Συνομοσπονδιακη Περιεκτ ικη Δημοκρατια

Στόχος του κεφαλαίου αυτού είναι να διερευνήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μια περιεκτική δημοκρατία, της οποίας τα συστατικά στοιχεία περιγράψαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, θα μπορούσε να λειτουργήσει υπό τις σημερινές συνθήκες. Παρόλο που εναπόκειται στις συνελεύσεις των πολιτών του μέλλοντος να σχεδιάσουν την μορφή που θα πάρει μια περιεκτική δημοκρατία, νομίζω ότι είναι σημαντικό να καταδείξουμε ότι μια τέτοια μορφή κοινωνίας δεν είναι μόνο αναγκαία, όπως προσπάθη-σα να δείξω στο πρώτο μέρος του βιβλίου, αλλά και εφικτή. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα, σε μια περίοδο που η αυτοαποκαλούμενη «Αριστερά» έχει εγκαταλείψει κάθε όραμα για μια κοινωνία που δεν θα βασίζεται στην οικονομία της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημο-κρατία» –θεσμούς που θεωρεί δεδομένους– και απορρίπτει οποιαδήποτε εναλλακτικάοράματα ως «ουτοπικά» (με την αρνητική σημασία της λέ-ξης). Είναι, επομένως, απαραίτητο να δείξουμε –όπως προσπάθησα να κάνω στο πρώτο μέρος του βιβλίου– ότι είναι στην πραγματικότητα το όραμα της «Αριστεράς» για μια «ριζοσπαστική» δημοκρατία, το οποίο θε-ωρεί δεδομένη την σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόλυτα μη ρεαλιστικό. Αλλά νομίζω ότι είναι εξ ίσου σημαντικό να προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τον τρό-πο με τον οποίο μια εναλλακτική κοινωνία, βασισμένη στην περιεκτικήδημοκρατία, θα μπορούσε να επιλύσει τα βασικά κοινωνικό-οικονομικά προβλήματα, που αντιμετωπίζει αναπόφευκτα κάθε κοινωνία, σήμερα, σε συνθήκες σπάνεως των παραγωγικών πόρων και όχι σε μια φανταστική κατάσταση μετα-σπάνεως. Μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε να βο-ηθήσει τους υποστηρικτές του δημοκρατικού προτάγματος όχι μόνο να σχηματίσουν μια πιο συγκεκριμένη άποψη για την κοινωνία που οραμα-τίζονται, αλλά και να αντιμετωπίσουν τις κατηγορίες περί «ουτοπισμού»που διατυπώνονται εναντίον τους. Στο πρώτο μέρος του κεφαλαίου εξετάζεται η σχέση της δημοκρατίας με την τοπική κοινωνία οργανωμένη σε δήμο, σε μια προσπάθεια να γί-νουν φανεροί οι λόγοι για τους οποίους μια περιεκτική δημοκρατία, στις σημερινές συνθήκες, μπορεί να είναι μόνο μια συνομοσπονδία δήμων,όπου οι δήμοι αποτελούν τις βασικές μονάδες της πολιτικής, κοινωνικήςκαι οικονομικής ζωής.

Στο δεύτερο μέρος, συγκεκριμενοποιούνται οι προϋποθέσεις για μια συνομοσπονδιακή οικονομική δημοκρατία και συζητούνται οι δύο παρα-δοσιακές μέθοδοι κατανομής των σπάνιων οικονομικών πόρων (αγορά και κεντρικός σχεδιασμός), καθώς επίσης και η πρόταση για έναν συμμε-τοχικό σχεδιασμό (Πάρεκον) Στο τελευταίο μέρος, σκιαγραφείται ένα μοντέλο οικονομικής δημοκρα-τίας, που βασίζεται σε ένα νέο είδος δημοκρατικού σχεδιασμού, ο οποίος συνδυάζεται με μια τεχνητή «αγορά». Ρητός στόχος του μοντέλου αυτού είναι η ικανοποίηση των βασικών αναγκών όλων των πολιτών της συνο-μοσπονδίας, καθώς και εκείνων των μη βασικών αναγκών που αποφασί-ζουν να ικανοποιήσουν οι πολίτες κάθε δήμου, μέσα στο θεσμικό πλαίσιο μιας κοινωνίας σπάνεως, όπου δεν υπάρχει χρήμα, αγορά και κράτος.

6.1. Δημοκρατία και δήμος
Σήμερα, ελάχιστοι αμφιβάλλουν, και η έρευνα έχει πειστικά δείξει, ότι η συμμετοχή πρέπει να ενυπάρχει σε κάθε μοντέλο κοινωνικής αλλαγής· με άλλα λόγια, ότι τουλάχιστον η πρωτοβουλία για την κοινωνική αλλαγή πρέπει να ανήκει στο τοπικό επίπεδο. Η πρόταση για μια «συμμετοχική» οικονομία της αγοράς αποτελεί μια ακόμη έκφραση της σημερινής συ-ζήτησης που στοχεύει στην ενίσχυση της «συμμετοχής». Το πραγματικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν το συμμετοχικό μοντέλο κοινωνικής αλ-λαγής είναι επιθυμητό ή όχι, αλλά αν είναι δυνατή οποιαδήποτε πραγμα-τική συμμετοχή στο σημερινό θεσμικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό ορίζεται στο πολιτικό επίπεδο από αντιπροσωπευτικές μορφές «δημοκρατίας» και στο οικονομικό επίπεδο από την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και τους θεσμούς της (πολυεθνικές, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα κ.λπ.) – με όλους αυτούς τους θεσμούς να αποτελούν ενιαίο σύνολο κάτω από την«ομπρέλα» της υπερεθνικής ελίτ που εξετάσαμε στο πρώτο μέρος του βι-βλίου. Εν συντομία, το πραγματικό ερώτημα είναι: να αποκεντρώσουμε ή να ξαναφτιάξουμε την κοινωνία; Από αυτή την σκοπιά, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι σήμερα τόσο οι προτάσεις για την αποκέντρωση όσο και αυτές για την αναδόμηση τηςκοινωνίας επικεντρώνονται στο τοπικό επίπεδο. Έτσι, από την μια πλευ-ρά, υπάρχουν προτάσεις αποκέντρωσης της κοινωνίας, με την έννοια της ενίσχυσης των τοπικών κοινοτήτων σε βάρος του κέντρου1 και, από την άλλη, υπάρχουν ριζοσπαστικές προτάσεις αναδόμησης της κοινωνί-ας στην βάση ενός νέου κοινωνικού συστήματος που θα θεμελιώνεται στην τοπική κοινότητα.2 Η εξέλιξη αυτή δεν προκαλεί φυσικά έκπληξη, αφού αποτελεί απλώς την αναπόφευκτη συνέπεια της κατάρρευσης του
σοσιαλιστικού κρατισμού, και στις δύο μορφές του, και της παράλληλης χρεοκοπίας του «υπαρκτού καπιταλισμού», που φανερώνει η σημερινή πολυδιάστατη κρίση. Ταυτόχρονα, το κενό που δημιουργήθηκε από την σημερινή παρακμή του κρατισμού, ιδιαίτερα στην Δυτική Ευρώπη, δεν έχει καλυφθεί από μια διαδικασία πραγματικής ενίσχυσης των τοπικών κοινωνιών. Η παρακμή επομένως των κοινοτήτων και των κοινοτικών αξι-ών, που ενισχύθηκε από την τρέχουσα επιτάχυνση της διαδικασίας αγο-ραιοποίησης, σε συνδυασμό με την δραστική αύξηση της ανεργίας και την κατάρρευση του κράτους-πρόνοιας που ακολούθησε την κατάρρευ-ση της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, θα μπορούσαν να εξηγήσουν σε μεγάλο βαθμό την προσπάθεια αναβίωσης της τοπικής κοινωνίας στην σημερινή συζήτηση.

Οι έννοιες της κοινότητας και του Δήμου
Μια νέα συνειδητοποίηση αναδύεται σήμερα ανάμεσα στα ριζοσπαστι-κά κινήματα του Βορρά και τα διάφορα κοινοτιστικά κινήματα του Νότου–μια συνειδητοποίηση που αποδίδει την βασική ευθύνη για την αποτυχία της οικονομίας της αγοράς, αλλά και του σοσιαλισμού, στην συγκέντρω-ση δύναμης. Επομένως, ολοένα και περισσότερο γίνεται συνειδητό ότι η συλλογική και ατομική αυτονομία μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο πλαίσιο μιας ριζικής αποκέντρωσης της δύναμης. Εντούτοις, η δημιουργία μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας είναι σήμερα δυνατή μόνο στο επίπεδο των συνομοσπονδιούμενων δήμων. Κι αυτό διότι: μόνο στο τοπικό επίπεδο ●● μπορεί να αναβιώσει η άμεση πολιτική δημοκρατία,

μόνο στο επίπεδο ●● των συνομοσπονδιούμενων δήμων μπορεί να επι-τευχθούν οι συνθήκες που θα έκαναν δυνατή μια συνομοσπονδιακή οικονομική δημοκρατία· ●● μόνο σε μια κοινωνία με βάση τον τοπικό δήμο μπορούν να ικανο-ποιηθούν οι συνθήκες για μια οικολογική δημοκρατία. Η συζήτηση μέχρι σήμερα για την τοπική κοινωνία γινόταν συνήθως με βάση την έννοια της κοινότητας. Παρά την αναβίωση, όμως, του ενδι-αφέροντος για την κοινότητα –το θεμέλιο μιας τοπικής κοινωνίας– η έν-νοια της εξακολουθεί να είναι πολύ αμφισβητούμενη –και για μερικούς μάλιστα αναχρονιστική. Το ζήτημα είναι επομένως πώς να επεξεργαστού-με, με βάση την έννοια της κοινότητας, μια έννοια του δήμου ως βασικής κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής μονάδας, στην οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί η τοπική κοινωνία και κατ’ επέκταση η Συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία. Με άλλα λόγια, στόχος είναι η διατύπωση της αρ-χής ότι το θεμέλιο για ένα τρίτο κοινωνικό σύστημα, πέρα από τον σοσι-αλιστικό κρατισμό και την νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς, είναι ο δήμος. Ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης στην προσπάθεια αυτή μπορεί να είναι ο ορισμός που δίνει ο David Clark3 για την κοινότητα. Σύμφωνα με τον ορι- σμό αυτόν η κοινότητα χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα στοιχεία: ●● το στοιχείο της οικουμενικότητας (ecumenicity), που ορίζεται ως μια αίσθηση αλληλεγγύης η οποία κάνει τα άτομα να αισθάνονται τμήμα της ευρύτερης κοινωνίας και όχι εχθρικά απέναντί της και ●● το στοιχείο της αυτονομίας, που ορίζεται ως μια αίσθηση σημαντικό- τητας που κάνει τα άτομα να αισθάνονται ότι έχουν έναν ρόλο να παί-ξουν στην κοινωνική σκηνή, έναν ρόλο που καθορίζεται από κανόνες που τα ίδια τα μέλη της κοινότητας επιλέγουν και αισθάνονται ελεύθε-ρα να τροποποιούν. Κατά την άποψή μου όμως, τα στοιχεία της οικουμενικότητας και της αυτονομίας συνιστούν μόνο τις αναγκαίες συνθήκες που πρέπει να καθορί-ζουν τις κοινωνικές σχέσεις σε μια τοπική Περιεκτική Δημοκρατία. Νομίζω ότι τα μέλη του Δήμου δεν μπορούν να έχουν μια πραγματική αίσθηση αλληλεγγύης, και προ παντός μια πραγματική αίσθηση αυτονομίας, εάν δεν είναι παρόν ένα τρίτο στοιχείο, που καθορίζει το θεσμικό πλαίσιο μιας τοπικής κοινωνίας και διαφοροποιεί τον δήμο από την κοινότητα:

●● το στοιχείο της δημοκρατίας, που ορίζεται ως η θεσμική καθιέρωση της ισοκατανομής πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Στην πραγματικότητα, μια άτυπη και στοιχειώδης μορφή δημοκρατίας αποτελούσε ιστορικά την επαρκή συνθήκη για κάθε αυθεντική κοινότητα, όπως, άλλωστε έχει δείξει και η ιστορική εμπειρία. Έτσι, ο Michael Taylor,αντλώντας στοιχεία από την εμπειρία ακρατικών πρωτόγονων κοινωνιών, καθώς και ουτοπικών κοινωνιών, τονίζει ότι μια κοινότητα απαιτεί συν-θήκες που προσεγγίζουν την οικονομική ισότητα (δηλαδή την οικονομι-κή δημοκρατία), καθώς και σχέσεις μεταξύ των μελών της που ενέχουν αμοιβαιότητα (αμοιβαία βοήθεια, συνεργασία, μοίρασμα των αγαθών), αμεσότητα (δηλ. έλλειψη «ενδιάμεσων» –αντιπρόσωποι, αρχηγοί κ.λπ.) και
πολυμέρεια. Όμως, οι άτυπες μορφές δημοκρατίας, όπως οι παραπάνω, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τις θεσμικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας, που σήμε-ρα αποτελούν την αναγκαία συνθήκη για την ίδια την πραγματική δημο-κρατία, ενόψει ιδιαίτερα της κακοποίησης του όρου «δημοκρατία» στα χέ-ρια των ελίτ. Φυσικά, η επαρκής συνθήκη για την δημοκρατία, όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφαλαίο, είναι η δημοκρατική συνειδητοποίηση των πολιτών της –βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της οποίας παίζει η παιδεία. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη και τα τρία αυτά στοιχεία (οικουμενικότητα, αυ- τονομία, δημοκρατία) και προσθέτοντας το στοιχείο του συνομοσπονδι-σμού, που είναι αναγκαίο για να αποφύγουμε την παγίδα του τοπικισμού, μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα ορισμό του Δήμου ως την «εκούσια ένωση των πολιτών μιας τοπικής κοινωνίας, η οποία αυτο-θεσμίζεται ως τοπική, πολιτικά και οικονομικά αυτοδύναμη, Περιεκτική Δημοκρατία, στο πλαίσιο μιας Συνομοσπονδιακής Περιεκτικής Δημοκρατίας απαρτιζόμε-νης από Δήμους (σε πρώτο στάδιο, στο τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο) και η οποία μέσω συνελεύσεων πρόσωπο-με-πρόσωπο παίρνει όλες τις σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την πολιτική και οικονομική διαχείριση του Δήμου και των συλλογικά ελεγχόμενων πλουτοπαραγωγι-κών πηγών της». Νομίζω ότι ξεκινώντας από έναν παρόμοιο ορισμό του Δήμου μπορούμε να σκιαγραφήσουμε ένα μοντέλο για μια συνομοσπον- διακή Περιεκτική Δημοκρατία.

Κομμουνιταριανισμός: ο ψεύτικος «τρίτος» δρόμος
Η έννοια της κοινότητας όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν χρησιμοποιείται μόνο από υποστηρικτές ριζοσπαστικών προταγμάτων για την αναδόμηση της κοινωνίας. Η «κοινότητα» έχει γίνει και πάλι της μόδας, αν και φυσικά οι ορισμοί που δίνονται συνήθως στον όρο διαφέρουν σημαντικά από την αντίληψη που διατυπώσαμε στο προηγούμενο τμήμα του κεφα-λαίου. Έτσι, ο θρησκευτικός «κοινοτισμός», που χρησιμοποιεί μια έννοιατης «κοινότητας» η οποία δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας, συναγωνίζεται ένα είδος πολιτισμικού κοινοτισμού, τον κομμουνιταριανισμό (communitarianism), όπου η αναγέννηση της κοινό-τητας στοχεύει ρητά στην αποκατάσταση παλιών κοινοτικών αξιών (αλ-ληλεγγύη, αμοιβαία βοήθεια κ.λπ.), ή στην δημιουργία νέων κοινών αξιών. Στα αριστερά αυτών των τάσεων έχει αναπτυχθεί πρόσφατα ένα πιο ριζο- σπαστικό κίνημα κοινοτικής οικονομικής ανάπτυξης, το οποίο όμως, με το να μην αμφισβητεί άμεσα το παρόν θεσμικό πλαίσιο, έχει ήδη περιθωριοποιηθεί. Αλλά ας εξετάσουμε πρώτα τον πολιτισμικό κομμουνιταριανισμό (από εδώ και στο εξής θα αναφέρεται απλώς ως κομμουνιταριανισμός), ο οποίος σημείωσε ιδιαίτερη άνθηση στις Η.Π.Α. από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Οι κομμουνιταριανιστές επικεντρώνουν την προσοχή τους σε πολιτι-σμικούς παράγοντες και διακηρύσσουν την ανάγκη ενίσχυσης παραδο-σιακών ιεραρχικών δομών, όπως η οικογένεια, και της δημιουργίας αντί-στοιχων νέων. Έτσι, ορισμένοι υποστηρίζουν την υποχρεωτική κοινοτική εργασία για τους εφήβους, άλλοι προτείνουν την απαγόρευση κυκλοφορί-ας των νέων μετά από ορισμένη ώρα την νύχτα, την παραχώρηση μεγαλύ-τερης εξουσίας στους αστυνομικούς σε σχέση με έρευνες για ναρκωτικά και οπλοφορία στις αστικές περιοχές κ.λπ.6 Εντούτοις, ο πραγματικός στό-χος των κομμουνιταριανιστών είναι η κινητοποίηση των πολιτών σε μια προσπάθεια, πρώτον, να μειωθούν τα αποτελέσματα της κοινωνικής απο-σύνθεσης που επιφέρει η νεοφιλελεύθερη συναίνεση (έκρηξη της εγκλη-ματικότητας, της κατάχρησης ναρκωτικών, της κοινωνικής ανευθυνότη-τας κ.λπ.) και, δεύτερον, να διασωθούν ορισμένες κοινωνικές υπηρεσίες οι οποίες σήμερα υπονομεύονται συστηματικά από το υπό κατάρρευση

κράτος-πρόνοιας.
Επομένως, ο κομμουνιταριανισμός είναι, στην πραγματικότητα, ένα μεσοαστικό κίνημα εναντίον των κοινωνικών συμπτωμάτων της νεοφιλελεύ-θερης συναίνεσης και της διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι μερικά τμήματα του παλαιού σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, όπως για παράδειγμα το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα, στρέφο-νται σήμερα σε διάφορες μορφές κομμουνιταριανισμού και τάσσονται υπέρ της ενδυνάμωσης των κοινοτήτων ως εξισορροπητικών δυνάμεων απέναντι στην αγορά και στις υπό διαμόρφωση υπερεθνικές ομοσπονδιακές μορφές κρατισμού. Το γεγονός αυτό δεν προκαλεί βέβαια έκπληξη αν ληφθεί υπόψη ότι ο στόχος του κομμουνιταριανισμού να διασώσει ορι-σμένες κοινωνικές υπηρεσίες που εγκαταλείπονται από το κράτος, προ-σφέρει στους σοσιαλδημοκράτες την δυνατότητα να δημιουργήσουν την εικόνα μιας «νεοφιλελεύθερης συναίνεσης με ανθρώπινο πρόσωπο», χω-ρίς επιπρόσθετο κόστος στον κρατικό προϋπολογισμό! Είναι όμως φανερό ότι οι οπαδοί του κομμουνιταριανισμού θέλουν να έχουν και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, εφόσον, στην πραγ-ματικότητα, θέλουν να απολαμβάνουν τα προνόμια τα οποία τους παρέ-χει η οικονομία της αγοράς και η διεθνοποίησή της, χωρίς να πληρώνουν το τίμημα που συνεπάγεται η ζωή σε μια κοινωνία πελώριων ανισοτήτων στην κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου. Δεν είναι, επομένως, περίεργο ότι το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο έχει εξοστρακιστεί από την προβληματική του κομμουνιταριανισμού και ότι ο Etzioni, ο γκουρού του ρεύματος αυτού, δίνει μια σαφή απάντηση όταν ερωτάται για την θέση του σε σχέση με τα κοινωνικο-οικονομικά δικαιώματα και την οικονομικήατζέντα του κομμουνιταριανισμού. «Η σύντομη απάντηση», λέει, «είναι ότι δεν υπάρχει θέση».7 Παρ’ όλα αυτά, ο Etzioni δεν διστάζει να παρουσιάζει
τον κομμουνιταριανισμό του ως έναν «τρίτο» δρόμο μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού! Η θέση αυτή είναι φυσικά συνεπής με το γεγονός ότι οποιαδήποτε πραγ-ματική αναγέννηση των κοινοτήτων είναι αδύνατη στο πλαίσιο της σημε-ρινής διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, στο οποίο η οικονομική ζωή κάθε κοινότητας, δηλαδή η απασχόληση, το εισόδημα και η ευημε-ρία κάθε μέλους της, εξαρτάται αποφασιστικά από οικονομικές δυνάμεις τις οποίες καμία κοινότητα δεν είναι πια σε θέση να ελέγχει. Η σημερινή παγκόσμια ελευθερία στην κίνηση εμπορευμάτων και κεφαλαίου σημαί-νει ότι καμία κοινότητα δεν είναι πια οικονομικά βιώσιμη, εφόσον το επί-πεδο οικονομικής βιωσιμότητας έχει τώρα μετατοπισθεί στα πολυεθνικά δίκτυα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι η επιχειρηματολογία του κομμουνι-ταριανισμού είναι γεμάτη αντιφάσεις, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ενώ διακη-ρύσσει ως απώτατο στόχο μια κοινωνική διάρθρωση που επιδιώκει «να διευκολύνει την αδελφοσύνη», συγχρόνως εγκωμιάζει ενθουσιωδώς τον μηχανισμό των τιμών: Ο Δημοκρατικός Κομμουνιταριανισμός υποστηρίζει ως θέμα αρχής τις πολ-λαπλές πηγές οικονομικής πρωτοβουλίας. Ζητωκραυγάζει τον μηχανισμό τωντιμών … η κοινωνική αρχή πρέπει να διαπεράσει όλα τα επίπεδα ενός αποκε-ντρωμένου, και πρωταρχικά βασισμένου στην αγορά, οικονομικού συστήμα-τος … ο Οικονομικός Κομμουνιταριανισμός … σημαίνει την ανάπτυξη μιας κοινωνικής διάρθρωσης μέσα και γύρω από το οικονομικό σύστημα, η οποία, θα έχει μινιμαλιστικό στόχο να κάνει πιο διαφανείς και συνταγματικές εκείνες τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ οικονομικών μονάδων, κυβέρνησης και κοινωνί- ας που είναι αναπόφευκτες. Στην καλύτερη περίπτωση, μια τέτοια διάρθρω-ση θα στοχεύει στην ενθάρρυνση της αδελφοσύνης και της δημοκρατικής συμμετοχής, ενώ, συγχρόνως, θα υποστηρίζει μια ισορροπημένη και βιώσιμη μορφή οικονομικής ανάπτυξης. Είναι προφανές ότι ο κομμουνιταριανισμός θα μπορούσε να παίξει ση-μαντικό ρόλο στην σημερινή φάση αγοραιοποίησης, εφόσον είναι απόλυ-τα συμβατός με την μετατόπιση του κέντρου δύναμης από το καταρρέον έθνος-κράτος, χωρίς να αμφισβητεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο την οικονομία της αγοράς και την διεθνοποίησή της. Από αυτήν την σκοπιά, δεν είναι τυχαίο ότι ο κομμουνιταριανισμός υποστηρίζεται όχι μόνο από τους σο-σιαλδημοκράτες, αλλά και από ακραιφνείς νεοφιλελεύθερους στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη. Αντίστοιχα επιχειρήματα μπορούν να υποστηριχθούν και για έναν πιο ριζοσπαστικό τύπο κομμουνιταριανισμού, που ήταν επίσης του συρμού, μαζί με τον κομμουνιταριανισμό, την προηγούμενη δεκαετία, ιδιαίτερα στην Βόρεια Αμερική και την Βρετανία, με την μορφή αυτού που συνή-θως ονομάζεται «Κοινοτική Οικονομική Ανάπτυξη» (ΚΟΑ). Πρόκειται για μια στρατηγική βαθμιαίας απόσυρσης της γης, του κεφαλαίου και της ερ-γασίας από την οικονομία της αγοράς (μέσω της καθιέρωσης κοινοτικών συνεταιρισμών για την αγορά γης, κοινοτικών πιστωτικών ενώσεων, κοι-
νοτικών επιχειρήσεων κ.λπ.) με τον διπλό στόχο να δημιουργηθεί μια κοι-νοτική κουλτούρα και να αναγκασθούν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και το κράτος να γίνουν κοινωνικά υπεύθυνοι. Εντούτοις, η ΚΟΑ, μολονότι είναι χρήσιμη όσον αφορά στον πρώτο στόχο, δεν μπορεί σοβαρά να απειλή-σει την σημερινή συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής δύναμης, όπως άλλωστε παραδέχονται οι ίδιοι οι υποστηρικτές της: Σε μια οικονομία που κυριαρχείται από την ιδιωτική επιχείρηση, οι νέες μορ-φές οικονομικής δραστηριότητας και οι κοινοτικοί θεσμοί δεν θα είναι ποτέ ικανοί να δημιουργήσουν αρκετή απασχόληση και πλούτο στο τοπικό επίπε-δο, ώστε να αντισταθμίσουν τις συνέπειες της οικονομικής συγκέντρωσης που υπάρχουν έξω από την κοινότητα. … Δεδομένου ότι οι κοινότητες δεν
ελέγχουν άμεσα τους οικονομικούς πόρους, οι συνεργασίες με κυβερνητικούς οργανισμούς και αντιπροσώπους των επιχειρηματιών έχουν γίνει δεκτές ως αναπόφευκτες από τους ακτιβιστές της ΚΟΑ, για να μπορέσουν να εξασφαλί-σουν αναγνώριση αλλά και οικονομικούς πόρους. Εξαιτίας όμως της ανισότη-τας των δύο μερών, οι συνεργασίες αυτές ενέχουν πολλούς κινδύνους. Συμπερασματικά, είναι φανερό ότι μόνο μια πραγματικά ριζοσπαστική, οικονομική και πολιτική, αναδιάρθρωση στο τοπικό επίπεδο θα μπορού- σε να ξαναδημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την πραγματική αναγέννη-
ση των τοπικών κοινωνιών, στο πλαίσιο της συνομοσπονδίας Δήμων που προτείνουμε, με στόχο την υπέρβαση της οικονομίας της αγοράς και του κρατισμού, καθώς και των αντίστοιχων μορφών κρατικιστικής δημοκρα-τίας. Η ΚΟΑ, δεδομένου ότι δεν στοχεύει στην εγκαθίδρυση μιας (πολιτι-κής και οικονομικής) βάσης εξουσίας στο τοπικό επίπεδο, θα μπορούσε εύκολα να καταλήξει σε μια ακόμη μάταιη προσπάθεια για ριζική αποκέ-ντρωση. Όμως, η ριζική αποκέντρωση στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο δεν είναι ούτε δυνατή ούτε επιθυμητή. Δεν είναι δυνατή, επειδή, στο πλαίσιο της σημερινής διεθνοποιημέ-νης οικονομίας της αγοράς, κάθε προσπάθεια να δημιουργηθούν πραγ-ματικά εξισορροπητικά κέντρα δύναμης οδηγείται αναπόφευκτα σε αποτυχία –εκτός αν αυτά είναι συμβατά με την λογική και την δυναμι-κή των ανοικτών και απελευθερωμένων αγορών και της συνακόλουθηςανταγωνιστικότητας. Δεν είναι επιθυμητή, επειδή το πρόβλημα της δημοκρατίας σήμερα δεν είναι απλώς πώς να εξαναγκασθούν τα σημερινά κέντρα πολιτικής και οικονομικής δύναμης να αποκεντρώσουν τμήμα της εξουσίας τους στα τοπικά κέντρα εξουσίας –πράγμα που απλώς θα αναπαρήγαγε στο τοπικό επίπεδο την σημερινή συγκέντρωση εξουσίας του κέντρου. Το πρόβλημα είναι πώς θα μπορούσαν να δημιουργηθούν νέες μορφές κοινωνικής ορ-γάνωσης, οι οποίες δεν προϋποθέτουν κέντρα εξουσίας, αλλά, αντίθετα, απαιτούν την ισοκατανομή της εξουσίας μεταξύ των πολιτών. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα είναι πώς θα μπορούσε να γίνει μια επιστροφή στην κλασική έννοια της πολιτικής. Ας εξετάσουμε όμως την μορφή που θα μπορούσε να πάρει μια Περιεκτική Δημοκρατία.

6.2. Το πολιτικό πλαίσιο της Περιεκτικής Δημοκρατίας Συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία
Το πολιτικό θεσμικό πλαίσιο μιας συνομοσπονδιακής δημοκρατίας έχει ήδη σκιαγραφηθεί στο έργο του Μurray Bookchin και άλλων,11 και δεν είναι επομένως απαραίτητη μια λεπτομερής περιγραφή του εδώ, παρά μόνο στα βασικά σημεία όπου η Συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία, η οποία θεμελιώνεται στον δήμο διαφέρει από την Συνομοσπονδιακή Δημοκρατία του Μπούκτσιν που θεμελιώνεται στην κοινότητα. Εν συντομία, η βασική μονάδα της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων σε μια Συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία είναι η δημοτική συνέλευση, η οποία εξουσιοδοτεί τα δημοτικά δικαστήρια, την δημοτική πολιτοφυλακή κ.λπ. Πολλές όμως σημαντικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται στο περιφερειακό ή συ- νομοσπονδιακό επίπεδο από εντολοδόχους των δημοτικών συνελεύσεων. Οι περιφερειακές και συνομοσπονδιακές συνελεύσεις είναι επομένως ένα δίκτυο εκτελεστικών συνελεύσεων, των οποίων τα μέλη ή εντολοδόχοι εκλέγονται από τις δημοτικές «πρόσωπο-με-πρόσωπο» συνελεύσεις των τοπικών κοινωνιών, στις γειτονιές των μεγάλων πόλεων, στις κωμοπόλεις και στα χωριά. Τα μέλη αυτών των περιφερειακών και συνομοσπονδια-κών συνελεύσεων είναι ειδικοί εντολοδόχοι, πάντοτε ανακλητοί και υπό-λογοι στις συνελεύσεις που τους εκλέγουν, με μοναδική αρμοδιότητα να συντονίζουν και να εκτελούν τις πολιτικές που διαμορφώνουν οι ίδιες οι συνελεύσεις. Η λειτουργία τους είναι καθαρά εκτελεστική και δεν έχει σχέση με την διαμόρφωση πολιτικής, όπως συμβαίνει με την λειτουρ-γία των αντιπροσωπευτικών σωμάτων στη σημερινή αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει σε σχέση με μια Συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία είναι το εάν, δεδομένου του μεγέθους των σύγ-χρονων κοινωνιών, η άμεση δημοκρατία είναι δυνατή σήμερα. Ένα συνα-φές πρόβλημα είναι πώς θα μπορούσε να αποτραπεί η μετεξέλιξη των πε-ριφερειακών και συνομοσπονδιακών συνελεύσεων σε νέες εξουσιαστικές δομές που θα άρχιζαν να «αντιπροσωπεύουν» τις δημοτικές συνελεύσεις.Όσον αφορά στο ερώτημα κατά πόσο είναι σήμερα εφικτή μια παρό-μοια δημοκρατία, όπως επισημαίνει ο Mogens Herman Hansen, συνοψί-ζοντας τα συμπεράσματα σχετικής έρευνας πάνω στο ζήτημα, «η σύγχρο-νη τεχνολογία έχει καταστήσει την επιστροφή στην άμεση δημοκρατία εντελώς εφικτή –το αν μια τέτοια επιστροφή είναι επιθυμητή ή όχι είναι άλλο ζήτημα».13 Ακόμα, όσον αφορά στο συναφές πρόβλημα των τρόπων με τους οποί-ους θα μπορούσε να αποτραπεί ο εκφυλισμός των περιφερειακών και συ-νομοσπονδιακών συνελεύσεων σε νέες εξουσιαστικές δομές, η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί και πάλι να παίξει σημαντικό ρόλο. Ένα ηλεκτρονικό δίκτυο θα μπορούσε να συνδέει συνελεύσεις σε διάφορα επίπεδα, για την επίλυση προβλημάτων συντονισμού κ.λπ., σχηματίζοντας στην πράξη μιαπελώρια «συνέλευση» των συνελεύσεων. Έτσι, θα γινόταν ακόμη ευκολό-τερο να περιοριστούν τα μέλη των περιφερειακών και συνομοσπονδιακώνσυνελεύσεων σε καθαρά διοικητικά καθήκοντα συντονισμού και εκτέ-λεσης των πολιτικών που έχουν υιοθετήσει οι δημοτικές συνελεύσεις..Επιπλέον, θα μπορούσαν να εισαχθούν στο σύστημα διάφορες θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες, που θα διασφάλιζαν την αποτελεσματική λει-τουργία της δημοκρατίας. Εντούτοις, σε τελική ανάλυση, η δημοκρατική πρακτική καθορίζεται αποφασιστικά από την παιδεία. Μια άλλη συνήθης αντίρρηση που εγείρεται κατά της δημοκρατικής δι-αδικασίας λήψης των αποφάσεων είναι ότι εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην «τυραννία της πλειοψηφίας», όπου διάφορες μειονότητες (πολιτι-σμικές, φυλετικές, εθνοτικές ή ακόμα και πολιτικές) καταπιέζονται από τις πλειονότητες. Έτσι, ορισμένοι ελευθεριακοί διακηρύσσουν ότι «η πλειο-ψηφία δεν έχει κανένα παραπάνω δικαίωμα να εξουσιάζει την μειοψηφία,
ακόμα και την μειοψηφία του ενός, απ’ ό,τι έχει η μειοψηφία να εξουσιάζει την πλειοψηφία».15 Άλλοι τονίζουν ότι «η δημοκρατική αρχή εξακολουθεί να είναι μια “αρχή”… (η οποία) εγγενώς ενέχει την καταστολή της βούλη-σης ορισμένων ανθρώπων». Νομίζω ότι εδώ ανακύπτουν δύο θέματα που πρέπει να εξεταστούν ξεχωριστά. Πρώτον, το ζήτημα εάν η δημοκρατία εξακολουθεί να είναι «αρχή» και, δεύτερον, με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να προστατευθούνοι μειοψηφίες, ακόμα και η μειοψηφία του ενός. Όσον αφορά στο πρώτο ζήτημα, είναι φανερό ότι όσοι υποθέτουν, λανθασμένα όπως είδαμε στο 5ο Κεφάλαιο, ότι η δημοκρατία ενέχει μια μορφή «αρχής», συγχέουν την ακρατική δημοκρατία με την κρατικιστι-κή. Το γεγονός, που απλώς αγνοείται από τους ελευθεριακούς, οι οποίοι υιοθετούν αυτού του είδους την ένσταση κατά της δημοκρατίας, είναι ότι σε μια ακρατική αντίληψη της δημοκρατίας δεν υπάρχει σύγκρουση με-ταξύ δημοκρατίας και ελευθερίας του κοινωνικού ατόμου, εφόσον όλα τα κοινωνικά άτομα μοιράζονται εξ ίσου την εξουσία και μπορούν να συμμετέ-χουν στην διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο Bookchin, η εναλλακτική πρόταση που γίνεται από αυτούς, η ομοφωνία, είναι «η ατομικιστική αλτερνατίβα στην δημοκρατία»17 –μια αλτερνατίβα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο στην πραγματικότητα στοχεύει στον εκσυγχρονισμό του υπάρχοντος ολιγαρχικού συστήματος λήψης των αποφάσεων, βλ. Τ. Φωτόπουλος,«Άμεση Δημοκρατία και Ηλεκτρονική “Δημοκρατία”», στο βιβλίο Η Νέα Διεθνής Τάξη και ηΕλλάδα (Καστανιώτης, 1997), κεφ. 14.που, στην πραγματικότητα, προϋποθέτει την απουσία της ατομικής δια-φορετικότητας, την οποία υποτίθεται καταπιέζει η δημοκρατία! Όσον αφορά στο δεύτερο ζήτημα, είναι αλήθεια ότι υπάρχει πρόβλημα σε σχέση με το πώς οι μειοψηφίες, «ακόμα και του ενός», προστατεύονται από τις πλειοψηφίες και, συγκεκριμένα, πώς διασφαλίζονται ορισμένες θεμελιακές ατομικές ελευθερίες από τις αποφάσεις που έχει δημοκρατικά πάρει η πλειοψηφία. Ιστορικά, η απάντηση που έχει δοθεί στο ερώτημα αυτό από τους υποστηρικτές της κρατικιστικής δημοκρατίας έχει πάρει την μορφή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», που σήμερα έχουν αναχθεί από την ρεφορμιστική Αριστερά σε πεμπτουσία της δημοκρατίας! Κατ’ αρχάς, η φιλελεύθερη αντίληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναπτύχθηκε από τους φιλελεύθερους φιλοσόφους του 17ου και του 18ου αιώνα (John Locke, Μοntesquieu, Voltaire, Rousseau) και τις συγγε-νείς επαναστάσεις (Αγγλική, Γαλλική, Αμερικανική). Ο φιλελεύθερος ατο-μικισμός και το οικονομικό δόγμα του laisser-faire συνιστούν τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζονται τα δικαιώματα αυτά. Επιπλέον, σε συνέπεια με την φιλελεύθερη αντίληψη της ελευθερίας, η οποία ορίζεται αρνητικά ως η απουσία περιορισμών στην ανθρώπινη δραστηριότητα, τα δικαιώ-ματα αυτά ορίζονται επίσης με αρνητικό τρόπο ως «ελευθερία από», έχο-ντας ως ρητό τους στόχο τον περιορισμό της κρατικής εξουσίας. Στην συνέχεια, ήταν η σειρά της «δεύτερης γενιάς» ανθρωπίνων δικαι-ωμάτων (κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα), τα οποία έχουν τις ρίζες τους στην σοσιαλιστική παράδοση, δηλαδή τους σοσιαλιστές στοχαστές και τα μαζικά κινήματα και εξεγέρσεις του 19ου και του 20ού αιώνα. Το ση-μείο εκκίνησης εδώ ήταν η συνειδητοποίηση ότι η φιλελεύθερη αντίληψη διαχώριζε εντελώς τις ατομικές ελευθερίες από την κοινωνικο-οικονομικήτους βάση, δηλαδή αγνοούσε την δύναμη που δημιουργείται ως απόρ-ροια της οικονομικής θέσης. «Τα ίσα δικαιώματα», σύμφωνα με τον Μarx, «είναι επίσης αστικά δικαιώματα», με την έννοια ότι προϋποθέτουν την ανισότητα. «Επομένως, τα δικαιώματα αυτά, όπως κάθε δικαίωμα, είναι κατά το περιεχόμενό τους δικαιώματα της ανισότητας.»18 Σε συνέπεια με την σοσιαλιστική αντίληψη της ελευθερίας που ορίζεται θετικά, τα κοινω-νικο-οικονομικά δικαιώματα αυτής της κατηγορίας ορίζονται επίσης θε-τικά. Ο στόχος τους είναι η κοινωνική ισότητα, κυρίως με την μορφή μιας ισότιμης συμμετοχής στην παραγωγή και διανομή του κοινωνικού προϊό-ντος, που επιτυγχάνεται μέσω της κρατικής παρέμβασης. Επομένως, τα δι-καιώματα αυτά είναι «συλλογικά», με την έννοια ότι ανήκουν περισσότερο σε κοινότητες και ολόκληρες κοινωνίες παρά σε άτομα (δικαίωμα στην απασχόληση, δικαίωμα σε αμειβόμενη άδεια, κοινωνική ασφάλιση, εκπαί-δευση κ.λπ.). Τόσο η φιλελεύθερη όσο και η σοσιαλιστική αντίληψη βλέπουν τα πο-λιτικά και κοινωνικο-οικονομικά δικαιώματα, ως ξεχωριστά το ένα από το άλλο –μια αντίληψη που, όπως ακόμη και ένας Πράσινος ακτιβιστής πα-ρατήρησε, θεωρεί πως η κοινωνική ύπαρξη διασπάται σε χωριστές –πο-λιτικές, οικονομικές– σφαίρες. Η θεώρηση αυτή, όπως τονίζει ο ίδιος, δεν είναι σε θέση να κατανοήσει ότι «πράγματα όπως η ομάδα, τα αισθήματα, οι σχέσεις, η φύση, η κουλτούρα –ό,τι δηλαδή είναι απροσδιόριστο, μη δε-χόμενο ποσοτικοποίηση, αισθησιακό, αλλά εγγενώς ανθρώπινο» δεν είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά παρά μόνο μέσα από μια ολιστική αντίληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εντούτοις, ένα πολύ πιο σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό της φιλε-λεύθερης και της σοσιαλιστικής αντίληψης των δικαιωμάτων είναι ότι προϋποθέτουν μια κρατικιστική μορφή δημοκρατίας. Τα ανθρώπινα δι-καιώματα είναι κυρίως δικαιώματα εναντίον του κράτους. Είναι μόνο σε μορφές κοινωνικής οργάνωσης στις οποίες η πολιτική και οικονομική δύναμη συγκεντρώνεται στα χέρια των ελίτ, όπου πολλά από τα «δικαι-ώματα» αποκτούν νόημα, ενώ σε μια ακρατική μορφή δημοκρατίας, η οποία εξ ορισμού ενέχει την ισοκατανομή δύναμης, τα δικαιώματα αυτά δεν έχουν κανένα νόημα. Την άποψη αυτή, για παράδειγμα, υιοθετεί ο Karl Hess, όταν δηλώνει ότι «τα δικαιώματα είναι εξουσία, η εξουσία κάποιου ατόμου ή ομάδας πάνω σε κάποιον άλλον … τα δικαιώματα απορρέουναπό εξουσιαστικούς θεσμούς». Κατ’ αρχήν, επομένως, το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα έπρε-πε να είναι ανύπαρκτο στην περίπτωση της ακρατικής δημοκρατίας, όπως την ορίσαμε. Όμως, ακόμα και στην Περιεκτική Δημοκρατία, παραμένει το ερώτημα πώς θα μπορούσε να προστατευθεί καλύτερα η ελευθερία του ατόμου από τις συλλογικές αποφάσεις των συνελεύσεων. Οι κλασικοί αναρχικοί, όπως ο Proudhon και ο Κropotkin, καθώς και μερικοί σύγχρο-νοι, όπως ο Karl Hess, προσβλέπουν σε συμβόλαια με την μορφή εκούσι-ων συμβάσεων για την τακτοποίηση των υποθέσεων μεταξύ των πολιτών σε μια ακρατική κοινωνία. Κατά την γνώμη μου όμως, το θέμα της προ-στασίας των ατομικών ελευθεριών από τις αποφάσεις της πλειοψηφίας δεν μπορεί να αφεθεί απλώς σε εκούσιες συμβάσεις, οι οποίες εύκολα θα μπορούσαν να αθετηθούν. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό θέμα, που, όπως κάθε σημαντικό θέμα, θα πρέπει να αποφασίζεται δημοκρατικά. Εάν, επομένως, δεν είναι πρακτικό, και ίσως δεν είναι και ηθικό, να απαιτείται ομόφωνη απόφαση για την καθιέρωση (ή την κατάργηση) παρόμοιων ελευθεριών, αυτό δεν σημαίνει ότι θέματα παρόμοιας σημασίας θα μπο-ρούσαν να αποφασίζονται με την απλή πλειοψηφία μιας τοπικής ή περιφε-ρειακής συνέλευσης. Ίσως το θέμα αυτό να αποτελεί τυπικό παράδειγμα μιας κατηγορίας αποφάσεων οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται μόνον από τις συνομοσπονδιακές συνελεύσεις, με εξαιρετικές πλειοψηφίες και απαρτία. Εντούτοις, η δημοκρατία, για να είναι ανεκτή, προϋποθέτει έναν σημα- ντικό βαθμό πολιτισμικής ομογενοποίησης. Οι πολιτιστικοί διαχωρισμοί μπορεί να δημιουργήσουν εχθρότητα εναντίον της πλειοψηφικής «εξου- σίας» (majority rule) ή έλλειψη ανεκτικότητας σε σχέση με τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Επομένως, παρά τις παραπάνω ασφαλιστικές δικλείδες, είναι πιθανόν να συνεχίσουν να υπάρχουν προβλήματα καταπίεσης φυλε-τικών ή εθνοτικών μειονοτήτων από τις πλειονότητες. Μια πιθανή λύση
σε ένα τέτοιο πρόβλημα θα μπορούσε να αποτελεί μια παραλλαγή της πρότασης που διατύπωσε ο Howard Hawkins21 σε σχέση με την αμερι-κανική εμπειρία. Δεδομένου του συνήθους γεωγραφικού διαχωρισμού τοπικών κοινωνιών με διαφορετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, θα μπο-ρούσαν παρόμοιες κοινωνίες να έχουν ξεχωριστούς αυτοδύναμους δή-μους, καθώς και δημοτικές και περιφερειακές συνελεύσεις στο πλαίσιο της Συνομοσπονδιακής Περιεκτικής Δημοκρατίας, ενώ οι αποφάσεις των συνελεύσεών τους δεν θα μπορούσαν να ανατραπούν από την συνομο-σπονδιακή συνέλευση παρά μόνο με εξαιρετικές πλειοψηφίες και απαρ-τία. Έτσι, θα υπήρχαν και θεσμικές δικλείδες για την αποφυγή ρατσιστικών και συναφών διακρίσεων, πέρα από αυτούς που επιβάλλουν οι ηθικές αξί-ες που αποτελούν το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας. Όπου, επομένως, υπάρχουν γεωγραφικά διαχωρισμένες μειονότητες, η παραπάνω λύση θα μπορούσε να διασφαλίσει την θέση τους. Αλλά, στηνπερίπτωση που δεν υπάρχει ένας τέτοιος γεωγραφικός διαχωρισμός, θα πρέπει ίσως να εισαχθούν νέες θεσμικές διευθετήσεις, που θα δημιουρ-γούσαν χωριστές συνελεύσεις των μειονοτήτων μέσα στα πλαίσια της συνομοσπονδίας, ή που θα παρείχαν στις μειονότητες το δικαίωμα άσκη-σης ομαδικού βέτο σε θέματα που άμεσα ή έμμεσα επηρέαζαν την αυτο-νομία τους. Φυσικά, οι θεσμικές διευθετήσεις δημιουργούν μόνο τις προϋποθέσεις της ελευθερίας. Σε τελική ανάλυση, η ατομική και συλλογική αυτονομία εξαρτάται από την εσωτερίκευση των δημοκρατικών αξιών από κάθε πο-λίτη. Επομένως, η παιδεία παίζει και πάλι έναν κρίσιμο ρόλο. Έτσι, η παι-δεία, σε συνδυασμό με το υψηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης, το οποίο αναμένεται να δημιουργήσει η συμμετοχή σε μια δημοκρατική κοινωνία, θα βοηθούσε αποφασιστικά στην εγκαθίδρυση ενός νέου ηθικού κώδικαπου θα καθόριζε την ανθρώπινη συμπεριφορά σε μια δημοκρατική κοι-νωνία. Ο νέος αυτός κώδικας θα απέρρεε από τις οργανωτικές αρχές της Περιεκτικής Δημοκρατίας, δηλαδή την αρχή της αυτονομίας και την αρχή της κοινότητας και, όπως μπορεί να δειχθεί,22 οι ηθικές αξίες, οι οποίες εί-ναι συμβατές με την ατομική και την συλλογική αυτονομία και με την κοι-νοτική ζωή, είναι εκείνες που βασίζονται στην συνεργασία, την αμοιβαίαβοήθεια και την αλληλεγγύη. Η υιοθέτηση επομένως παρόμοιων ηθικών αξιών θα είναι το αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής από αυτόνομα άτομα που ζουν σε μια αυτόνομη κοινωνία και όχι η έκβαση κάποιων θείων, φυ-σικών, ή κοινωνικών «νόμων» ή «τάσεων».

Κριτική της συνομοσπονδιακής δημοκρατίας
Η συνομοσπονδιακή δημοκρατία που θεμελιώνεται στις τοπικές κοινω-νίες, ακριβώς επειδή προσφέρει, ίσως, την μοναδική ρεαλιστική διέξοδο από την πολυδιάστατη κρίση και, ταυτόχρονα, αποτελεί μία μορφή κοινω-νικής οργάνωσης που πληροί τις θεσμικές προϋποθέσεις της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με επιθέσεις που γίνονται εναντίον της από κρατιστές όλων των πεποιθήσεων και, παραδό-ξως (από πρώτη άποψη), ακόμα και από ορισμένους ελευθεριακούς. Όσοναφορά στους πρώτους, δεν είναι περίεργο ότι υποστηρικτές της κοινωνίας των πολιτών, όπως ο Andre Gorz, επιτίθενται κατά της κοινωνίας που θεμε-λιώνεται στην τοπική κοινωνία. Εντούτοις, αυτό που είναι όντως περίεργο είναι το γεγονός ότι ένα από τα βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ενάντια σε μια τέτοια κοινωνία είναι ότι βρίσκεται αναπόφευκτα σε αντί-θεση με την ατομική αυτονομία,23 επειδή δήθεν αποτελεί άλλο ένα σύ-στημα, ενώ ο στόχος θα πρέπει να είναι η κατάργηση όλων εκείνων των στοιχείων που καθιστούν την κοινωνία ένα σύστημα. Στην πορεία, όμως, ο Gorz καθιστά σαφές ότι θεωρεί δεδομένο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και το κράτος, επιμένοντας, όπως σημειώνει ο Finn Bowring, ότι ο σοσιαλιστικός στόχος δεν θα πρέπει να είναι η εξάλειψη του συστήματος, ή της σφαίρας της ετερονομίας, αλλά ο δραστικός περιορισμός τους. Μια συνήθης κατηγορία που διατυπώνεται εναντίον της συνομοσπον-διακής δημοκρατίας που βασίζεται στις τοπικές κοινωνίες είναι ότι η «πο-λυπλοκότητα» και το μέγεθος των σημερινών κοινωνιών καθιστούν ου-τοπικό όνειρο μια τέτοια κοινωνία. Έτσι, ο Andre Gorz, πάλι, υποστηρίζει ότι μια παρόμοια κοινωνία είναι αδύνατη, επειδή προϋποθέτει την «ριζική εξάλειψη» των βιομηχανικών τεχνικών, των εξειδικευμένων λειτουργιών και του καταμερισμού εργασίας.

Είναι προφανές και έχει γίνει κοινά αποδεκτό το γεγονός ότι δεν είναι δυνα-τόν να υπάρξει πολύπλοκη κοινωνία χωρίς εμπορευματικές σχέσεις και αγο-ρές. Η ολική κατάργηση των εμπορευματικών σχέσεων θα προϋπέθετε την κατάργηση του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας και της εξειδίκευσης της απασχόλησης, κατά συνέπεια την επιστροφή στις αυτάρκεις κοινότητες ή σε μια κοινωνία τύπου κιμπούτς. … Πρέπει λοιπόν μια υπέρτατη εξουσία, το κρά-τος, να αναλάβει την άμυνα, το γενικό συμφέρον, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης ενός συστήματος της αγοράς.Όμως, μια συνομοσπονδιακή δημοκρατία δεν προϋποθέτει τίποτα τέ-τοιο. Όχι μόνο η σύγχρονη τεχνολογία είναι απολύτως συμβατή με μια τέτοια κοινωνία, όπως έχει δείξει ο Μurray Bookchin, αλλά επίσης όλα όσα λέγονται για μια επιστροφή σε αυτάρκεις κοινότητες, ή σε μια κοι- νωνία τύπου κιμπούτς εκφράζουν μια πλήρη παρανόηση των προτάσεων που αφορούν στην οικονομική οργάνωση μιας τέτοιας κοινωνίας. Όπως θα προσπαθήσω να δείξω στο επόμενο τμήμα του κεφαλαίου, μια συνο- μοσπονδιακή δημοκρατία που θεμελιώνεται στους δήμους θα μπορούσε να λειτουργεί στην βάση ενός μείγματος δημοκρατικού σχεδιασμού και τεχνητής «αγοράς», η οποία θα περιλαμβάνει την χρήση προσωπικών διατακτικών. Ένα σύστημα όπως το προτεινόμενο, ούτε αποκλείει την εξειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας, ούτε εξαρτάται από ένα σύστημα αυταρκών κοινοτήτων –σύστημα που, σήμερα, ούτως ή άλλως δεν είναι εφικτό. Αυτό που το προτεινόμενο σύστημα πράγματι αποκλείει
είναι η οικονομία της αγοράς και το κράτος, θεσμοί από τους οποίους δεν μπορεί προφανώς να αποχωριστεί η «ριζοσπαστική» σκέψη στοχαστών όπως ο Andre Gorz! Όλα αυτά παραβλέπονται βολικά από τον Gorz, στην προσπάθειά τουνα υποστηρίξει μια μεταβιομηχανική κοινωνία, στην οποία ο καπιταλι-σμός θα υπερβεί τον εαυτό του27 (μια υπέρβαση που, όπως επιμένει ο συγγραφέας, δεν πρέπει να συγχέεται με την κατάργηση του κεφαλαίου28) μέσω της αυτοοργάνωσης των ατόμων σε «αντι-εξουσίες».29 Έτσι, ο Gorz, προφανώς αγνοώντας την ιστορική δυναμική και λογική της οικονομίας της αγοράς που έχει οδηγήσει στην σημερινή νεοφιλελεύθερη διεθνοποι-ημένη οικονομία και στην ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων πάνωστις αγορές, χαρακτηρίζει ως ουτοπική την πρόταση για μια κοινωνική ορ-γάνωση βασισμένη στις τοπικές κοινωνίες, ενώ ταυτόχρονα προτείνει την δημιουργία ενός «ευρωπαϊκού οικοκοινωνικού χώρου … στον οποίο είναιδυνατόν ο ανταγωνισμός και η εμπορευματική λογική να υποβληθούν σεπεριοριστικούς κανόνες»!Στον ελευθεριακό χώρο, ο John Clark, ένας πρώην κοινωνικός οικο-λόγος και νυν «οικο-κομμουνιταριανιστής» προσφέρει ένα τυπικό παρά-δειγμα για το πώς αντιλαμβάνονται την δημοκρατία σήμερα πολλοί στον ελευθεριακό –ιδιαίτερα τον οικο-αναρχικό– χώρο στις Αγγλοσαξονικές χώρες. Όπως κάνει φανερό η ανάλυση του Clark31, πολλοί σε αυτόν τον χώρο υποστηρίζουν μια βασικά ατομικιστική και σπιριτουαλιστική αντί-ληψη, η οποία, ουσιαστικά, δεν ενέχει καμία απολύτως αντίληψη δημο-κρατίας. Ο ορισμός που δίνει ο ίδιος στον οικο-κομμουνιταριανισμό του επιβεβαιώνει το παραπάνω συμπέρασμα: Ο οικο-κομμουνιταριανισμός είναι το πρόταγμα να φανταστούμε συλλογικά και να προσπαθήσουμε να πραγματοποιήσουμε το όραμα των ανθρώπινων κοινοτήτων οι οποίες κατορθώνουν την εκπλήρωσή τους ως αναπόσπαστο τμήμα της μεγαλύτερης, πολύπλευρης και αυτο-εκπληρούμενης κοινότητας της Γης. Έτσι, η «οικο-κομμουνιταριανιστική» προσέγγιση, του John Clark κατα-φέρνει να εξανεμίσει τις ανθρώπινες κοινότητες σε μια θολή και συχνά μεταφορική «πλανητική κοινότητα». Το γεγονός αυτό δεν είναι περίεργο, αφού για τον Clark, στον βαθμό που οι «πολίτες» του οικο-συστήματός μας ή της βιο-περιοχής μας, αν όχι της Γης ολόκληρης, υιοθετούν την «σω-στή» στάση απέναντι στην Φύση (όπως αυτή προκύπτει από τον διαλεκτι-κό νατουραλισμό) η ίδια η δημοκρατία είναι περιττή. Το πρώτο βήμα, στην προσπάθεια αυτή να υπονομευθεί η έννοια και η ίδια η ανάγκη της δημοκρατίας, είναι η απάλειψη του ίδιου του υποκει-μένου της δημοκρατίας, δηλαδή του πολίτη, ο οποίος, όπως παρατηρεί ο Bookchin, «ενσωματώνει τα κλασικά ιδεώδη της φιλίας, της αυτονομίας, του ορθολογισμού και πάνω από όλα της δέσμευσης απέναντι στην πολι-τεία (civic commitment)».O Clark διαβρώνει την ίδια την έννοια του πολί-τη, μετατρέποντάς τον σε ένα καθαρά υποκειμενικό, στην πραγματικότη-τα, ιδεαλιστικό oν –τον «πολίτη» του οικο-συστήματος, της βιο-περιοχής, της ίδιας της «Γης»! Επιπλέον, σαν να μην έφθανε η υπονόμευση αυτή της έννοιας του πολίτη, ο Clark τονίζει ότι «πρέπει επίσης να εξετάσουμε την πολιτική διάσταση του “προσώπου” και την καθολική του αναγνώριση». Έτσι, ο πολίτης συμπληρώνεται, αν δεν αντικαθίσταται, από ένα ακοινωνι-κό, απολιτικό και κατά βάση αφηρημένο «πρόσωπο» (ακριβώς όπως κά-νουν οι Έλληνες νεο-ορθόδοξοι και οι «αριστεροί» συνοδοιπόροι τους). Κατά την άποψή του Clark, η έννοια του πολίτη είναι περιορισμένη και εμπεριέχει υπόρρητα την ιδέα του μερικού συμφέροντος, εφόσον οι πολί-τες θα καθοδηγούνται από τα συμφέροντα και τις ανάγκες των δικών τους κοινοτήτων ενάντια στα συμφέροντα των άλλων κοινοτήτων! Εντούτοις, μολονότι είναι αληθές ότι οι αντιλήψεις του σώματος των πολιτών σε μια συγκεκριμένη κοινότητα μπορεί να διαφέρουν από εκεί-νες του σώματος των πολιτών άλλων κοινοτήτων (στην πραγματικότητα, αυτό μπορεί να συμβαίνει ακόμα και μέσα στην ίδια κοινότητα), ο στόχος της συνομοσπονδιακής δημοκρατίας είναι ακριβώς να παρέχει το θεσμι- κό πλαίσιο για την δημοκρατική επίλυση τέτοιων διαφορών. Αντίθετα, η προσπάθεια του Clark να επιλύσει το πρόβλημα των διακοινοτικών ή εν-δοκοινοτικών διαφορών ακολουθεί το πεπατημένο μονοπάτι ενός, βασι-κά μυστικιστικού, ιδεαλισμού. Προφανώς, κατά την άποψη του Clark, όλα θα επιλυθούν, αν δημιουργήσουμε μια, ουσιαστικά μεταφορική, έννοια του «πολίτη της Γης», η οποία, με κάποιο τρόπο, θα μας κάνει αλληλέγγυ-ους μεταξύ μας και με όλες τις μορφές ζωής. Είναι, επομένως, φανερό ότι ο Clark αγνοεί εντελώς τις θεσμικές προϋποθέσεις (ισοκατανομή πολιτικής και οικονομικής δύναμης μεταξύ όλων των πολιτών, συνακόλουθη κατάρ-γηση της ιεραρχικής κυριαρχίας και ταξικής εκμετάλλευσης), οι οποίες οδηγούν σε μια άλλη κοινωνία. Το δεύτερο βήμα στην επίθεση του Clark κατά της δημοκρατίας είναι να προσπαθήσει να αμαυρώσει την ιδέα της λαϊκής συνέλευσης, η οποία αποτελεί έναν κρίσιμο θεσμό της άμεσης δημοκρατίας. Έτσι, εγκωμιάζει την «ομάδα συνάφειας» (affinity group), την οικογενειακή ομάδα (familial group) και την κοινοτική ζωή, τις οποίες αντιπαραθέτει απλοϊκά προς τις λαϊκές συνελεύσεις, υποστηρίζοντας ότι «η πιο οικεία προσωπική σφαίρα, είτε αυτή ταυτίζεται με την ομάδα συνάφειας, την οικογενειακή ομάδα ή την ομάδα της κομμούνας, είναι η πιο θεμελιακή κοινωνικά και πολιτικά μονάδα». Αλλά, όσον αφορά, ιδιαίτερα, στην «ομάδα συνάφειας», που οι-κειοποιούνται σήμερα πολλοί οπαδοί της Νέας Εποχής και η οποία προ-τείνεται ακόμα και ως χρήσιμη οργανωτική μορφή για τις «διορατικές» επιχειρήσεις, θα ήταν χρήσιμο να ανατρέξουμε στην ιστορία της. Όπως σημειώνει ο Vernon Richards33, η ομάδα συνάφειας δημιουργήθηκε από την Αναρχική Ομοσπονδία της Ιβηρικής (FAI) ως οργανωτική μονάδα (συ-χνά με σκοπό την άμεση δράση, π.χ. τις «απαλλοτριώσεις») και όχι ως ένας θεσμός για μια μελλοντική αναρχική κοινωνία. Φαίνεται, επομένως, ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο ο John Clark υποβαθμίζει –εάν δεν απορρίπτειτελείως– τις λαϊκές συνελεύσεις είναι το γεγονός ότι προφανώς δεν έχει καμία αντίληψη της δημοκρατίας ως ενός συνόλου θεσμών (δηλαδή ενός συνόλου δομών και διαδικασιών οι οποίες εξασφαλίζουν την ισοκατανο-μή δύναμης στο θεσμικό επίπεδο) και αξιών. Οι μορφές συλλογικής λή-ψης αποφάσεων δεν έχουν θέση στην αντίληψή του για την δημοκρατία–όταν μπαίνει στον κόπο να ασχοληθεί με αυτές. Έτσι, η δημοκρατία, στην αντίληψη του Clark, γίνεται ουσιαστικά ένα σύστημα αξιών, μια καθαρά πνευματική κατάσταση, στην οποία, όπως το θέτει, κάθε δραστηριότητα, σε οποιαδήποτε σφαίρα της ζωής, είναι ένα είδος θέσμισης. Αλλά η οικο-κομμουνιταριανιστική αντίληψη του Clark δεν στερείται μόνον οποιασδήποτε αντίληψης πολιτικής δημοκρατίας. Στερείται επίσης και οποιασδήποτε αντίληψης οικονομικής δημοκρατίας. Έτσι, ο Clark όχι μόνο δεν αποκλείει την ιδιωτική επιχείρηση (μικρές συνεταιρικές επιχει-ρήσεις, ατομική επιχείρηση κ.λπ.), αλλά ούτε και την οικονομία της αγο-ράς! Εντούτοις, αυτό δεν τον εμποδίζει να οραματίζεται μια οικονομία στην οποία ο συνεταιριστικός τομέας θα κυριαρχούσε πάνω στον ιδιω-τικό, χωρίς να εξηγεί πώς αυτό θα ήταν δυνατόν σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα (όπως είδαμε στο 2ο Κεφάλαιο) στην διαδικασία του ανταγωνισμού, στην συγκέντρωση του κεφαλαίου και στον σχηματισμό σύγχρονων επιχειρηματικών κολοσσών. Είναι λοι-
πόν ξεκάθαρο ότι ο Clark όχι μόνο στερείται οποιασδήποτε γνώσης για την δυναμική της οικονομίας της αγοράς, αλλά και ότι αγνοεί επίσης την εμπειρία των δύο τελευταίων αιώνων οικονομικής συγκέντρωσης, όταν τα συνεταιριστικά και παρόμοια πειράματα περιθωριοποιήθηκαν, ή απλώς πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων της Ιστορίας. Η βιο-περιφερειακή προσέγγιση που υιοθετούν οικο-κομμουνιταριανιστές όπως ο Clark, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την δημοκρατία και είναι εύκολα συμβατή με κάθε είδους κοινωνικο- οικονομικό σύστημα, ακόμα και με ένα οικο-φασιστικό σύστημα τύπου «Πράσινου Αδόλφου». Οι οικολογικές αξίες, απογυμνωμένες από ένα δη-μοκρατικό περιεχόμενο, εύκολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ναυπονομεύσουν οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια για μια απελευθερω-τική εναλλακτική πρόταση στην σημερινή κοινωνία, ή μπορούν να δια-στρεβλωθούν σε μορφές που προσφέρονται για πολύ ολοκληρωτικούς στόχους. Η εγκαθίδρυση διαφόρων συνεταιριστικών προσπαθειών μπο-ρεί να είναι χρήσιμη για πολιτισμικούς και πειραματικούς στόχους, αλλά από μόνη της, σε καμία περίπτωση δεν αρκεί για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό έχει δείξει η Ιστορία, αλλά και πρόσφατες προσπάθειες όπως το αυξανόμενα ιεραρχικό πείραμα της Mondragon (βλ. 7ο Κεφάλαιο). Στην καλύτερη περίπτωση, τέτοιες προσπάθειες συνήθως παρέχουν ένα ήπιο και ενδεχομένως ανθρώπινο προσωπείο στο σύστημα της οικονο- μίας της αγοράς –εάν δεν εκφυλισθούν σε ανεξάρτητες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Τέλος, πρόσφατα αναπτύχθηκε ένας σημαντικός διάλογος πάνω στην Συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία όπου μερικοί από τους συγ-γραφείς στον χώρο της διεθνούς Αριστεράς, που πήραν μέρος στον δι-άλογο αυτό, εκφράζουν διάφορες επιφυλάξεις για το εφικτό και επιθυ-μητό τηςΣυνομοσπονδιακής Περιεκτικής Δημοκρατίας (Serge Latouche,M ichael Levin, Arran Gare κ.α.) –βλ. ολόκληρο αυτόν τον διάλογο στοβιβλίο Παγκοσμιοποιημένος Καπιταλισμός, Έκλειψη της Αριστεράς καιΠεριεκτική Δημοκρατία

6.3. Το οικονομικό πλαίσιο της Περιεκτικής Δημοκρατίας
Το τμήμα αυτό εξετάζει τις προϋποθέσεις της οικονομικής δημοκρατίας, σε μια προσπάθεια να σκιαγραφηθεί το οικονομικό μοντέλο στο οποίο μπορεί να θεμελιωθεί μια περιεκτική δημοκρατία. Το κυρίαρχο χαρακτη-ριστικό του μοντέλου αυτού, που το διαφοροποιεί από παρόμοια μοντέ-λα συγκεντρωτικού ή αποκεντρωμένου σχεδιασμού, είναι ότι, μολονότι δεν προϋποθέτει την υπέρβαση της σπάνεως, εν τούτοις εξασφαλίζει την ικανοποίηση των βασικών αναγκών όλων των πολιτών, χωρίς όμως να θυ-σιάζει την ελευθερία της επιλογής, σε μια οικονομία χωρίς κράτος, χρήμα και αγορά. Είναι σαφές ότι το είδος οικονομικής δημοκρατίας που προτείνεται εδώ δεν προϋποθέτει αυτό που η Αrendt αποκαλεί «κομμουνιστικό μύθο», τον μύθο δηλαδή ότι υπάρχει ένα γενικό συμφέρον στην κοινωνία ως σύνο-λο. Μια τέτοια παραδοχή (που συνεπάγεται ότι το «αόρατο χέρι» σε μιαοικονομία της αγοράς –ή, εναλλακτικά, η διαδικασία σχεδιασμού σε μια οικονομία κρατικού σοσιαλισμού– θα ικανοποιούσε το γενικό συμφέρον), παραβλέπει το ουσιώδες γεγονός ότι η κοινωνική δραστηριότητα είναι το αποτέλεσμα των προθέσεων αναρίθμητων ατόμων.35 Αντίθετα, το μοντέ-λο που παρουσιάζεται εδώ, προϋποθέτει ρητά την διαφορετικότητα των ατόμων (η οποία, με την σειρά της, συνεπάγεται ότι είναι αδύνατη η ομο-φωνία), και προτείνει την θέσμιση της διαφορετικότητας αυτής, μέσω τηςυιοθέτησης ενός μείγματος δημοκρατικού σχεδιασμού, από την μια μεριά, και ενός σχήματος διατακτικών στο πλαίσιο μιάς τεχνητής «αγοράς», από την άλλη. Ο στόχος είναι να εξασφαλιστεί μια κατανομή των παραγωγικών πόρων που να διασφαλίζει τόσο την ελευθερία της ατομικής επιλογής όσο και την ικανοποίηση των βασικών αναγκών όλων των πολιτών. Είναι προφανές, ακόμη, ότι η προτεινόμενη οικονομική δημοκρατία δεν αποδέχεται το μυθικό στάδιο του ελεύθερου κομμουνισμού και αντίθετα
θέτει ρητά το ζήτημα σχετικά με το πώς, μέσα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας
34. Παγκοσμιοποιημένος Καπιταλισμός, Έκλειψη της Αριστεράς και Περιεκτική Δημοκρατία
.ο.π.
35. Hannah Arendt, The Human Condition (Chicago: The University of Chicago Press,
1958), σελ. 44.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
391
σπάνεως (δηλαδή σε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικοί πόροι εξακο-
λουθούν να είναι σπάνιοι σε σχέση με τις ανάγκες), θα μπορούσε να βρε-
θεί μια μέθοδος κατανομής των πόρων που θα εξασφάλιζε την επίτευξη
του παραπάνω στόχου. Από την άποψη αυτή, δεν είναι τυχαίο ότι ορισμέ-
νοι ελευθεριακοί που υποστηρίζουν την «πολιτική του ατομικισμού» θε-
ωρούν απαραίτητο, προκειμένου να επιτεθούν κατά της δημοκρατίας, να
καταφύγουν, από την μια μεριά, στον μύθο του ελεύθερου κομμουνισμού
και, από την άλλη, στην διαστρέβλωση ότι η δημοκρατία ενέχει ένα είδος
«αρχής», με την μορφή της «αρχής» της πλειοψηφίας. Η πρόθεσή τους εί-
ναι σαφής: ο ελεύθερος κομμουνισμός καθιστά την δημοκρατία περιττή,
ενώ η θεώρηση της δημοκρατίας ως «αρχής» την κάνει ανεπιθύμητη. Η L.
Susan Brown,36 για παράδειγμα, ξεκινώντας από το αναρχοκομμουνιστικό
σύνθημα «από καθέναν σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθέναν
σύμφωνα με τις ανάγκες του», συμφωνεί με την Εmma Goldman ότι :
εναπόκειται στα άτομα να συμφωνήσουν ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να
ζουν και να εργάζονται μαζί. Αυτό είναι κάτι που δεν τους επιβάλλεται από τα
πάνω ή που υπαγορεύεται από την πλειοψηφία. Αντίθετα, τα ίδια τα άτομα,
εκούσια και ελεύθερα, δημιουργούν και αναδημιουργούν τις κοινωνικές και
οικονομικές μορφές οργάνωσης που επιθυμούν.
Όπως, όμως, θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω, η οικονομική δημο-
κρατία και η ελευθερία επιλογής δεν είναι ασύμβατες, όπως φαίνεται να
υποθέτει το παραπάνω απόσπασμα.
Ορισμός της οικονομικής δημοκρατίας

Οι συνήθεις ορισμοί που δίδονται στην οικονομική δημοκρατία από τους
φιλελεύθερους, τους σοσιαλιστές και Πράσινους οικονομολόγους είναι
είτε ελλιπείς είτε μερικοί ή και τα δύο μαζί, και τείνουν να δίνουν έμφαση
μόνο στην μία από τις κύριες πτυχές της οικονομικής εξουσίας: την ιδιο-
κτησία και τον έλεγχο.
Οι νεοφιλελεύθεροι, για παράδειγμα, ταυτίζουν την οικονομική δημο-
κρατία με τον «λαϊκό καπιταλισμό», ο οποίος όμως δεν μπορεί να διασφα-
λίσει ούτε δημοκρατική ιδιοκτησία ούτε δημοκρατικό έλεγχο. Έτσι, όπως
έδειξε το θατσερικό πείραμα λαϊκού καπιταλισμού, η ευρύτερη διάχυση
της ιδιοκτησίας των μετοχών δεν συνεπάγεται μικρότερη συγκέντρωση
36. L. Susan Brown, The Politics of Individualism, σελ. 127-28.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
392
της ιδιοκτησίας και της οικονομικής δύναμης.37 Επιπλέον, η ευρύτερη
κατοχή μετοχών δεν συνεπάγεται από μόνη της υψηλότερο βαθμό δη-
μοκρατικού ελέγχου, εφόσον οι κρίσιμες οικονομικές αποφάσεις εξακο-
λουθούν να λαμβάνονται από διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων και
τεχνοκράτες, με κριτήριο την επίτευξη κέρδους.
Η πρακτική του σοσιαλιστικού κρατισμού έτεινε να ταυτίζει την οικο-
νομική δημοκρατία με την στενή έννοια που ορίσαμε στο προηγούμενο
κεφάλαιο, δηλαδή, ως ένα σύστημα που θεσμίζει την ελαχιστοποίηση των
κοινωνικο-οικονομικών διαφορών, οι οποίες, σύμφωνα με την μαρξιστι-
κή θεωρία, οφείλονταν, «σε τελική ανάλυση», στην άνιση κατανομή της
ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτό σήμαινε ότι το κράτος θα έπρεπε να εμπλακεί
είτε σε μια διαδικασία ανακατανομής του εισοδήματος μέσω της φορολο-
γίας και του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας (σοσιαλδημοκρατία), είτε
σε μια διαδικασία κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων πα-
ραγωγής («υπαρκτός σοσιαλισμός»). Εντούτοις, δεδομένου ότι η ατομική
ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι μόνο μία πτυχή της οικονομικής
δύναμης, η προσπάθεια ελαχιστοποίησης των επιπτώσεων από την άνιση
κατανομή της στο εισόδημα, ή ακόμα και η κατάργησή της, δεν μπορεί να
διασφαλίσει, από μόνη της, την εξάλειψη των εξουσιαστικών οικονομικών
σχέσεων. Έτσι, το αποτέλεσμα ήταν να αντικατασταθεί απλώς η οικονομι-
κή δύναμη της καπιταλιστικής ελίτ (που είχε τον άμεσο έλεγχο του ιδιωτικού
τομέα) στην καπιταλιστική οικονομική «δημοκρατία» από την οικονομική
δύναμη της κομματικής ελίτ (που ήλεγχε τον κρατικό τομέα) στην σοσιαλι-
στική οικονομική «δημοκρατία».
Σήμερα, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», οι περισ-
σότεροι αυτοαποκαλούμενοι «σοσιαλιστές» έχουν εγκαταλείψει, όπως εί-
δαμε στο πρώτο μέρος, κάθε όραμα για μια μη καπιταλιστική κοινωνία
χωρίς αγορά και κράτος και ταυτίζουν την οικονομική δημοκρατία με την
ενδυνάμωση της «κοινωνίας των πολιτών», στο πλαίσιο αυτού που αποκα-
λούν «ριζοσπαστική» δημοκρατία. Επιπλέον, δεν προτείνουν καμία διαλε-
κτική αντίθεση μεταξύ του έθνους-κράτους και της κοινωνίας των πολιτών.
Η ενδυνάμωση της δεύτερης δεν σχετίζεται με την διαδικασία σταδιακής
εξάλειψης του πρώτου, αλλά στοχεύει αποκλειστικά στο να αντισταθμίσει
ή απλώς να περιορίσει την κρατική εξουσία, μέσα σε ένα σύστημα οικο-
νομίας της αγοράς. Με άλλα λόγια, το όραμα για μια σοσιαλιστική οικονο-
37. Βλ. Τ. Φωτόπουλος, Η νεοφιλελεύθερη συναίνεση και η κρίση της οικονομίας ανάπτυξης
(Αθήνα: Γόρδιος, 1993), κεφ. 4· και Η Νέα Διεθνής Τάξη και η Ελλάδα (Αθήνα, Καστανιώτης,
1997), κεφ. 1.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
393
μία σχεδιασμού, που θα αναδυθεί μετά από μια μεταβατική περίοδο, έχει
σήμερα εγκαταλειφθεί από τους περισσότερους «σοσιαλιστές».38
Τέλος, ορισμένοι Πράσινοι οικονομολόγοι ταυτίζουν την οικονομική
δημοκρατία με διάφορες μορφές «ιδιοκτησίας των εργαζομένων» και
«δημοκρατίας στον χώρο εργασίας».39 Εντούτοις, ακόμα και όταν τέτοιες
μορφές οικονομικής οργάνωσης προϋποθέτουν δημοκρατικό έλεγχο και
δημοκρατική ιδιοκτησία, ο έλεγχος ορίζεται με στενή έννοια που καλύπτει
μόνο τους εργάτες και απασχολούμενους και όχι ολόκληρη την κοινωνία.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σ’ αυτόν τον τύπο οικο-
νομικής δημοκρατίας εξακολουθεί να είναι η αγορά εκείνη που καθορίζει
εν τέλει τι και πώς θα παραχθεί, σημαίνει ότι τα σχήματα αυτά δεν ενέχουν
μια θεμελιακή αλλαγή στην φύση του ανταγωνιστικού συστήματος. Με
άλλα λόγια, οι Πράσινοι, Κοκκινοπράσινοι κ.λπ οικονομολόγοι, παρά τις
αντιαναπτυξιακές ρητορείες τους, στον βαθμό που παίρνουν δεδομένο
το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και την δυναμική του «ανάπτυξη ή
θάνατος», υιοθετούν έμμεσα την ίδια την οικονομία ανάπτυξης. Επομένως,
τέτοιες προτάσεις δεν συνεπάγονται την κατάργηση της οικονομικής
εξουσίας, αλλά απλώς την περαιτέρω αποκέντρωσή της, ενώ, συγχρόνως,
δεν μπορούν να εξασφαλίσουν (όπως άλλωστε και η φιλελεύθερη και η
σοσιαλιστική εκδοχή της οικονομικής δημοκρατίας), την επιδίωξη του γε-
νικού συμφέροντος. Είναι, επομένως, φανερό ότι χρειαζόμαστε έναν ορι-
σμό της οικονομικής δημοκρατίας που να έχει ως βασικό στοιχείο του την
κατάργηση της ίδιας της οικονομικής δύναμης.
Ένας χρήσιμος ίσως τρόπος για να ορίσουμε την οικονομική δημοκρα-
τία, με τρόπο που να συνεπάγεται την κατάργηση των εξουσιαστικών οι-
κονομικών σχέσεων, θα ήταν να ξεκινήσουμε από τον ορισμό της άμεσης
δημοκρατίας. Ορίσαμε, στο προηγούμενο κεφάλαιο, την άμεση (ή πολιτι-
κή) δημοκρατία ως την μορφή πολιτικής οργάνωσης η οποία διασφαλίζει
την ίση κατανομή της πολιτικής δύναμης μεταξύ των πολιτών, μέσω της
άμεσης συμμετοχής τους στην πολιτική διαδικασία λήψης και εφαρμογής
των αποφάσεων. Αυτός ο ορισμός της δημοκρατίας ενέχει ρητά την άρ-
38. Βλ., π.χ., το άρθρο του Robin Blackburn, εκδότη της κάποτε ριζοσπαστικής New Left
Review, η οποία τώρα προωθεί μια «κοινωνικοποιημένη αγορά»! R. Blackburn, “Fin de
Siècle: Socialism After the Crash”, New Left Review (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1991), σελ.
5-68.
39. Βλ., για παράδειγμα, M.A. Lutz και K. Lux, Humanistic Economics (NY: Bootstrap, 1988),
κεφ. 12· C. George Benello et al., Building Sustainable Communities (NY: Bootstrap, 1989),
κεφ. 18-20.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
394
νηση της πολιτικής εξουσίας και συνεπάγεται την «αρχή» του λαού στην
πολιτική σφαίρα.
Αντίστοιχα, μπορούμε να ορίσουμε την οικονομική δημοκρατία ως μια
οικονομική δομή και διαδικασία που, με την άμεση συμμετοχή των πολι-
τών στην διαδικασία λήψης και εφαρμογής των αποφάσεων, διασφαλίζει
την ίση κατανομή της οικονομικής δύναμης μεταξύ των πολιτών. Όπως
ισχύει στην περίπτωση της άμεσης (πολιτικής) δημοκρατίας, η οικονομική
δημοκρατία σήμερα είναι εφικτή μόνο στο επίπεδο των συνομοσπονδι-
ούμενων δήμων. Με άλλα λόγια, η οικονομική δημοκρατία συνεπάγεται
την δημοτική ιδιοκτησία της οικονομίας (δηλ. τα μέσα παραγωγής ανή-
κουν σε κάθε δήμο), πράγμα που διαφέρει ριζικά και από τις δύο κύριες
μορφές συγκέντρωσης οικονομικής δύναμης (καπιταλιστική και «σοσια-
λιστική» οικονομία ανάπτυξης), καθώς και από τις διάφορες εκδοχές κολ-
λεκτιβιστικού καπιταλισμού, είτε της εκδοχής του «εργατικού ελέγχου»,
είτε των ηπιότερων εκδοχών που προτείνουν διάφοροι μετα-κεϋνσιανοί
σοσιαλδημοκράτες.40
Έτσι, η δημοτική ιδιοκτησία της οικονομίας παρέχει την οικονομική
δομή για μια δημοκρατική ιδιοκτησία, ενώ η άμεση συμμετοχή των πο-
λιτών στις οικονομικές αποφάσεις παρέχει το πλαίσιο για μια διαδικασία
περιεκτικού δημοκρατικού ελέγχου της οικονομίας. Ο δήμος, επομένως,
γίνεται η αυθεντική μονάδα της οικονομικής ζωής, εφ’ όσον η οικονομική
δημοκρατία δεν είναι εφικτή σήμερα παρά μόνο εάν η ιδιοκτησία και ο
έλεγχος των πλουτοπαραγωγικών πηγών οργανώνονται στο επίπεδο των
συνομοσπονδιούμενων δήμων. Στην πραγματικότητα, η ίδια η έννοια της
κοινότητας, πάνω στην οποία θεμελιώνεται η έννοια του δήμου, συνεπά-
γεται την άρνηση της οικονομικής εξουσίας.41 Έτσι, σε αντίθεση με τους
άλλους ορισμούς της οικονομικής δημοκρατίας, ο ορισμός που δίνεται
εδώ ενέχει την ρητή άρνηση της οικονομικής εξουσίας και συνεπάγεται
την «αρχή του λαού» στην οικονομική σφαίρα. Με αυτήν την έννοια, η οι-
κονομική δημοκρατία είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα, καθώς και το θεμέ-
λιο, της άμεσης δημοκρατίας.
Εντούτοις, παίρνοντας υπόψη μας τον σημερινό υψηλό βαθμό συ-
γκέντρωσης οικονομικής δύναμης και τον αντίστοιχο βαθμό διεθνούς
αλληλεξάρτησης, είναι δύσκολο, ακόμα και να φανταστούμε, μια ριζικά
40. Βλ., π.χ., τα έργα του G. Hodgson, The Democratic Economy (Gretna, LA: Pelican, 1984),
Economics and Institutions (Cambridge: Cambridge University Press, 1988), και Rethinking
Economics (Edward Elgar, 1992). Βλ. ακόμη, P. Arestis, The Post-Keynesian Approach to
Economics, Edward Elgar, 1993.
41. Michael Taylor, Community, Anarchy, and Liberty, σελ. 26-32.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
395
διαφορετική μορφή κοινωνίας που θα θεμελιώνεται στην οικονομική δη-
μοκρατία. Είναι εφικτή μια τέτοια κοινωνία σήμερα; Ποιο θα έπρεπε να εί-
ναι το σύστημα κατανομής των οικονομικών πόρων που θα ήταν συμβατό
με την οικονομική δημοκρατία; Η ίδια η έκταση και βαρύτητα αυτών των
ερωτημάτων δημιουργεί την ανάγκη σημαντικής συλλογικής ερευνητικής
εργασίας. Εδώ, μπορούμε μόνο να σκιαγραφήσουμε τις γενικές κατευθυ-
ντήριες γραμμές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε μια τέτοια
ερευνητική προσπάθεια. Φυσικά, η θεωρία μπορεί να διερευνά μόνο δυ-
νατότητες και εναπόκειται στην κοινωνική «πράξη» να δώσει συγκεκριμέ-
νο περιεχόμενο στην νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης.
Έτσι, στην συνέχεια, θα γίνει μια προσπάθεια να διατυπωθεί ένα νέο
όραμα οικονομικής δημοκρατίας και να εκφρασθούν ορισμένες συγκε-
κριμένες προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να λειτουργεί ένα τέτοιο δη-
μοκρατικό μοντέλο οικονομίας. Με αυτήν την διπλή έννοια, η προτεινόμε-
νη προσέγγιση εκφράζει ένα νέο οικονομικό μοντέλο που βασίζεται στην
δημοτική οργάνωση της οικονομίας.
Μπορούμε να προσδιορίσουμε τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις που πρέ-
πει να πληρούνται ούτως ώστε να είναι εφικτή η οικονομική δημοκρατία:
(α) δημοτική αυτοδυναμία
(β) δημοτική ιδιοκτησία των πλουτοπαραγωγικών πηγών
(γ) συνομοσπονδιακή κατανομή των αγαθών και των υπηρεσιών.
Οι προϋποθέσεις της οικονομικής δημοκρατίας: δημοτική
αυτοδυναμία
Η αυτοδυναμία ορίζεται εδώ με όρους αυτονομίας και όχι με όρους αυ-
τάρκειας, η οποία, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν είναι ούτε εφικτή ούτε
επιθυμητή. Ένας χρήσιμος ορισμός της αυτοδυναμίας είναι ο ορισμός που
δόθηκε από την Διακήρυξη του Cocoyoc των αδέσμευτων χωρών ως «η
στήριξη πρωταρχικά στους δικούς μας πόρους, ανθρώπινους και φυσι-
κούς, και η ικανότητα αυτόνομου καθορισμού των στόχων και λήψης των
αποφάσεων».42 Έτσι, μολονότι η αυτοδυναμία συνεπάγεται μέγιστη χρή-
ση των τοπικών πλουτοπαραγωγικών πόρων και πηγών ενέργειας, δεν θα
πρέπει να συγχέεται με την αυτάρκεια και θα πρέπει πάντοτε να θεωρείται
μέσα στο πλαίσιο του συνομοσπονδισμού. Δεδομένου ότι ο αμεσοδημο-
κρατικός έλεγχος της οικονομίας και της κοινωνίας είναι σήμερα δυνατός
42. Παρατίθεται στο Paul Ekins, Trade for Mutual Self-Reliance (London: TOES publication),
1989, σελ. 13.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
396
μόνο στο επίπεδο συνομοσπονδιούμενων δήμων, είναι φανερό ότι η δη-
μοτική αυτοδυναμία είναι μια αναγκαία συνθήκη για την πολιτική και οι-
κονομική αυτονομία.
Ωστόσο, δεν είναι μόνο το αίτημα της αυτονομίας που δημιουργεί την
ανάγκη της αυτοδυναμίας, ούτως ώστε να αποκαταστήσουμε τον έλεγ-
χο πάνω στην ζωή μας. Η αυτοδυναμία καθίσταται αναγκαία και από το
γεγονός ότι η ιστορική τάση απομάκρυνσης από αυτήν είχε σημαντικές
αρνητικές επιπτώσεις στο μακροοικονομικό, το πολιτισμικό, το περιβαλ-
λοντικό και το γενικότερο κοινωνικό επίπεδο:
στο μακροοικονομικό ●● επίπεδο, εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκλη-
ρο τον κόσμο καταδικάστηκαν από τις δυνάμεις της αγοράς (που καθο-
ρίζουν εν τέλει την μοίρα τους από την στιγμή που απομακρύνθηκαν
από την αυτοδυναμία) στην ανεργία, την φτώχεια, ακόμα και την πείνα,
όπως δείχνει η σημερινή επισιτιστική κρίση, που κατά τον ΟΗΕ κατα-
δικάζει 100 εκ. ανθρώπους στην πείνα.. Σήμερα, οι τοπικές οικονομίες
εξαρτώνται από εξωτερικά κέντρα για την οργάνωση της παραγωγής
και της εργασίας, για την κάλυψη των αναγκών σε αγαθά και υπηρεσίες
(συστήματα διανομής), ακόμα και για την παροχή κοινωνικών υπηρεσι-
ών (εκπαίδευση, υγεία κ.λπ.). Για παράδειγμα, για την προσέλκυση επεν-
δύσεων, δίνονται πολύ ακριβά κίνητρα που συνήθως παραβλέπουν τις
οικολογικές επιπτώσεις, ενώ οι ίδιες οι επενδύσεις δεν μεγιστοποιούν
την τοπική απασχόληση και δημιουργούν μια σημαντική εκροή τοπι-
κού εισοδήματος. Ο τελευταίος γύρος διαπραγματεύσεων της GATT,
η οποία από τον Ιανουάριο του 1995 μετατράπηκε στον Οργανισμό
Παγκόσμιου Εμπορίου, έκανε την αυτοδυναμία στο πεδίο της γεωργίας
σχεδόν αδύνατη, καταστρέφοντας στην πορεία τα μέσα συντήρησης
εκατομμυρίων αγροτών σε ολόκληρο τον κόσμο και μεταβάλλοντας την
αγροτική παραγωγή σε μια διαδικασία όπου κυριαρχεί ακόμα περισσό-
τερο η εντατική χρήση των χημικών λιπασμάτων –μια διαδικασία που
ελέγχεται από μεγάλες «αγρο-μπίζνες» και αποτελεί βασικό στοιχείο
της σημερινής επισιτιστικής κρίσης. Αντίθετα, η τοπική αυτοδυναμία
συνεπάγεται μέγιστη χρήση των τοπικών πλουτοπαραγωγικών πόρων
και πηγών ενέργειας, μια διαδικασία που οδηγεί σε αντίστοιχη μεγιστο-
ποίηση της τοπικής απασχόλησης και –μέσω των «πολλαπλασιαστικών
αποτελεσμάτων– του τοπικού εισοδήματος.
●● στο πολιτισμικό επίπεδο, η απομάκρυνση από την αυτοδυναμία οδή-
γησε στην αποσάθρωση των κοινωνικών δεσμών και αξιών, οι οποίες
ενώνουν τις κοινότητες ή ακόμα και ολόκληρες κουλτούρες. Οι αξίες της
αγοράς, δηλαδή οι αξίες της ανταγωνιστικότητας και του ατομικισμού,
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
397
αντικατέστησαν τις κοινοτικές αξίες της αλληλεγγύης και της συνεργα-
σίας, μεταβάλλοντας τα ανθρώπινα όντα σε παθητικούς πολίτες και
καταναλωτές.
στο περιβαλλοντικό επίπεδο, ●● η τάση απομάκρυνσης από την αυτο-
δυναμία οδήγησε στον παραλογισμό ενός συστήματος το οποίο για
την καθημερινή του λειτουργία πρέπει να στηρίζεται στην μεταφορά
αγαθών και ανθρώπων σε τεράστιες αποστάσεις, με όλες τις επιπτώσεις
για το περιβάλλον που συνεπάγεται η μαζική αυτή μετακίνηση,43 εφό-
σον, όπως διαπίστωσε και η Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για την
κλιματική μεταβολή, στην τελευταία Έκθεσή της (2007), οι μεταφορές
(οδικές, αεροπορικές και θαλάσσιες) αποτελούν μια από τις κυριότερες
αιτίες του φαινομένου του θερμοκηπίου. Θα πρέπει, επομένως, να το-
νίσουμε ότι η αυτοδυναμία αποτελεί αναγκαία συνθήκη (όχι όμως και
επαρκή) για την δημιουργία μιας οικολογικά αυτοσυντηρούμενης πα-
γκόσμιας τάξης πραγμάτων. Κι αυτό διότι οι αυτοδύναμες κοινότητες
αποτελούν σήμερα τον μόνο τρόπο για την αναστροφή της διαδικασίας
υπερπαραγωγής και υπερκατανάλωσης, που είναι βέβαια το κύριο απο-
τέλεσμα της οικονομίας ανάπτυξης, αλλά και η κύρια αιτία της οικολο-
γικής απειλής.
●● τέλος, στο γενικότερο κοινωνικό επίπεδο, η απομάκρυνση από την
αυτοδυναμία έχει σημαντικό κοινωνικο-οικονομικό κόστος.44 Έτσι, η
απώλεια δεξιοτήτων και η οικονομική εξάρτηση είναι το κόστος που
πληρώνουμε για τον σημερινό καταμερισμό εργασίας, την εξειδίκευση
και το ελεύθερο εμπόριο. Με άλλα λόγια, η απομάκρυνση από την αυ-
τοδυναμία συνεπάγεται μια δραστική απομάκρυνση από την ατομική
και κοινωνική αυτονομία. Έτσι, οι ιεραρχικές κοινωνικές δομές, οι οποί-
ες, πριν την έλευση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, στη-
ρίζονταν κυρίως σε εξωοικονομικούς παράγοντες, στην οικονομία της
αγοράς αντικαταστάθηκαν απλώς από νέες ιεραρχικές δομές που στη-
ρίζονταν σε οικονομικά θεμέλια. Είναι, επομένως, απαραίτητη η εξά-
λειψη των οικονομικών αυτών θεμελίων, ούτως ώστε να γίνει δυνατή η
κατάργηση της κυριαρχίας ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο.
Η οικονομική δημοκρατία είναι κατά συνέπεια αδύνατη χωρίς μια ρι-
ζική αποκέντρωση της οικονομικής δύναμης που θα καταστήσει εφικτή
την αυτοδυναμία. Ωστόσο, μια ριζική αποκέντρωση συνεπάγεται στην
43. Βλ., π.χ., Paul Ekins, Trade for Mutual Self-reliance, σελ. 9.
44. Για μια εξέταση του θέματος αυτού από την προοπτική των Πράσινων οικονομικών,
βλ., π.χ., Paul Ekins, Local Economic Self-reliance (London: TOES publication, 1988).
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
398
πραγματικότητα την εγκατάλειψη του τύπου ανάπτυξης που ιστορικά έχει
ταυτίσει την πρόοδο με την οικονομική μεγέθυνση και αποτελεσματικότη-
τα. Η απομάκρυνση από την τοπική οικονομική αυτοδυναμία ήταν, στην
πραγματικότητα, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανάδυσης της οικονο-
μίας της αγοράς. Με άλλα λόγια, τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με
το γεγονός αυτό (καταμερισμός της εργασίας, εξειδίκευση, εκμετάλλευση
των συγκριτικών πλεονεκτημάτων μέσω του ελεύθερου εμπορίου), απο-
τέλεσαν αναπόφευκτη απόρροια του επεκτατικού χαρακτήρα του συστή-
ματος της οικονομίας αγοράς και της δυναμικής του («ανάπτυξη ή θάνα-
τος»). Παρόμοια, η υιοθέτηση από τον μαρξισμό της καπιταλιστικής ιδέας
της προόδου οδήγησε στην «σοσιαλιστική» οικονομία ανάπτυξης, στην
οποία, η τεράστια συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης στα χέρια των
γραφειοκρατών, που έλεγχαν τον κεντρικό σχεδιασμό, κατέστρεψε κάθε
δυνατότητα αυτοδυναμίας.
Σήμερα, όπως είδαμε και στα Κεφάλαια 2 και 3, παρατηρείται μια μορ-
φή οικονομικής αποκέντρωσης μέσα στην διεθνοποιημένη οικονομία της
αγοράς, μια αποκέντρωση που διευκολύνεται από τις τεχνολογικές αλλα-
γές. Στάδια της παραγωγικής διαδικασίας (για ορισμένα προϊόντα, ακόμα
και η ίδια η παραγωγική διαδικασία), που πραγματοποιούνταν στις προ-
ηγμένες καπιταλιστικές χώρες, μεταφέρονται στην περιφέρεια και ημι-
περιφέρεια και κυρίως στις χώρες της Ανατολικής Ασίας. Οι πολυεθνικές
εταιρείες έχουν πια την τεχνολογική ικανότητα να μεταφέρουν μέρη της
παραγωγικής δραστηριότητας από το κέντρο προς την περιφέρεια προ-
κειμένου να ελαχιστοποιήσουν το κόστος παραγωγής (συμπεριλαμβανό-
μενου του περιβαλλοντικού κόστους). Όμως, η αποκέντρωση που σημει-
ώνεται σε αυτήν την διαδικασία είναι φυσική και όχι οικονομική, εφόσον
η οικονομική δύναμη παραμένει στα μητροπολιτικά κέντρα. Η ίδια η δυ-
ναμική της νεοφιλελεύθερης φάσης, η οποία είναι μια διαδικασία απελευ-
θέρωσης των αγορών από τους «περιορισμούς» που επέβαλε σε αυτές το
κράτος κατά την κρατικιστική φάση της αγοραιοποίησης, οδηγεί σε περαι-
τέρω συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης στα μητροπολιτικά κέντρα,
όπως δείχθηκε στο Κεφάλαιο 1 του βιβλίου. Θα αποκαλούσα επομένως
την διαδικασία αυτή εξαρτημένη αποκέντρωση, επειδή δεν οδηγεί στην
δημιουργία αυτοδύναμων κοινοτήτων, αλλά, αντίθετα, αποτελεί εγγενές
μέρος της σημερινής διαδικασίας συγκέντρωσης της οικονομικής δύνα-
μης στα μητροπολιτικά κέντρα και κάποιας παράλληλης αποκέντρωσης
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
399
της παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο.45 Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται
λοιπόν την αναπαραγωγή του ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας και
των σχέσεων κυριαρχίας/εξάρτησης.
Ένα σαφές παράδειγμα εξαρτημένης αποκέντρωσης είναι η «αρχή της
επικουρικότητας», που εισάχθηκε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να κα-
θησυχασθούν οι φόβοι των ευρωπαϊκών λαών που έβλεπαν να χάνεται
ακόμη και η ελάχιστη ικανότητα αυτοδιάθεσης που διέθεταν πριν. Η αρχή
αυτή, που απαιτεί λήψη αποφάσεων στο κατώτερο δυνατό επίπεδο, ανα-
φέρεται κυρίως στην αποκέντρωση των πολιτικών αποφάσεων, ενώ οι
κύριες οικονομικές αποφάσεις αφήνονται στην δικαιοδοσία του κέντρου,
δηλαδή της πολιτικής και τεχνοκρατικής ελίτ που ελέγχει τους νέους θε-
σμούς της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Επομένως, η αποκέ-
ντρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όχι μόνο δεν μειώνει την εξάρτηση της
περιφέρειας από το κέντρο αλλά, στην πραγματικότητα, την ενισχύει. Τα
μητροπολιτικά κέντρα καθορίζουν την ποσότητα και το περιεχόμενο της
ανάπτυξης στις περιοχές της περιφέρειας, όχι μόνο στο μικροοικονομικό
αλλά και στο μακροοικονομικό επίπεδο:
●● στο μικροοικονομικό επίπεδο, επειδή το πολυεθνικό κεφάλαιο και οι
τεχνικές γνώσεις (know-how) που απαιτούνται για την ανάπτυξη της πε-
ριφέρειας, προέρχονται από τις μητροπολιτικές περιοχές
●● στο μακροοικονομικό επίπεδο, επειδή οι οικονομικά ισχυρότερες πε-
ριοχές είναι σε θέση, μέσω των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να επι-
βάλλουν άμεσα την βούλησή τους στις ασθενέστερες περιοχές.
Σ’ αυτόν τον τύπο εξαρτημένης αποκέντρωσης μπορούμε να αντιτά-
ξουμε την αυτοδύναμη αποκέντρωση, που μπορεί να στηριχθεί μόνο στην
οριζόντια αλληλεξάρτηση οικονομικά αυτοδύναμων κοινοτήτων. Οι οι-
κονομικές σχέσεις μεταξύ των συνομοσπονδιούμενων δήμων θα πρέπει,
επομένως, να δομούνται στην αμοιβαία αυτοδυναμία και την συλλογική
στήριξη, και όχι στην κυριαρχία και την εξάρτηση, όπως συμβαίνει σήμε-
ρα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο πλαίσιο μιας διαδικασίας συνομο-
σπονδιακού δημοκρατικού σχεδιασμού. Η αυτοδυναμία στο πλαίσιο αυτό
σημαίνει ότι οι βασικές ανάγκες, καθοριζόμενες δημοκρατικά, θα πρέπει,
στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό, να καλύπτονται στο τοπικό επίπεδο,
παρόλο που το επίπεδο ικανοποίησης των αναγκών αυτών θα πρέπει
να είναι το ίδιο σε ολόκληρη την συνομοσπονδία. Επομένως, οι ανταλ-
λαγές μεταξύ των δήμων σε μια συνομοσπονδία είναι και αναγκαίες και
45. Βλ. Τ. Φωτόπουλος, Εξαρτημένη Ανάπτυξη: η Ελληνική Περίπτωση (Αθήνα, Εξάντας,
1985 και 1987), κεφ. Α.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
400
επιθυμητές, δεδομένου ότι η αυτοδυναμία δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει
στην ικανοποίηση όλων των αναγκών. Το πραγματικό, επομένως, ζήτημα
είναι ποιος ελέγχει αυτές τις ανταλλαγές: ο ίδιος ο δήμος, όπως συνέβαινε
για παράδειγμα στις ελεύθερες μεσαιωνικές πόλεις,46 ή η «αγορά» (δηλα-
δή αυτοί που χάρη στην οικονομική τους δύναμη είναι σε θέση να ελέγ-
χουν την αγορά –η οικονομική ελίτ).
Ένα σημαντικό ερώτημα που τίθεται σε σχέση με την αυτοδυναμία
αφορά στο μέγεθος της οικονομικής μονάδας (δηλ. στο μέγεθος του δή-
μου), που, από την μια μεριά, καθιστά την αυτοδυναμία βιώσιμη και, από
την άλλη, είναι συμβατό με την άμεση και οικονομική δημοκρατία. Όσον
αφορά στην οικονομική βιωσιμότητα, δεν μπορεί να δοθεί a priori γενική
απάντηση, δεδομένης της σημασίας που έχουν παράγοντες όπως η πρό-
σβαση στις πρώτες ύλες, το κλίμα, η γεωγραφία κ.λπ. Εντούτοις, είναι εν-
δεικτικό το γεγονός ότι, στις αρχές της παρούσας δεκαετίας, το 18% των
χωρών «υψηλής ανάπτυξης», σύμφωνα με την κατάταξη του ΟΗΕ, είχαν
πληθυσμό μικρότερο από 1.000.000.47 Φυσικά, θα πρέπει να ληφθεί υπό-
ψη ότι το μέγεθος μπορεί να παίζει λιγότερο σημαντικό ρόλο στην οικο-
νομική βιωσιμότητα μιας μικρής οικονομίας προσανατολισμένης προς
τις εξαγωγές απ’ ό,τι σε μια αυτοδύναμη οικονομία, αλλά τότε, και πάλι, η
τεχνολογία που χρησιμοποιείται στους δύο τύπους οικονομιών μπορεί να
είναι ριζικά διαφορετική. Είναι, επομένως, φανερό ότι, προϋποτιθέμενου
ότι το μέγεθος ξεπερνά ένα ελάχιστο όριο (λόγου χάρη τις 30.000-50.000)
που θα επιτρέπει την ικανοποίηση πολλών –αν όχι των περισσοτέρων–
από τις βασικές ανάγκες σε τοπικό επίπεδο, η οικονομική βιωσιμότητα
δεν καθορίζεται αποκλειστικά, ούτε καν αποφασιστικά, από το μέγεθος.
Επομένως, ο βασικός προσδιοριστικός παράγοντας του μεγέθους ενός
αυτοδύναμου δήμου είναι η συμβατότητα με την άμεση και οικονομική
δημοκρατία, δηλαδή η δυνατότητα λήψης αποφάσεων σε «πρόσωπο-με-
πρόσωπο» συνελεύσεις των πολιτών. Σε αυτήν την βάση, ο δήμος αναδύ-
εται ως η πλέον κατάλληλη οικονομική μονάδα που θα μπορούσε να απο-
τελέσει τον πυρήνα μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, δεδομένου
του τεράστιου μεγέθους πολλών σημερινών πόλεων, πολλές από αυτές θα
έπρεπε να διασπασθούν προκειμένου να επιτευχθεί ο παραπάνω στόχος.
Όμως, αυτό δεν απαιτεί την άμεση φυσική αποκέντρωσή τους, που προ-
46. Petr Kropotkin, Mutual Aid (Boston: Extending Horizons, 1914), σελ. 181-86.
47. Συγκεκριμένα, το 2003, 10 από τις 57 χώρες που κατατάσσει ο ΟΗΕ στην κατηγορία
των χωρών «υψηλής ανάπτυξης», είχαν πληθυσμό μικρότερο από 1.000.000, UN Human
Development Report 2005, Table 5.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
401
φανώς αποτελεί ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο, αλλά μόνο την διοικητική
τους αποκέντρωση, η οποία μπορεί να εφαρμοσθεί αμέσως.
Οι προϋποθέσεις της οικονομικής δημοκρατίας:
δημοτική ιδιοκτησία των πλουτοπαραγωγικών πηγών

Μολονότι η αυτοδυναμία συνεπάγεται ότι πολλές αποφάσεις μπορεί να
λαμβάνονται στο τοπικό επίπεδο, πολλά απομένουν να επιλυθούν στο πε-
ριφερειακό/εθνικό/υπερεθνικό επίπεδο. Αναφέρω ενδεικτικά λίγα μόνο
από τα προβλήματα που δεν μπορούν να επιλυθούν στο τοπικό επίπεδο:
προβλήματα που προκαλούνται ●● από την άνιση κατανομή των ενερ-
γειακών αποθεμάτων, των φυσικών πόρων και την συνακόλουθη άνιση
κατανομή εισοδήματος μεταξύ των δήμων της συνομοσπονδίας·
●● προβλήματα που προκαλούνται από ανταλλαγές αγαθών και υπηρε-
σιών μεταξύ πολιτών από διαφορετικούς δήμους ή μεταξύ των ίδιων
των δήμων της συνομοσπονδίας·
●● προβλήματα που προκαλούνται από τον υπερτοπικό χαρακτήρα των
περιβαλλοντικών επιπτώσεων της παραγωγής και της κατανάλωσης·
●● προβλήματα μεταφορών/επικοινωνιών·
●● προβλήματα που προκαλούνται από την ελεύθερη διακίνηση της ερ-
γασίας μεταξύ των δήμων·
●● και προβλήματα μεταφοράς τεχνολογίας.
Πέρα όμως από τα προβλήματα συντονισμού, υπάρχει το βασικό πρό-
βλημα του μηχανισμού που θα διασφαλίζει μια δίκαιη και αποτελεσμα-
τική κατανομή των πλουτοπαραγωγικών πηγών μεταξύ διαφόρων χρή-
σεων, δηλαδή, σε τελική ανάλυση, την συνομοσπονδιακή κατανομή των
αγαθών και υπηρεσιών, ενδο-δημοτική και δια-δημοτική. Το πρόβλημα
είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σήμερα, καθώς έχει καταστεί σαφές ότι και οι δύο
μηχανισμοί που αναπτύχθηκαν ιστορικά για την αντιμετώπιση του προ-
βλήματος αυτού, δηλαδή ο μηχανισμός της αγοράς και ο κεντρικός σχεδι-
ασμός έχουν αποτύχει οικτρά.
α) Ο μηχανισμός της αγοράς
Η αγορά είναι ένας αυτόματος μηχανισμός μέσω του οποίου η αόρατος
χειρ του Αdam Smith κατανέμει τους οικονομικούς πόρους μεταξύ διαφό-
ρων χρήσεων με τρόπο, υποτίθεται, ορθολογικό. Οι φιλελεύθεροι οικονο-
μολόγοι υποθέτουν ότι ο ελεύθερος συνδυασμός ατομικά ορθολογικών
αποφάσεων οδηγεί σε μια κοινωνικά ορθολογική κατανομή. Υποθέτουν
ακόμα ότι ο μηχανισμός της αγοράς είναι το πιό οικονομικό σύστημα
πληροφοριών, το οποίο παρέχει τα σωστά κίνητρα που μπορούν να δια-
σφαλίσουν μια αποτελεσματική αποκέντρωση των πόρων. Η συνεπαγωγή
όλων αυτών των υποθέσεων είναι ότι ο μηχανισμός της αγοράς είναι το
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
406
καλύτερο σύστημα για να εξασφαλιστεί η ορθολογική κατανομή των οι-
κονομικών πόρων, χωρίς να θυσιάζεται η αυτονομία του ατόμου.
Όμως οι φιλελεύθερες υποθέσεις ισχύουν μόνο κάτω από ορισμένες
πολύ αυστηρές συνθήκες. Στην πραγματικότητα, οι ιδιότητες της αγοράς,
οι οποίες υποτίθεται ότι εξασφαλίζουν μια ορθολογική κατανομή, συνή-
θως χάνονται από την στιγμή που διαταράσσεται η μυθική κατάσταση
της ισορροπίας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι ακόμη και ένας από τους
πρωτοπόρους της θεωρίας της γενικής ισορροπίας, ο βραβευμένος με
Νόμπελ Kenneth Arrow, παραδέχθηκε ότι απέτυχε στην προσπάθειά του
να αναπτύξει μια θεωρία που να αποδεικνύει την ικανότητα της οικονο-
μίας της αγοράς να επιτύχει γενική ισορροπία. Χαρακτηριστικά, ο Αrrow
δεν στέκεται απλώς στα διάφορα τεχνικά προβλήματα της θεωρίας που
παραμένουν άλυτα, αλλά τονίζει ότι «η πιό γνωστή διάψευση της θεωρίας
είναι η άλλοτε περιοδική, και τώρα χρόνια, μαζική ανεργία, η οποία βρί-
σκεται σε κατάφωρη αντίφαση με την ισορροπία».52 Με άλλα λόγια, όπως
σημειώνει ο Will Hutton: «Το κύριο αξίωμα της θεωρίας των ελεύθερων
αγορών –ότι οι μη ρυθμιζόμενες αγορές μπορούν, από μόνες τους, να εξα-
σφαλίσουν τα καλύτερα αποτελέσματα για όλους όσους συμμετέχουν σε
αυτές– αποδεικνύεται πλέον ανοησία».53 Και φυσικά, φιλελεύθεροι οικο-
νομολόγοι, όπως ο Κeynes, έχουν από καιρό δείξει ότι η αγορά είναι ένα
σύστημα επιρρεπές στις κρίσεις, το οποίο δεν είναι σε θέση να διασφαλί-
σει από μόνο του την πλήρη χρήση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και,
ιδιαίτερα, την πλήρη απασχόληση του εργατικού δυναμικού, παρά μόνο
κατ’ εξαίρεση. Τέλος, η εγγενής τάση της οικονομίας της αγοράς προς την
συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης και την ανισότητα, που εξετάστη-
κε νωρίτερα, δείχνει ότι η δυσανάπτυξη είναι το υποπροϊόν ενός συστή-
ματος επιρρεπούς στις κρίσεις, το οποίο ικανοποιεί μόνο τις ανάγκες που
υποστηρίζονται από αγοραστική δύναμη, οι οποίες όμως (λόγω της ανι-
σότητας) δεν συμπίπτουν με τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Επομένως,
οι ορθόδοξοι, ή τέως μαρξιστές,54 οικονομολόγοι οι οποίοι θεωρούν ως
δεδομένη την οικονομία της αγοράς και την υποτιθέμενη «υπεροχή» της,
52. Kenneth J. Arrow, “Problems Mount in Application of Free Market Economic Theory”,
The Guardian (4/1/1994).
53. Will Hutton, The State We’re In (London: Jonathan Cape, 1995), σελ. 237.
54. Για παράδειγμα, τ. συγγραφέας μαρξιστικών εγχειριδίων και νυν «εκσυγχρονιστής»
(και αδρά αμειβόμενος ευρωβουλευτής μέχρι πρό τινος), δήλωνε ότι το καπιταλιστικό
σύστημα «έχει συνεισφέρει κάτι το μόνιμο στον οποιονδήποτε τρόπο οργάνωσης κάθε
οικονομίας» διότι προσέφερε υλική ευημερία, άδικη μεν, αλλά ευημερία! Γ. Kατηφόρης,
Tο Bήμα (8/3/98).
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
407
στην πραγματικότητα, ορθολογικοποιούν την ανισότητα, την φτώχεια και
την εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο προς
όφελος των προνομιούχων μειονοτήτων στις οποίες και οι ίδιοι ανήκουν.
Η ελευθερία επιλογής, την οποία υποτίθεται ότι εξασφαλίζει η οικο-
νομία της αγοράς, στην πραγματικότητα, σημαίνει «επιμερισμό με βάση
το πορτοφόλι». Στο σύστημα οικονομίας της αγοράς οι πολίτες δεν είναι,
στην πραγματικότητα, ελεύθεροι να επιλέξουν ούτε ως καταναλωτές ούτε
ως παραγωγοί:
ως καταναλωτές, επειδή οι επιλογές ●● τους περιορίζονται από την αγο-
ραστική τους δύναμη, δηλαδή από το εισόδημα/πλούτο τους·
●● ως παραγωγοί, επειδή όχι μόνο οι επιλογές τους, επίσης, περιορίζο-
νται σε κρίσιμο βαθμό από την αγοραστική τους δύναμη, καθώς η πρό-
σβασή τους στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και, κατά συνέπεια, η παρα-
γωγικότητά τους εξαρτάται από την οικονομική τους κατάσταση, αλλά
και επειδή οι «αποφάσεις» για το τι και πώς παράγεται δεν λαμβάνονται
από τους ίδιους αλλά από την αγορά γι’ αυτούς.
Όμως, η οικονομική ανάπτυξη έγινε συνάρτηση της οικονομικής
κατάστασης των παραγωγών πολύ πρόσφατα, δηλαδή, όταν οι
πλουτοπαραγωγικές πηγές έγιναν αποκλειστικά διαθέσιμες μέσω της
αγοράς. Καθώς οι σχέσεις της αγοράς διείσδυσαν σε όλους τους τομείς της
ανθρώπινης δραστηριότητας, καταστρέφοντας την τοπική αυτοδυναμία
σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν ήταν περίεργο ότι η πρόσβαση στις
πλουτοπαραγωγικές πηγές έγινε συνάρτηση της αγοραστικής δύναμης,
ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τους οικονομικά ισχυρούς. Εάν, για
παράδειγμα, ένας Ινδός γεωργός έχει πολύ μικρότερη παραγωγικότητα από
έναν Άγγλο ή έναν Αμερικανό, αυτό οφείλεται στην διαφορετική πρόσβαση
που έχει στα λιπάσματα, τις μηχανές κ.λπ.,55 καθώς και στις διαφορές
εκπαιδευτικού και τεχνολογικού επιπέδου, οι οποίες ανάγονται επίσης στις
διαφορές εισοδήματος. Η σωρευτική συνέπεια είναι η σημερινή πελώρια
συγκέντρωση που σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το 15,5% του παγκόσμιου
πληθυσμού καταναλώνει τα 80% του ετήσιου παγκόσμιου προϊόντος!56
Επομένως, σε ένα σύστημα οικονομίας της αγοράς, οι βασικές οικονο-
μικές αποφάσεις που πρέπει να πάρει μια κοινωνία (δηλ. τι παράγεται, πώς
και για ποιον), καθορίζονται αποφασιστικά από την αγοραστική δύναμη
55. «Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν περισσότερα λιπάσματα για τους κήπους και τα
γήπεδα τένις τους απ’ ό,τι οι Ινδοί χρησιμοποιούν για όλες τις χρήσεις», New York Times
(14/6/1979).
56. World Bank, World Development Indicators 2005, Table 1.1.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
408
εκείνων των εισοδηματικών ομάδων που μπορούν να υποστηρίξουν τις
επιθυμίες τους με χρήμα. Πρόκειται για έναν συνεχή πλειστηριασμό, στον
οποίο νικητές αναδεικνύονται εκείνοι που διαθέτουν την μεγαλύτερη
αγοραστική δύναμη. Έτσι, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, σε
αντίθεση με την φιλελεύθερη μυθολογία, είναι το χειρότερο σύστημα
κατανομής των αγαθών και υπηρεσιών, όταν η αγοραστική δύναμη κα-
τανέμεται άνισα. Υπό συνθήκες ανισότητας (που είναι, βέβαια, το αναπό-
φευκτο αποτέλεσμα της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς), γίνεται
φανερή η θεμελιακή αντίφαση του συστήματος σε σχέση με την ικανοποί-
ηση των ανθρώπινων αναγκών: δηλαδή, η αντίφαση μεταξύ της δυνητι-
κής ικανοποίησης των βασικών αναγκών ολόκληρου του πληθυσμού και
της πραγματικής ικανοποίησης των αναγκών ενός μέρους μόνο του πλη-
θυσμού που υποστηρίζονται με χρήμα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι οι
ορθόδοξοι οικονομολόγοι, όταν προσπαθούν να δείξουν ότι το σύστημα
της οικονομίας της αγοράς εξασφαλίζει την άριστη κατανομή των αγαθών
και υπηρεσιών, κάνουν την βολική υπόθεση της «δεδομένης κατανομής
εισοδήματος»! Έτσι, η περίφημη ανάλυση της Παρετιανής βελτιστοποίη-
σης (Pareto optimality), η οποία δείχνει την δυνατότητα του μηχανισμού
της αγοράς να διασφαλίζει την άριστη κατανομή των οικονομικών πόρων,
βασίζεται στην αποδοχή της επικρατούσας κατανομής του εισοδήματος.
Όπως, μάλιστα, τονίζουν σχετικά δύο ορθόδοξοι οικονομολόγοι σε κλα-
σικό μαθηματικοποιημένο εγχειρίδιο, μόνο «με αυτήν την έννοια ο αντα-
γωνισμός μεγιστοποιεί την ανθρώπινη ευημερία … (η βελτιστοποίηση)
δεν εξασφαλίζει ότι η κατανομή του εισοδήματος (ή των πόρων) είναι η
βέλτιστη με οποιαδήποτε έννοια».57
Στην σημερινή νεοφιλελεύθερη φάση της διαδικασίας αγοραιοποίησης,
η ανισότητα αυξάνεται ραγδαία τόσο στο επίπεδο χωρών, μεταξύ Βορρά
και Νότου, όσο και στο εσωτερικό των ίδιων των χωρών, στο προσωπικό
επίπεδο μεταξύ του «Νέου Βορρά» και του «Νέου Νότου», όπως είδαμε στο
πρώτο μέρος αυτού του βιβλίου. Δεδομένου λοιπόν του χαρακτήρα πλει-
στηριασμού της αγοράς, που περιγράψαμε παραπάνω, το σύστημα φρο-
ντίζει όλο και περισσότερο για την ικανοποίηση των αναγκών του «Νέου
Βορρά». Έτσι, η δυσανάπτυξη παράγεται και αναπαράγεται μέσω της ανι-
σότητας. Επιπλέον, η ανισότητα είναι η βασική αιτία της ενθουσιώδους
υιοθέτησης από τις ελίτ σε ολόκληρο τον κόσμο του οικο-καταστροφικού
στόχου της οικονομικής μεγέθυνσης, εφόσον ο στόχος των «οικονομιών
57. Βλ. James M. Henderson και Richard Quandt, Microeconomic Theory, a Mathematical
Approach (New York: McGraw-Hill, 1958), σελ. 208, 222.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
409
της διάχυσης προς τα κάτω» (trickle down effect) είναι ακριβώς να διατη-
ρήσει την κοινωνική συνοχή μιας πολύ άνισης κοινωνίας, μέσω της αύξη-
σης της «πίτας», παρά μέσω της αναδιανομής της.
β) Ο μηχανισμός του κεντρικού σχεδιασμού

β) Ο μηχανισμός του κεντρικού σχεδιασμού
Σε αντίθεση με τον αυτόματο χαρακτήρα της αγοράς, ο σχεδιασμός απο-
τελεί έναν συνειδητά ελεγχόμενο μηχανισμό κατανομής των οικονομι-
κών πόρων μεταξύ διαφόρων χρήσεων. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές
σχεδιασμού στην θεωρία και στην ιστορική εμπειρία. Εξαιρουμένης της
περίπτωσης του ενδεικτικού σχεδιασμού, δηλαδή του σχεδιασμού στο
πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς (π.χ. γαλλικός μεταπολεμικός σχεδια-
σμός), που είναι βασικά μια μορφή μακροοικονομικής διαχείρισης σε μια
μεικτή οικονομία, ο σχεδιασμός μπορεί να είναι είτε συγκεντρωτικός είτε
αποκεντρωτικός.
Μια ακραία μορφή συγκεντρωτικού σχεδιασμού ήταν το σταλινικό
μοντέλο, στο οποίο το Γραφείο Σχεδιασμού (με άλλα λόγια, οι γραφειο-
κράτες/τεχνοκράτες της σοβιετικής ελίτ) καθόριζε το επίπεδο του εθνι-
κού προϊόντος, την σύνθεσή του, τις μεθόδους παραγωγής, την κατανομή
κ.λπ., και μεταβίβαζε τις εντολές από την κορυφή προς την βάση. Ο συγκε-
ντρωτικός σχεδιασμός όχι μόνο οδηγεί σε ανορθολογικότητες (οι οποίες
οδήγησαν τελικά στην κατάρρευσή του συστήματος) και είναι αναποτε-
λεσματικός στην κάλυψη των αναγκών, αλλά είναι και ιδιαίτερα αντιδη-
μοκρατικός. Παρ’ όλα αυτά, όπως είδαμε στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ο
συγκεντρωτικός σχεδιασμός πέτυχε εργασιακή ασφάλεια και εξαφάνιση
της ανεργίας, καθώς και μια καλύτερη κατανομή του εισοδήματος (αν και
όχι καλύτερη κατανομή της οικονομικής δύναμης) σε σχέση με άλλες χώ-
ρες παρόμοιου επιπέδου ανάπτυξης.
Όταν έγινε φανερή η αποτυχία του συγκεντρωτικού σχεδιασμού, μαρ-
ξιστές οικονομολόγοι, όπως ο Ernest Mandel,58 πρότειναν μια μορφή «δη-
μοκρατικού συγκεντρωτικού σχεδιασμού», ο οποίος, σε μια μεταβατική
φάση, συνδυάζει την εργατική αυτοδιαχείριση και το κράτος, έως ότου
το κράτος –κατά την κλασική μαρξιστική αντίληψη– «μαραθεί». Εντούτοις,
αυτή η μορφή σχεδιασμού εξακολουθεί να υποφέρει από το πρόβλημα ότι
αγνοεί την διαλεκτική του κρατισμού. Με άλλα λόγια, αγνοεί το γεγονός
ότι οι γραφειοκράτες που ελέγχουν τον κρατικό μηχανισμό δεν μπορούν
να εμποδιστούν, μέσα σ’ ένα τέτοιο θεσμικό πλαίσιο, από το να θεσμίσουν,
58. Ernest Mandel, “In Defence of Socialist Planning”, New Left Review (Σεπτέμβριος-
Οκτώβριος 1986), σελ. 5-39.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
410
επίσημα ή ανεπίσημα, σημαντικά προνόμια για τους ίδιους, δημιουργώ-
ντας ισχυρά συμφέροντα που, τελικά, αντί να διαβρώσουν τους κρατικούς
θεσμούς διαβρώνουν την αυτοδιαχείριση.
Σήμερα, οι μαρξιστές προσπαθούν να διαχωρίσουν τον σοσιαλισμό
(με την έννοια της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής) από
τον σχεδιασμό, και προτείνουν διάφορες μορφές «κοινωνικής αγοράς», ή
«σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς», όπως είδαμε στο 2ο Κεφάλαιο.
Στην πραγματικότητα, ορισμένοι από αυτούς, όπως οι εκδότες της γαλ-
λικής μαρξιστικής επιθεώρησης Actuel Marx, προχωρούν παραπέρα και
υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ της υιοθέτησης του
συγκεντρωτικού σχεδιασμού στην Ανατολική Ευρώπη (η οποία, σύμφωνα
με τους ίδιους, έγινε «αναπόφευκτη» από την στιγμή που καταργήθηκε
η αγορά), και του ολοκληρωτικού χαρακτήρα αυτών των καθεστώτων. Γι’
αυτούς, «το σοσιαλιστικό πρόταγμα δεν έχει να κάνει με την κατάργηση
των εμπορευματικών σχέσεων αλλά με την εξάλειψη των ταξικών σχέ-
σεων».59 Με τον τρόπο αυτό, οι σύγχρονοι μαρξιστές, προτείνοντας μια
σύνθεση της οικονομίας της αγοράς (και όλων όσων αυτή συνεπάγεται),
με τον «κοινωνικό» έλεγχο των μέσων παραγωγής (ο οποίος στο πλαίσιο
της αγοράς θα εξυπηρετεί ακόμα περισσότερο, απ’ ό,τι σε μια οικονομία
συγκεντρωτικού σχεδιασμού, το μερικό συμφέρον), καταλήγουν με προ-
τάσεις που συνιστούν μια σύνθεση των χειρότερων στοιχείων της οικονο-
μίας της αγοράς και του «σοσιαλισμού»!
γ) Συμμετοχικός σχεδιασμός και ελευθερία επιλογής
Ο μηχανισμός δημοκρατικού σχεδιασμού πρέπει επομένως να είναι αποκε-
ντρωτικός. Ένας προφανής τρόπος για την αποκέντρωση του σχεδιασμού
είναι μέσω κάποιας «σύνθεσης» της αγοράς και του σχεδιασμού. Αυτός
ο τύπος προσέγγισης προτείνεται από υποστηρικτές διαφόρων εκδοχών
της «κοινωνίας των πολιτών». Έτσι, σύμφωνα με την Hilary Wainwright που
πρωτοστατεί στην Βρετανία εκπροσωπώντας μια «Νέα Αριστερά» (η οποία
βέβαια δεν έχει καμία σχέση με την «Νέα» Αριστερά της δεκαετίας του
1960 που ήταν σαφώς αντισυστημική, σε αντίθεση με την εκκολαπτόμενη
σήμερα «Νέα» Αριστερά που είναι σαφώς ρεφορμιστική), το πραγματικό
ζήτημα για την οικονομική δημοκρατία είναι εάν «υπάρχουν μηχανισμοί
οικονομικού συντονισμού και ρύθμισης, οι οποίοι επιτρέπουν μεν ένα
στοιχείο ανταγωνισμού μεταξύ των αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων,
59. Συνέντευξη του Jaques Bide, εκδότη του Actuel Marx στην Le Monde (αναδημοσιεύεται
στην Ελευθεροτυπία, 26/11/1995).
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
411
αλλά, συγχρόνως, προωθούν στην διαχείριση των οικονομικών υποθέσε-
ων κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους, που εγείρονται μέσα από
δημοκρατικές διαδικασίες».60 Εντούτοις, αυτό που εννοεί η συγγραφέας
με τον όρο «δημοκρατικές διαδικασίες» δεν έχει σχέση με την πολιτική
και οικονομική δημοκρατία, όπως ορίζεται στο βιβλίο αυτό. Αυτό που εν-
νοεί, όπως γίνεται φανερό από τα εγκώμια που περιέχει το βιβλίο της για
τα «νέα οικονομικά δίκτυα» (συνδικαλιστικές επιτροπές, προγράμματα
για την υγεία και την ασφάλεια, πρωτοβουλίες για ένα δίκαιο εμπόριο (fair
trade), κινήματα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων κ.λπ.), είναι «η κοι-
νωνικοποίηση της αγοράς, όχι μέσω του κράτους, αλλά μέσω μηχανισμών
που εντάσσονται σε ανεξάρτητες δημοκρατικές ενώσεις, οι οποίες διαθέ-
τουν και μοιράζονται την απαιτούμενη πρακτική γνώση».61
Δεν χρειάζεται, βέβαια, να ασχοληθoύμε ιδιαίτερα με τις πρoτάσεις αυ-
τές, οι οποίες αποτελούν απλή παραλλαγή των προσεγγίσεων της ριζο-
σπαστικής «δημοκρατίας» που εξετάσαμε στο 4ο Κεφάλαιο. Άλλωστε, η
«αποτελεσματικότητα» πρωτοβουλιών, όπως αυτή του «δίκαιου εμπορί-
ου», ήδη έχει γίνει ευρέως αντιληπτή στην πράξη όταν όχι μόνο απλώς
ενισχύει το εισόδημα μιας μικρής μειονότητας αγροτών του Νότου, που
μετέχουν στο σχήμα, αλλά, στην πραγματικότητα, λειτουργεί και σαν τρό-
πος για να χρεώνονται οι οικολογικά ευαίσθητοι καταναλωτές στην Δύση
με υψηλότερες τιμές από τις γιγαντιαίες σούπερ-μάρκετς και τις πολυε-
θνικές που μετέχουν στο σχήμα (όπως, ακόμη, και η γνωστή για άλλες
μη οικολογικές δραστηριότητες στον Νότο Nestle!) την στιγμή, μάλιστα,
που υπολογίζεται ότι μόνο το 10% της επιπρόσθετης τιμής που πληρώ-
νουν, για παράδειγμα, οι καταναλωτές καφέ, πράγματι καταλήγει στους
παραγωγούς!62 Και φυσικά, η πρόταση αυτή, όπως και οι υπόλοιπες προ-
τάσεις τόσο της συγκεκριμένης όσο και άλλων παρομοίων προσεγγίσε-
ων, παίρνοντας δεδομένο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και την
αντιπροσωπευτική «δημοκρατία», αποπροσανατολίζουν τα θύματα του
συστήματος και τα στρέφουν σε ανώδυνες (για τις ελίτ) προσπάθειες που
το διαιωνίζουν.
Αν εξετάσουμε, όμως, λίγο περισσότερο την λογική της Wainwright
που υπάρχει πίσω από την πρόταση αυτή, θα δούμε ότι βασίζεται στην
προβληματική ότι κάθε κοινωνία σπάνεως αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα
εκδημοκρατισμού της γνώσης και ιδιαίτερα της οικονομικής γνώσης, αυτό
60. Hilary Wainwright, Arguments for a New Left (Oxford: Blackwell, 1994), σελ. 147-48.
61. Hilary Wainwright, Arguments for a New Left, σελ. 148.
62. David Prosser, “Fairtrade is booming – but is it still a fair deal?”, The Independent
(24/2/2007).
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
412
δηλαδή που οι οικονομολόγοι ονομάζουν συνήθως πρόβλημα της «ροής
των πληροφοριών». Η λογική βέβαια αυτή δεν είναι καινούρια. Ο Hayek,
o Mises και άλλοι οικονομολόγοι της Δεξιάς έχουν από καιρό υποστηρί-
ξει την θέση ότι η σοσιαλιστική οικονομία σχεδιασμού είναι ανέφικτη, με
βάση το επιχείρημα ότι, εξ αιτίας της φύσης της οικονομικής γνώσης, κα-
νένα διοικητικό σύστημα δεν μπορεί να κατέχει όλες τις πληροφορίες που
είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική λήψη αποφάσεων στο οικονο-
μικό επίπεδο. Όπως το θέτει ο Hayek:
Το οικονομικό πρόβλημα της κοινωνίας δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα κατα-
μερισμού των «δεδομένων» πόρων … είναι πρόβλημα χρησιμοποίησης μιας
γνώσης την οποία δεν διαθέτει κανένας στην ολότητά της.63
Αναπόφευκτα, ο Hayek καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνο η ελεύθε-
ρη αγορά, μέσω ενός μηχανισμού τιμών που θα παρείχε σωστές ενδείξεις
για τις ελλείψεις και τις επιθυμίες, θα μπορούσε να παράγει αποτελεσμα-
τικά τις απαιτούμενες πληροφορίες. Στην πραγματικότητα, η υποτιθέμενη
αποτελεσματικότητα της αγοράς είναι αυτή που, σύμφωνα με τον Hayek,
την ανέδειξε ως ένα «αυθόρμητο» προϊόν του πολιτισμού.
Με δεδομένη την ανάλυση του πρώτου μέρους του βιβλίου, δεν χρειά-
ζεται προφανώς να ασχοληθούμε εδώ με τις ιστορικές διαστρεβλώσεις του
Hayek64 για την «αυθόρμητη» ανάπτυξη των αγορών, ούτε με τον γελοίο
ισχυρισμό ότι οι παράγοντες που ευθύνονται για την «διαστρέβλωση» των
τιμών της αγοράς είναι οι κρατικές ρυθμίσεις και οι κοινωνικοί έλεγχοι και
όχι η ενυπάρχουσα τάση σε κάθε οικονομία της αγοράς για συγκέντρωση
της οικονομικής δύναμης, η οποία, στην συνέχεια, δημιουργεί την ανάγκη
κοινωνικών ελέγχων για τον περιορισμό της. Εάν, όπως προσπάθησα να
δείξω, τόσο ο συγκεντρωτικός σχεδιασμός όσο και η οικονομία της αγοράς
οδηγούν αναπόφευκτα στην συγκέντρωση δύναμης, τότε ούτε ο πρώτος
ούτε η δεύτερη μπορούν να παράγουν τις ροές πληροφοριών και τα κίνη-
τρα που είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική λειτουργία οποιουδή-
ποτε οικονομικού συστήματος, και απλώς ο μηχανισμός της αγοράς είναι
πιο «εύκαμπτος» από αυτόν του συγκεντρωτικού σχεδιασμού και μπορεί
να ανταποκρίνεται ταχύτερα στις ανάγκες των καταναλωτών (πολλές από
τις οποίες όμως τις δημιουργούν οι ίδιες οι ελίτ, που ελέγχουν την αγορά
63. F. Hayek, Individualism and Economic Order (London: Routledge and Kegan Paul,
1945/1949), σελ. 77-8.
64. Για μια εύστοχη κριτική του Hayek και της «ελευθεριακής» Δεξιάς, βλ. Alan Haworth,
Anti-Libertarianism, Markets, Philosophy and Myth (London: Routledge, 1994).
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
413
μέσω του μάρκετινγκ!) Επομένως, μόνο μέσα από γνήσιες δημοκρατικές
διαδικασίες, όπως αυτές που συνεπάγεται μια Περιεκτική Δημοκρατία, εί-
ναι δυνατή η αποτελεσματική επίλυση τέτοιου είδους προβλημάτων.
Παρ’ όλα αυτά, οι κρατιστές σοσιαλιστές που υποστηρίζουν την τάση
της «κοινωνίας των πολιτών» όπως η Wainwright, αναγνωρίζοντας αυτό
το πρόβλημα της γνώσης, καταλήγουν με προτάσεις για την δημιουργία
ανεξάρτητων από το κράτος δημοκρατικών οργανισμών και για την «κοι-
νωνικοποίηση» της αγοράς «μέσω μιας δημόσιας διαδικασίας διαμόρ-
φωσης των τιμών, στην οποία κεντρική θέση θα κατέχουν κοινωνικοί και
περιβαλλοντικοί προβληματισμοί».65 Με άλλα λόγια, παραγνωρίζοντας
ολόκληρη την μέχρι σήμερα Ιστορία, εξακολουθούν ακόμα να προτείνουν
την «κοινωνικοποίηση» της οικονομίας της αγοράς! Εντούτοις, όπως θα
δειχτεί παρακάτω, είναι δυνατόν να φανταστούμε μια γνήσια δημοκρατι-
κή διαδικασία λήψης των οικονομικών αποφάσεων, ένα σύστημα δηλαδή
που θα μπορούσε να συνδυάζει τον σχεδιασμό και την δημοκρατία, από
την μια μεριά, με την ελευθερία επιλογής, από την άλλη. Αλλά ένα τέτοιο
σύστημα θα πρέπει να απορρίψει εξ αρχής αυτά που οι υποστηρικτές της
«κοινωνίας των πολιτών» θεωρούν ως δεδομένα: την οικονομία της αγο-
ράς και την «κρατικιστική» δημοκρατία.
Όσον αφορά στις προτάσεις της ελευθεριακής και αντισυστημικής
Αριστεράς, υπάρχουν δύο κύρια μοντέλα αποκεντρωτικού σχεδιασμού
που επιχειρούν μια σύνθεση της δημοκρατίας με τον σχεδιασμό: τα μο-
ντέλα κοινοτικού ελέγχου και τα μοντέλα εργατικού ελέγχου.
Τα μοντέλα κοινοτικού ελέγχου προσφέρουν το καλύτερο ίσως θεσμικό
πλαίσιο για την σύνθεση του μερικού με το γενικό συμφέρον, της ατομικής
με την κοινωνική αυτονομία. Η κύρια πρόταση για μια κοινωνία βασισμέ-
νη στην κοινότητα είναι η πρόταση του Συνομοσπονδιακού Κοινοτισμού
(Confederal Municipalism). Το βασικό πρόβλημα με την πρόταση αυτή εί-
ναι ότι, στη πραγματικότητα, δεν παρέχει έναν μηχανισμό καταμερισμού
των οικονομικών πόρων, ο οποίος, στο θεσμικό πλαίσιο μιας οικονομίας
χωρίς κράτος, χρήμα και αγορά, θα εξασφάλιζε, σε συνθήκες σπάνεως,
τόσο την ικανοποίηση των βασικών αναγκών όλων των πολιτών όσο και
την ελευθερία επιλογής. Αντίθετα, οι προτάσεις του Συνομοσπονδιακού
Κοινοτισμού συνήθως προϋποθέτουν μια «ηθική οικονομία» μετα-
σπάνεως, στην οποία ένας μηχανισμός καταμερισμού των οικονομικών
πόρων είναι περιττός. Έτσι, ο Μurray Bookchin σημειώνει ότι:
65. Wainwright, Arguments for a New Left, σελ. 170.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
414
Η συνομοσπονδιακή οικολογική κοινωνία θα είναι μια «συμμεριστική» κοινω-
νία, η οποία θα βασίζεται στην ευχαρίστηση που αισθάνεται κανείς όταν οι
κοινότητες μοιράζονται τα αγαθά σύμφωνα με τις ανάγκες τους, και όχι μια
κοινωνία στην οποία «συνεταιριστικές» καπιταλιστικές κοινότητες θα βουλιά-
ζουν στο πάρε-δώσε των σχέσεων ανταλλαγής.66
Από την άλλη μεριά, ορισμένοι υποστηρικτές του Συνομοσπονδιακού
Κοινοτισμού φαίνεται ότι προϋποθέτουν μια «κοινωνία σπάνεως» και υπο-
στηρίζουν έναν μηχανισμό καταμερισμού των οικονομικών πόρων που
βασίζεται στον δημοκρατικό σχεδιασμό. Έτσι, ο Howard Hawkins υπο-
στηρίζει ότι:
Μολονότι πρέπει να διασφαλιστεί η αυτοδιαχείριση των καθημερινών λει-
τουργιών από τους εργαζόμενους σε κάθε χώρο εργασίας, η βασική οικονομι-
κή πολιτική που αφορά στις ανάγκες, στην διανομή, την διάθεση του πλεονά-
σματος, την τεχνολογία, την κλίμακα παραγωγής και την οικολογία θα πρέπει
να χαράσσεται από όλους τους πολίτες. Εν ολίγοις, ο εργατικός έλεγχος θα
πρέπει να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο του κοινοτικού ελέγχου και τελικά
να είναι υπόλογος σ’ αυτόν.67
Εντούτοις, ένα τέτοιο μοντέλο, μολονότι μπορεί να διασφαλίζει μια σύν-
θεση της δημοκρατίας με τον σχεδιασμό, δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκην
και την ελευθερία επιλογής. Στην πραγματικότητα, όλα τα μοντέλα δημο-
κρατικού σχεδιασμού (είτε εργατικού, είτε κοινοτικού ελέγχου), τα οποία
δεν επιτρέπουν κάποιο είδος σύνθεσης των μηχανισμών της αγοράς και
του σχεδιασμού, δεν είναι σε θέση να παρέχουν ένα σύστημα αποτελε-
σματικής άσκησης της ελευθερίας επιλογής. Το ζήτημα, επομένως, είναι
πώς μπορούμε να επιτύχουμε μια σύνθεση του δημοκρατικού σχεδια-
σμού και της ελευθερίας επιλογής, χωρίς να καταφύγουμε σε μια πραγμα-
τική αγορά (όπως κάνει ο Καστοριάδης στο δικό του μοντέλο εργατικών
συμβουλίων68), η οποία αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε όλα τα προβλήμα-
τα που συνεπάγεται ο καταμερισμός των οικονομικών πόρων μέσω της
αγοράς. Στο επόμενο τμήμα, θα σκιαγραφηθεί ένα μοντέλο οικονομικής
66. M. Bookchin, Urbanization Without Cities (Montreal: Black Rose, 1992), σελ. 298.
67. Howard Hawkins, «Κοινοτικός έλεγχος, εργατικός έλεγχος και η συνεταιριστική
κοινοπολιτεία», ο.π.
68. C. Castoriadis, “On the Content of Socialism II” στο Political and Social Writings,
(Minneapolis: University of Minnesota Press, 1988) vol 2, σελ. 90-154.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
415
δημοκρατίας που συνδυάζει τα πλεονεκτήματα της αγοράς (με την μορφή
μιας τεχνητής «αγοράς») με εκείνα του σχεδιασμού.
Όσον αφορά στα μοντέλα εργατικού ελέγχου, μπορεί να υποστηρίξει
κανείς ότι τα μοντέλα αυτά δεν είναι σε θέση να δώσουν ένα σημαντικό
όραμα μιας εναλλακτικής κοινωνίας για τις σημερινές συνθήκες:
πρώτον, επειδή ●● τέτοιου είδους μοντέλα εκφράζουν συνήθως μόνο
το μερικό συμφέρον των εργαζομένων σε συγκεκριμένο χώρο εργασίας,
και όχι το γενικό συμφέρον των πολιτών σε μια κοινότητα· και
●● δεύτερον, επειδή τα μοντέλα αυτά (όπως λ.χ. το μοντέλο των εργατι-
κών συμβουλίων του Καστοριάδη, που συνιστά ίσως την πλέον εμπερι-
στατωμένη εκδοχή) πολύ μικρή σχέση έχουν με τις σημερινές συνθήκες
της μεταβιομηχανικής κοινωνίας.
Ωστόσο, υπάρχει μια πρόσφατη πρόταση για έναν «συμμετοχικό» σχε-
διασμό, η οποία, μολονότι δεν στηρίζεται σε ένα μοντέλο κοινοτικού ελέγ-
χου, ισχυρίζεται ότι εκφράζει το γενικό παρά το μερικό συμφέρον. Έτσι, οι
Michael Albert και Robin Hahnel69 διατύπωσαν ένα λεπτομερές μοντέλο
συμμετοχικού σχεδιασμού, στο οποίο ο καταμερισμός των οικονομικών
πόρων συντελείται από δύο είδη συμβουλίων: τα συμβούλια εργατών και
τα συμβούλια καταναλωτών. Τα συμβούλια αυτά, που λειτουργούν σε διά-
φορα επίπεδα (από το επίπεδο της γειτονιάς μέχρι και το εθνικό επίπεδο),
καθορίζουν την παραγωγή και την κατανάλωση αντίστοιχα, μέσα από μια
περίπλοκη διαδικασία σχεδιασμού, η οποία ξεκινά με τον κάθε πολίτη να
διαμορφώνει τα ατομικά του σχέδια για την εργασία και την κατανάλωση.
Τα ατομικά αυτά σχέδια κατόπιν συναθροίζονται και αναπροσαρμόζονται,
μέσα από μια διαδικασία συνεχών «διαβουλεύσεων», στα διάφορα επίπε-
δα σχεδιασμού.
Παρ’ όλα αυτά, μολονότι ο συμμετοχικός σχεδιασμός συνιστά, πράγμα-
τι, μια σημαντική βελτίωση σε σχέση με τον συνήθη τύπο σοσιαλιστικού
σχεδιασμού και διασφαλίζει έναν υψηλό βαθμό αποκέντρωσης, θα μπο-
ρούσε να εγείρει κανείς σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσον είναι εφι-
κτός αλλά και επιθυμητός.
Όσον αφορά, πρώτον, το εφικτό αυτού του τύπου σχεδιασμού, το πρό-
βλημα που ανακύπτει αφορά, επίσης, σε κάθε είδος δημοκρατικού σχε-
διασμού που βασίζεται μόνο στο Πλάνο. Κάθε τέτοιος σχεδιασμός ενέχει
αναγκαστικά έναν αυθαίρετο και αναποτελεσματικό τρόπο πρόβλεψης
69.) Βλ. Michael Albert και Robin Hahnel, Looking Forward: Participatory Economics for the
21st Century (Boston: South End Press, 1991). Βλ. και Michael Albert, Parecon, Life After
Capitalism (London: Verso, 2003).
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
416
των μελλοντικών αναγκών. Με άλλα λόγια, οδηγεί στο πρόβλημα της ροής
των πληροφοριών, το οποίο γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο όσον αφορά τις μη
βασικές ανάγκες. Η ιδέα που προτείνεται από τους υποστηρικτές μιας οι-
κονομίας που στηρίζεται αποκλειστικά στο Πλάνο, συμπεριλαμβανομέ-
νων των Albert και Hahnel, ότι μπορούμε πολύ εύκολα να ανακαλύψουμε
τις ανάγκες των ανθρώπων «ρωτώντας τους απλώς τι θέλουν», στην πραγ-
ματικότητα, όπως έδειξαν ο Paul Auerbach και άλλοι, «έρχεται σε πλήρη
αντίθεση με την εμπειρία δεκαετιών, τόσο σε σχέση με τον σχεδιασμό στην
Ανατολική Ευρώπη, όσο και σε σχέση με το μάρκετινγκ στην Δύση».70
Ακόμα πιο σοβαρές είναι οι επιφυλάξεις σε σχέση με το κατά πόσον είναι
επιθυμητό ένα τέτοιο μοντέλο. Κι αυτό, όχι μόνο επειδή το μοντέλο αυτό
διακρίνεται από μια πολύ έντονα γραφειοκρατική δομή, που εύστοχα χα-
ρακτηρίστηκε ως «συμμετοχική γραφειοκρατία», η οποία, σε συνδυασμό
με τους πολυάριθμους ελέγχους που προτείνονται για τον περιορισμό της
καταναλωτικής ικανότητας των πολιτών, «θα προετοίμαζε το έδαφος για
την διαιώνιση ή την επανεμφάνιση του κράτους»,71 αλλά και επειδή, κατά
την άποψή μου, συνεπάγεται έναν σοβαρό περιορισμό της ατομικής αυ-
τονομίας γενικά και της ελευθερίας επιλογής ειδικότερα.
Συμπερασματικά, τα πορίσματα στα οποία κατέληξα αλλού,72 μετά από
μια συστηματική μελέτη του μοντέλου αυτού (διότι, βέβαια, δεν πρόκει-
ται για πολιτικό πρόταγμα αλλά για απλό οικονομικό μοντέλο) νομίζω συ-
νοψίζουν την κριτική γι αυτό:
Το μοντέλο Parecon, μολονότι μπορεί •• ν’ αντιπροσωπεύει την καλύτερη προ-
σπάθεια μέχρι σήμερα στον σοσιαλιστικό σχεδιασμό, και στην αφομοίωση
των μαθημάτων που μας δίδαξε η ιστορική αποτυχία του, δεν είναι σε θέση να
εξασφαλίσει τις θεσμικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη δημιουργία
μιας νέας μορφής κοινωνικής οργάνωσης, που θα επανενσωμάτωνε στην κοι-
νωνία την οικονομία και την πολιτεία και την κοινωνία στην Φύση.
•• Δεν είναι σε θέση να επανενσωματώσει την οικονομία στην κοινωνία, διότι
δεν μπορεί να εξασφαλίσει πραγματική αυτοδιεύθυνση και ελευθερία επιλο-
γής για τους πολίτες, ως παραγωγούς και καταναλωτές, εξαιτίας της γραφειο-
κρατικής του φύσης, η οποία είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της απόλυτης
εξάρτησής του από τον οικονομικό σχεδιασμό για την κατανομή των σπάνιων
70. Paul Auerbach et al., “The Transition From Actually Existing Capitalism”, New Left
Review, no. 170 (Ιούλιος-Αύγουστος 1988), σελ. 78.
71. John Crump, “Markets, Money and Social Change”, Anarchist Studies, vol. 3, no. 1
(άνοιξη 1995), σελ. 72-73.
72. Τάκης Φωτόπουλος, Ο καπιταλισμός του Τσόμσκι, ο μετακαπιταλισμός του Άλμπερτ και η
Περιεκτική Δημοκρατία, (Αθήνα: Γόρδιος, 2004), σελ. 125-126.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
417
οικονομικών πόρων. Επιπλέον, δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει ούτε την
ικανοποίηση των βασικών αναγκών όλων των πολιτών –το βασικό κριτήριο
επιτυχίας μιας ορθολογικής οικονομίας– εφόσον η αμοιβή της εργασίας βασί-
ζεται μόνο στην εργασία και όχι επίσης στην ανάγκη, (όπως στο πρόταγμα της
Περιεκτικής Δημοκρατίας).
Ακόμη, δεν είναι σε θέση να •• επανενσωματώσει την πολιτεία στην κοινωνία,
διότι η βασική μονάδα λήψης αποφάσεων στο μοντέλο Parecon δεν είναι οι
πολίτες αλλά τα εργατικά συμβούλια και αυτά των καταναλωτών. Οι πολίτες
και συνακόλουθα οι συνελεύσεις των πολιτών –η βάση κάθε πραγματικής δη-
μοκρατίας– απουσιάζουν εντελώς από την εικόνα του Parecon, που, σαφώς,
θεωρεί την δημοκρατία ως μια διαδικασία αντί ως ένα πολίτευμα –αντίθετα με
αυτό που συμβαίνει στο πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας.
•• Τέλος, το μοντέλο Parecon δεν είναι σε θέση να ενσωματώσει την κοινωνία
στην Φύση, διότι έχει τον ίδιο γενικό στόχο της οικονομικής ανάπτυξης και
συμμερίζεται την συνακόλουθη έννοια της αποδοτικότητας με την «οικονομία
ανάπτυξης» της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς και του σοσιαλιστικού
Κεντρικού Πλάνου, με συνέπεια να μεταχειρίζεται τα οικολογικά προβλήματα,
βασικά, ως ένα θέμα «εξωτερικοτήτων», αντί ως ένα πρόβλημα που απαιτεί
ριζική αλλαγή στον τρόπο ζωής και τις αξίες μας.
6.4. Σχεδίασμα ενός μοντέλου οικονομικής δημοκρατίας

Το σύστημα που προτείνεται εδώ αποσκοπεί στην εκπλήρωση του διπλού
στόχου:
1) της ικανοποίησης των βασικών αναγκών όλων των πολιτών –που
προϋποθέτει ότι οι κύριες μακροοικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται δη-
μοκρατικά, και
2) της εξασφάλισης της ελευθερίας επιλογής –που προϋποθέτει ότι το
ίδιο το άτομο λαμβάνει τις σημαντικές αποφάσεις που αφορούν στην
προσωπική του ζωή (τι δουλειά να κάνει, τι να καταναλώσει κ.λπ).
Τόσο οι μακροοικονομικές αποφάσεις όσο και οι ατομικές αποφάσεις
του πολίτη υλοποιούνται μέσα από έναν συνδυασμό του δημοκρατι-
κού σχεδιασμού και μιας τεχνητής «αγοράς». Αλλά, ενώ στις «μακρο»-
αποφάσεις θα δίνεται έμφαση στον σχεδιασμό, στις ατομικές αποφάσεις
θα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η έμφαση θα δίνεται στην «τεχνητή»
αγορά.
Έτσι, το σύστημα αποτελείται από δύο βασικά στοιχεία:
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
418
το στοιχείο ●● «αγοράς», που ενέχει την δημιουργία μιας τεχνητής «αγο-
ράς», η οποία θα εξασφαλίζει την πραγματική ελευθερία επιλογής, χω-
ρίς όμως να επιφέρει τα αρνητικά αποτελέσματα που συνδέονται με τις
πραγματικές αγορές·
●● το στοιχείο σχεδιασμού, που ενέχει την δημιουργία μιας διαδικασί-
ας δημοκρατικού σχεδιασμού και ροής πληροφοριών μεταξύ των συ-
νελεύσεων των πολιτών σε όλα τα επίπεδα: συνελεύσεων στον χώρο
εργασίας, δημοτικών συνελεύσεων, περιφερειακών συνελεύσεων και
συνομοσπονδιακής συνέλευσης. (Βλ. Διάγρ. 1).
Ο ακρογωνιαίος λίθος του προτεινόμενου μοντέλου, ο οποίος συνιστά
επίσης το βασικό στοιχείο που το διαφοροποιεί από τα σοσιαλιστικά μο-
ντέλα σχεδιασμού, είναι ότι προϋποθέτει ρητά μια οικονομία χωρίς κράτος,
χρήμα και αγορά (πράγμα που αποκλείει την θεσμοποίηση των προνομί-
ων κάποιων τμημάτων της κοινωνίας, καθώς και την ιδιωτική συσσώρευ-
ση πλούτου), η οποία όμως δεν θεμελιώνεται σε μια μυθική κατάσταση
μετα-σπάνεως. Με λίγα λόγια, ο καταμερισμός των οικονομικών πόρων
γίνεται, κατά πρώτον, στην βάση των συλλογικών αποφάσεων των πολι-
τών, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τα δημοτικά και συνομοσπονδι-
ακά πλάνα, και, κατά δεύτερον, στην βάση των ατομικών επιλογών των
πολιτών, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από ένα σύστημα διατακτικών ή
ειδικών πιστωτικών καρτών.
Οι κυριότερες παραδοχές στις οποίες στηρίζεται το μοντέλο έχουν ως
εξής:
●● η δημοτική συνέλευση αποτελεί το ανώτατο όργανο διαμόρφωσης
πολιτικής σε κάθε αυτοδύναμο δήμο·
●● οι συνομοσπονδιοποιημένοι δήμοι συντονίζονται μέσω των περι-
φερειακών συνελεύσεων και της συνομοπονδιακής συνέλευσης, που
αποτελούνται από ανακλητούς και κυκλικά εναλλασσόμενους εντο-
λοδόχους τους οποίους διορίζουν οι αντίστοιχες συνελεύσεις (τα μέλη
των περιφερειακών συνελεύσεων διορίζονται από τις δημοτικές συνε-
λεύσεις και τα μέλη της συνομοπονδιακής συνέλευσης από τις περιφε-
ρειακές συνελεύσεις·
●● οι πλουτοπαραγωγικές πηγές/παραγωγικά μέσα ανήκουν στους δή-
μους και παραχωρούνται στους εργαζόμενους κάθε παραγωγικής μο-
νάδας με μακροπρόθεσμα μισθωτήρια συμβόλαια·
●● στόχος της παραγωγής δεν είναι η οικονομική ανάπτυξη, αλλά η ικα-
νοποίηση, πρωταρχικά, των βασικών αναγκών των πολιτών, καθώς και
εκείνων από τις μη βασικές ανάγκες για τις οποίες οι πολίτες εκφρά-
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
419
ζουν την επιθυμία να προσφέρουν την απαιτούμενη εργασία προς ικα-
νοποίησή τους.
Το γενικό κριτήριο της κατανομής των οικονομικών πόρων δεν είναι η
αποτελεσματικότητα, όπως ορίζεται σήμερα με στενά τεχνοοικονομικά
κριτήρια, αλλά μια νέα «αποτελεσματικότητα» που θα ορίζεται με κριτή-
ριο την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, και όχι μόνο των επιθυ-
μιών που υποστηρίζονται με χρήμα. Εντούτοις, αυτό εγείρει περαιτέρω
ερωτήματα που αναφέρονται στην έννοια των αναγκών, την ιεράρχησή
τους και, τέλος, το ερώτημα πώς μπορεί να διασφαλιστεί η πραγματική
ελευθερία επιλογής στην διαδικασία ικανοποίησης των αναγκών.
Όσον αφορά την έννοια των αναγκών, είναι σημαντικό να κάνουμε μια
σαφή διάκριση, μεταξύ βασικών και μη βασικών αναγκών, από την μια με-
ριά, και μεταξύ αναγκών και των μέσων ικανοποίησής τους (satisfiers) από
την άλλη.73 Και οι δύο αυτές διακρίσεις είναι σημαντικές για την διασαφή-
νιση της έννοιας της ελευθερίας επιλογής σε μια περιεκτική δημοκρατία.
Όσον αφορά, πρώτα, στην διάκριση μεταξύ βασικών και μη βασικών
αναγκών, είναι σαφές ότι οι ρητορείες στην Δύση περί ελευθερίας επιλο-
γής είναι κενές νοήματος. Στην οικονομία της αγοράς, μόνο μια πολύ μι-
κρή μειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού είναι σε θέση να ικανοποιεί
τις όποιες πραγματικές ή φανταστικές «ανάγκες» έχει, εξαντλώντας σπά-
νιες πλουτοπαραγωγικές πηγές και καταστρέφοντας τα οικοσυστήματα.
Αντίθετα, η πλειονότητα των ανθρώπων στον πλανήτη δεν μπορούν να
καλύψουν ούτε τις βασικές τους ανάγκες, ενώ σχεδόν ένα δισεκατομμύ-
ριο άνθρωποι σήμερα δεν ικανοποιούν επαρκώς ακόμη και τις ανάγκες
διατροφής. Είναι, όμως, αυτονόητο ότι η ελευθερία επιλογής δεν έχει νόη-
μα, παρά μόνο εάν έχουν ήδη ικανοποιηθεί οι βασικές ανάγκες.
Εντούτοις, το τι συνιστά βασική ανάγκη και το ποιος είναι ο καλύτερος
τρόπος για να ικανοποιηθεί είναι κάτι που δεν μπορεί να προσδιοριστεί
«αντικειμενικά». Επομένως, από την δημοκρατική σκοπιά που υποστηρί-
ζεται στο βιβλίο αυτό, δεν υπάρχει λόγος να εμπλακεί κανείς στην διαμάχη
ανάμεσα στις καθολικιστικές (universalist) και τις σχετικιστικές προσεγγί-
σεις στο ζήτημα των αναγκών.74 Στο πλαίσιο μιάς περιεκτικής δημοκρατί-
ας, το τι συνιστά ανάγκη, βασική ή μη, είναι κάτι που μπορεί να καθοριστεί
73. Manfred Max-Neef, “Human-Scale Economics: the Challenges Ahead” στο The
Living Economy, Paul Ekins, επιμ. (NY: Routledge & Kegan Paul, 1986), σελ. 45-54, και
“Development and Human Needs” στο Real Life Economics: Understanding Wealth Creation,
Paul Ekins και M. Max-Neef, επιμ. (London: Routledge, 1992), σελ. 197-213.
74. Βλ. Len Doyal και Ian Gough, A Theory of Human Need (London: Macmillan, 1991).
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
420
μόνο από τους ίδιους τους πολίτες με δημοκρατικό τρόπο. Συνεπώς, η δι-
άκριση μεταξύ βασικών και μη βασικών αναγκών εισάγεται εδώ, επειδή
πιστεύουμε ότι οι δύο αυτοί τομείς αναγκών πρέπει να λειτουργούν με
βάση διαφορετικές αρχές. Ο τομέας των «βασικών αναγκών» πρέπει να
λειτουργεί με βάση την κομμουνιστική αρχή «από τον καθένα ανάλογα
με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Από την
άλλη μεριά, δεχόμαστε ότι ο τομέας των μη βασικών αναγκών μπορεί να
λειτουργεί στην βάση μιάς τεχνητής αγοράς, η οποία εξισορροπεί την ζή-
τηση με την προσφορά κατά τρόπο που εξασφαλίζει την κυριαρχία τόσο
των καταναλωτών όσο και των παραγωγών.
Όσον αφορά στην διάκριση μεταξύ αναγκών και μέσων ικανοποίησής
τους, ο λόγος που υιοθετούμε αυτήν την διάκριση δεν είναι το σύνηθες
επιχείρημα ότι μας επιτρέπει να θεωρούμε τις βασικές ανάγκες ως πεπε-
ρασμένες, λίγες και ταξινομήσιμες, που βασικά παραμένουν οι ίδιες σε
όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Μολονότι
είναι πιθανό ότι αυτό που αλλάζει διαχρονικά και διατοπικά δεν είναι οι
ανάγκες αυτές καθεαυτές, αλλά τα μέσα ικανοποίησής τους, η διάκριση
υιοθετείται εδώ επειδή είναι χρήσιμη για την διασάφηση της έννοιας της
ελευθερίας επιλογής. Σήμερα, υπάρχουν συνήθως περισσότεροι από ένας
τρόποι παραγωγής ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας, για την ικανοποίηση
συγκεκριμένης ανθρώπινης ανάγκης, ακόμα κι αν είναι βασική (είδη ρου-
χισμού κ.λπ.). Επομένως, η ελευθερία επιλογής θα πρέπει να εφαρμόζεται
τόσο σε σχέση με τις βασικές όσο και τις μη βασικές ανάγκες. Στην πραγ-
ματικότητα, μια απόφαση άμεσης προτεραιότητας, που θα πρέπει τακτικά
να λαμβάνουν οι συνελεύσεις των πολιτών σε μια περιεκτική δημοκρατία,
αφορά ακριβώς την ποσότητα και την ποιότητα των μέσων ικανοποίησης
των βασικών αναγκών. Ωστόσο, το ποιο είναι το καλύτερο μέσο κάλυψης
μιας συγκεκριμένης ανάγκης είναι κάτι που θα πρέπει να καθορίζεται ατο-
μικά από τον κάθε πολίτη, στην άσκηση της ελευθερίας του να επιλέγει.
Αλλά πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε αποτελεσματικές ροές πλη-
ροφοριών για τις ατομικές ανάγκες; Η ιδέα που διερευνάται εδώ ενέχει
τον συνδυασμό μιας διαδικασίας δημοκρατικού σχεδιασμού και ενός
συστήματος διατακτικών (ή πιστωτικών καρτών) που θα μπορούσαν να
χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη βασικών και μη βασικών αναγκών. Με
βάση το σύστημα των διατακτικών. μπορούμε να φανταστούμε την δημι-
ουργία ενός συστήματος στο οποίο υπάρχουν δύο κύριοι τύποι διατακτι-
κών: οι Βασικές Διατακτικές (ΒΔ) και οι Μη Βασικές Διατακτικές (ΜΒΔ). Και
οι δύο τύποι διατακτικών εκδίδονται σε προσωπική βάση, έτσι ώστε να
μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως γενικό μέσο ανταλλαγής και συσ-
σώρευσης, όπως το χρήμα. Εναλλακτικά, μπορούμε να φανταστούμε ένα
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
421
δυαδικό σύστημα πιστωτικών καρτών που αποτελείται από μια κάρτα γα
την κάλυψη των βασικών αναγκών και μιαν άλλη για την κάλυψη των μη
βασικών αναγκών.
Η κάλυψη των βασικών αναγκών όλων των πολιτών στην
συνομοσπονδία
Οι Βασικές Διατακτικές (ΒΔ) χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των βασι-
κών αναγκών. Οι διατακτικές αυτές, που είναι προσωπικές και εκδίδονται
για λογαριασμό της συνομοσπονδίας, εξουσιοδοτούν κάθε πολίτη να ικα-
νοποιεί, μέχρι ενός ορισμένου επιπέδου, που καθορίζει η συνομοσπον-
διακή συνέλευση, εκείνες τις ανάγκες του που έχουν χαρακτηριστεί ως
βασικές. Σε κάθε πολίτη χορηγείται ένας αριθμός ΒΔ, ανάλογα με το είδος
βασικής ανάγκης, αλλά και την προσωπική «κατηγορία ανάγκης» στην
οποία ανήκει. Έτσι, η συνομοσπονδιακή συνέλευση ταξινομεί τις βασικές
ανάγκες για κάθε τμήμα του πληθυσμού, χρησιμοποιώντας διάφορα κρι-
τήρια, όπως το φύλο, την ηλικία, τις ειδικές ανάγκες κ.λπ. Για παράδειγμα,
χορηγούνται 365 ΒΔ τον χρόνο για την κάλυψη των αναγκών διατροφής
και κάθε ΒΔ μπορεί να δαπανάται για οποιαδήποτε σύνθεση τροφίμων
επιθυμεί ο κάθε πολίτης, μέσα στα «ποσοτικά όρια» που θα έχουν προσ-
διορίσει οι συνελεύσεις, τα οποία διαφέρουν, επίσης, με βάση την ειδι-
κή κατηγορία ανάγκης που προανέφερα. Αντίστοιχα, θα διανέμεται ένας
αριθμός ΒΔ για είδη ρουχισμού, την κάλυψη των αναγκών σε ενέργεια,
επικοινωνίες, μεταφορές κ.ο.κ
Εναλλακτικά, στο σύστημα των πιστωτικών καρτών οι «βασικές πιστω-
τικές κάρτες» (ΒΠΚ) πιστώνουν κάθε πολίτη με τον ίδιο αριθμό ΒΔ (όπως
και με το σύστημα των διατακτικών) για το κάθε είδος ανάγκης και κάθε
κατηγόρια ανάγκης, και οι κάρτες αυτές μπορούν να χρησιμοποιούνται σε
κάθε δημοτική επιχείρηση που προσφέρει αγαθά και υπηρεσίες για την
κάλυψη βασικών αναγκών, ακριβώς όπως χρησιμοποιούνται και οι διατα-
κτικές, με το πλεονέκτημα ότι το πλαστικό αυτό «χρήμα» αντικαθιστά το
χάρτινο «χρήμα» των διατακτικών, απλουστεύοντας έτσι όλη τη διαδικα-
σία εφόσον δεν θα χρειάζεται ο κάτοχος της κάρτας να αποδείξει την ταυ-
τότητά του (όπως στην περίπτωση των διατακτικών) και θα χρησιμοποιεί
απλώς τον προσωπικό κωδικό αριθμό του.
Οι ΒΔ δεν προκαθορίζουν τα συγκεκριμένα μέσα ικανοποίησής τους,
έτσι ώστε να κατοχυρώνεται η δυνατότητα επιλογής. Ακόμη, προκειμέ-
νου να εξασφαλίζεται ότι το επίπεδο ικανοποίησης των βασικών αναγκών
των πολιτών θα είναι το ίδιο σε ολόκληρη την συνομοσπονδία, το τι συνι-
στά βασική ανάγκη, καθώς και το επίπεδο ικανοποίησής της (τα ποσοτικά
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
422
όρια που προανέφερα), αποτελούν ζητήματα που θα πρέπει να καθορί-
ζονται ετήσια από την συνομοσπονδιακή συνέλευση, με βάση τις απο-
φάσεις των δημοτικών συνελεύσεων και τους διαθέσιμους πόρους στην
συνομοσπονδία.
Ο συνολικός αριθμός των ΒΔ που θα διανέμονται, καθώς και τα ποσο-
τικά όρια που καθορίζουν το επίπεδο ικανοποίησής τους, καθορίζεται με
βάση κριτήρια που ικανοποιούν τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης
στο συνομοσπονδιακό επίπεδο.
Έτσι, όσον αφορά στην ζήτηση, οι υπεύθυνοι για την επεξεργασία του
συνομοσπονδιακού πλάνου θα μπορούσαν να εκτιμήσουν το μέγεθος και
την διάρθρωσή της με βάση:
●● τον πληθυσμό της συνομοσπονδίας,
●● το προκαθορισμένο επίπεδο ικανοποίησης των «βασικών αναγκών»
για κάθε κατηγορία βασικής ανάγκης και κάθε κατηγορία πολιτών,
●● τις «εκπεφρασμένες προτιμήσεις» των καταναλωτών σε σχέση με τα
μέσα ικανοποίησης των αναγκών, όπως οι προτιμήσεις αυτές εκδηλώ-
νονται από τον αριθμό των διατακτικών που είχαν χρησιμοποιηθεί για
κάθε παρόμοιο μέσο στο παρελθόν (ή το πόσες φορές χρεώθηκαν οι
ΒΠΚ για τα αγαθά ή υπηρεσίες που προσφέρουν συγκεκριμένες δημο-
τικές επιχειρήσεις)
Όσον αφορά στην προσφορά, οι σχεδιαστές του πλάνου θα μπορούσαν
να εκτιμήσουν, με βάση τεχνολογικούς μέσους όρους, το επίπεδο και την
διάρθρωση της παραγωγής, καθώς και τους απαιτούμενους οικονομικούς
πόρους, συμπεριλαμβανομένης της ποσότητας προσωπικής εργασίας που
θα πρέπει να προσφέρει ο κάθε πολίτης. Έτσι, το κάθε ικανό προς εργασία
μέλος της κοινότητας θα πρέπει να προσφέρει, σε αντάλλαγμα των ΒΔ (ή
του πιστωτικού υπολοίπου που του χορηγείται στην ΒΠΚ του) έναν προκα-
θορισμένο αριθμό «βασικών» ωρών κάθε εβδομάδα σε κάποια δραστηρι-
ότητα της προτίμησής του που αποτελεί τμήμα των οικονομικών κλάδων
που παράγουν αγαθά και υπηρεσίες γα την κάλυψη βασικών αναγκών,
ώστε να παραχθούν τα μέσα που απαιτούνται για την ικανοποίηση των
βασικών αναγκών της συνομοσπονδίας.
Με βάση τις εκτιμήσεις αυτές θα μπορούσαν να καταρτιστούν προκα-
ταρκτικά πλάνα, και η συνομοσπονδιακή συνέλευση θα μπορούσε να επι-
λέξει, στην βάση των αποφάσεων των δημοτικών συνελεύσεων και των
συνελεύσεων στους χώρους εργασίας, το σχέδιο που θα τεθεί σε εφαρμο-
γή, καθώς και τους απαιτούμενους για την εφαρμογή του πόρους.
Όσον αφορά στην φροντίδα για τις ανάγκες των ηλικιωμένων, των
ανηλίκων και ανημπόρων, οι κατηγορίες αυτές πολιτών έχουν τα ίδια
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
423
δικαιώματα πάνω στις ΒΔ με οποιονδήποτε άλλον πολίτη της συνομο-
σπονδίας. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το προ-
τεινόμενο σχήμα θα αποτελεί το πιο ευρύ σύστημα κοινωνικής πρόνοιας
που έχει υπάρξει ποτέ, αφού θα καλύπτει όλες τις βασικές ανάγκες όσων
δεν μπορούν δουλέψουν, σύμφωνα πάντα με τον ορισμό που θα δίνει
στις βασικές ανάγκες η συνομοσπονδιακή συνέλευση. Η ίδια συνέλευση
θα μπορεί να αποφασίζει εάν, πέρα από τις ΒΔ, θα διατίθενται και ΜΒΔ
σε όσους δεν μπορούν να δουλέψουν. Όσον αφορά στην προσφορά των
υπηρεσιών αυτών, αν υποθέσουμε ότι η φροντίδα των παιδιών, των ηλικι-
ωμένων, των ανημπόρων κ.λπ. κατατάσσεται στις βασικές ανάγκες (όπως
θα πρέπει άλλωστε να συμβαίνει), τότε κάθε μέλος της κοινότητας θα πρέ-
πει να εμπλέκεται στην παροχή παρόμοιων υπηρεσιών (για τις οποίες θα
δικαιούται ΒΔ), πράγμα που θα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα για την
επέκταση της περιεκτικής δημοκρατίας στο νοικοκυριό.
Η κάλυψη των μη βασικών αναγκών

Οι Μη Βασικές Διατακτικές (ΜΒΔ), ή αντίστοιχα οι Μη Βασικές Πιστωτικές
Κάρτες (ΜΒΠΚ) χρησιμοποιούνται για την ικανοποίηση των μη βασικών
αναγκών (κατανάλωση μη στοιχειωδών αγαθών και υπηρεσιών), καθώς
και για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών πέραν του προκαθορισμέ-
νου από την συνομοσπονδιακή συνέλευση επιπέδου. Οι ΜΒΔ είναι προ-
σωπικές, όπως και οι ΒΔ, αλλά εκδίδονται για λογαριασμό του κάθε δήμου
και όχι της συνομοσπονδίας. Η προσωπική εργασία των πολιτών πάνω
από τον καθορισμένο αριθμό «βασικών» ωρών είναι εθελοντική και τους
εξουσιοδοτεί με ΜΒΔ (ή αντίστοιχη πίστωση στις ΜΒΠΚ), οι οποίες μπο-
ρούν να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση μη βασικών αναγκών τους.
Ενώ όμως σε ό,τι αφορά στις βασικές ανάγκες δεν θα πρέπει να υπάρχουν
διαφοροποιήσεις στον βαθμό ικανοποίησής τους, έτσι ώστε να καλύπτο-
νται ισότιμα οι βασικές ανάγκες όλων των πολιτών της συνομοσπονδίας
(όπως θα πρέπει να συμβαίνει σε μια οικονομική δημοκρατία), δεν υπάρ-
χουν αντίστοιχοι λόγοι που να υπαγορεύουν μια αντίστοιχη ισότιμη ικα-
νοποίηση των μη βασικών αναγκών σε συνομοσπονδιακό επίπεδο. Στην
πραγματικότητα, η από μέρους της κοινότητας κάλυψη των μη βασικών
αναγκών θα πρέπει να θεωρηθεί ως επέκταση της ατομικής ελευθερίας
επιλογής των πολιτών. Συνεπώς, αν σε μια συγκεκριμένη κοινότητα οι πο-
λίτες επιθυμούν να δουλέψουν περισσότερο ή λιγότερο για την παραγω-
γή μη βασικών αγαθών και υπηρεσιών, θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να το
κάνουν.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
424
Εντούτοις, το σύστημα θα πρέπει να είναι με τέτοιο τρόπο οργανωμένο,
ώστε οι διαφορές μεταξύ των κοινοτήτων, όσον αφορά στην κατανάλωση
μη βασικών αγαθών και υπηρεσιών, να αντανακλούν μόνο διαφορές στην
καταβληθείσα εργασία και όχι στην γεωγραφική κατανομή των φυσικών
πόρων. Μια βασική αρχή σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι ότι τα οφέλη
από τους συνομοσπονδιακούς φυσικούς πόρους, ανεξάρτητα από την συ-
γκεκριμένη γεωγραφική τους τοποθεσία, θα πρέπει να διανέμονται ισότι-
μα μεταξύ όλων των περιφερειών της συνομοσπονδίας, Η αρχή αυτή θα
πρέπει να εφαρμόζεται τόσο σε σχέση με τις βασικές ανάγκες όσο και σε
σχέση με τις μη βασικές, έτσι ώστε να μη δημιουργούνται άλλες ανισότη-
τες μεταξύ των περιφερειών, πέρα από αυτές που έχουν να κάνουν με τις
καταβληθείσες ώρες εργασίας.
Με την τεχνολογική πρόοδο θα μπορούσε να περιμένει κανείς ότι οι μη
βασικές ανάγκες θα γίνονται όλο και σημαντικότερες στο μέλλον –γεγο-
νός που επιβεβαιώνεται από στατιστικές μελέτες με βάση τα δυτικά κα-
ταναλωτικά πρότυπα, οι οποίες δείχνουν μια καθαρή τάση κορεσμού των
βασικών αναγκών.75 Αντίστοιχα, οι αμοιβές θα παίρνουν όλο και περισσό-
τερο την μορφή των ΜΒΔ.
Ο τρόπος έκδοσης ΜΒΔ διαφέρει από αυτόν για την έκδοση ΒΔ. Ενώ
όσον αφορά στις ΒΔ όλοι οι πολίτες για το ίδιο είδος ανάγκης και προσω-
πική κατηγορία που ανήκουν εφοδιάζονται με τον ίδιο αριθμό ΒΔ (ή πι-
στώνονται αντίστοιχα στις ΒΠΚ) που εκπροσωπεί τα ίδια «ποσοτικά όρια»
σε ολόκληρη την συνομοσπονδία, όσον αφορά στις ΜΒΔ ο κάθε πολίτης
εφοδιάζεται με τον αριθμό ΜΒΔ (ή πιστώνεται ανάλογα στην ΜΒΠΚ του)
που αντιστοιχούν στον αριθμό επιπρόσθετων ωρών εργασίας που προ-
σέφερε σε κάποιο οικονομικό κλάδο της προτίμησής του, πέρα από τις
βασικές ώρες που έχει ήδη προσφέρει για την κάλυψη των βασικών ανα-
γκών του. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να καθοριστεί ότι για κάθε ώρα
«μη βασικής» εργασίας (ή εργασίας πέραν της υποχρεωτικής βασικής) θα
δικαιούται ο κάθε πολίτης μια ή περισσότερες ΜΒΔ (ή ανάλογη πίστωση
στην κάρτα του).
Ανακύπτει λοιπόν ένα διπλό οικονομικό πρόβλημα σε σχέση με τις ΜΒΔ.
Πρώτον, χρειαζόμαστε ένα δίκαιο μέτρο ανταμοιβής της μη βασικής ερ-
γασίας και, δεύτερον, χρειαζόμαστε ένα μέτρο αξιολόγησης των μη βασι-
κών αγαθών/υπηρεσιών, το οποίο να εξασφαλίζει ισορροπία μεταξύ προ-
σφοράς και ζήτησης στο δημοτικό επίπεδο.
75. Ernest Mandel, “In Defence of Socialist Planning”, σελ. 14-15.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
425
Όσον αφορά στο πρώτο πρόβλημα, το μέγεθος της αμοιβής για την μη
βασική εργασία, που θα καθορίζει τον αριθμό των ΜΒΔ που θα λαμβάνει
ένας πολίτης από αυτήν, θα εκφράζει τις προτιμήσεις των πολιτών, τόσο
ως παραγωγών όσο και ως καταναλωτών. Όσον αφορά στις προτιμήσεις
των πολιτών ως παραγωγών, είναι φανερό ότι, δεδομένης της ανισότητας
μεταξύ των διαφόρων τύπων εργασίας, η ισότητα στις αμοιβές θα σήμαι-
νε στην πραγματικότητα άνιση ικανοποίηση από την εργασία. Δεδομένου,
όμως, ότι η επιλογή οποιουδήποτε αντικειμενικού κριτηρίου στον καθο-
ρισμό του μεγέθους της αμοιβής (π.χ. χρησιμότητα της συγκεκριμένης ερ-
γασίας, επιδράσεις στην υγεία, θερμίδες που ξοδεύονται κ.λπ.), θα ενείχε
αναπόφευκτα και έναν βαθμό υποκειμενικής προκατάληψης, η μόνη ίσως
ορθολογική λύση είναι να χρησιμοποιηθεί ένα είδος δι-υποκειμενικού μέ-
τρου, όπως εκείνο που προτείνει ο Baldelli,76 δηλαδή η χρήση ενός κριτη-
ρίου επιθυμητότητας για κάθε είδος δραστηριότητας.
Αλλά η επιθυμητότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί απλώς από τον αριθμό
των ατόμων που δηλώνουν την επιθυμία τους να αναλάβουν κάποιο είδος
εργασίας, όπως προτείνει ο Bandelli. Με δεδομένο το σημερινό τεχνολο-
γικό επίπεδο, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι σε μια μελλοντική κοινωνία θα
εξαφανιστεί το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού υψηλού βαθμού εξειδί-
κευσης, σίγουρα πολλές δουλειές θα εξακολουθούν να απαιτούν εξειδι-
κευμένη γνώση ή εκπαίδευση. Επομένως, θα πρέπει να καταρτιστεί ένας
πολυσύνθετος δείκτης επιθυμητότητας, με την χρήση πολλαπλών διαβαθ-
μίσεων των διαφόρων τύπων εργασίας, στην βάση των «εκπεφρασμένων»
προτιμήσεων των πολιτών κατά την διαδικασία επιλογής των διαφόρων
τύπων βασικής και μη βασικής δραστηριότητας. Η αμοιβή για κάθε τύπο
εργασίας θα μπορούσε τότε να προσδιοριστεί ως μια αντίστροφη συνάρ-
τηση του δείκτη επιθυμητότητάς της (όσο υψηλότερος είναι ο δείκτης,
δηλαδή όσο πιο επιθυμητός είναι ένας τύπος εργασίας, τόσο χαμηλότερο
είναι το μέγεθος της αμοιβής για την δουλειά αυτή). Έτσι, ο δείκτης αυτός
θα μας έδινε «σταθμιστές» που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε
στον υπολογισμό της αξίας κάθε εργάσιμης ώρας σε σχέση με την κατα-
νομή των μη βασικών διατακτικών.
Εντούτοις, ο δείκτης επιθυμητότητας δεν μπορεί να είναι το μοναδικό
μέσο προσδιορισμού του μεγέθους της αμοιβής. Θα πρέπει επίσης να λαμ-
βάνονται υπ’ όψη οι επιθυμίες των πολιτών ως καταναλωτών, όπως αυτές
εκφράζονται από τις «τιμές» των μη βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Κάτι
τέτοιο θα είχε το επίσης σημαντικό αποτέλεσμα ότι θα συνέδεε τις «τιμές»
76. Giovanni Baldelli, Social Anarchism (NY: Penguin, 1972), σελ. 144-45.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
426
για τα αγαθά και τις υπηρεσίες με τις αμοιβές για τους διάφορους τύπους
εργασίας, έτσι ώστε ο καταμερισμός της εργασίας στον τομέα των μη βα-
σικών αγαθών και υπηρεσιών να πραγματοποιείται με τρόπο που να δια-
σφαλίζει την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Θα μπορούσαμε
επομένως να φανταστούμε ότι το μέγεθος της αμοιβής στην παραγωγή
των μη βασικών αγαθών και υπηρεσιών καθορίζεται κατά το ένα ήμισυ
από τον δείκτη της επιθυμητότητας και κατά το άλλο ήμισυ από τις «τιμές»
των αγαθών και των υπηρεσιών. Φυσικά, δεδομένου ότι η εργασία απο-
τελεί μόνο ένα μέρος των συνολικών πόρων που απαιτούνται για την πα-
ραγωγή των μη βασικών αγαθών και υπηρεσιών, και ότι ο συγκεκριμένος
τομέας αποτελεί ευθύνη κάθε κοινότητας, είναι πιθανό να δημιουργηθούν
στην πράξη κάποια προβλήματα σπάνεως των υπολοίπων, πέρα από την
εργασία, πόρων. Εντούτοις, πιστεύω ότι τέτοια προβλήματα θα μπορού-
σαν να επιλυθούν μέσα από ένα σύστημα ανταλλαγών μεταξύ των κοινο-
τήτων, παρόμοιο με αυτό που περιγράφεται παρακάτω.
Το δεύτερο πρόβλημα σε σχέση με τα μη βασικά αγαθά και υπηρεσίες
αφορά στον τρόπο προσδιορισμού των «τιμών» τους σε μια Περιεκτική
Δημοκρατία. Η κλασική λύση η οποία εκφράζει την αξία των αγαθών και
υπηρεσιών με όρους ωρών εργασίας (που προτάθηκε, μεταξύ άλλων, από
τον Proudhon και τον Μarx), πέρα από το γεγονός ότι δημιουργεί κάθε
είδους προβλήματα σε σχέση με την ισοδυναμία των διάφορων τύπων
εργασίας, την «μετατροπή» των εργαλείων και του χρησιμοποιούμενου
εξοπλισμού σε ώρες εργασίας κ.λπ., είναι, επίσης, θεμελιακά ασύμβατη με
μια ελευθεριακή κοινωνία.77 Ακόμη, όπως θα συζητηθεί παρακάτω, είναι
ασύμβατη με ένα σύστημα καταμερισμού των οικονομικών πόρων που
βασίζεται στην ελευθερία επιλογής.
Θα πρότεινα συνεπώς ότι, προκειμένου να αποφευχθούν τα προβλήμα-
τα αυτά και την ίδια στιγμή να επιτευχθεί μια ισορροπία μεταξύ προσφο-
ράς και ζήτησης που να ικανοποιεί τα κριτήρια δικαιοσύνης, θα έπρεπε
να εισαχθεί ένα είδος «μεριστικών αξιών» (rationing values) για την αξιο-
λόγηση των μη βασικών αναγκών και υπηρεσιών. Ο μηχανισμός της αγο-
ράς, όπως είναι γνωστό, αντιπροσωπεύει έναν μερισμό με βάση την τιμή
και συνιστά, όπως είδαμε, τον πιο άδικο τρόπο μερισμού των σπάνιων οι-
κονομικών πόρων, αφού στην ουσία σημαίνει μερισμό με βάση την αγο-
ραστική δύναμη (το πορτοφόλι) του καθενός. Αυτό που προτείνεται εδώ
είναι μια αντιστροφή της διαδικασίας: δηλαδή, ο καθορισμός της τιμής να
77. Για μια ισχυρή κριτική της κλασικής λύσης, βλ. Peter Kropotkin, The Conquest of Bread
(NY: Penguin, 1972), κεφ. 13.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
427
γίνεται με βάση τον μερισμό. Με άλλα λόγια, οι τιμές, αντί να είναι η αιτία
του μερισμού –όπως στο σύστημα της αγοράς– να είναι το αποτέλεσμά
του. Επομένως, ενώ οι τιμές στο σύστημα της αγοράς αντανακλούν κατά
βάση ελλείψεις σε σχέση με ένα διαστρεβλωμένο πρότυπο κατανομής
του εισοδήματος/πλούτου και λειτουργούν ως μεριστικά τεχνάσματα για
να προσαρμόσουν τις ελλείψεις στο πρότυπο αυτό, στο προτεινόμενο σύ-
στημα, οι τιμές αντανακλούν ελλείψεις σε σχέση με τις επιθυμίες των πο-
λιτών και λειτουργούν ως οδηγοί για έναν δημοκρατικό καταμερισμό των
αγαθών και υπηρεσιών.
Έτσι, για να υπολογίσουν οι υπεύθυνοι για το πλάνο την «μεριστική αξία»
(και κατά συνέπεια την τιμή, εκφρασμένη σε ΜΒΔ) ενός συγκεκριμένου
αγαθού ή υπηρεσίας, θα μπορούσαν να διαιρέσουν το σύνολο των ΜΒΔ
(ή των «χρεώσεων» των ΜΒΠΚ) που χρησιμοποιήθηκαν κατά την διάρ-
κεια μιας χρονικής περιόδου (π.χ. ενός χρόνου) για την «αγορά» κάποιου
συγκεκριμένου αγαθού ή υπηρεσίας, με την συνολική παραγωγή αυτού
του αγαθού ή της υπηρεσίας στο ίδιο χρονικό διάστημα. Εάν, για παρά-
δειγμα, η συνομοσπονδιακή συνέλευση έχει καθορίσει ότι ένα κινητό τη-
λέφωνο δεν αποτελεί βασικό αγαθό, τότε η «τιμή» ενός κινητού μπορεί
να υπολογιστεί διαιρώντας τον αριθμό των ΜΒΔ που χρησιμοποιήθηκαν
τους τελευταίους 12 μήνες για την «αγορά» κινητών (λ.χ. 100.000) με τον
συνολικό αριθμό κινητών που παράχθηκαν την ίδια περίοδο (π.χ. 1.000),
δίνοντάς μας μια «τιμή» 100 ΜΒΔ για κάθε κινητό).
Το πρόβλημα που μπορεί να ανακύψει στο σύστημα αυτό είναι μια ανα-
ντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης συγκεκριμένων μη βασικών
αγαθών και υπηρεσιών. Έτσι, συνεχίζοντας με το παράδειγμα των κινητών,
οι παραγωγοί κινητών και των εξαρτημάτων τους μπορεί να επιθυμούν να
προσφέρουν μόνο έναν περιορισμένο αριθμό ωρών εργασίας πάνω από
τον αριθμό «βασικών» ωρών. Στην πραγματικότητα, το ίδιο πρόβλημα μπο-
ρεί να ανακύψει ακόμα κι αν μερικοί από αυτούς δεν είναι διατεθειμένοι να
προσφέρουν επιπρόσθετη εργασία, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη παρα-
γωγική δραστηριότητα, καθώς και πολλές άλλες παραγωγικές δραστηριό-
τητες στις σημερινές κοινωνίες, γίνονται με την μορφή ομαδικής εργασίας.
Στην περίπτωση αυτή, θα τεθεί σε κίνηση το προτεινόμενο σύστημα των
«τεχνητών» τιμών. Η «τιμή» των κινητών, εκφρασμένη σε ΜΒΔ, θα αυξηθεί,
γεγονός που από την μια μεριά θα συμπιέσει την ζήτηση και, από την άλλη,
θα προκαλέσει αύξηση στο αντίστοιχο μέγεθος της αμοιβής, προσελκύο-
ντας πιθανώς περισσότερη εργασία στην συγκεκριμένη δραστηριότητα
και, επομένως, ενισχύοντας την προσφορά του συγκεκριμένου αγαθού. Η
εργασία βέβαια συνιστά μόνο ένα μέρος των χρησιμοποιούμενων μέσων
παραγωγής, γι’ αυτό και η συνολική διαθεσιμότητα των υπόλοιπων μέσων
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
428
που απαιτούνται για κάθε τύπο δραστηριότητας είναι κάτι που πρέπει να
καθορίζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα από την δημοτική συνέλευση.
Με τον τρόπο αυτό, η παραγωγή αντικατοπτρίζει την πραγματική ζήτη-
ση και οι κοινότητες παύουν να υπόκεινται στις ανορθολογικότητες των
συστημάτων της οικονομίας της αγοράς, ή του σοσιαλιστικού συγκεντρω-
τικού σχεδιασμού αντίστοιχα. Έτσι, οι τεχνητές «αγορές» που προτείνο-
νται εδώ παρέχουν το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο ώστε ο σχεδιασμός να
ξεκινά από τις πραγματικές συνθήκες ζήτησης και προσφοράς (αντικατο-
πτρίζοντας τις πραγματικές προτιμήσεις των καταναλωτών και των παρα-
γωγών), κι όχι από τις αφηρημένες ιδέες γραφειοκρατών και τεχνοκρατών
σχετικά με το ποιες είναι οι ανάγκες της κοινωνίας. Επίσης, το σύστημα αυτό
μας προσφέρει την δυνατότητα να αποφύγουμε τόσο τον δεσποτισμό της
αγοράς, που συνεπάγεται ο «μερισμός με βάση το πορτοφόλι», όσο και
τον δεσποτισμό του πλάνου, που επιβάλλει έναν συγκεκριμένο μερισμό
(έστω κι αν αυτό συμβαίνει μέσω της ψήφου της πλειοψηφίας στην δημο-
τική συνέλευση).
Είναι φανερό ότι το σύστημα που προτείνεται εδώ δεν έχει σχέση με
μια χρηματική οικονομία ή με την εργασιακή θεωρία της αξίας. Και οι δύο
αποκλείονται από το προτεινόμενο σχήμα: η πρώτη, επειδή το χρήμα, ή
ο,τιδήποτε χρησιμοποιείται ως απρόσωπο μέσο ανταλλαγής, δεν μπορεί
να παρεμποδιστεί από το να χρησιμοποιηθεί ως μέσο συσσώρευσης
πλούτου· η δεύτερη, επειδή (πέρα από τα προβλήματα που αναφέρθηκαν
παραπάνω) δεν μπορεί να διασφαλίσει την ελευθερία επιλογής. Κι αυτό
διότι ακόμη κι αν δεχθούμε ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας θα μπορούσε
να μας δώσει μια (μερική) ένδειξη της διαθεσιμότητας των πόρων, σίγουρα
δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο έκφρασης των προτιμήσεων
των καταναλωτών. Η αδυναμία του συγκεντρωτικού σχεδιασμού στον
«υπαρκτό σοσιαλισμό» να εκφράσει τις προτιμήσεις των καταναλωτών,
και οι συνακόλουθες ελλείψεις καταναλωτικών αγαθών δεν ήταν καθόλου
άσχετες με το γεγονός ότι ο τύπος αυτός σχεδιασμού ήταν βασισμένος σ’
ένα σύστημα τιμών που είχε βασιστεί στην εργασιακή θεωρία της αξίας.78
Επομένως, η εργασιακή θεωρία της αξίας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί
ως βάση για ένα σύστημα καταμερισμού των αγαθών και των υπηρεσιών
που θα στοχεύει στην κάλυψη των αναγκών και την ταυτόχρονη
εξασφάλιση της κυριαρχίας του καταναλωτή και της ελευθερίας επιλογής.
Αντίθετα, το μοντέλο που προτείνεται εδώ εισάγει ένα σύστημα μερισμού
78. Βλ., Heinz Κohler, Welfare and Planning (New York: Wiley & Sons, 1966), σελ. 129-36.
Βλ. ακόμα, Morris Bornstein, “The Soviet Centrally Planned Economy” στο Comparative
Economic Systems, Morris Bornstein (Homewood Illinois: Richard Irwin, 1985).
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
429
που βασίζεται, από την μια μεριά, στις εκπεφρασμένες προτιμήσεις των
καταναλωτών και, από την άλλη, στην διαθεσιμότητα των πόρων.
Παρ’ όλα αυτά, γνωστός οικοσοσιαλιστής που συνέκρινε μια προγε-
νέστερη εκδοχή των παραπάνω προτάσεων79 με την εργασιακή θεω-
ρία της αξίας, δεν είχε πρόβλημα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «ο
Φωτόπουλος προτείνει ένα σύστημα διατακτικών εργασίας (στην πραγ-
ματικότητα μια μορφή χρήματος που βασίζεται στην εργασιακή θεωρία
της άξιας) … αυτό δεν αποτελεί καινούργια ιδέα, αφού είχε υπονοηθεί από
τον Skinner (1948) και δοκιμαστεί στην αμερικανική κοινότητα «Walden
II», στην δεκαετία του 1970».80 Όπως γίνεται φανερό από την δήλωσή του,
ο επικριτής μου δεν έχει επίγνωση του γεγονότος ότι ένα μοντέλο που βα-
σίζεται στο χρήμα δεν είναι συμβατό με ένα σύστημα διατακτικών, όπου,
όπως είχα τονίσει σ’ εκείνο το άρθρο, «[όλες οι διατακτικές] είναι ονομα-
στικές ούτως ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιούνται, όπως το χρήμα,
ως γενικό μέσο ανταλλαγής και συσσώρευσης πλούτου».81 Επιπλέον, είναι
φανερό σε κάθε προσεκτικό αναγνώστη ότι το προτεινόμενο σύστημα
δεν έχει καμία σχέση με την απλοϊκή περιγραφή μιας ουτοπικής κοινότη-
τας, ή με το πρωτόγονο σχήμα των «κουπονιών εργασίας» που περιγρά-
φεται από τον Skinner82 –σχήμα που δεν παρέχει καμία εξασφάλιση της
ελευθερίας επιλογής, δεν κάνει διάκριση μεταξύ βασικών και μη βασικών
αναγκών κ.λπ. Τέλος, μόνο μια τεράστια παρανόηση της πρότασής μου
για την οικονομική δημοκρατία θα μπορούσε να κάνει κάποιον να βρει
σ’ αυτήν ομοιότητες με το ιεραρχικό σχήμα του Walden II που εξύμνησε
ο Skinner, ο οποίος εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον Νόαμ Τσόμσκι ως
«ένας σκαπανέας της ολοκληρωτικής σκέψης που έχει επαινεθεί για την
συνηγορία του υπέρ ενός χειραγωγημένου κοινωνικού περιβάλλοντος».83
Καταμερισμός εργασίας

Το προτεινόμενο σύστημα καταμερισμού εργασίας αντικατοπτρίζει
την βασική διάκριση που έχουμε κάνει μεταξύ βασικών και μη βασικών
αναγκών.
79. Τ. Φωτόπουλος, «Οι οικονομικές βάσεις της οικολογικής κοινωνίας», Κοινωνία και
Φύση, τόμ. 1, τεύχος 3 (1993).
80. David Pepper, Modern Environmentalism (London: Routledge, 1996), σελ. 321.
81. Τ. Φωτόπουλος, «Οι οικονομικές βάσεις της οικολογικής κοινωνίας», σελ. 43.
82. B.F. Skinner, Walden II (N. York: Macmillan, 1976), κεφ. 8.
83. Noam Chomsky, The Chomsky Reader, James Peck, επιμ. (London: Serpent’s Tail, 1987),
σελ. 158.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
430
α) Καταμερισμός εργασίας στον τομέα των βασικών αναγκών
Όπως σημειώσαμε παραπάνω, η κάλυψη των βασικών αναγκών αποτε-
λεί ευθύνη της συνομοσπονδίας και όχι της κοινότητας. Κατά συνέπεια, η
κατανομή των σχετικών πόρων καθορίζεται από την συνομοσπονδιακή
συνέλευση. Έτσι, στην περίπτωση που οι πόροι μιας κοινότητας δεν επαρ-
κούν για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες όλων των πολιτών, οι επιπλέον
απαιτούμενοι πόροι θα πρέπει να παρέχονται από την συνομοσπονδιακή
συνέλευση. Είναι σαφές ότι ένα βασικό υπο-προϊόν της ρύθμισης αυτής
είναι η ανακατανομή του εισοδήματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών σε
πόρους δήμων.
Από την στιγμή που η συνομοσπονδιακή συνέλευση υιοθετήσει κάποιο
πλάνο σχετικά με το επίπεδο ικανοποίησης των βασικών αναγκών και την
συνολική κατανομή των πόρων, η δημοτική συνέλευση θα καθορίσει το
είδος των εργασιακών καθηκόντων που προκύπτουν από το πλάνο αυτό,
έτσι ώστε να καλύπτονται όλες οι βασικές ανάγκες της κοινότητας. Όσον
αφορά στο ειδικό περιεχόμενο των εργασιακών καθηκόντων, σε μερικές
περιπτώσεις (και όχι πάντοτε όπως υποθέτουν οι Albert και Hahnel που
θεωρούν τη πρόταση τους πανάκεια84) θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε
την πρότασή τους για «συμπλέγματα εργασιών» (job complexes) Έτσι, όπου
είναι δυνατόν, συγκεκριμένες εργασίες αντικαθίστανται από συμπλέγμα-
τα εργασιών, τα οποία περιγράφονται από τους συγγραφείς ως εξής:
Μια καλύτερη εναλλακτική λύση (από την καπιταλιστική και την συντονιστι-
κή –co-ordinator– προσέγγιση), είναι ο συνδυασμός των καθηκόντων σε συ-
μπλέγματα εργασιών, καθένα από τα οποία περιέχει ένα μίγμα ευθυνών που
εγγυάται συγκρίσιμες συνθήκες εργασίας. Ο καθένας αναλαμβάνει ένα πα-
κέτο καθηκόντων τα οποία, αθροιζόμενα, συνιστούν ισοδύναμα εργασιακά
καθήκοντα. Αντί, για παράδειγμα, η γραμματέας να απαντά στα τηλέφωνα και
να δέχεται υπαγορεύσεις, κάποιοι εργαζόμενοι απαντούν στα τηλέφωνα και
κάνουν και υπολογισμούς, ενώ κάποιοι άλλοι δέχονται υπαγορεύσεις και σχε-
διάζουν προϊόντα.85
Επομένως, η επιλογή της εργασιακής δραστηριότητας θα είναι κατ’ αρ-
χήν ατομική επιλογή. Παρ’ όλα αυτά, με δεδομένο ότι η ικανοποίηση των
βασικών αναγκών δεν μπορεί να αφεθεί στα αισθήματα αλληλεγγύης του
84. Βλ. κριτική της λύσης αυτής ως πανάκειας στο βιβλίο Ο καπιταλισμός του Τσόμσκι, ο
μετακαπιταλισμός του Αλμπερτ και η Περιεκτική Δημοκρατία, ο.π.
85. Michael Albert και Robin Hahnel, Looking Forward, σελ. 20.
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
431
κάθε πολίτη, πιθανώς να χρειαστεί η εισαγωγή κάποιου βαθμού κυκλικής
εναλλαγής της εργασίας, για τις περιπτώσεις στις οποίες οι ατομικές επιλο-
γές δεν επαρκούν για να καλύψουν όλες τις εργασιακές δραστηριότητες
που απαιτούνται για την κάλυψη των βασικών αναγκών.
Η κυκλική εναλλαγή της εργασίας προτείνεται εδώ ως ένα εξαιρετικό
μέσο για την εξισορρόπηση της προσφοράς με την ζήτηση εργασίας, και
όχι ως υποχρεωτικός κανόνας που πρέπει να επιβάλλεται σε όλους τους
πολίτες, όπως έμμεσα μπορεί να συμβεί μέσα από τα συμπλέγματα ερ-
γασίας που προτείνουν οι Albert και Hahnel. Πιστεύω, συνεπώς, ότι η
δημιουργία συνθηκών ισοκατανομής δύναμης, την οποία εξασφαλίζει η
συμμετοχή όλων στις δημοτικές συνελεύσεις και στις συνελεύσεις στους
χώρους εργασίας, σε συνδυασμό με την εισαγωγή των συμπλεγμάτων ερ-
γασίας, κάνει κατ’ αρχήν περιττή την επιβολή ενός συστήματος κυκλικής
εναλλαγής της εργασίας, το οποίο είναι πιθανό να προκαλέσει περισσό-
τερο δυσφορία παρά όφελος στην κοινότητα. Οι ιεραρχικές δομές στην
εργασία και στην κοινωνία, γενικότερα, θα καταλυθούν μόνον αν όλοι οι
πολίτες έχουν ίση δύναμη στις συνελεύσεις των χώρων εργασίας και στις
δημοτικές συνελεύσεις και όχι αν απλώς εναλλάσσονται κυκλικά σε διά-
φορες δουλειές. Όπως άλλωστε παραδέχονται οι ίδιοι οι συγγραφείς, η
κυκλική εναλλαγή ίσως να μην έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα της εξισορ-
ρόπησης των ανισοτήτων μεταξύ των διαφόρων δραστηριοτήτων («οι ιε-
ραρχικές εξουσίες δεν καταργούνται με προσωρινές αλλαγές θέσεων»).86
Είναι φανερό ότι, προκειμένου να καθοριστεί τι συνιστά ιεραρχική δομή,
θα πρέπει να γίνουν κάποιες λεπτές διακρίσεις, όπως αυτές που επεξερ-
γάζεται η April Carter,87 σε σχέση με τους διάφορους τύπους εξουσίας. Η
δυνατότητα της κυκλικά εναλλασσόμενης εργασίας δεν αποτελεί στοιχείο
μιας μη ιεραρχικής δομής, ούτε συνιστά αναγκαστικά στοιχείο ισότητας
στην εργασία.
β) Καταμερισμός εργασίας στον τομέα των μη βασικών αναγκών
Όσον αφορά στις μη βασικές ανάγκες, θα πρότεινα την δημιουργία μιας
ακόμα «τεχνητής» αγοράς, η οποία όμως, σε αντίθεση με την καπιταλι-
στική αγορά εργασίας, δεν θα κατανέμει την εργασία με βάση το κέρδος
ή, εναλλακτικά, με βάση τις εντολές των υπευθύνων για το κεντρικό πλά-
νο, όπως συνέβαινε στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Αντίθετα, η κατανομή
της εργασίας θα γίνεται με βάση τις προτιμήσεις των πολιτών, τόσο ως
86. Michael Albert και Robin Hahnel, Looking Forward, σελ. 19.
87. April Carter, Authority and Democracy (London: Routledge, 1979), κεφ. 2.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
432
παραγωγών όσο και ως καταναλωτών. Έτσι, οι πολίτες:
●● ως παραγωγοί, θα επιλέγουν την δουλειά που θέλουν να κάνουν και
οι επιθυμίες τους θα αντικατοπτρίζονται στον «δείκτη επιθυμητότητας»,
ο οποίος θα καθορίζει εν μέρει και το μέγεθος των αμοιβών,
●● ως καταναλωτές, θα επηρεάζουν άμεσα τις «τιμές» των μη βασικών
αγαθών και υπηρεσιών μέσω της χρήσης των ΜΒΔ και έμμεσα την κατα-
νομή των εργασιακών πόρων σε κάθε δραστηριότητα, μέσω του αντί-
κτυπου των «τιμών» στο μέγεθος των αμοιβών.
Ένα σημαντικό ζήτημα, που ανέκυψε από μια διεισδυτική εξέταση
προγενέστερης εκδοχής των παραπάνω προτάσεων,88 αναφέρεται στον
υψηλό βαθμό εξειδίκευσης που ενέχουν ορισμένες από τις υπηρεσίες που
απαιτούνται για την κάλυψη βασικών αναγκών (γιατροί, καθηγητές κ.λπ.),
και τα συνακόλουθα προβλήματα που δημιουργεί ο καθορισμός του μεγέ-
θους της αμοιβής τους. Είναι δίκαιο ένας ειδικά εκπαιδευμένος θεραπευ-
τής που ικανοποιεί βασικές ανάγκες της κοινότητας να δικαιούται μόνο
βασικές διατακτικές (ΒΔ), ενώ ένας ζωγράφος να δικαιούται μη βασικές
διατακτικές (ΜΒΔ) για μερικές ώρες έξτρα ζωγραφικής;
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, ας δούμε με περισσότερες λε-
πτομέρειες πώς υποτίθεται ότι λειτουργεί το προτεινόμενο σύστημα:
●● αρχικά, η συνομοσπονδιακή συνέλευση αποφασίζει για το ποιες ανά-
γκες είναι βασικές και ποιες όχι, και ενδεχομένως οι περισσότερες από
τις υπηρεσίες που έχουν να κάνουν με την υγεία και την εκπαίδευση θα
ταξινομηθούν στις βασικές υπηρεσίες·
●● στην συνέχεια, η ίδια συνέλευση θα επιλέξει το συγκεκριμένο πλά-
νο που θα εφαρμοστεί για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών, το
οποίο θα πρέπει να εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ της συνομο-
σπονδιακής ζήτησης και προσφοράς. Το πλάνο αυτό θα καθορίζει τον
αριθμό των ωρών εργασίας, καθώς και τους άλλους πόρους που απαι-
τούνται για κάθε τύπο δραστηριότητας, έτσι ώστε να καλύπτονται οι
βασικές ανάγκες όλων των πολιτών στην συνομοσπονδία·
●● τέλος, οι πολίτες θα επιλέγουν ατομικά τον τύπο της βασικής δρα-
στηριότητας στην οποία επιθυμούν να συμμετέχουν.
Είναι φανερό ότι, όσον αφορά στα είδη δραστηριοτήτων που δεν
απαιτούν ειδική εκπαίδευση ή γνώση, δεν υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλη-
μα στον καταμερισμό της εργασίας και τον καθορισμό της αμοιβής. Για
88. Steve Millett, σε προσωπική αλληλογραφία, για το άρθρο μου «Οι οικονομικές βάσεις
της οικολογικής κοινωνίας».
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
433
δραστηριότητες όμως που απαιτούν ειδική εκπαίδευση, γνώσεις κ.λπ,
ανακύπτει ένα ζήτημα αμοιβής, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της
εργασίας, αν όχι όλη η εργασία, που σχετίζεται με τις δραστηριότητες αυ-
τές συνιστά βασική εργασία. Πώς μπορεί τότε να επιλυθεί το παράδοξο
του γιατρού έναντι του ζωγράφου;
Πιστεύω ότι η λύση σ’ αυτού του είδους το πρόβλημα θα μπορούσε να
βρεθεί στην βάση ενός διαχωρισμού του τμήματος εκείνου της συνολικής
βασικής εργασίας που δεν απαιτεί ειδικευμένη εκπαίδευση, γνώση κ.λπ.,
από το τμήμα που την απαιτεί (οι υπεύθυνοι για το πλάνο θα μπορούσαν
εύκολα να εκτιμήσουν τα σχετικά τμήματα). Τότε, όσον αφορά στο πρώτο
τμήμα, όλη η καταβληθείσα εργασία θα πρέπει να θεωρείται ως «βασική»,
και οι πολίτες που προσφέρουν ανάλογες υπηρεσίες θα δικαιούνται μόνο
ΒΔ (εκτός αν προσφέρουν επιπρόσθετη εργασία). Ο αριθμός των ωρών
που θα πρέπει να δουλεύει σ’ αυτόν τον τύπο δραστηριότητας ο κάθε πο-
λίτης θα καθορίζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του πλάνου που έχει
υιοθετηθεί από την συνομοσπονδιακή συνέλευση. Όσον αφορά, όμως,
στο δεύτερο τμήμα, οι πολίτες που απασχολούνται με δραστηριότητες
οι οποίες απαιτούν ειδικευμένη εκπαίδευση ή γνώση θα μπορούσαν να
απαιτήσουν και ΜΒΔ για κάθε ώρα «βασικής» εργασίας. Έτσι, ένας γιατρός,
πέρα από τις ΒΔ, θα δικαιούται και έναν αριθμό ΜΒΔ (ο οποίος θα προσ-
διορίζεται με βάση τον δείκτη επιθυμητότητας) για κάθε ώρα «βασικής»
εργασίας. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η δημιουργία του παράδοξου
«γιατρός έναντι ζωγράφου», αφού ένας γιατρός, πέρα από τις ΒΔ, θα παίρ-
νει αυτόματα και έναν αριθμό ΜΒΔ, για τη δουλειά του σα γιατρός, ενώ
ένας ζωγράφος –εφ’ όσον η συνέλευση δεν θεωρήσει ότι η δουλειά του
ικανοποιεί κάποια βασική ανάγκη– θα παίρνει μόνο ΒΔ απασχολούμενος
σε κάποια από τις βασικές/υποχρεωτικές εργασίες δηλ. όχι σαν ζωγράφος,
και τόσες ΜΒΔ όσες είναι ο αριθμός των ωρών που είναι διατεθειμένος να
απασχολείται ως ζωγράφος. Από την άλλη μεριά, εάν η συνομοσπονδιακή
συνέλευση θεωρήσει ότι η δουλειά ενός ζωγράφου καλύπτει μια βασική
ανάγκη, τότε, θα δικαιούται και εκείνος ΜΒΔ, ο αριθμός των οποίων θα
καθορίζεται από τον δείκτη επιθυμητότητας.
Βέβαια, η λύση που προτείνεται εδώ ενέχει μια συγκεκριμένη εγγενή
προκατάληψη προς όφελος των δραστηριοτήτων που απαιτούν κάποια
ειδίκευση, αλλά με δεδομένο ότι σε μια πολύπλοκη κοινωνία οι περισσότε-
ρες δραστηριότητες πράγματι ενέχουν διάφορους βαθμούς ειδικευμένης
εκπαίδευσης και γνώσης, δεν πιστεύω ότι η προκατάληψη αυτή δημιουρ-
γεί σοβαρό πρόβλημα –στον βαθμό βέβαια που ο δείκτης επιθυμητότη-
τας αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τις προτιμήσεις της κοινότητας σχετικά
με τους διάφορους τύπους εργασίας.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
434
Οι στόχοι της παραγωγής και η τεχνολογία
Όλοι οι χώροι εργασίας, είτε παράγουν βασικά είτε μη βασικά αγαθά και
υπηρεσίες, βρίσκονται υπό τον άμεσο έλεγχο των συνελεύσεων των χώ-
ρων εργασίας, οι οποίες καθορίζουν τις εργασιακές συνθήκες, καθώς και
τα συγκεκριμένα εργασιακά καθήκοντα με βάση τις προτιμήσεις των ερ-
γαζόμενων. Πιό συγκεκριμένα, όσον αφορά στους στόχους της παραγω-
γής, θα πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ των διαφόρων τύπων παραγωγής.
α) Βασικά αγαθά και υπηρεσίες
Το συνολικό επίπεδο παραγωγής βασικών αγαθών και υπηρεσιών για
την συνομοσπονδία καθορίζεται από την συνομοσπονδιακή συνέλευση
με την διαδικασία που περιγράφηκε παραπάνω. Τα συγκεκριμένα επίπε-
δα παραγωγής και η διάρθρωσή της για κάθε δημοτική επιχείρηση και
συνακόλουθα κάθε χώρο εργασίας, καθορίζεται πρώτον, από τις προτι-
μήσεις των πολιτών ως καταναλωτών, όπως αυτές εκφράζονται από την
χρήση των διατακτικών (ή των «χρεώσεων» ΒΠΚ που προσφέρονται) για
κάθε τύπο προϊόντος και, δεύτερον, από τις συνελεύσεις στους χώρους
εργασίας, όπου οι πολίτες ως παραγωγοί αποφασίζουν τον τρόπο εκπλή-
ρωσης των «παραγγελιών» των καταναλωτών, στην βάση των στόχων που
τίθενται από το συνομοσπονδιακό πλάνο, τον τρόπο κατανομής των ερ-
γασιακών καθηκόντων μεταξύ τους κ.λπ. Έτσι, οι παραγωγικές μονάδες
(οι δημοτικές επιχειρήσεις) μπορούν να διεκδικούν μερίδιο από τους δια-
θέσιμους (σύμφωνα με το συνομοσπονδιακό πλάνο) κοινοτικούς πόρους
για τον δικό τους τύπο παραγωγής, το οποίο θα είναι ανάλογο με τις δια-
τακτικές (ή αντίστοιχα τις χρεώσεις των ΒΠΚ τους) που προσφέρονται σ’
αυτές από τους πολίτες ως καταναλωτές.
β) Μη βασικά αγαθά και υπηρεσίες
Οι παραγωγοί των μη βασικών αγαθών και υπηρεσιών (δηλαδή οι δημο-
τικές επιχειρήσεις) θα προσαρμόζουν σε τακτά χρονικά διαστήματα το
επίπεδο και την σύνθεση της παραγωγής τους με βάση τις διατακτικές
που καταλήγουν σ’ αυτούς (ή τις «χρεώσεις» ΜΒΠΚ που προσφέρονται σε
αυτούς), –δηλαδή την ζήτηση– υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι οι σχε-
τικοί οικονομικοί πόροι είναι διαθέσιμοι. Αυτό σημαίνει ότι, πέρα από το
συνομοσπονδιακό πλάνο, θα πρέπει να υπάρχουν και δημοτικά πλάνα
που να αφορούν στην κατανομή των πόρων στον τομέα των μη βασικών
αγαθών και υπηρεσιών. Kύριος στόχος των δημοτικών πλάνων θα είναι να
παρέχουν στις συνελεύσεις των χώρων εργασίας ενδείξεις σχετικά με την
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
435
διαθεσιμότητα των πόρων, έτσι ώστε οι συνελεύσεις αυτές να μπορούν
στην συνέχεια να καταστρώνουν τα δικά τους πλάνα παραγωγής έχοντας
πλήρεις πληροφορίες, πράγμα που θα εξυπηρετούσε την αποφυγή σο-
βαρών ανισορροπιών μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης, καθώς και
οικολογικών ανισορροπιών.
Έτσι, οι υπεύθυνοι για το δημοτικό πλάνο, με βάση την ζήτηση στο πα-
ρελθόν για συγκεκριμένους τύπους μη βασικών αγαθών, τις προβλέψεις
για το μέλλον, τον στόχο της επίτευξης οικολογικής ισορροπίας αλλά και
ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης, θα μπορούσαν να
κάνουν προτάσεις στην δημοτική συνέλευση για τους πιθανούς στόχους
σε σχέση με τους διαθέσιμους πόρους, έτσι ώστε η συνέλευση να είναι
σε θέση να πάρει μια ενημερωμένη απόφαση για τον καταμερισμό –σε
γενικές γραμμές– των παραγωγικών πόρων μεταξύ διαφόρων τομέων.
Εντούτοις, ο ενεργός καταμερισμός των πόρων μεταξύ των διαφόρων πα-
ραγωγικών μονάδων (δημοτικών επιχειρήσεων) στον κάθε τομέα θα γίνε-
ται στην βάση της ζήτησης για τα προϊόντα τους (η οποία εκφράζεται από
τις ΜΒΔ που θα προσφέρονται σε κάθε μονάδα για το προϊόν της ή από τις
«χρεώσεις» ΜΒΠΚ), και θα πραγματοποιείται άμεσα μεταξύ των μονάδων
αυτών και όχι μέσω ενός κεντρικού γραφειοκρατικού μηχανισμού.
γ) Ενδιάμεσα αγαθά
Οι παραγωγοί των ενδιάμεσων αγαθών (πρώτες ύλες, μηχανήματα, εργα-
λεία κ.λπ.), τα οποία χρειάζονται για την παραγωγή άλλων βασικών και
μη βασικών αγαθών, θα παράγουν μια σύνθεση προϊόντων που θα κα-
θορίζεται «κατά παραγγελία». Έτσι, οι παραγωγικές μονάδες (δημοτικές
επιχειρήσεις) των τελικών αγαθών (βασικών και μη) κάνουν παραγγελίες
στους παραγωγούς των ενδιάμεσων αγαθών, με βάση την ζήτηση για τα
δικά τους προϊόντα, καθώς και τους στόχους του πλάνου. Επομένως, τα
συνομοσπονδιακά και δημοτικά πλάνα θα πρέπει να περιλαμβάνουν επί-
σης στόχους σχετικά με τα ενδιάμεσα αγαθά καθώς και αποφάσεις σχετι-
κά με το κρίσιμο ζήτημα της διαχρονικής κατανομής των πόρων (πόροι
για συνομοσπονδιακές και δημοτικές επενδύσεις).
δ) Τεχνολογία
Τέλος, ένα σημαντικό ζήτημα που ανακύπτει σε σχέση με την παραγω-
γή είναι το αν ένα νέο οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην οικονο-
μική δημοκρατία προϋποθέτει, κατ’ αρχήν, την απόρριψη της σημερινής
τεχνολογίας. Όπως επισημάνθηκε νωρίτερα, η τεχνολογία είναι άμεσα
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
436
συνδεδεμένη με την οργάνωση της κοινωνίας γενικά και την οργάνωση
της παραγωγής ειδικότερα. Είναι επομένως φανερό ότι η αλλαγή στους
στόχους του οικονομικού συστήματος, που θα επιφέρει η καθιέρωση της
Περιεκτικής Δημοκρατίας, καθώς και στις κοινωνικές αξίες τις οποίες θα
εκφράζει το νέο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, θα ενσωματωθούν στις
τεχνολογίες που θα υιοθετηθούν από την κοινότητα και από τους χώ-
ρους εργασίας. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν αποκλείει την πιθανότητα ότι οι
νέες τεχνολογίες μπορεί να έχουν κοινά σημεία με την σημερινή τεχνολο-
γία, με την προϋπόθεση ότι τα κοινά αυτά σημεία είναι συμβατά με τους
κύριους στόχους μιας περιεκτικής δημοκρατίας που θεμελιώνεται στην
κοινότητα.89
Σε μια δυναμική οικονομική δημοκρατία, οι επενδύσεις στις τεχνολογι-
κές καινοτομίες, καθώς και στην έρευνα και την ανάπτυξη γενικότερα, θα
πρέπει να συνιστούν σημαντικό τμήμα των διαβουλεύσεων των συνομο-
σπονδιοποιημένων δημοτικών συνελεύσεων. Οι συστάσεις των συνελεύ-
σεων των χώρων εργασίας και αυτές των καταναλωτικών οργανώσεων θα
πρέπει προφανώς να παίζουν κρίσιμο ρόλο στην διαδικασία λήψης των
σχετικών αποφάσεων.
Η κατανομή του εισοδήματος
Η συνέπεια που θα έχει το προτεινόμενο σύστημα στην κατανομή του ει-
σοδήματος είναι ότι θα προκύψει αναπόφευκτα ένας βαθμός ανισότητας
από τον εισαγόμενο διαχωρισμό μεταξύ βασικής και μη βασικής εργασίας.
Αλλά η ανισότητα αυτή θα είναι εντελώς διαφορετική από την σημερινή
ανισότητα. Έτσι η ανισότητα αυτή:
θα διαφέρει ποσοτικά ●● από την σημερινή ανισότητα, εφ’ όσον θα
είναι ελάχιστη σε κλίμακα, σε σύγκριση με τις σημερινές τεράστιες
ανισότητες,
●● θα διαφέρει ποιοτικά από την σημερινή ανισότητα, εφ’ όσον θα έχει
αποκλειστική αιτία την επιπρόσθετη εθελοντική εργασία και όχι τον
συσσωρευμένο ή κληρονομημένο πλούτο, όπως σήμερα·
●● δεν θα είναι άμεσα ή έμμεσα θεσμοποιημένη, αφού το επιπλέον ει-
σόδημα/πλούτος δεν θα συνδέεται με επιπλέον πολιτική και οικονομική
δύναμη και δεν θα μεταβιβάζεται σε κληρονόμους αλλά στον δήμο.
89. Για παραπέρα ανάλυση, βλ. Τ. Φωτόπουλος, «Για μια δημοκρατική αντίληψη της
επιστήμης και της τεχνολογίας», Δημοκρατία και Φύση, τεύχος 3, σελ.74-108

.Η εισαγωγή, επομένως, αυτού του ελάχιστου βαθμού ανισότητας με
κανέναν τρόπο δεν αναιρεί την οικονομική δημοκρατία, η οποία έχει μία
έννοια πολύ ευρύτερη που αναφέρεται στην ισοκατανομή της οικονομι-
κής δύναμης και όχι απλώς στην ισοκατανομή του εισοδήματος. Από την
άποψη αυτή, η πρόταση του Καστοριάδη90 για ισότητα μισθών όχι μόνο
δεν εκφράζει την ανισότητα στην ικανοποίηση από τα διάφορα είδη απα-
σχόλησης και επομένως δημιουργεί ανυπέρβλητα πρακτικά προβλήματα
στον καταμερισμό εργασίας, με τα οποία δεν ασχολείται ο συγγραφέας,
αλλά και εισάγεται στην πραγματικότητα ως «αντίβαρο» για την χρηματι-
κή οικονομία της αγοράς που υιοθετεί το μοντέλο αυτό.91
Έτσι, το χρήμα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στο μοντέλο του
Καστοριάδη ως ένα απρόσωπο μέσο ανταλλαγής και ως μονάδα αξίας,
μολονότι υποτίθεται ότι το αποτέλεσμα της συλλογικής ιδιοκτησίας των
παραγωγικών μέσων θα είναι ότι το χρήμα θα αποστερηθεί της λειτουρ-
γίας του ως μέσου συσσώρευσης πλούτου. Εντούτοις, παρ’ όλο που η
συλλογική ιδιοκτησία των παραγωγικών μέσων πράγματι εμποδίζει την
χρησιμοποίηση του χρήματος ως κεφαλαίου, τίποτα –εκτός από την κα-
ταφυγή σε αυταρχικά μέσα– δεν μπορεί να εμποδίσει τους ανθρώπους να
το χρησιμοποιούν ως μέσο συσσώρευσης πλούτου, δημιουργώντας έτσι
σοβαρές ανισότητες στην κατανομή του πλούτου.
Επιπλέον, το σύστημα που προτείνει ο Καστοριαδης βασίζεται σε μια
κρίσιμη θεσμική διευθέτηση, αυτό που ο συγγραφέας αποκαλεί «μη δι-
αφοροποίηση των μισθών, των ημερομισθίων και των εισοδημάτων».92
Όμως, η διευθέτηση αυτή όχι μόνο δεν είναι πρακτική και κάνει το σύστη-
μα ουτοπικό με την αρνητική σημασία του όρου, αλλά δεν είναι και επιθυ-
μητή. Όπως τόνισα προηγουμένως, κάποια διαφοροποίηση στις αμοιβές
είναι απαραίτητη όσον αφορά την μη βασική παραγωγή, ώστε να αντι-
σταθμιστεί η άνιση ικανοποίηση που προκύπτει από πολύ διαφορετικούς
τύπους εργασίας.
90. C. Castoriadis, “An Interview”, Radical Philosophy, vol. 56 (φθινόπωρο 1990), σελ. 35-43.
Ορισμένες από τις ιδέες που εκφράζονται στην συνέντευξη αυτή, και ιδιαίτερα αυτή για
την ισότητα των μισθών, είχαν πρωτοεκφρασθεί στο Workers’ Councils and the Economics
of a Self-Managed Society.
91. Για λεπτομερή κριτική του μοντέλου του Καστοριαδη, βλ. T. Fotopoulos, “On a
distorted view of the Inclusive Democracy project”, Democracy & Nature, vol. 5, no. 1 (1999),
καθώς και το άρθρο “Πρόσφατες Θεωρητικές εξελίξεις στο πρόταγμα της Περιεκτικής
Δημοκρατίας” στο βιβλίο Παγκοσμιοποιημένος Καπιταλισμός, Έκλειψη της Αριστεράς και
Περιεκτική Δημοκρατία, ο.π.
92. C. Castoriadis, “An Interview”, σελ. 66.
ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Δέκα Χρόνια Μετά
438
Ανταλλαγές μεταξύ των κοινοτήτων
Η αυτοδυναμία συνεπάγεται όχι μόνο την οικονομική

αλλά και την φυσι-
κή αποκέντρωση της παραγωγής σε μικρότερες μονάδες, καθώς και μια
κάθετη ενσωμάτωση των παραγωγικών σταδίων, την οποία η σύγχρονη
παραγωγή (που αποβλέπει στην παγκόσμια αγορά) έχει καταστρέψει.
Επομένως, η επιδίωξη της αυτοδυναμίας από κάθε κοινότητα θα συνει-
σφέρει σημαντικά στην εξισορρόπηση της προσφοράς με την ζήτηση.
Εντούτοις, δεδομένου ότι αυτοδυναμία δεν σημαίνει αυτάρκεια, παρά
την ριζική αποκέντρωση, ένας σημαντικός αριθμός αγαθών και υπηρεσι-
ών θα πρέπει να «εισάγεται» από άλλες κοινότητες στην συνομοσπονδία.
Εξάλλου, αναπόφευκτα θα δημιουργούνται και κάποια πλεονάσματα σε
διάφορα είδη αγαθών και υπηρεσιών, τα οποία θα μπορούσαν να διατε-
θούν για «εξαγωγή» σε άλλες κοινότητες. Έτσι, θα δημιουργηθεί μια σειρά
«ανταλλαγών» που θα αναφέρονται τόσο στην βασική όσο και στην μη
βασική παραγωγή.
Όσον αφορά στις ανταλλαγές των βασικών αγαθών και υπηρεσιών, γι’
αυτές θα φροντίζει το συνομοσπονδιακό Πλάνο. Παρ’ όλο που το μεγαλύ-
τερο μέρος των βασικών αναγκών καλύπτεται στο δημοτικό επίπεδο, οι
απαιτούμενοι πόροι για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών προέρχο-
νται τόσο από τον δήμο όσο και από άλλους δήμους. Ακόμα, η ικανοποί-
ηση κάποιων βασικών αναγκών που εμπλέκουν περισσότερους από ένα
δήμους (π.χ. μεταφορές, επικοινωνίες, ενέργεια), θα συντονίζεται μέσω
του συνομοσπονδιακού Πλάνου. Σε ό,τι αφορά επομένως στις ΒΔ, δεν θα
πρέπει να υπάρχει κανένα πρόβλημα σε σχέση με την ανταλλαξιμότητά
τους μεταξύ των κοινοτήτων.
Όσον αφορά όμως στις ανταλλαγές των μη βασικών αγαθών, προκύ-
πτει ένα πρόβλημα ανταλλαξιμότητας των ΜΒΔ. Το πρόβλημα αυτό εί-
ναι συνέπεια του γεγονότος ότι η ικανοποίηση των μη βασικών αναγκών
δεν αποτελεί μέρος του συνομοσπονδιακού πλάνου και οι απαιτούμενοι
πόροι για τις ανάγκες αυτές είναι κατά κύριο λόγο δημοτικοί. Επιπλέον, η
αξιολόγηση των μη βασικών αγαθών και υπηρεσιών διαφέρει από δήμο
σε δήμο, ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους. Επομένως, οι περιφερει-
ακές ή οι συνομοσπονδιακές συνελεύσεις θα πρέπει να καθορίσουν ένα
σύστημα ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών, στην βάση κριτηρίων που
θα λαμβάνουν υπ’ όψη τους την άνιση γεωγραφική διασπορά των μη αν-
θρώπινων πόρων.
Τέλος, όσον αφορά στις ανταλλαγές αγαθών και υπηρεσιών με άλλες
συνομοσπονδίες (ή με χώρες στις οποίες θα ισχύει ακόμα ένα σύστημα
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
439
οικονομίας της αγοράς), θα μπορούσαν να ρυθμίζονται από διμερείς ή
πολυμερείς συμφωνίες.
Καταλήγοντας, θα πρέπει να έχει γίνει σαφές από την παραπάνω συ-
ζήτηση ότι ο διττός στόχος της ικανοποίησης των βασικών αναγκών και
της εξασφάλισης της ελευθερίας επιλογής προϋποθέτει μια σύνθεση της
συλλογικής με την ατομική διαδικασία λήψης αποφάσεων, παρόμοια με
αυτήν που προτείνεται εδώ, μέσα από έναν συνδυασμό του δημοκρατι-
κού πλάνου που εκφράζει τις συλλογικές προτιμήσεις και των ατομικών
προτιμήσεων, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τις διατακτικές και τις
«χρεώσεις» πιστωτικών. Στην πραγματικότητα, ακόμα κι αν φθάναμε κά-
ποτε στο μυθικό εκείνο στάδιο όπου οι παραγωγικοί πόροι δεν σπανίζουν,
θα εξακολουθούσαν να ανακύπτουν θέματα επιλογής σε σχέση με τα
μέσα ικανοποίησης των αναγκών, την οικολογική συμβατότητα κ.λπ. Από
την άποψη αυτή, η αναρχοκομουνιστική θέση που αναφέρεται σε μια κοι-
νωνία επικαρπίας και δωρεάς, στον βαθμό που προϋποθέτει «αντικειμενι-
κή» υλική αφθονία, ανήκει και αυτή στην μυθολογία ενός κομμουνιστικού
παραδείσου. Και αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο το
σύστημα που προτείνεται εδώ προσφέρει ένα ρεαλιστικό μοντέλο για να
κατακτήσουμε το βασίλειο της ελευθερίας, τώρα, και όχι σε κάποια μυθι-
κή κοινωνία μετα-σπάνεως.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Τάκης Φωτόπουλος είναι πολιτικός φιλόσοφος και διευθυντής από το 1992 του διεθνούς θεωρητικού περιοδικού Society & Nature / Democracy and Nature The International Journal of Inclusive DemocracyΕπίσης είναι τακτικός συνεργάτης της Ελευθεροτυπίας. Προηγουμεενως ήταν καθηγητής (senior lecturer) Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Β. Λονδίνου (1969-1989). Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στα φοιτητικά του χρόνια ανέπτυξε έντονη αντί-ΕΚΟΦικη συνδικαλιστική δραστηριότητα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1966 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου έκανε, με υποτροφία του Πανεπιστήμιου Αθηνών, τις μεταπτυχιακές σπουδές του στα Οικονομικά στην London School of Economics. Στη διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε  αντιδικτατορική δραστηριότητα στο Λονδίνο, όπου, μεταξύ άλλων, συνεργάστηκε με την εφημερίδα Μαμή, που εκδιδετο από τις Επαναστατικές Σοσιαλιστικές Ομάδες (ΕΣΟ). Είναι συγγραφέας 23 βιβλίων και πάνω απο 900 άρθρων στα Αγγλικά και Ελληνικά, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 20 γλώσσες. Το βιβλίο του Towards an Inclusive Democracy (London/New York:Cassell/Continuum, 1997) έχει κυκλοφορήσει και στα Ελληνικά, Περιεκτική Δημοκρατία (Καστανιώτης 1999 και επανέκδοση Περιεκτική Δημοκρατία: 10 Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος, 2008), καθώς και στα Ιταλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Γερμανικά και Κινέζικα. Το τελευταίο του βιβλίο στα Ελληνικά είναι H Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ: Η ανάγκη για άμεση έξοδο απο την ΕΕ και για μια αυτοδύναμη Οικονομία (Γόρδιος, Νοέμβρης 2010).

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s