονομικός χώρος ορίζεται ως η σφαίρα της λήψης των οικονομι-κών αποφάσεων, η περιοχή στην οποία ασκείται η οικονομική εξουσία σε σχέση με τις ευρείες οικονομικές επιλογές που κάθε κοινωνία σπάνεως εί-ναι υποχρεωμένη να κάνει.Τέλος, ο κοινωνικός χώρος ορίζεται ως η σφαίρα της λήψης αποφάσε-ων στον χώρο εργασίας, στον χώρο εκπαίδευσης και σε κάθε άλλον οικονομικό ή πολιτισμικό θεσμό που αποτελεί συστατικό στοιχείο μιας δημο-κρατικής κοινωνίας. Κατά την άποψή μου, η επέκταση του παραδοσιακού δημόσιου χώ-ρου, ώστε να συμπεριλάβει τον οικονομικό, οικολογικό και κοινωνικό χώρο, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας.
Μπορούμε επομένως να διακρίνουμε μεταξύ τεσσάρων κύριων τύπων δημοκρατίας που συνιστούν τα θεμελιώδη στοιχεία μιας περιεκτικής δημοκρατίας: την πολιτική, οικονομική, οικολογική δημοκρατία και την «δημοκρατία στον κοινωνικό χώρο». Η πολιτική, η οικονομική και η δη- μοκρατία στον κοινωνικό χώρο μπορούν να οριστούν, εν συντομία, ως το θεσμικό πλαίσιο που στοχεύει στην ίση κατανομή της πολιτικής, οικο- νομικής και κοινωνικής δύναμης αντίστοιχα, δηλαδή ως το σύστημα που στοχεύει στην αποτελεσματική εξάλειψη της κυριαρχίας ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο. Αντίστοιχα, μπορούμε να ορίσουμε την οικολογική δημο- κρατία ως το θεσμικό πλαίσιο που στοχεύει στην εξάλειψη οποιασδήποτε ανθρώπινης προσπάθειας για κυριαρχία πάνω στον φυσικό κόσμο, δηλα- δή, ως το σύστημα που στοχεύει στην επανενσωμάτωση του ανθρώπου στη Φύση.
Πολιτική δημοκρατία
Μπορούμε να διακρίνουμε διάφορους τύπους κατανομής της πολιτικής δύναμης στην Ιστορία, οι οποίοι, σχηματικά, θα μπορούσαν να ταξινομη- θούν είτε ως δημοκρατικοί είτε ως ολιγαρχικοί. Στους πρώτους, η πολιτική δύναμη ισοκατανέμεται μεταξύ όλων αυτών που έχουν πλήρη πολιτικά δι- καιώματα (τυπικό παράδειγμα αποτελεί η αθηναϊκή Εκκλησία του Δήμου), ενώ στους δεύτερους, η πολιτική δύναμη είναι συγκεντρωμένη, σε διάφο- ρους βαθμούς, στα χέρια ποικίλων ελίτ. Στον πολιτικό χώρο μπορεί να υπάρχει μόνο μία μορφή δημοκρατίας, αυτή που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε πολιτική ή άμεση δημο- κρατία, όπου η πολιτική δύναμη ισοκατανέμεται μεταξύ όλων των πο- λιτών. Έτσι, η πολιτική δημοκρατία θεμελιώνεται στην ισοκατανομή της πολιτικής δύναμης, στην αυτοθέσμιση της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι, για να χαρακτηριστεί μια κοινωνία ως πολιτική δημοκρατία, πρέπει να ικα- νοποιούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) η δημοκρατία θεμελιώνεται στην συνειδητή επιλογή της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας από τους πολίτες. Αυτό συνεπάγεται ότι είναι ασύμβατη με την δημοκρατία η θεμελίωση της σε θεϊκά ή μυστικιστικά δόγματα και προκαταλήψεις ή ακόμη και σε κλειστά θεωρητικά συστήμα- τα που ενέχουν κοινωνικούς/φυσικούς «νόμους» ή τάσεις που (υποτίθε- ται) καθορίζουν την κοινωνική αλλαγή. 2) απουσία θεσμισμένων πολιτικών διαδικασιών ολιγαρχικής φύσης. Αυτό συνεπάγεται ότι όλες οι πολιτικές αποφάσεις (συμπεριλαμβανομέ- νων εκείνων που αναφέρονται στην διαμόρφωση και την εφαρμογή τωννόμων), λαμβάνονται από το σώμα των πολιτών συλλογικά και χωρίς αντιπροσώπευση. 3) απουσία θεσμισμένων πολιτικών δομών που ενσωματώνουν άνισες σχέσεις εξουσίας. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι όταν τμήματα τουσώματος των πολιτών εξουσιοδοτούνται για την διεξαγωγή συγκεκριμέ- νων καθηκόντων (π.χ. για να υπηρετήσουν ως μέλη λαϊκών δικαστηρίων ή περιφερειακών και συνομοσπονδιακών συμβουλίων κ.λπ.), η εξουσιο- δότηση γίνεται, κατά κανόνα, με κλήρο και με εναλλαγή και είναι πάντοτε ανακλητά από το σώμα των πολιτών. Επιπλέον, όσον αφορά στους εντολοδόχους σε περιφερειακά και συνομοσπονδιακά σώματα, η εντολή πρέπει να είναι ειδική. Αυτό είναι ένα αποτελεσματικό βήμα προς την κατάργηση των ιεραρχικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι σχέσεις αυτές βασίζονται σή- μερα, σε σημαντικό βαθμό, στον μύθο των «ειδικών» οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι σε θέση να ελέγχουν τα πάντα, από την Φύση ως την κοινωνία. Εντούτοις, πέρα από το γεγονός ότι η γνώση των αποκαλούμενων ειδικών είναι αμφίβολη (τουλάχιστον όσον αφορά τα κοινωνικά, οικονομικά και πο- λιτικά φαινόμενα), σε μια δημοκρατική κοινωνία, οι πολιτικές αποφάσεις δεν αφήνονται στους ειδικούς αλλά στο σώμα των πολιτών. Η αρχή αυτή εφαρμοζόταν με συνέπεια από τους Αθηναίους για τους οποίους «όλοι οι πολίτες μπορούσαν να συμμετέχουν, εάν ήθελαν, στην διακυβέρνηση του κράτους, αλλά έπρεπε να είναι ερασιτέχνες … ο επαγγελματισμός και η δημοκρατία θεωρούντο, στην βάση τους, αντιφατικοί όροι». 4) καθολικότητα. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι κάτοικοι μιας συγκεκριμένηςγεωγραφικής περιοχής (η οποία σήμερα –για λόγους που θα εξηγήσω στο επόμενο κεφάλαιο– μπορεί να έχει την μορφή μόνο μιας γεωγραφικής κοινότητας), μετά την συμπλήρωση του έτους ενηλικίωσης (που θα κα- θορίζεται από το ίδιο το σώμα των πολιτών), είναι μέλη του σώματος των πολιτών και συμμετέχουν άμεσα στην διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Οι παραπάνω προϋποθέσεις προφανώς δεν ικανοποιούνται από την κοι- νοβουλευτική «δημοκρατία» (όπως λειτουργεί στην Δύση), από την σοβιε- τική «δημοκρατία» (όπως λειτουργούσε στην Ανατολή), ή από τα διάφορα φονταμενταλιστικά ή ημιστρατιωτικά καθεστώτα στον Νότο. Όλα αυτά τα καθεστώτα είναι επομένως μορφές πολιτικής ολιγαρχίας, όπου η πολιτι- κή δύναμη είναι συγκεντρωμένη στα χέρια των διάφορων ελίτ (επαγγελματίες πολιτικοί, κομματικοί γραφειοκράτες, κλήρος, στρατιωτικοί κ.ά.). Παρόμοια, στο παρελθόν, διάφορες μορφές ολιγαρχίας κυριάρχησαν στο πολιτικό πεδίο, όταν αυτοκράτορες, βασιλείς και οι αυλές τους, με ή χωρίς
την συνεργασία των ευγενών, του κλήρου και άλλων, συγκέντρωναν την πολιτική δύναμη στα χέρια τους.
Από την άλλη μεριά, στο παρελθόν έγιναν σημαντικές προσπάθειες θέ- σμισης μορφών άμεσης δημοκρατίας, ιδιαίτερα κατά τις επαναστατικές περιόδους (για παράδειγμα, οι παρισινές συνελεύσεις των τομέων στις αρχές της δεκαετίας του 1790, οι ισπανικές συνελεύσεις κατά τον εμφύλιο πόλεμο κ.λπ.).115 Εντούτοις, οι περισσότερες από αυτές τις προσπάθειες είχαν μικρή διάρκεια και συνήθως δεν ενείχαν την θέσμιση της δημοκρατίας ως μιας νέας μορφής πολιτεύματος που αντικαθιστά, και δεν συμπληρώνει απλώς, το κράτος. Σε άλλες περιπτώσεις, οι δημοκρατικές ρυθμίσεις ει- σάγονταν ως ένα σύνολο διαδικασιών για την λήψη τοπικών αποφάσεων. Το μοναδικό ίσως φαινόμενο με πραγματικές αναλογίες με την αθηναϊκήδημοκρατία ήταν, όπως σημειώνει ο Hansen, τέσσερα ελβετικά καντόνια και τέσσερα ημικαντόνια στα οποία την διακυβέρνηση ασκούσαν λαϊκές συνελεύσεις (Landsgemeinden) και τα οποία ήταν, στην εποχή τους, κυρί-αρχα «κράτη». Έτσι, το μόνο «ιστορικό παράδειγμα θεσμισμένης άμεσης δημοκρατίας όπου, για δύο περίπου αιώνες (508/7 π.Χ. ως 322/1 π.Χ.), το κράτος είχε απορροφηθεί από την δημοκρατική κοινωνική οργάνωση, ήταν η αθηναϊ- κή δημοκρατία. Φυσικά, η αθηναϊκή δημοκρατία, όπως είδαμε παραπάνω, ήταν μια μερική πολιτική δημοκρατία. Αλλά, αυτό που έκανε την αθηναϊ-κή δημοκρατία μερική δεν ήταν οι ίδιοι οι πολιτικοί θεσμοί, αλλά ο πολύ στενός ορισμός της ιδιότητας του πολίτη που υιοθέτησαν οι Αθηναίοι, ο οποίος απέκλειε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού (γυναίκες, δούλοι, μέ- τοικοι), τα οποία, στην πραγματικότητα, αποτελούσαν την συντριπτικήπλειονότητα των ανθρώπων που ζούσαν στην Αθήνα. Επιπλέον, αναφέρομαι στην «θεσμισμένη» άμεση δημοκρατία προκει- μένου να καταστήσω σαφή την διάκριση μεταξύ των δημοκρατικών θεσμών και της δημοκρατικής πρακτικής. Η δεύτερη, όπως έχουν επισημάνειοι επικριτές της δημοκρατίας, θα μπορούσε σε μερικές περιπτώσεις να χαρακτηριστεί ως de facto «ολιγαρχική», με την έννοια ότι η διαδικασία λήψης των αποφάσεων ελεγχόταν συχνά από έναν ισχυρό ηγέτη (π.χ. τον Περικλή) ή από λίγους δημαγωγούς. Εντούτοις, αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρεί ως σοβαρή κριτική για τους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς. Στην πραγματικότητα, όπως υποστήριξα παραπάνω, ήταν ακριβώς ο μερικός χαρακτήρας της αθηναϊκής πολιτικής δημοκρατίας, ο οποίος, σε συνδυασμό με την επικρατούσα ανισοκατανομή της οικονομικής δύνα- μης, όχι μόνο δημιουργούσε σοβαρές αντιφάσεις στην δημοκρατική δια- δικασία, αλλά, στο τέλος, εξασθενίζοντας την οικονομική βάση πάνω στην οποία είχε οικοδομηθεί η διαδικασία αυτή, οδήγησε στην κατάρρευση των ίδιων των δημοκρατικών θεσμών. Είναι επομένως φανερό ότι η θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας είναι μόνο η αναγκαία συνθήκη για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Όπως το θέτει ο Καστοριάδης: «Η ύπαρξη ενός δημόσιου χώρου (δηλ. ενός πο- λιτικού πεδίου που ανήκει σε όλους), δεν είναι απλώς ζήτημα νομικών διευθετήσεων που διασφαλίζουν το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου κ.λπ. Τέτοιες διευθετήσεις δεν είναι παρά συνθήκες για να υπάρξει ο δη- μόσιος χώρος».117 Για παράδειγμα, οι Αθηναίοι πολίτες, συζητούσαν για την πολιτική, πριν και μετά τις διαβουλεύσεις τους στις συνελεύσεις, στηναγορά.118 Παρόμοια, κρίσιμο ρόλο στην εκπαίδευση των πολιτών έπαιξε η παιδεία. Η παιδεία δεν είναι απλώς η εκπαίδευση αλλά η ανάπτυξη του χαρακτήρα και μια ολοκληρωμένη και ολόπλευρη απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, δηλαδή η εκπαίδευση του ατόμου ως πολίτη, η οποία, και μόνο, μπορεί «να δώσει αξιόλογο, ουσιαστικό περιεχόμενο στον “δημόσιο χώρο”».119 Όπως επισημαίνει ο Hansen σε σχέση με τον κρίσιμο ρόλο της παιδείας: Για τον ελληνικό τρόπο σκέψης, ήταν οι πολιτικοί θεσμοί που διαμόρφωναν τον «δημοκρατικό άνθρωπο» και την «δημοκρατική ζωή» και όχι το αντίστρο- φο: οι θεσμοί της πόλεως εκπαίδευαν και διαμόρφωναν τις ζωές των πολιτών και το να έχεις καλή ζωή σήμαινε να έχεις τους καλύτερους θεσμούς και ένα σύστημα εκπαίδευσης απόλυτα συμβατό με αυτούς.
Οικονομική δημοκρατία
Ιστορικά, σε αντίθεση με την θέσμιση της πολιτικής δημοκρατίας, δενυπήρξε ποτέ ένα αντίστοιχο παράδειγμα μιας θεσμισμένης οικονομικής δημοκρατίας. Οι περισσότερες οικονομικές αποφάσεις, στις ιστορικές κοινωνίες, μέχρι την ανάδυση της οικονομίας της αγοράς, λαμβάνονταν στομικροοικονομικό επίπεδο, δηλαδή στην επιμέρους μονάδα παραγωγής, αν και η κοινωνία ασκούσε με διάφορους τρόπους την εξουσία της πάνω στις αγορές απ’ όπου έπρεπε να περάσει μέρος της οικονομικής δραστη- ριότητας, όπως είδαμε στο Κεφάλαιο 1. Στις περισσότερες από αυτές τις κοινωνίες, η οικονομική δύναμη κατανεμόταν άνισα, σύμφωνα με τα κα- θιερωμένα πρότυπα άνισης κατανομής του εισοδήματος και του πλούτου. Αλλά, ακόμα κι όταν ο βαθμός ανισότητας στην κατανομή του εισοδή- ματος και του πλούτου ήταν χαμηλός, αυτό δεν συνδεόταν κατ’ ανάγκην με την οικονομική δημοκρατία, με την έννοια της συλλογικής λήψης τωναποφάσεων για την κατανομή των οικονομικών πόρων. Παρόμοια, ακόμα και όταν εισήχθη η άμεση δημοκρατία στο πολιτι-κό πεδίο, δεν συνοδεύτηκε κατ’ ανάγκην από την οικονομική δημοκρα-τία. Έτσι, στην κλασική Αθήνα, η κατανομή της οικονομικής δύναμης δεν αποτέλεσε ποτέ δημόσιο ζήτημα, παρά μόνο έμμεσα, καθόσον αφορούσετη δυνατότητα συμμετοχής των πολιτών στις δημοκρατικές διαδικασίες,θέμα που παρακίνησε τον Περικλή να εισάγει τον θεσμό των αποζημιώ- σεων όπως είδαμε παραπάνω. Ο λόγος ήταν φυσικά ότι η συσσώρευσητου κεφαλαίου δεν ήταν ένα δομικό χαρακτηριστικό της αθηναϊκής δημο-κρατίας (όπως άλλωστε και οποιασδήποτε προ-καπιταλιστικής κοινωνίαςόπου η οικονομική ανάπτυξη ήταν αδιανόητος κοινωνικός στόχος και οβασικός στόχος των ελίτ ήταν απλώς η συσσώρευση πλούτου και η μεγα-λύτερη κατανάλωση) και συνακόλουθα μέρος του κυρίαρχου κοινωνικούπαραδείγματος. Επομένως, ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο κατανομήςτων οικονομικών πόρων δεν ανήκαν στον δημόσιο χώρο (ο Αριστοτέλης ήταν σαφής σε σχέση με αυτό),121 παρά μόνο στον βαθμό που αναφέρο-νταν στην θέσπιση κοινωνικών ελέγχων για την ρύθμιση της περιορισμέ- νης αγοράς, ή στην χρηματοδότηση των «δημοσίων» δαπανών (που δεν είχαν βέβαια σχέση με ό,τι χαρακτηρίζουμε σήμερα κοινωνικές δαπάνες). Δεν είναι περίεργο ότι, όπως επισημαίνει ο Hansen, «οι Αθηναίοι της κλα- σικής περιόδου είχαν ένα πολύπλοκο δίκτυο πολιτικών θεσμών αλλά, εξ όσων μπορούμε να γνωρίζουμε από τις πηγές, καμία παράλληλη οικονο- μική οργάνωση». Μόνο όταν αναδύθηκε η οικονομία της αγοράς, πριν από δύο αιώνες, τέθηκε το ζήτημα σχετικά με το πώς πρέπει να παίρνονται οι σημαντικές οικονομικές αποφάσεις (πώς, τι και για ποιόν παράγεται) και προέκυψε το αντίστοιχο ζήτημα της κατανομής της οικονομικής δύναμης. Είναι εξίσου σαφές ότι οι μορφές οικονομικής οργάνωσης που επικράτησαν από την ανάδυση της οικονομίας της αγοράς και μετά, δηλαδή ο καπιταλισμός και ο σοσιαλιστικός κρατισμός, ήταν απλώς εκδοχές οικονομικής ολιγαρχίας, όπου η οικονομική δύναμη ήταν συγκεντρωμένη στα χέρια των καπιταλι- στικών και των γραφειοκρατικών ελίτ αντίστοιχα. Έτσι, στον τύπο κοινωνίας που αναδύθηκε μετά την επικράτηση της οι- κονομίας της αγοράς, υπήρξε μια σαφής μετατόπιση της οικονομίας από τον ιδιωτικό χώρο σε αυτό που η Hannah Αrendt αποκαλούσε «κοινωνι- κό χώρο», στον οποίο ανήκε επίσης το έθνος-κράτος. Είναι δε ακριβώς η μετατόπιση αυτή που κάνει κενό τον λόγο για την δημοκρατία όταν δεν αναφέρεται επίσης στο θέμα της οικονομικής δύναμης. Το να μιλάμε για ίση κατανομή της πολιτικής δύναμης χωρίς να την εξαρτάμε από την ίση κατανομή της οικονομικής δύναμης είναι, στην καλύτερη περίπτωση, χω- ρίς νόημα, και στην χειρότερη απατηλό. Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι η σημερινή παρακμή της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» έχει οδηγή- σει πολλούς φιλελεύθερους, σοσιαλδημοκράτες και άλλους να μιλούν για άμεση δημοκρατία, χωρίς όμως να αναφέρονται στο απαραίτητο συμπλή- ρωμά της: την οικονομική δημοκρατία. Από την ίδια σκοπιά, νομίζω ότι δηλώσεις οι οποίες, για παράδειγμα, χαρακτηρίζουν τις Η.Π.Α. ως «ασυνήθιστα ελεύθερη χώρα» (όπως συχνάδηλώνει ο Νoam Chomsky123) είναι, τουλάχιστον, εσφαλμένες. Νομίζω ότι μια τέτοια διαπίστωση θα μπορούσε να ευσταθεί μόνο εάν μπορούσαμε να διαχωρίσουμε την πολιτική ελευθερία και ισότητα από την οικονομικήελευθερία και ισότητα. Και ένας τέτοιος διαχωρισμός θα αντέφασκε ακό- μη και με το πολιτικό έργο του ίδιου του Chomsky.124 Επομένως, ακόμα κι αν συμφωνούσε κανείς με την διαπίστωση ότι στις Η.Π.Α. έχει εξασφαλιστεί ένας σημαντικός βαθμός πολιτικής ελευθερίας στο επίπεδο νομοθε- σίας (αν και φυσικά μπορεί κανείς να έχει σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με το πώς εφαρμόζεται η σχετική νομοθεσία σε σχέση με τις μειονότη- τες κ.λπ.), ο πολύ υψηλός βαθμός οικονομικής ανισότητας και φτώχειας που χαρακτηρίζει την χώρα αυτή, σε σχέση με το επίπεδο οικονομικής της ανάπτυξης, σίγουρα δεν θα ήταν συμβατός με την ταξινόμηση της ωςμιας «ασυνήθιστα ελεύθερης χώρας».
Έτσι, με βάση τον προκαταρκτικό ορισμό της οικονομικής δημοκρατίας που δόθηκε νωρίτερα σε αυτό το κεφάλαιο, θα μπορούσαμε να διατυπώ-σουμε τις ακόλουθες αρνητικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια κοινωνία για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως οικονομική δημοκρατία:
●● απουσία θεσμισμένων οικονομικών διαδικασιών ολιγαρχικής φύσης. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι «μακρο»-οικονομικές αποφάσεις, δηλαδή οι αποφάσεις που αφορούν την γενική διεύθυνση της οικονομίας (συνολι- κό επίπεδο παραγωγής, κατανάλωσης και επενδύσεων και συνακόλου- θες ποσότητες εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου, χρησιμοποιούμενες τεχνολογίες κ.λπ.), λαμβάνονται από το σώμα των πολιτών συλλογικά και χωρίς αντιπροσώπευση, μολονότι οι «μικρο»-οικονομικές αποφά- σεις στο επίπεδο του χώρου εργασίας και του νοικοκυριού λαμβάνο- νται από την επιμέρους μονάδα παραγωγής ή κατανάλωσης.
●● απουσία θεσμισμένων οικονομικών δομών που ενσωματώνουν άνι- σες σχέσεις οικονομικής δύναμης. Αυτό συνεπάγεται ότι τα μέσα πα- ραγωγής και κατανομής βρίσκονται υπό την συλλογική ιδιοκτησία και τον άμεσο έλεγχο του δήμου, του σώματος των πολιτών. Οποιαδήποτε ανισότητα εισοδήματος και πλούτου είναι επομένως αποτέλεσμα επι- πρόσθετης εθελοντικής εργασίας στο ατομικό επίπεδο. Η επιπρόσθετη εργασία, πέρα από αυτήν που απαιτείται από κάθε ικανό μέλος της κοι- νωνίας για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών, επιτρέπει μόνο την πρόσθετη κατανάλωση, αφού δεν είναι δυνατή η ατομική συσσώρευση κεφαλαίου, ο δε τυχόν συσσωρευθείς πλούτος, που είναι αποκλειστικό αποτέλεσμα της επιπρόσθετης εργασίας, δεν είναι κληρονομήσιμος. Δημοκρατία στο κοινωνικό πεδίο Η ικανοποίηση των παραπάνω προϋποθέσεων της πολιτικής και της οι- κονομικής δημοκρατίας θα σήμαινε την επανενσωμάτωση του πολιτικού και οικονομικού χώρου στον δημόσιο χώρο, δηλαδή την δημιουργία συν- θηκών ελευθερίας και αυτοκαθορισμού, τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό επίπεδο. Εντούτοις, η πολιτική και οικονομική δύναμη δεν εί- ναι οι μόνες μορφές δύναμης και επομένως η πολιτική και η οικονομική δημοκρατία δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους μια περιεκτική δημοκρα- τία. Με άλλα λόγια, μια περιεκτική δημοκρατία είναι αδιανόητη εάν δεν επεκτείνεται στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο για να συμπεριλάβει τον χώρο εργασίας, το νοικοκυριό, τον εκπαιδευτικό χώρο και στην πραγματικότη- τα κάθε οικονομικό ή πολιτισμικό θεσμό που αποτελεί στοιχείο του χώρουαυτού.Ιστορικά, εισήχθησαν διάφορες μορφές δημοκρατίας στο κοινωνικό πε- δίο, ιδιαίτερα τον 20ό αιώνα, συνήθως σε περιόδους επαναστατικής δρα- στηριότητας. Εντούτοις, οι μορφές αυτές δημοκρατίας όχι μόνο υπήρξαν βραχύβιες αλλά και σπάνια εκτείνονταν πέρα από τον χώρο εργασίας (π.χ. τα ουγγρικά εργατικά συμβούλια125 το 1956), και τον χώρο της εκπαίδευ- σης (π.χ. οι παρισινές φοιτητικές συνελεύσεις το 1968). Ένα κρίσιμο ζήτημα που τίθεται σε σχέση με την δημοκρατία στο κοι- νωνικό πεδίο αναφέρεται στις σχέσεις στο νοικοκυριό. Η κοινωνική και οι- κονομική θέση των γυναικών ενισχύθηκε τον 20ό αιώνα, ως αποτέλεσμα, από την μια μεριά, των αυξανόμενων εργασιακών αναγκών της οικονομίας ανάπτυξης και, από την άλλη, της δραστηριότητας των γυναικείων κινη- μάτων. Παρ’ όλα’ αυτά, οι σχέσεις μεταξύ των φύλων σε επίπεδο νοικοκυ- ριού παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ιεραρχικές, ιδιαίτερα στον Νότο όπου ζει το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Εντούτοις, παρ’ όλο που το νοικοκυριό έχει ένα θεμελιώδες κοινό χαρακτηριστικό με τον δη- μόσιο χώρο, την ανισότητα και τις εξουσιαστικές σχέσεις, πάντοτε κατα- τασσόταν στην ιδιωτική σφαίρα. Επομένως, το πρόβλημα που τίθεται εδώ είναι πώς μπορεί να επιτευχθεί ο «εκδημοκρατισμός» στο νοικοκυριό. Μια πιθανή λύση είναι η κατάργηση της διάκρισης νοικοκυριού-δημόσιου χώρου. Έτσι, ορισμένες φεμινίστριες συγγραφείς, ιδιαίτερα οι-κοφεμινίστριες, εγκωμιάζουν τον οίκο και τις αξίες του, στην θέση της πό- λεως και της πολιτικής. Η θέση όμως αυτή, όπως παρατηρεί η Janet Biehl, «μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί ως μια προσπάθεια απορρόφησης του πο- λιτικού από το οικιακό, της πολιτικής κοινότητας από την οικογένεια, του δημόσιου από το ιδιωτικό».126 Αντίστοιχα, ορισμένοι Πράσινοι στοχαστές προσπαθούν να αναγάγουν τον δημόσιο χώρο σε μια μικρής κλίμακαςσυνεργατική κοινότητα που θα μοιάζει με ένα μεγάλο νοικοκυριό.127 Στο άλλο άκρο, ορισμένες μαρξίστριες φεμινίστριες128 επιχειρούν να άρουν τον δυϊσμό δημόσιου/ιδιωτικού μέσω της ενσωμάτωσης του ιδιωτικού χώρου συνολικά σε μια δημόσια, κοινωνικοποιημένη ή αδελφοποιημένη, κρατι- κή σφαίρα. Μολονότι όμως οι περισσότερες φεμινίστριες τονίζουν ότι η έννοια του ιδιωτικού χαρακτήρα του νοικοκυριού έχει πράγματι παραποι- ηθεί για να μην είναι εύκολη η αμφισβήτηση της σχέσης υποταγής των γυναικών, εν τούτοις, όπως επισημαίνει η Val Plumwood, οι φεμινίστριες που υποστηρίζουν την εξάλειψη του ιδιωτικού χαρακτήρα του νοικοκυ- ριού αποτελούν σήμερα μειονότητα.129 Μια άλλη πιθανή λύση είναι, θεωρώντας δεδομένο ότι το νοικοκυριό ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα, να ορίσουμε την σημασία του με όρους ελευθερίας όλων των μελών του. Όπως επισημαίνει η Val Plumwood: Όταν οι φεμινίστριες μιλούν για εκδημοκρατισμό στο νοικοκυριό, δεν εννοούν φυσικά ότι θα πρέπει να απογυμνωθεί από τον ιδιωτικό χαρακτήρα του και να ανοιχτεί στην «τυραννία της πλειοψηφίας», στον κρατικό έλεγχο, ή στην ρύθ- μιση με γενική ψηφοφορία σε μια μοναδική, καθολική δημόσια σφαίρα. Αυτό που εννοούν είναι ότι οι σχέσεις στο νοικοκυριό θα πρέπει να αποκτήσουν οι ίδιες τα χαρακτηριστικά των δημοκρατικών σχέσεων και ότι το νοικοκυριό θαπρέπει να πάρει μια μορφή που να είναι συμβατή με την ελευθερία όλων τωνμελών του. Κατά την γνώμη μου, το ζήτημα δεν είναι η αναίρεση του διαχωρισμού ιδιωτικού/δημόσιου πεδίου.

Το πραγματικό ζήτημα είναι πώς, διατηρώ- ντας και ενισχύοντας την αυτονομία των δύο πεδίων, θα υιοθετούσαμε τέτοιες θεσμικές διευθετήσεις που θα εισήγαγαν την δημοκρατία στο νοικοκυριό και το κοινωνικό πεδίο γενικά (χώρος εργασίας, εκπαιδευτικά ιδρύματα κ.λπ.), ενώ ταυτόχρονα θα ενίσχυαν τις θεσμικές διευθετήσεις της πολιτικής και οικονομικής δημοκρατίας. Κι αυτό διότι, όπως υποστη- ρίχθηκε παραπάνω, μια αποτελεσματική δημοκρατία είναι αδιανόητη αν ο ελεύθερος χρόνος δεν κατανέμεται εξίσου μεταξύ όλων των πολιτών. Όμως, στον βαθμό που εξακολουθούν να υφίστανται οι σημερινές ιεραρ- χικές συνθήκες στο νοικοκυριό, στον χώρο εργασίας και σε οποιονδή- ποτε άλλο χώρο, η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί. Επιπλέον, η δημοκρατία στο κοινωνικό πεδίο, ιδιαίτερα στο νοικοκυριό, είναι αδύνατη, εάν δεν εισαχθούν θεσμικές ρυθμίσεις που να αναγνωρί- ζουν τον ρόλο του νοικοκυριού στην ικανοποίηση των αναγκών και να εν- σωματώνουν την φροντίδα και τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιό του στο γενικό σχήμα ικανοποίησης των αναγκών.
Οικολογική δημοκρατία
Το τελικό ερώτημα που τίθεται σε σχέση με την αντίληψη για μια περιεκτική δημοκρατία αναφέρεται στο πώς μπορούμε να οραματιστούμε ένα πε- ριβαλλοντικά φιλικό θεσμικό πλαίσιο που δεν θα λειτουργούσε ως βάση μιας ιδεολογίας κυριαρχίας πάνω στην Φύση. Ορισμένοι επικριτές της Περιεκτικής Δημοκρατίας παρερμηνεύουν το ζήτημα σαν να επρόκειτο για θέμα των εγγυήσεων που μπορεί να προσφέρει μια περιεκτική δημο- κρατία όσον αφορά την εξασφάλιση μιας καλύτερης σχέσης κοινωνίαςκαι Φύσης από αυτήν που δημιουργούν τα συστήματα της οικονομίας της αγοράς ή του σοσιαλιστικού κρατισμού. Ένας γνωστός οικοσοσιαλιστής, για παράδειγμα, υπέθεσε πολύ πρόσφατα ότι «η “απαιτούμενη” οικολογι- κή συναίνεση μεταξύ των κατοίκων της οικοτοπίας μπορεί να μην εξα- σφαλίζεται απλώς με την εγκαθίδρυση μιας αθηναϊκής δημοκρατίας στην οποία όλοι είναι μορφωμένοι και λογικοί». Η άποψη όμως αυτή αποτελεί μια φανερή παρερμηνεία της δημοκρα- τίας. Είναι σαφές ότι εάν δούμε την δημοκρατία ως μια διαδικασία κοινω- νικής αυτοθέσμισης, όπου δεν υπάρχει κανένας θεϊκά ή «αντικειμενικά» καθοριζόμενος κώδικας ανθρώπινης συμπεριφοράς, τέτοιες εγγυήσεις αποκλείονται εξ ορισμού. Επομένως, η αντικατάσταση της οικονομίας της αγοράς από ένα νέο θεσμικό πλαίσιο περιεκτικής δημοκρατίας συνιστά μόνο την αναγκαία συνθήκη για μια αρμονική σχέση μεταξύ του φυσικού και του κοινωνικού κόσμου. Η επαρκής συνθήκη αναφέρεται στο επίπεδο οικολογικής συνείδησης των πολιτών. Παρ’ όλα αυτά, θα μπορούσε κανείς εύλογα να περιμένει ότι η ριζοσπαστική αλλαγή στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα που θα ακολουθήσει την θέσμιση μιας περιεκτικής δημοκρα- τίας, σε συνδυασμό με τον αποφασιστικό ρόλο που θα παίζει η παιδείασε ένα φιλικό προς το περιβάλλον θεσμικό πλαίσιο, θα οδηγήσουν σε μια ριζική αλλαγή της ανθρώπινης συμπεριφοράς προς την Φύση.
Με άλλα λόγια, μια δημοκρατική οικολογική προοπτική δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τις θεσμικές προϋποθέσεις που προσφέρουν τις μεγαλύτερες ελπίδες για μια καλύτερη σχέση του ανθρώπου με την Φύση. Εντούτοις, υπάρχουν ισχυροί λόγοι να πιστεύουμε ότι η σχέση μεταξύ της περιεκτικής δημοκρατίας και της Φύσης θα είναι πολύ πιο αρμονική από την σχέση που θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί στην οικονομία της αγο- ράς, ή στον σοσιαλιστικό κρατισμό. Οι παράγοντες που υποστηρίζουν την αντίληψη αυτή αναφέρονται και στα τρία στοιχεία μιας περιεκτικής δημο- κρατίας: το πολιτικό, το οικονομικό και το κοινωνικό.Στο πολιτικό επίπεδο, ●● έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι η δημιουρ-γία ενός δημόσιου χώρου θα συμβάλει σημαντικά, από μόνη της, στο να γίνει ο υλισμός λιγότερο ελκυστικός. Κι αυτό διότι ο δημόσιος χώρος θα δώσει ένα νέο νόημα στην ζωή που θα γεμίσει το υπαρξιακό κενό που δημιουργεί η σημερινή καταναλωτική κοινωνία. Μπορούμε εύλογα να περιμένουμε ότι η συνειδητοποίηση του τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος θα μας στρέψει ξανά προς την Φύση. Έτσι, όπως επισημαίνει η Kerry H. Whiteside αναφερόμενη στο έργο της Hannah Αrendt: Η πολιτική συμμετοχή δεν είναι απλώς ένα μέσο για να προωθήσουμε τηνπράσινη ατζέντα. Ούτε είναι απλώς μια δραστηριότητα που θα πρόσφερε και άλλες διεξόδους σ’ έναν κόσμο που θα ενασχολείται λιγότερο με την υλική κα-τανάλωση. Μια κοινότητα που υπερηφανεύεται για την συλλογική διαβούλευ-ση ενθαρρύνει έναν τρόπο ζωής ο οποίος περιορίζει την έλξη της εργασίας … σ’ έναν κόσμο όπου η εργασία θεωρείται απλώς ένα τμήμα μιας ζωής γεμάτηςνόημα, η κατανάλωση θα είναι λιγότερο ελκυστική.
Στο οικονομικό επίπεδο, ●● δεν είναι τυχαίο ότι, ιστορικά, η διαδικασία μαζικής καταστροφής του περιβάλλοντος συμπίπτει με την διαδικασίααγοραιοποίησης της οικονομίας. Με άλλα λόγια, η ανάδυση της οικονομίας της αγοράς και της συνακόλουθης οικονομίας ανάπτυξης είχε κρίσιμες συνέπειες για την σχέση κοινωνίας και Φύσης και οδήγησεστην επικράτηση της ιδεολογίας ανάπτυξης ως του κυρίαρχου κοινω- νικού παραδείγματος. Έτσι, έγινε κυρίαρχη μια «εργαλειακή» αντίληψη της Φύσης, στην οποία η Φύση εθεωρείτο ως ένα εργαλείο για τηνανάπτυξη, σε μια διαδικασία απεριόριστης συγκέντρωσης δύναμης. Εάν υποθέσουμε ότι, σήμερα, μόνο μια συνομοσπονδιακή κοινωνία θα μπορούσε να εξασφαλίσει την περιεκτική δημοκρατία, είναι εύλογο να υποθέσουμε περαιτέρω ότι όταν η οικονομία της αγοράς αντικατα- σταθεί από μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή οικονομία, η δυναμι- κή ανάπτυξη-ή-θάνατος της πρώτης θα αντικατασταθεί από την νέα κοινωνική δυναμική της δεύτερης: μια δυναμική που θα στοχεύει στην ικανοποίηση των κοινοτικών αναγκών και όχι στην ανάπτυξη καθ’ εαυ- τή. Εάν η ικανοποίηση των κοινοτικών αναγκών δεν εξαρτάται, όπως σήμερα, από την συνεχή επέκταση της παραγωγής για να καλυφθούν οι «ανάγκες» που δημιουργεί η αγορά και, εάν αποκατασταθεί ο δεσμός μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο η σημερινή εργαλειακή αντίληψη της Φύσης θα συνεχίσει να καθορίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Τέλος, θα μπορούσαμε, ●● επίσης εύλογα, να περιμένουμε ότι η δημο- κρατία στο γενικότερο κοινωνικό πεδίο θα είναι φιλική προς το περι- βάλλον. Η εξάλειψη των πατριαρχικών σχέσεων στο νοικοκυριό και των ιεραρχικών σχέσεων γενικά θα δημιουργούσε ένα νέο αντι-κυριαρχικό ήθος που θα επεκτεινόταν από την κοινωνία στην Φύση. Με άλλα λόγια, η δημιουργία δημοκρατικών συνθηκών στο κοινωνικό πεδίο θα ήταν ένα αποτελεσματικό βήμα στην δημιουργία των επαρκών συνθηκών για μια αρμονική σχέση Φύσης-κοινωνίας. Αλλά, πέρα από τους παραπάνω πολιτικούς και οικονομικούς παράγο- ντες, θα πρέπει επίσης να αναφερθεί εδώ και ένας οικολογικός παράγοντας που συνηγορεί σθεναρά υπέρ της αρμονικής σχέσης δημοκρατίας-Φύσης: είναι εύλογο ότι ο «τοπικιστικός» χαρακτήρας μιας συνομοσπονδιακής κοινωνίας θα ενισχύσει τον φιλικό προς το περιβάλλον χαρακτήρα της. Έτσι, όπως υποστηρίζει ο Martin Khor του Third World Network, «ο τοπι- κός έλεγχος, μολονότι δεν είναι οπωσδήποτε επαρκής για την προστασία του περιβάλλοντος, είναι αναγκαίος, ενώ, αντίθετα, το περιβάλλον ανα- γκαστικά υποφέρει κάτω από τον κρατικό έλεγχο».

Η αναγκαιότητα του τοπικού ελέγχου γίνεται φανερή εάν πάρουμε υπ’ όψη το γεγονός ότι το ίδιο το περιβάλλον, όπως το θέτει η Elinor Ostrom, είναι τοπικό: Οι κοινότητες μικρής κλίμακας είναι πολύ πιθανό να ικανοποιούν τις απαιτού- μενες συνθήκες για μια επιτυχή και βιώσιμη συλλογική διαχείριση του περι- βάλλοντος. Μεταξύ αυτών των συνθηκών είναι η ορατότητα των κοινοτικών πόρων και της συμπεριφοράς μας απέναντί τους, η συνεχής πληροφόρηση σε σχέση με τα αποτελέσματα των διαφόρων ρυθμίσεων, η ευρεία κατανόηση και αποδοχή των νέων κανόνων, καθώς και της λογικής και των αξιών που εκφρά- ζουν (δηλ. ισότιμη μεταχείριση όλων και προστασία του περιβάλλοντος), ηεσωτερίκευση των αξιών και η αυστηρή εφαρμογή των σχετικών ελέγχων. Επιπλέον, είναι λογικό να υποθέσουμε –και η εμπειρία σχετικά με την αξιοσημείωτη επιτυχία τοπικών κοινοτήτων στην διαφύλαξη του περιβάλ-λοντος υποστηρίζει την υπόθεση αυτή135– ότι, όταν οι άνθρωποι στηρίζο- νται άμεσα στο φυσικό τους περιβάλλον για να επιβιώσουν, αναπτύσσουν μια στενή σχέση με αυτό, η οποία αναγκαστικά επηρεάζει θετικά την συ- μπεριφορά τους προς αυτό. Εντούτοις, η προϋπόθεση για να είναι επιτυ- χής ο τοπικός έλεγχος του περιβάλλοντος είναι ότι η κοινότητα βασίζεται στο φυσικό περιβάλλον για την μακροπρόθεσμη επιβίωσή της και ότι κατά συνέπεια έχει άμεσο συμφέρον να το προστατέψει –ένας ακόμα λόγος για τον οποίο μια οικολογική κοινωνία είναι αδύνατη χωρίς την οικονομική δημοκρατία. Καταλήγοντας, η σημερινή οικολογική κρίση επιδέχεται κατά βάση δύο λύσεις: η μία λύση ενέχει την απόπειρα επίλυσης του οικολογικού προ- βλήματος μέσα απο το «πρασίνισμα» του καπιταλισμού σε μια «βιώσιμη ανάπτυξη», όπως είδαμε στο Κεφ. 4. Η άλλη λύση προϋποθέτει ριζική αποκέντρωση, εφόσον, άλλωστε, ακόμη και η οικονομική αποτελεσματι- κότητα των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας (ηλιακή, αιολική κ.λπ.) πουεπικαλούνται οι οπαδοί της βιώσιμης ανάπτυξης εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από την οργάνωση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής σε μικρό- τερες μονάδες και ένας βασικός λόγος που δεν επιτρέπει στις εναλλακτι- κές μορφές ενεργειας να έχουν σημαντικά αποτελέσματα, όσο και αν επε- κταθούν στο μέλλον, είναι ακριβώς ότι η επέκταση τους προβλέπεται στο πλαίσιο της σημερινης οικονομίαςανάπτυξης.136 Η αποκεντρωτική λύση, εντούτοις, έχει ήδη περιθωριοποιηθεί από την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, ακριβώς επειδή δεν είναι συμβατή με την σημερινή συγκέ- ντρωση της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής δύναμης.

Η πελώρια και συνεχώς διογκούμενη συγκέντρωση πληθυσμών στις αναδυόμενες τερατουπόλεις ανά τον πλανήτη απλώς αντανακλά την αντίστοιχη συγκέ- ντρωση οικονομικής δραστηριότητας και δύναμης στα αστικά κέντρα. Χαρακτηριστικά, τα τελευταία 40 χρόνια παρατηρείται ραγδαία αύξησητου αστικού πληθυσμού. Το 1975, μόνο το 37% του παγκόσμιου πληθυ- σμού ζούσε στις πόλεις ενώ σήμερα προβλέπεται ότι, μέχρι το 2015, πάνωαπό το 53% θα ζει σε αυτές. Η μεγαλύτερη μάλιστα αύξηση σημειώνεται στον Νότο και στις παραγκουπόλεις που δημιουργούνται εκεί, δίπλα στις μοντέρνες «βιτρίνες» των ουρανοξυστών. Έτσι, στις «αναπτυσσόμενες» χώρες του Νότου ο αστικός πληθυσμός αναμένεται να έχει διπλασιαστεί στην ίδια περίοδο (από 26% το 1975 σε 49% το 2015).137Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι οι λύσεις στο ενεργειακό που προωθούνται σήμερα, οι οποί-ες υποτίθεται ότι συγκεντρώνουν πολλά πλεονεκτήματα της ανανεώσιμηςενέργειας, δεν συνεπάγονται οποιεσδήποτε ριζικές αλλαγές στην οικονο-μία της αγοράς/ανάπτυξης.

Σε όλους αυτούς που αναζητούν μια πραγματική διέξοδο από την ση μερινή πολυδιάστατη κρίση της χώρας μας, που θα αποτελεί συγχρόνως και εκπλήρωση του παμπάλαιου αλλά και ανεκπλήρωτου αιτήματος για μια κοινωνία ίσων και αυτόνομων πολιτών, στην οποία θα λάμπουν διά της απουσίας τους οι εξουσιαστικές δομές και σχέσεις, αφιερώνεται το βιβλίο αυτό. τάκης Φωτόπουλος
 
.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s