ΣΧΟΛΗ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ

Όσοι εκ των αναγνωστών ενδιαφέρονται και διαθέτουν επαρκείς γνώσεις και μέθοδο διδασκαλίας επί των διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων που αναγράφονται στίν εκάστοτε σελίδα σχολειό μπορούν να καταχωρούν σχετικά με την θεματολογία κείμενα, ποιοτικού και ουσιώδους περιεχομενου.

Μια και οι ενδιαφερόμενοι θα προέρχονται από όλες τις ηλικίες και θα είναι διαφορετικού επιπεδου παιδείας, εκπαίδευσης και ικανοτήτων, οφείλουμε να δομήσουμε το προσφερόμενο γνωστικό υλικό και τις διδακτικές μεθόδους κατά τρόπον που να ανταποκρίνεται σε αυτές τις ηλικιακές και γνωστικές διαφορες.

Το γνωστικό υλικό τις εκάστοτε θεματολογίας στην σχετική σελίδα σχολειό, να το δομήσουμε και κατανέμουμε αρχικά σε 7 επίπεδα γνωστικού περιεχομενου και ποιότητας.

1. Επίπεδο

Για Συνέλληνες επιπεδου γραμματικών γνώσεων Γυμνασίου.

2. Επίπεδο

Για Συνέλληνες επιπεδου γραμματικών γνώσεων Λυκείου.

3. Επίπεδο

Για Συνέλληνες γραμματικού επιπεδου Λυκείου και επαγγελματικών σχολών.

5. Επίπεδο

Για Συνέλληνες γραμματικών γνώσεων ανωτερων σχολών.

6. Επίπεδο

Για Συνέλληνες γραμματικών γνώσεων επιπεδου ανωτατων σχολών.

7. Επίπεδο

Για Συνέλληνες γραμματικών γνώσεων εξειδίκευσης επί των εκάστοτε γνωστικών αντικειμένων.

Η συμμετοχη είναι προαιρετική και χωρίς πληρωμή, καθότι λείπουν οι οικονομική πόροι. Οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν θα συνεισφέρουν αχρημάτιστα, υπηρετώντας την ιδέα και το κοινωνικό σύνολο που θα καρπούται αυτών των γνώσεων.

Με τον γενικό όρο πολιτική εννοείται το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται και των μεθόδων και διαδικασιών που ακολουθούνται, μέσω των οποίων, ομάδες ανθρώπων οργανώνονται και λειτουργούν, προκειμένου να πετύχουν κατά τον καλύτερο τρόπο και με το μικρότερο δυνατό κόστος τους σκοπούς που επιδιώκουν σε διάφορους τομείς δραστηριοτήτων. Ο όρος εφαρμόζεται τόσο σε κυβερνήσεις κρατών για τον τρόπο διακυβέρνησης και χειρισμού των διαφόρων υποθέσεων, όπως επίσης και σε οργανισμούς, εταιρείες και άλλες οργανώσεις, λαμβάνοντας ανάλογα ιδιαίτερο χαρακτηρισμό π.χ. Ναυτιλιακή Πολιτική, Αγροτική πολιτική, βιομηχανική πολιτική κ.λπ. Η πολιτική είναι συνυφασμένη με την εξουσία και τη δύναμη που πηγάζει από αυτή.

Η άσκηση της πολιτικής αποτελεί τέχνη και επιστήμη και αφορά σε ιδέες και στον τρόπο εφαρμογής τους, τόσο σε ζωτικά ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και υπόστασης (ελευθερία, ασφάλεια, δικαιοσύνη, πολιτισμός, κτλ), καθώς επίσης και σε όλα τα υπόλοιπα θέματα που αφορούν στο κοινωνικό σύνολο, στον πολίτη, στον εργαζόμενο, κτλ. Όταν η πολιτική μετατρέπεται στην τέχνη για να διατηρηθεί ή να κατακτήσει ένα κόμμα την εξουσία ως αυτοσκοπός, τότε υπεισέρχεται η διαφθορά, η κατάχρηση εξουσίας, το «χρήμα» και οι περισσότεροι πολίτες απογοητεύονται και παύουν να ενδιαφέρονται για αυτά που τους αφορούν, με κίνδυνο τα αποτελέσματα να είναι ολέθρια σε όλους τους τομείς.

Η φύση του ανθρώπου και τα πολιτεύματα, πραγματικότητα και απορρέουσες Αλήθειες

Τα πολιτεύματα, θα τα χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες. Στα Μοναρχικά και στα Πολυαρχικά. Στα Μοναρχικά, θα συμπεριλάβουμε και το Αριστοκρατικό όπως και το Ολιγαρχικό. Στα Πολυαρχικά τη Δημοκρατία και τον Αναρχισμό. Αυτά τα δύο, (όσο κι αν φαίνεται παράξενο), είναι πολύ κοντά. Ευθύς αμέσως, θ’ αρχίσουμε με τα Μοναρχικά αναφερόμενοι μόνο σ’ αυτά, που η ύπαρξή τους αποδεικνύεται ιστορικά.

 

Βασιλεία: Είναι το πολίτευμα, που ο αρχηγός της πολιτείας, είναι ισόβιος με  κληρονομικό δικαίωμα. Ας αρχίσουμε από τη γυναικεία Βασιλεία που συναντούμε σε πολλούς καθυστερημένους, αλλά και προχωρημένους λαούς στην Αφρική και ιδίως στην Ασία. Είναι ένα λείψανο της Μητριαρχίας και συγχρόνως, ένα σημαντικό στοιχείο.

Σ’ ένα κράτος του Ασσάμ (στην Ινδία), μια γυναίκα είναι η κεφαλή της πολιτείας που συνδυάζει στο πρόσωπό της τις ιερατικές και βασιλικές λειτουργίες. Τα κινέζικα χρονικά, (προ και μετά Χριστό), παραδίδουν περιγραφές του παλιού «Βασιλείου των Γυναικών», που διήρκεσε πάνω από χίλια χρόνια, τόσο στο βόρειο Θιβέτ, όσο και σε πολλές περιοχές της νότιας Κίνας.

Στη νότια Κίνα στο Σου-Μου, μια φυλή των Μαντσού που αριθμούσε κάπου τριάμισι εκατομμύρια λαό, είχε κυβερνήτη μια γυναίκα-βασίλισσα, το ίδιο και η φυλή Νούε-Κούν. Η βασίλισσα, είχε κοντά της μερικές εκατοντάδες γυναίκες και κάθε πέντε μέρες είχε μ’ αυτές κυβερνητικό συμβούλιο. Τις αποφάσεις τις λάβαιναν οι άνδρες, από τα βάθη του παλατιού, κι αλλοίμονό τους αν δεν τις εκτελούσαν. Φυσικά το αξίωμα είναι κληρονομικό και η μεταβίβασή του περιορίζεται μόνο στους θηλυκούς απογόνους. Η μυθολογία μας παρέδωσε, την Σεμίραμις, την Διδώ, τη Λυδία Ομφάλη και άλλες.

Ο Ηρόδοτος, αναφέρει την Τόμυρι, βασίλισσα των Μασσαγετών που νικά τον μεγάλο Κύρο και τον τιμωρεί με τη σκληρότητα που ξέρουν να τιμωρούν οι γυναίκες.

Η ιστορία μας γνωρίζει δύο τύπους βασιλείας ξεχωριστούς, μα και συχνά συνδυασμένους. Την Αρχηγική, ή πολεμική και τη Θεοκρατική. Η αρχηγική βγαίνει από την στρατιωτική Αρχηγία και σε περίπτωση που επικρατήσει και συγκροτήσει μεγάλες ή ισχυρές επικράτειες, για να διατηρηθεί και να κυριαρχεί απόλυτα, μετατρέπεται σε Θεοκρατική.

Όταν η βασιλεία παραμερίζεται, μα το βασιλικό γένος διατηρεί την υπεροχή του ανάμεσα στ’ άλλα γένη των ευγενών και κρατάει αυτήν τις κρατικές εξουσίες, μετατρέπεται σε δυναστική ολιγαρχία. Στην προκειμένη περίπτωση, το ισόβιο και το κληρονομητό, (χαρακτηριστικά της βασιλείας), μπορεί να ανατραπούν.

Στη σύγχρονη ιστορία, η βασιλεία σχετίζεται με τη μοναρχία στην ισοβιότητα και την κληρονομικότητα. Διαφέρει απ’ αυτήν μόνο ως προς την πηγή εξουσίας. Ενώ στην μοναρχία απόλυτος εξουσιαστής είναι ο μονάρχης, στη βασιλεία παραχωρούνται πολλά δικαιώματα στο λαό.

 

Ολιγαρχία: Σημαίνει την κυριαρχία των ολίγων. Μπορεί να εφαρμοστεί ευρύτατα τόσο σε κυβερνήσεις, όσο και σε εξωτερικές κυβερνητικές ομάδες, όπως είναι τα κόμματα, διάφορες εμπλεκόμενες κερδοφόρες εταιρείες, η εκκλησία κ.λπ. Σχετίζεται άμεσα, με τη μεγάλη συσσώρευση του πλούτου από μια μικρή ομάδα ανθρώπων, που για να διατηρεί διαρκώς την οικονομική δύναμή του έχει άμεση ανάγκη της κυβερνητικής υποστήριξης. Η πλουτοκρατία είναι δημιούργημα της ολιγαρχίας.


Αριστοκρατία: Ετυμολογικά σημαίνει το κράτος των αρίστων. Είναι ένα σύστημα που από πρώτη άποψη, δίνει την εντύπωση πως είναι η ποιό σωστή μορφή διακυβέρνησης. Μια δεύτερη όμως σκέψη, μας φέρνει μπροστά σε τρία προβλήματα: ποιοι είναι οι άριστοι, πως ξεχωρίζουν και που θα τους βρούμε;

Μερικοί άνθρωποι, ξεχωρίζουν από το σύνολο λόγω ιδιαιτεροτήτων. Λαμβάνοντας ύπ’ όψη τις θετικές, θα συναντήσουμε έναν ταλαντούχο επιστήμονα, ένα ζωγράφο, ένα μουσικό, έναν τραγουδιστή, έναν ποδοσφαιριστή και άλλους πολλούς, χαρισματικούς στον τομέα τους. Η ιδιάζουσα ικανότητα (κοινώς ταλέντο), όλων αυτών, χρησιμοποιείται απ’ αυτούς για προσωπική προβολή, αλλά πολύ περισσότερο για οικονομική απολαβή. Στην πολιτική τα πράγματα είναι πολύ μπερδεμένα και πολλές φορές ανεξιχνίαστα. Η στενότητα του χρόνου δεν επιτρέπει παρεμβολές και εξηγήσεις. Τ’ αφήνουμε στην κρίση σας. Θα βοηθήσει και ο Αριστοφάνης. Είναι λίγο παλιά η άποψή του, αλλά δεν πειράζει!..

«Πονάω που βλέπω όλα να σαπίζουν σ’ αυτόν τον τόπο. Στην εξουσία πάντοτε οι φαύλοι. Κι’ αν φανεί μια μέρα κάποιος έντιμος, σε δέκα μέρες σκαρτεύει. Φέρνεις άλλον, βγαίνει χειρότερος».

Αριστοφάνης (Εκκλησιάζουσες, στ.174-179)

 

Τυραννία: Είναι ένα είδος πολιτεύματος των ελληνικών πολιτειών, κατά το οποίο την ανώτατη εξουσία είχε ένας άνδρας με απόλυτα κυριαρχικά δικαιώματα. Οι περισσότεροι από τους τύραννους διοίκησαν συνετά, με αποτέλεσμα να έχουν ευεργετικά αποτελέσματα τόσο στην οικονομική, όσο και στην εκπολιτιστική ανάπτυξη της πόλης τους. Η λέξη τύραννος, ταυτίστηκε με τον αυθαίρετο και μισητό ηγεμόνα, με την καταδυνάστευση της πόλης των Αθηνών από τους τριάκοντα τυράννους.


ΜοναρχίαΕίναι το πολίτευμα, που ο ανώτατος άρχοντας του κράτους (κληρονομικός ή αιρετός), αποτελεί τον αποκλειστικό  φορέα της πολιτικής εξουσίας, η οποία ασκείται από αυτόν απεριόριστα και ισόβια.

Στις νεώτερες εποχές, υποδειγματική μορφή μοναρχίας εμφανίζεται στην Ελλάδα από το 1833 έως το 1844.


Αυτοκρατορία: Ο όρος αυτοκρατορία, εφαρμόστηκε για κράτη που χαρακτηρίζονταν από το μεγάλο μέγεθος σε έκταση, πληθυσμό και ισχύ. Αυτές συμπεριλάβαιναν διάφορα έθνη, λαούς, ή κράτη διαφορετικών φυλών και πολιτισμών. Σ’ αυτές ένα  και μοναδικό πρόσωπο είναι η υπέρτατη αρχή, από την οποία εκπορεύονται όλες οι κατά τόπους αρχές.


Δικτατορία: Στην αρχαία Ρώμη, η δικτατορία ήταν ο θεσμός που ένας μόνο άνδρας, διοριζόμενος από τον ένα ή και τους δύο υπάτους, αποκτούσε απόλυτη εξουσία, για μια περίοδο έξη μηνών, σε εποχή έκτακτης ανάγκης. Ήταν συνεπώς μια νόμιμη μορφή εξουσίας. Μόνο κατά τα τέλη της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, αποκτούσαν τον τίτλο του δικτάτορα στρατηγοί που καταλάμβαναν με παράνομα μέσα την αρχή.

Στην κοινότερη χρήση του όρου, η δικτατορία είναι μια μορφή εξουσίας που έχει τα ακόλουθα γνωρίσματα:

1ο την έλλειψη νόμων,(ή τη μη εφαρμογή αυτών), βάσει των οποίων ο ασκών (ή οι ασκούντες) την εξουσία, μπορούν να κληθούν να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους. Αυτό κάτι θυμίζει!!!

2ο την παντελή έλλειψη περιορισμών στην έκταση της άσκησης της εξουσίας.

3ο την απόκτηση της υπέρτατης εξουσίας, κατά παράβαση της υφιστάμενης νομοθεσίας.

4ο ανυπαρξία ρυθμίσεων για ομαλή διαδοχή.

5ο τη χρήση της εξουσία προς όφελος μόνο μιας περιορισμένης ομάδας ατόμων.

6ο την υπακοή των υπηκόων, οφειλόμενη μόνο στο φόβο.

7ο τη συγκέντρωση της δύναμης της εξουσίας στα χέρια ενός ή μερικών ατόμων.

8ο τη χρήση τρομοκρατίας.

Μια δικτατορία μπορεί να είναι προσωπική ή συλλογική. Στις προσωπικές πλησιάζουν ο Φασισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός. Ας μη ξεχνάμε όμως, ότι ο Χίτλερ έφθασε στην κορυφή του κράτους με συνταγματικό τρόπο. Το όρο δικτατορία, τον χρησιμοποίησε -κυρίως θεωρητικά- σαν «δικτατορία του προλεταριάτου» και ο επιστημονικός σοσιαλισμός ή κομμουνισμός.


Κομμουνισμός: Τα περί φιλοσοφικής θεώρησης του Κομμουνισμού, λίγο-πολύ, μας είναι γνωστά. Εμείς όμως, θα σταθούμε στην πρακτική εφαρμογή του μ’ ένα απλό, αλλά τρανταχτό πειστήριο.

Κατά την διάρκεια των κρίσεων και αποτυχιών, (που διαδέχονταν η μία την άλλη), έως την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, στη Ρωσία δεν υπήρχε μόνο ο μπολσεβικισμός, σα θεωρία της Κοινωνικής Επανάστασης που πραγματοποιούνταν. Σιγά-σιγά, διαμορφώνεται μια δεύτερη θεμελιακή ιδέα, που αποβλέπει σε μια ειλικρινή και ακέραια Κοινωνική Επανάσταση. Κι αυτή ήταν η αναρχική ιδέα. Η επίδραση των φιλοσοφικών θέσεων του Μπακούνιν, (πολύ ασθενική στην αρχή), αυξήθηκε στο μέτρο που έπαιρναν έκταση τα ίδια τα γεγονότα.

Στα τέλη του 1918, η επίδραση αυτή στάθηκε τέτοια, ώστε οι μπολσεβίκοι ν’ ανησυχήσουν σοβαρά. Απ’ τις αρχές του 1918 και μέχρι τα τέλη του 1921, χρειάστηκε να δώσουν έναν πάρα  πολύ σκληρό αγώνα, ενάντια στην εξάπλωση αυτής της ιδέας. Έναν αγώνα, το ίδιο μακροχρόνιο και βίαιο -τουλάχιστον- όσο και αυτός που δόθηκε κατά της τσαρικής εξουσίας.

Ουσιαστικά ο μπολσεβικισμός -σαν εξουσία- πολέμησε την ιδέα και το κίνημα του Αναρχισμού. Όχι σε επίπεδο ιδεολογικών ή συγκεκριμένων εμπειριών. Αλλά με μεθόδους ξεκάθαρης ωμής βίας.

Έτσι η άνιση πάλη, ανάμεσα στις δύο τάσεις -τη μια στην εξουσία και την άλλη ενάντια στην εξουσία- οξύνθηκε και διαπλατύνθηκε, με κατάληξη -σ’ ορισμένες περιοχές- τον αληθινό εμφύλιο πόλεμο. Στην Ουκρανία λόγου χάρη, αυτή η κατάσταση πολέμου κράτησε πάνω από δύο χρόνια. Και υποχρέωσε τους μπολσεβίκους, να κινητοποιήσουν όλες τους τις δυνάμεις για να καταπνίξουν την αναρχική ιδέα. Ωστόσο, (για λόγους εύκολα κατανοητούς), όλοι οι συγγραφείς και ιστορικοί -ανεξαρτήτου ιδεολογικής τοποθετήσεως- αποσιωπούν αυτά τα γεγονότα.

Η αναρχική ιδέα έλεγε, να μετασχηματιστούν οι οικονομικές και κοινωνικές βάσεις, χωρίς να καταφύγουν σε συγκεντρωτικό πολιτικό Κράτος, Κυβέρνηση, ή Δικτατορία. Μετά την επικράτηση της Επανάστασης, όλα τα προβλήματα να λυθούν όχι με πολιτικά, ή κρατικά μέσα. Αλλά με μια φυσική κι ελεύθερη οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.

Η πραγματοποίηση των παραπάνω, απαιτούσε και ορισμένες αναγκαίες προϋποθέσεις. Η πιο βασική απ’ αυτές, ήταν η γενική πνευματική κατάσταση των λαϊκών μαζών, αλλά και των καλλιεργημένων στρωμάτων. Φυσικά η κατάσταση -στον τομέα αυτόν- ήταν δραματική. Ακόμη και η προοδευτική νεολαία, διάβαζε μια κατευθυνόμενη φιλολογία, που -απαρέγκλιτα- παρουσίαζε το κράτος σαν αναμφισβήτητη βάση κάθε σύγχρονης κοινωνίας.

Οι μόνοι που ξεχώριζαν -για το ηθικό και πολιτιστικό επίπεδο τους- ήταν οι ενταγμένοι στο ναυτικό. Πιο κοντά στη φιλοσοφία του Μπακούνιν, οι ναύτες αποτελούσαν μια ξέχωρη μειοψηφία με οράματα μιας πλήρους ελευθερίας, με συνεχή εξασθένηση του κράτους. Ο στόλος έπαιξε τεράστιο ρόλο (στο ρωσικό επαναστατικό κίνημα), από το 1905 έως και το 1917. Τον ίδιο χρόνο, μόλις ξέσπασε η επανάσταση στην Πετρούπολη, οι ναύτες κυρίευσαν το φρούριο της πόλης Κρονστάνδης.

Η Κρονστάνδη, βρίσκεται στο νησί Κατλίν, σε απόσταση 27 χιλιόμετρα από την Πετρούπολη. Τότε ήταν η πιο σημαντική Ρωσική ναυτική βάση, στην Βαλτική.  Οι ναύτες της Κρονστάνδης, συνέβαλαν αποφασιστικά στην επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης. Και αργότερα, πήραν το πιο ενεργό μέρος στη δραστηριοποίηση του νέου καθεστώτος. Επίσης τα στρατιωτικά τους αποσπάσματα, πολέμησαν σ’ όλα τα μέτωπα του εμφυλίου πολέμου.

Μετά τη νικηφόρα έκβαση αυτού του πολέμου, ο εργαζόμενος λαός της χώρας -σε μια κατάσταση διαρκούς πείνας- βρίσκονταν στο έλεος του δικτατορικού καθεστώτος, ενός ολοκληρωτικού κράτους που κατευθύνονταν από ένα μόνο κόμμα. Η γραφειοκρατία έπαιρνε τρομακτικές μορφές και διαστάσεις. Ελεύθερη κριτική δεν υπήρχε και ο πρώτος τυχών κομμουνιστής, μπορούσε εύκολα να χαρακτηρίσει αντεπαναστάτη έναν εργαζόμενο, που ζητούσε τα δικαιώματά του και υπεράσπιζε το δίκιο του.

Στις 28 Φεβρουαρίου του 1921, οι ναύτες της Κρονστάνδης διαχώρισαν τη θέση τους, από το κομμουνιστικό κόμμα και ψήφισαν την ακόλουθη απόφαση, που αναφέρω αποσπασματικά.

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ: Να προκηρυχθούν αμέσως εκλογές στα Σοβιέτ, με μυστική ψηφοφορία και ελεύθερη προεκλογική προπαγάνδα. Και να λειτουργήσει αποτελεσματικά η άμεση Δημοκρατία.
ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ: Την ελευθερία του λόγου και του τύπου, για όλους. Την απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων -που ανήκουν σε σοσιαλιστικά κόμματα- και όλων των χωρικών και  εργατών.
ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ: Να δίνεται στον τύπο, η πιο πλατειά δημοσιότητα σ’ όλες τις αποφάσεις.
ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ: Τη διάλυση των κομμουνιστικών φρουρών στα εργοστάσια.
ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ: Να δοθεί στους αγρότες, πλήρης ελευθερία να διαχειρίζονται τη γη τους. Αλλά και το δικαίωμα να έχουν όσα ζώα θέλουν.

Τα οποία όμως, πρέπει να φροντίζουν και να εκμεταλλεύονται οι ίδιοι. Να επιτραπεί ελεύθερα η βιοτεχνική παραγωγή, που δε χρησιμοποιεί μισθωτούς εργάτες.

Η απάντηση είναι αρνητική. Στις 2 Μαρτίου, αρχίζει η εξέγερση -εναντίον του κομμουνιστικού καθεστώτος- με απόγειο την 7η Μαρτίου. Οι μάχες κρατούν μέχρι την 18η Μαρτίου. Ο κόκκινος στρατός, με επικεφαλής τον Τρότσκι και Τουχατσέφσκυ, ισοπεδώνει την Κρονστάνδη, σκοτώνοντας χιλιάδες αγωνιστές. Σχεδόν αμέσως, οι 8.000 κάτοικοι του νησιού το εγκαταλείπουν και πηγαίνουν στην Φιλανδία.

Η εξέγερση των ναυτών του 1921, βρίσκεται πάνω στα σύνορα των δύο εποχών. Αυτής που φεύγει και τελειώνει η αυθόρμητη λαϊκή φάση -η φάση της ελπίδας της επανάστασης- για μια ελεύθερη και δίκαια κοινωνία. Κι’ αυτής που έρχεται και αρχίζει να διαγράφεται, ότι έγινε κατόπι και ότι επιβλήθηκε. Ουσιαστικά στην Κρονστάνδη, έχουμε το θάνατο της ιδεολογίας του Κομμουνισμού στη νηπιακή του ηλικία.

Συμπερασματικά καταλήγουμε, ότι τα «άκρατα κοινωνικά» συστήματα (που επικαλούνται την ελευθερία ενώ στην ουσία εφαρμόζουν έναν απόλυτο κρατικό συγκεντρωτισμό), δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουν. Ας πλησιάσουμε και λίγο τον Αναρχισμό.


Αναρχισμός: Η Ελληνική φιλοσοφία, πάντα στηρίζονταν στην ιδέα της Δικαιοσύνης και της Ισονομίας. Γι’ αυτό και ενδιαφέρονταν, για την ενοποίηση των γενικών αρχών της Φυσικής αρμονίας με τον ανθρώπινο νόμο. Η Δημοκρατία, πηγάζουσα απ’ ευθείας από την περί φύσεως αντίληψη των Ελλήνων, αποτελεί τη μοναδική ίσως σύμπλευση, φυσικού και ανθρώπινου νόμου.

Η υπερίσχυση του ανθρώπινου νόμου και τα επακόλουθά του, δηλαδή η συγκεντρωτική εξουσία, η υποταγή στους νόμους των λίγων και η κοινωνική ανισότητα, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση της αναρχικής ιδεολογίας. Στην ιστορία των κοινωνικοπολιτικών ιδεών, τίποτε δεν έχει προκαλέσει τόσο μεγάλη σύγχυση στους ειδικούς, αλλά και στο κοινό, όσο η Αναρχική διδασκαλία.

Ο αναρχισμός καλύπτει τόσες πολλές ξεχωριστές αντιλήψεις και τάσεις, ώστε είναι πολύ δύσκολο να τις αναγάγουμε όλες, σ’ έναν κοινό παρονομαστή. Δεν είναι μια καθορισμένη επιστημονική θεωρία. Αλλά μια μαζική  ιδεολογία, χρωματισμένη με πολλά κοινωνικοπολιτικά, αλλά ακόμη και θρησκευτικά στοιχεία (π.χ. αναρχικοί χριστιανοί-τολστοϊκοί, απόλυτα φιλειρηνιστές),

Γενικά ο αναρχισμός, είναι μια προσπάθεια, να θεμελιωθεί η δικαιοσύνη και η αμοιβαιότητα, σ’ όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Κι’ αυτό θα γίνει με την πλήρη εξαφάνιση του κράτους, ή το δυνατόν μεγαλύτερη ελάττωση της δραστηριότητάς του. Με τελικό αποτέλεσμα, την αντικατάστασή του από μια ολωσδιόλου ελεύθερη και αυθόρμητη συνεργασία των ατόμων.

Η αναρχική θεωρία, στηρίζεται κατά βάση στη διδασκαλία των Ελλήνων Κυνικών, που πρώτοι διατύπωσαν παραπλήσιες ιδεολογικές αρχές. Θεμελιωτής της κυνικής θεωρίας, υπήρξε ο Αντισθένης. Ο καλύτερος μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Διογένη. Μετά το θάνατο του Σωκράτη, ο Αντισθένης ίδρυσε δική του σχολή, στην περιοχή του Κυνοσάργους. Στη σχολή αυτή, θεμελίωσε τις βασικές αρχές της θεωρίας του αναρχισμού. Οι μαθητές του ονομάστηκαν Κυνικοί. Ή από την ονομασία της συνοικίας, ή από το λιτό και σκληρό τρόπο διαβίωσης, που έμοιαζε με αυτόν των σκύλων. Οι δε απόψεις τους κυνικές.

Η φιλοσοφική αυτή κίνηση, άρχισε από τον Αντισθένη. Και συνεχίστηκε (περνώντας από διάφορες φάσεις δημοτικότητας και σταθερότητας θέσεων), μέχρι το τέλος του Ελληνορωμαϊκού Κόσμου, τον 6ο μ. Χ. αιώνα. Οι απόψεις των Κυνικών, είχαν μεγάλη απήχηση σ’ όλα τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Η Κυνική φιλοσοφία, ήταν αρκετά ευαίσθητη και εύκολα μπορούσε να παρερμηνευθεί και να καταντήσει αποκρουστική, όταν ξέφευγε από τις υψηλές αρχές της. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα με την Αναρχική θεωρία.

Για τους Κυνικούς, σκοπός της ζωής είναι η Ευδαιμονία, που κατορθώνεται μόνο με το κατά φύσει ζην. Αυτό αποτελεί και την Αρετή. Η δε ευδαιμονία, εξαρτάται από την αυτάρκεια. Πρόκειται για ένα σκεπτικό, που εναντιώνεται σε κάθε συμβατικότητα. Για τον Κυνικό, η μέθοδός του για να φτάσει στην αυτάρκεια, δεν είναι απλώς η αναζήτηση της ανεξαρτησίας από κάθε επιρροή. Αλλά η έμπρακτη απαλλαγή του εαυτού του, από κάθε εσωτερική, ή εξωτερική δέσμευση που θα εμπόδιζε με οποιοδήποτε  τρόπο, την έκφραση της ατομικής του Ελευθερίας.

Το χρήμα είναι η μητρόπολη κάθε κακού και το μαστίγιο κάθε επιθυμίας. Ο πραγματικός Κυνικός, αντιστρατεύεται σε κάθε συμβατική αξία, σχετική με την καταγωγή, την τάξη, την κοινωνική θέση, τ’ αξιώματα και τη φήμη.

Σε τελική ανάλυση, μέσα από την Ελευθερία, έχουμε την άρνηση κάθε εξωτερικής αξίας, σχέσης συγκίνησης και επιθυμίας, αφού η αμέριστος ευτυχία, προέρχεται από την ακεραιότητα και την κυριαρχία, της βούλησης και του νου.      Η κυνική φιλοσοφία απελευθέρωνε το άτομο, από το φόβο, το δισταγμό, την υποχώρηση και την υποταγή. Διδάσκοντάς του, να θεωρεί άξιο, το μόνο που δεν ήταν δυνατόν, ποτέ να του αφαιρεθεί. Η προσήλωση στις απόψεις αυτές, απαιτούσε άτομα με ιδιαιτερότητες έναντι των άλλων, των πολλών.

Η καθαρά φιλειρηνική, διδασκαλία των Κυνικών, συνδύαζε την θεωρία με την πράξη και διερμήνευε την βαθιά κοινωνική αντίδραση, των λαϊκών στρωμάτων της εποχής, κατά του πλούτου και της ακόρεστης πλουτομανίας των ανωτέρων τάξεων. Στον πνευματικό τομέα, στηρίζονταν στη σοφία, στην ελευθερία και στην ηθική.  Από την ηθική, απομάκρυνε κάθε μεταφυσική σχολαστικότητα και χρησιμοποιούσε μόνο τη λογική.

Στις πηγές της αναρχικής σκέψης, (εκτός από το ιδεομόρφωμα των Κυνικών), υπάρχουν και άλλες διδασκαλίες. Που αν και δεν είναι αυστηρά αναρχικές, (με τη νεώτερη έννοια), έστρωσαν το δρόμο για ποιο σύντομες και ενσυνείδητες διατυπώσεις.

Ο ιδρυτής της Στωικής Σχολής, Ζήνων ο Κιτιέυς, (335-263 π. Χ.) θεωρείται γενικά  ο πρώτος συστηματικός εξηγητής του Αναρχισμού.  Συνειδητά αντίθετος προς την κρατική παντοδυναμία του Πλάτωνα, υποστήριζε μια κοινωνία χωρίς κράτος. Όπου η τέλεια ισότητα και ελευθερία, θα αποκαθιστούσαν τις αρχικές καλές τάσεις της ανθρώπινης φύσης και θα εγκαθιστούσαν την παγκόσμια αρμονία. Κατά τα μέσα του 2ου μ. Χ. αιώνα, ο Καρποκράτης, παρουσίασε στην Αλεξάνδρεια μια υποδειγματική μορφή Αναρχισμού. Πίστευε πως όχι μόνο το κράτος, αλλά και η ατομική ιδιοκτησία έπρεπε να εξαφανιστούν.

Κατά την πυρετώδη και γεμάτη έξαρση περίοδο του 19ου αιώνα, η επιρροή των κοινωνικοπολιτικών αυτών  απόψεων, συνετέλεσε στην οριστική διαμόρφωση της φιλοσοφίας και της πρακτικής του Αναρχισμού. Ο Προυντόν, πρόσφερε την αρχική επεξεργασία των ιδεών αυτών, που διαμόρφωσαν το Αναρχικό κίνημα. Εκείνος όμως, που έδωσε ένα λαμπρό παράδειγμα αναρχικής στράτευσης -στη θεωρία και δράση- ήταν ο Μπακούνιν.

Ο Αναρχισμός επιδιώκει, την άμεση εξαφάνιση του κράτους και το κατά φύση ζην. Μια κοινωνία όμως, μπορεί να επιβιώσει χωρίς νόμους;

Ή ακολουθώντας μόνο τους φυσικούς; Οι νόμοι τις Φύσης, (κυρίως στο ζωικό κόσμο), είναι σκληροί και αμείλικτοι. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη χρήση της λέξης ¨ζούγκλα¨. Όμως η Φύση όρισε (με ποικίλους τρόπους), ακόμη και η πιο μικρή αγέλη-ομάδα να έχει τον αρχηγό της…

Για την ανάπτυξη και επικράτηση του αναρχισμού, ο μεγαλύτερος επαναστάτης της νεώτερης εποχής, Μιχαήλ Μπακούνιν, επικαλείται το ανθρώπινο ένστικτο και άλλες εσωτερικές ιδιότητες του ανθρώπου. Στηρίζεται όμως, μόνο σ’ αυτές που συγκροτούν την Αρετή. Ενώ  δεν αναφέρεται καθόλου στις άλλες που συνθέτουν την κακία και κατευθύνουν τα ζωώδη ένστικτα, πού λίγο ή πολύ υπάρχουνε μέσα μας.

Η δημιουργία και ανάπτυξη μιας αναρχικής κοινωνίας, απαιτεί ανθρώπους με αγγελικό χαρακτήρα και ήθος. Όμως, δε φτάνει μόνο αυτό. Απαραίτητη προϋπόθεση, είναι ο φιλοσοφικός Διαφωτισμός και η ύπαρξη μιας διαρκώς αναπτυσσόμενης Παιδείας. Η παντελής έλλειψη αυτών, ήταν για τον Μπακούνιν η βασικότερη αιτία της αποτυχίας, όλων των εξεγέρσεων για Ελευθερία και κοινωνική Δικαιοσύνη. Και θα είναι πάντα…

Σε μια πολύμηνη παραμονή του στη Σικελία, ο Πλάτων έπεισε τον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο, (γιό του γνωστού Διονυσίου), να  προβεί σε ένα εγχείρημα-πείραμα, ισότητας και κοινοκτημοσύνης. Με την ενέργειά του αυτήν ο Πλάτων, ήθελε να γνωρίσει αν είναι δυνατόν  να εφαρμοστούν στην πράξη, η ισότητα και η κοινοκτημοσύνη, προβληματιζόμενος για το πρότυπο της Πολιτείας του. Εθελοντές και των δύο φύλων, (γνώστες του τολμήματος), μετέβησαν και εγκαταστάθηκαν σε μια περιοχή της νήσου Λιπάρου (βόρεια της Σικελίας), φέροντας μαζί τους και τα απαραίτητα για τον καθένα εφόδια.

Μετά από λίγο καιρό διαβίωσης, άρχισαν οι πρώτοι διαξιφισμοί με αναπόφευκτη κατάληξη, τις μεταξύ των συγκρούσεις (συχνά θανατηφόρες). Αποτελέσματα της διεκδίκησης της πιο εύφορης γης, της εκμετάλλευσης του νερού και πολλών άλλων. Ουσιαστικά, κάποιοι ήθελαν να είναι επικεφαλής και να ρυθμίζουν και τον τρόπο ζωής των υπολοίπων. Το ατομικό συμφέρον υπερίσχυσε του συλλογικού. Κι έτσι το δίκιο (βία) του ισχυρού, επικράτησε πλήρως.  Το κοινόβιο διαλύθηκε. Οι περισσότεροι γύρισαν πίσω. Οι υπόλοιποι εγκαταστάθηκαν σε διάφορες πόλεις της χερσαίας Ιταλίας…

Κλείνοντας, τη μικρή αυτή κριτική για το αναρχισμό, θα κάνω ένα σχόλιο σχετικά με μια θεμελιακή θέση του Μπακούνιν. Αυτήν που αναφέρεται, στην αντικατάσταση του όποιου πολιτικοκοινωνικού καθεστώτος, με μια «ελεύθερη ομοσπονδία», που αποτελείται από αυτόνομες ενώσεις.

Θεμελιώδες δεδομένο, για την επιβολή και επιβίωση μιας  τέτοιας ομοσπονδίας, (όπως ο ίδιος αναφέρει), είναι η Παιδεία. Για να μπορούν όμως τα άτομα να συμμετέχουν,  να συνεισφέρουν και να απολαμβάνουν, πρέπει να έχουν την ίδια φωνή στη διαχείριση των κοινών. Να διατηρούν τον έλεγχο της κατάστασης. Και σ’ όλους τους τομείς, η ευθύνη της εφαρμογής να ανατίθεται σε άτομα που  γνωρίζουν καλά το αντικείμενο.

Εδώ ουσιαστικά, (με εξαίρεση την κοινοκτημοσύνη), έχουμε μια μορφή Δημοκρατίας της κλασσικής Ελλάδας. Κι ένα συλλογισμό που σχετίζεται άμεσα με την αυτονομία των Ελληνικών πόλεων. Μιας Δημοκρατίας, όπου ο Λαός (ο Δήμος) αποφάσιζε για όλα, με απόλυτη  συμμετοχή.

Όσο για την κατάργηση της ιδιοκτησίας, αυτή είναι αδύνατον να συμβεί σε συνθήκες πλήρους ελευθερίας. Είναι σα να προσπαθούμε να περιορίσουμε, (ή να καταργήσουμε), το  ένστικτο της αναπαραγωγής. Γιατί και τα δυο, είναι από φύση μέσα στον άνθρωπο.  Ας πάμε στη Δημοκρατία.

 

Δημοκρατία: Είναι το πολίτευμα, όπου ο Λαός (ο Δήμος) αποφασίζει για όλα με απόλυτη  συμμετοχή.

Μιλάει ο Δήμος (δηλαδή  ο λαός) για τους πολιτικούς, στους Ιππείς του Αριστοφάνη στίχοι 1145-1148: «όταν κλέβουν, εγώ πάντοτε χωρίς να φαίνομαι, έχω το βλέμμα καρφωμένο επάνω τους. Κι ύστερα, όσα μου έχουν κλέψει, τους κάνω να τα ξεράσουν. Γιατί αλλιώς, ξέρουν τι τους περιμένει». Τι τους περίμενε άραγε; «Δήμον ζημιώσαι, δήσαι, άλλως αποκτείνει». Έκλεψες το Δημόσιο θα τα δώσεις πίσω, αλλιώς θα σε σκοτώσω… και όχι εσένα μονάχα!…

 Ο Αριστοτέλης, μας δείχνει τον τρόπο ύπαρξης και λειτουργίας της Δημοκρατίας, από την αντίθετή της όψη, αναφερόμενος σ’ αυτά που την καθιστούν ανύπαρκτη έως και υποκατεστημένη.

«Η γνώμη των πολλών, πρέπει να υπερισχύει της γνώμης των ολίγων. Στην περίπτωση όμως, που η πλειοψηφία διακατέχεται από δογματική αδιαλλαξία,  απολιτική συμπεριφορά, έλλειψη παιδείας, προσωπικό συμφέρον και πίπτει πολλάκις σε λογικά σφάλματα, τότε άλλες απόψεις πρέπει να επικρατήσουν».

Ο Πλάτων την αποκαλεί: «Δημοκρατία το γενναίο ψεύδος». Η άποψη αυτή, του φιλοαριστοκρατικού Πλάτωνα, μας δίνει -με απόλυτη σαφήνεια- τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα της χώρας μας, ως προς τη μορφή του πολιτεύματος, διοίκησης και διαχείρισης των κοινών. Το «γενναίο ψεύδος» του Πλάτωνα, είναι μια μεγάλη Αλήθεια, για την εποχή μας.

Σήμερα, για να αντιληφθούμε τη Δημοκρατία στην πολιτική μορφή και οργάνωση της κρατικής εξουσίας -σε σχέση με τους εκτός αυτής πορευμένους «πολίτες»- είναι απαραίτητο να αναθεωρήσουμε ή και να παραμερίσουμε ακόμη, αρκετές από τις απόψεις, που έχουμε σχηματίσει μέχρι τώρα, για την υπάρχουσα πολιτικοκοινωνική δομή της χώρας μας.

Αν με βάση τη σημερινή πραγματικότητα, του πολιτειακού καθεστώτος μας, ενσαρκώναμε τη Δημοκρατία και δίναμε σ’ αυτήν ανθρώπινη μορφή και μέλη, εκτός των πολλών άλλων ατελειών και παραμορφώσεων, θα παρατηρούσαμε και  μια τεράστια δυσαναλογία στα κάτω άκρα. Το ένα υπερτροφικό και νεοπλασματικό, γεμάτο από φλεγμονές και εξανθήματα. Το δε άλλο ατροφικό και συρρικνωμένο, σχεδόν μουμιοποιημένο.

Στο υπερβολικά αναπτυγμένο, εστιάζονται, ο απρόσωπος μαζισμός, η ασυδοσία, η διαφθορά (σ’ αυτήν έχουμε παγκόσμια πρωτιά), η δημαγωγία (σήμερα λαϊκισμός), η αναξιοκρατία, η αδιαφορία για κάθε ηθική αξία, η αδιαφοροποίητη συνείδηση του «εγώ νάμαι καλά» και πλείστα όσα παράξενα φαινόμενα της εποχής μας. Το δε ισχνό μέλος, αντικατοπτρίζει την Αλήθεια, Ισονομία, Ισοπολιτεία, Αξιοκρατία, Ευθύνη, τη συλλογική πολιτική δημιουργία και άλλες διαχρονικές αξίες ήθους και ανθρώπινης συνεργασίας.

Για να σταθεί στα πόδια του αυτό το παράξενο πλάσμα, αλλά και να κινηθεί, έστω και με υποτυπώδη βήματα, έχει ανάγκη από στηρίγματα. Τα δεκανίκια αυτά, τα έχει δανεισθεί ή οικειοποιηθεί από τις δύο άλλες μορφές διακυβέρνησης, τη Μοναρχία και ιδίως την Ολιγαρχία. Η αντικειμενική βοήθεια, των δύο προαναφερθέντων τύπων εξουσίας -προς την υποτυπώδη μορφή της Δημοκρατίας- έχει σαν αποτέλεσμα την πλήρη κατάργηση των λειτουργικών σχέσεων μεταξύ του κρατικού σχηματισμού και της κρατικής κοινότητας.

Αυτό διαπιστώνεται εύκολα, από την υφιστάμενη σήμερα απόσταση του κρατικού μηχανισμού (Κυβέρνηση, κομματικοί και οικονομικοί παράγοντες, συνδικαλιστές κ.λπ.) και των εκτός της πολιτικής εξουσίας ευρισκόμενων «πολιτών», ιδίως της μεσαίας και χαμηλής τάξης. Συγχρόνως δε διακρίνουμε εκ μέρους του κράτους-εξουσίας, μία πολιτική άμυνας, που ενίοτε γίνεται και επιθετική, με αποτέλεσμα το χάσμα να μεγαλώνει.

Ο ανήμπορος πλέον «πολίτης», εξαχρειώνεται συνειδησιακά, παραμερίζοντας και μερικές φορές ισοπεδώνοντας κάθε ηθική και πνευματική αξία. Η ανασφάλεια, απόρροια της οικονομικής ανάγκης και η προσπάθεια αντιμετώπισης αυτής -με κάθε μέσον- κουράζουν και καταπτοούν αυτόν και τον ξεκόβουν από τις φυσικό-κοινωνικές υποχρεώσεις του. Συγχρόνως δε, τον κατευθύνουν και τον περιορίζουν, σε χαμηλής στάθμης φθοροποιές πνευματικές ενασχολήσεις.  Αλλά και σε ποικιλόμορφα -ευτελή- ξεσπάσματα εκτόνωσης, καθιστώντας τον συμμέτοχο -γιατί όχι και συνένοχο- στην υπάρχουσα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα.

Ως εκ τούτου, μπορούμε να συναγάγουμε, ότι τον σύγχρονο Έλληνα «πολίτη» τον διακρίνει μια ατομική ανευθυνότητα, σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο και διακατέχεται από πλήθος αυταπάτες για την υπαρξιακή του πορεία, που ξεκινούν από μία τελείως λανθασμένη πρόγνωση. Σχεδόν αποψιλωμένος από κάθε ηθική και πνευματική αξία, γίνεται επικίνδυνα ευάλωτος σε κάθε ξενόφερτη «μανία» και οδηγείται ασυναίσθητα, σε μία κατευθυνόμενη και άκρως καταστρεπτική υποκουλτούρα.

Δε χρειάζεται να επεκταθούμε, για κάτι που λίγο-πολύ γνωρίζουμε όλοι, αλλά ποτέ δεν το συνειδητοποιήσαμε. Ότι η Ελληνική κοινωνία και το κράτος-εξουσία νοσούν. Και οι ασθένειες αυτές θα πολλαπλασιάζονται, όσο η κάθε γενιά επαναλαμβάνει τα σφάλματα της προηγουμένης. Προσπαθώντας να τα αποκρύψουμε, ασυναίσθητα ή υποκριτικά, καθιστούμε τη Δημοκρατία ευπρόσβλητη από κάθε λογής πολιτικοκοινωνικές ασθένειες, που επιδρούν επάνω της κατασταλτικά, ώστε η λειτουργία αυτής να εμφανίζεται από υποτονική έως και ανύπαρκτη.

Όμως μία κυβέρνηση, πού αυτοαποκαλείται δημοκρατική και έρχεται σε αντίθεση με την πλειοψηφία του «κυρίαρχου λαού» πώς σκιαγραφείται; Η σημερινή πολιτειακή πραγματικότητα, αλλά και ο τρόπος διακυβέρνησης της χώρας μας εδώ και πολλές κοινοβουλευτικές δεκαετίες, μαρτυρεί ότι τα πάντα γίνονται «ερήμην» του λαού, από μια εκλεγμένη και ανυπόλογη «Ολιγαρχία», που δικαιολογεί τη στάση της, παρουσιαζόμενη πάντα σαν υμνητής και υποστηρικτής της Δημοκρατίας.

Και σε περίπτωση αντίθεσης εξουσίας και λαϊκής πλειοψηφίας, πάντα κερδίζει η πρώτη. Υπερισχύει με την κωλυσιεργία, τη διαρκή προβολή των θέσεών της, τον διάλογο προ τετελεσμένων αποφάσεων και ειδικότερα με τη λήθη. Η σημασία της τελευταίας, σε σχέση με τον Ελληνικό Λαό, είναι σημαντική, έστω και αν εδώ δικαιολογηθεί μόνο με το περίφημο «και τι έγινε, μετά από δέκα χρόνια θα το έχουμε ξεχάσει». Αυτό αποτελεί και μια πικρή αλήθεια, που αντικατοπτρίζεται στην πολιτική μας πραγματικότητα…

Χωρίς τους ενδοιασμούς, που προέρχονται από την τελματώδη πραγματικότητα του «δε γίνεται τίποτα» και ξεπερνώντας την πολιτική μας απραξία, πρέπει από «κυρίαρχοι» υπήκοοι να γίνουμε ισότιμοι και υπεύθυνοι πολίτες. Πως όμως;

Οι  βασικές προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας είναι οι εξής: η Ισονομία, η Αξιοκρατία, η Ισοπολιτεία, τα ατομικά Δικαιώματα -τόσο της πλειοψηφίας, όσο και της μειοψηφίας- τα συλλογικά Δικαιώματα και ο σεβασμός του φυσικού Περιβάλλοντος. Πόσες απ’ αυτές σήμερα γίνονται αντιληπτές, έστω και σε υποτυπώδη κατάσταση; Φυσικά καμιά.

Για να εμφανιστούν και να συνυπάρξουν, αυτές οι προϋποθέσεις, απαιτείται ένα θεμελιώδες δεδομένο, η Παιδεία. Μια συνεχώς αναπτυσσόμενη Παιδεία που στην πλήρη και θετική μορφή της πρέπει να στηρίζεται, να εξελίσσεται και να ολοκληρώνεται σ’ ένα διαρκή Διαφωτισμό. Και τότε η εμφάνιση της ατομικής ηθικής, θα έχει σαν λογικό επακόλουθο, τη διαμόρφωση της Αρετής του κοινωνικού συνόλου.

Τότε μόνον τα άτομα θα μπορούν να συμμετέχουν, να συνεισφέρουν, να απολαμβάνουν -κατά τις δυνατότητες και τις ανάγκες τους- να διατηρούν τον έλεγχο της κατάστασης και να έχουν την ίδια φωνή στη διαχείριση των κοινών.  Και σ’ όλους τους τομείς, η ευθύνη της εφαρμογής να ανατίθεται στους επαΐοντες. Όμως είναι δυνατόν να υλοποιηθούν όλα αυτά και μάλιστα στη χώρα μας;

Τι μπορεί να γίνει; Όσο κι αν σας φανεί παράξενο, στην εποχή μας όλοι μας πολεμάμε. Και μάλιστα σε δύο μέτωπα. Ποια είναι αυτά; Ας μας τα πει ο Πλάτωνας.

 

Αυτογνωσία: «Δημόσια, είμαστε αντίπαλοι ο ένας με τον άλλο. Ατομικά, ο καθένας με τον εαυτό του. Και η άριστη νίκη, είναι το να νικάς τον εαυτό σου. Γιατί τότε έχεις επίγνωση της λειτουργίας του εγώ σου. Κι αυτό γίνεται με την Αυτογνωσία. Όσο περισσότερη αυτεπίγνωση έχεις, τόσο πιο γρήγορα, αλλά και σταθερά, πλησιάζεις τον αρμόζοντα στον άνθρωπο τρόπο διαβίωσης». Πλάτων Νόμοι/626.

Στο ναό του Απόλλωνα -στους Δελφούς- ήταν γραμμένο το γνωμικό «Γνώθι Σαυτόν». Δηλαδή, να έχεις αυτεπίγνωση. Επίσης εκεί, ήταν χαραγμένο και ένα μεγάλο διπλό «ΕΨΙΛΟΝ». Είναι  άγνωστο ποιος τα έγραψε και  πότε τοποθετήθηκαν στο ναό. Με το «γνώθι σαυτόν» ασχολήθηκαν πάρα πολλοί φιλόσοφοι. Επιλέξαμε ένα μικρό απόσπασμα από το έργο του  Ιουλιανού:

«Και ας αρχίσουμε από το «γνώθι σαυτόν». Γιατί αυτή η εντολή, είναι  θεϊκή. Αυτός λοιπόν που γνωρίζει τον εαυτό του, ξέρει και την ψυχή του και το σώμα του. Αλλά δεν του αρκεί να ξέρει μονάχα, ότι ο άνθρωπος είναι μια ψυχή που χρησιμοποιεί ένα σώμα. Παρά να δει, από τι αποτελείται η ψυχή κ’ έπειτα θα εξετάσει και τι δυνατότητες έχει. Αλλά ούτε και αυτό δεν του είναι αρκετό. Θα ερευνήσει, αν υπάρχει μέσα μας κανένα στοιχείο ανώτερο από την ψυχή. Ένα στοιχείο πού παρ’ όλου δεν ξέρουμε τι είναι, έχουμε την πεποίθηση και πιστεύουμε, ότι είναι κάτι το θεϊκό…»

Για τους Κυνικούς, το «γνώθι σαυτόν», είναι μια επιβεβλημένη γνωριμία του ανθρώπου με τον εαυτό του. Να γνωρίζει καλά, τόσο τις αδυναμίες και τα αρνητικά του χαρακτήρα του, όσο τα προτερήματα και τις αρετές του. Τα μεν πρώτα, να τα χαλιναγωγεί και να τα κατευνάζει το δυνατόν περισσότερο, τα δε δεύτερα, να τα εξωτερικεύει προς όφελος του ιδίου και των συνανθρώπων του. Γνωρίζοντας τον εαυτό σου, στηρίζεις την προσωπικότητά σου και σκέπτεσαι διαφορετικά για τους  συνανθρώπους σου. Αυτό είναι κάτι, που πρέπει να μας προβληματίσει. Η ατομικότητα, δημιουργεί το σύνολο. Κι αυτό αξιολογείται, πάντα απ’ αυτήν.

Το «έψιλον» των Δελφών, έχει μια γενικότητα σε σχέση με το «γνώθι σαυτόν». Γιατί συγχρόνως με την γνωριμία με τον εαυτό του, ο άνθρωπος πρέπει να κατέχει ολοκληρωμένη και αληθινή γνώση, σε πάρα πολλούς τομείς. Το γράμμα έψιλον, αντιστοιχεί στον αριθμό πέντε. Από τον αριθμό αυτόν, παράγεται το ρήμα «πεμπάζω». Αυτό σημαίνει αναμετρώ, εξετάζω με προσοχή, γνωρίζω καλά. Ουσιαστικά, γνωρίζω κάτι πάρα πολύ καλά. Δηλαδή, το παίζω στα πέντε μου δάχτυλα. Ότι λέμε και σήμερα.

 

Σχόλια-επίλογος

Για να γίνει η διάγνωση της ασθενείας ενός ανθρώπου, λαμβάνεται ως μέτρο το πρότυπο ενός υγιούς. Μετά τη διάγνωση, ακολουθεί η θεραπευτική αγωγή. Και όταν η διάγνωση είναι σωστή και η θεραπευτική αγωγή κατάλληλη, το άτομο επανέρχεται στο πρότυπο του υγιούς.

Όταν ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα νοσεί, έχοντας λίγες ή πολλές ασθένειες, πρέπει πρώτα, να εντοπιστούν τα αίτια αυτής της κατάστασης και μετά να ακολουθήσει η προσπάθεια για την εξυγίανση και βελτίωση αυτού. Αν όμως θελήσουμε να το καταργήσουμε και να το αντικαταστήσουμε μ’ ένα υγιέστερο, πρέπει να γνωρίζουμε καλά το δεύτερο. Συγχρόνως να  διαμορφώσουμε, τόσο τις  συνθήκες επικράτησης αυτού, όσο και τις προϋποθέσεις επιβίωσης του.

Γιατί υπάρχει κίνδυνος, οι μολυσματικές ασθένειες του παλιού, -αλλά και άλλες, ίσως πολύ χειρότερες- να προσβάλλουν το καινούργιο.

Ουσιαστικά, καμιά κοινωνική επανάσταση δεν επικράτησε και παγιώθηκε, διατηρώντας τις αρχικές της θέσεις. Οι περισσότερες χάθηκαν πριν καλά  εμφανιστούν. Αλλά και οι μεταλλαγμένες στην πορεία δεν είχαν καλύτερη τύχη. Οι μόνες επαναστάσεις που επεκράτησαν απόλυτα, (χωρίς όμως να διατηρήσουν τις αρχικές τους θέσεις), είναι αυτές που στηρίχτηκαν στην υπέρβαση του θανάτου, υποσχόμενες (με διάφορους τρόπους), μια ατελεύτητη παράταση της ζωής. Κι αυτές είναι οι θρησκευτικές.

Το βαθύτερο και βασικότερο αίτιο, της αποτυχίας όλων των επαναστάσεων και εξεγέρσεων -για κοινωνική δικαιοσύνη- από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, είναι η έλλειψη γνώσης και παιδείας από τη μάζα (πλειοψηφία)…

Η ρύση του Λόγου, -από το πνεύμα και την ψυχή-  ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα όντα. Αυτός, με το Λόγο του Στοχασμού, της Επιστήμης και της Τέχνης, συμμετέχει στη δημιουργική δραστηριότητα του Συμπαντικού Νόμου. Δημιουργώντας τη Γνώση, Παιδεία, Επιστήμη, Έρευνα, Τεχνική, Μουσική και πολλά άλλα.

Ένα από αυτά, είναι και η Δημοκρατία. Φυσικά, όχι  με την σημερινή έννοια και πρακτική. Η Δημοκρατία, είναι δημιούργημα της αρχαίας Ελλάδας. Οι Έλληνες, είχαν συνεχή και άμεση επαφή με τη Φύση. Γνώριζαν τους Νόμους της και κατανοούσαν πλήρως τις Αρχές του Σύμπαντος.  Τα παραπάνω τους οδήγησαν στη δημιουργία ενός ιδανικού προτύπου νόμων διακυβέρνησης, την Δημοκρατία.

Βασικές προϋποθέσεις της αρμονικής λειτουργίας της, είναι η Ισονομία, η Ισοπολιτεία, η Ισοκρατία και η Αξιοκρατία. Έννοιες που σήμερα στη χώρα μας, βρίσκονται στο περιθώριο της ανυπαρξίας. Σχετικά με την Αξιοκρατία, ο Ηράκλειτος λέει:

«Για μένα ο ένας, αν είναι άριστος, αξίζει όσο δέκα χιλιάδες».

Οι ιδιαιτερότητες και τα χαρίσματα των ανθρώπων, δημιουργούν τους αρίστους σε κάθε τομέα. Ο κάθε άνθρωπος, -αυτός κατ’ ιδίαν- αποτελεί μια διαφορετική μονάδα. Τα προερχόμενα από τη Φύση χαρίσματα, αλλά και τα ελαττώματα, (που ποικίλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο), το περιβάλλον που μεγάλωσε και η παιδεία του, τον κάνουν να ξεχωρίζει από τους άλλους.  Τα παραπάνω διαμορφώνουν τα προσόντα, την ικανότητα και την επιτηδειότητα. Δηλαδή μια δυναμική, που του επιτρέπει να επιβιώσει, να δημιουργήσει και να ξεχωρίσει.

Τα φυσικά χαρίσματα, όπως η πνευματική ευστροφία, ο δυναμισμός, η  υπομονή, το ταλέντο, η εργατικότητα και άλλα, δημιουργούν μια ξεχωριστή προσωπικότητα στο κάθε άτομο.  Αλλά και τα επίκτητα προσόντα, όπως η γνώση, η παιδεία και πολλά άλλα, τονίζουν μια απόλυτη ατομική ιδιαιτερότητα.

Η ανομοιότητα αυτή, είναι περισσότερο εμφανής όταν στα ενδόμυχα του ανθρώπου, βρίσκονται σε διέγερση διάφορες -φυσικές, αλλά και  επίκτητες- κακές ιδιότητες,  που είναι ριζωμένες στον εσωτερικό του κόσμο και είναι αδύνατον να εξαλειφθούν τελείως, ιδίως οι φυσικές. Οι ιδιότητες αυτές, όπως η απληστία, η κακία, η βία, η εγκληματικότητα, η πονηριά, η αγνωμοσύνη, η απάτη, το άνευ ηθικών φραγμών προσωπικό συμφέρον (και άλλες εκτραχύνσεις), διαταράσσουν την ισορροπία της ανθρώπινης ενεργητικότητας.

Προσωπικά πιστεύω, ότι Παιδεία είναι μια υπόθεση ρύθμισης και επιβολής στον ίδιο τον εαυτό μας. Στην πλήρη και θετική μορφή της, κατευνάζει ή απομονώνει τα κακά ένστικτα και συγχρόνως δραστηριοποιεί και εξωτερικεύει τα καλά. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε την ατομική ηθική. Με λογικό επακόλουθο τη διαμόρφωση της Αρετής του κοινωνικού συνόλου.

Ο όρος Παιδεία, χαρακτηρίζει την αγωγή η οποία παρέχεται από το κράτος. Η παιδεία όμως, είναι κάτι πολύ πιο ευρύτερο από την αγωγή την οποία συμπεριλαμβάνει. Μέσα στο πλάτος της παιδείας, νοούνται και όλες οι συγγενικές και υπάλληλες έννοιες. Όπως «εκπαίδευση», «αγωγή», «μόρφωση», «ανατροφή», «συμπεριφορά», «ηθική άσκηση» κ.λπ.

Τα παραπάνω εμφανίζονται, εξελίσσονται και ολοκληρώνονται, μ’ ένα διαρκή Διαφωτισμό. Τέτοιες προϋποθέσεις, δεν υπήρξαν ποτέ. Και πολύ φοβάμαι ότι δεν θα υπάρξουν. Εύλογα θα ρωτούσαμε: «και τι πρέπει να γίνει;» Αυτό ας μας προβληματίσει…

Κι ας μη ξεχνάμε, ότι Δημοκρατία δεν είναι η ελευθερία της έκφρασης και η παντοειδής ασυδοσία, αλλά η διαρκής και άμεση συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Αυτό πρέπει να κάνουμε. Και να αποβάλλουμε το μαζανθρωπισμό και την ποιμνιοποίηση. Και δω θέλω να τονίσω, ότι η Δημοκρατία αυτοαναιρείται και ουσιαστικά παύει να υπάρχει, όταν κηδεμονεύεται από επαγγελματίες πολιτικούς, τεχνοκράτες και μεγιστάνες του χρήματος.

Τέλος, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε άραγε, γιατί στην ψευδεπίγραφη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του λαού, για τέσσερα χρόνια, -εν λευκώ και χωρίς έλεγχο- η ψήφος του κάθε βλάκα και ηλίθιου, έχει το ίδιο βάρος με την ψήφο του γνωστικού και προβληματισμένου.

Επίσης η ψήφος του κάθε εξαρτημένου και κατευθυνόμενου -από διάφορα συμφέροντα- μ’ αυτήν του αξιοπρεπή και ελεύθερου. Και η ψήφος του κάθε τρωκτικού, να μετρά το ίδιο με την ψήφο του έντιμου. Ενώ η ψήφος του διεφθαρμένου, να μη διαφέρει απ’ αυτήν του αγνού πολίτη.

Πάντως, αυτή η ιδεολογική αρχή της ισότητας και η συναφής μ’ αυτήν αρχή της ποσότητας, δεν έχουν καμιά σχέση με κάθε εκδήλωση του     Ελληνικού Πνεύματος και Πολιτισμού και ακόμη περισσότερο με την   Δημοκρατία.

Η αδυναμία των ανθρώπων να αντιδράσουν, φαίνεται περισσότερο στις δύσκολες στιγμές που δημιουργεί η κοινωνική κατάκριση. Κάποιοι, παρόλο που δε βρίσκονται στη δεινή αυτή θέση, ξεσηκώνονται, προτρέποντας  τους καταπιεσμένους να τους ακολουθήσουν και να αγωνιστούν μαζί για καλύτερες μέρες.

 


Γιώργος Δαδαμόγιας


Φιλελευθερισμός

Φιλελευθερισμός είναι ένα σύνολο ιδεών ή ένα φιλοσοφικό ρεύμα που θέτει ως κύριο στόχο τη θρησκευτική, πολιτική ή οικονομική ελευθερία του ατόμου. Ο όρος όμως χρησιμοποιείται για διάφορες ιδεολογίες, οι οποίες δε συνδέονται απαραίτητα μεταξύ τους.

Ο φιλελευθερισμός ως ιδεολογία γεννήθηκε μαζί με την άνοδο της αστικής τάξης το 18ο αιώνα. Αποτέλεσε δε την ιδεολογία της, τον τρόπο με την οποίο η αστική τάξη κατανόησε τον κόσμο. Παρότι οι περισσότερες εκδοχές φιλελευθερισμού είναι κατά βάση ατομιστικές, υπάρχουν και εκδοχές που επιδιώκουν να περιλαμβάνουν κοινωνική διάσταση. Μια τέτοια εκδοχή κοινωνικού φιλελευθερισμού είναι, για παράδειγμα, αυτή που βασίζεται στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον Τζον Ρολς (John Rawls) και συνοψίζεται ως εξής: «Το κάθε άτομο κατέχει απαραβίαστο (δικαίωμα), που βασίζεται στη δικαιοσύνη, το οποίο ούτε η ευημερία του συνόλου της κοινωνίας δεν μπορεί να υπερβεί. Για το λόγο αυτό, η δικαιοσύνη αρνείται το ότι απώλεια της (οικονομικής) ελευθερίας κάποιων δικαιολογείται από ένα υψηλότερο κοινό καλό των άλλων«.[1]

Ο φιλελευθερισμός ως ιδεολογία της αστικής τάξης και συνακόλουθα του καπιταλισμού διέπεται από την ταξική/εκμεταλλευτική φύση του συστήματος αυτού. Ενώ για παράδειγμα διάφοροι διανοητές του αγωνίστηκαν για τα δικαιώματα του «πολίτη» στις χώρες της μητρόπολης (Αγγλία), δικαιολογούσαν την ύπαρξη της δουλείας των μαύρων στις αποικίες!!

Ο οικονομικός φιλελευθερισμός έχει ταυτισθεί με μείωση του κρατισμού, περιορισμό των παρεμβάσεων του κράτους στην οικονομία και απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας από την γραφειοκρατία και τις ασφυκτικές διοικητικές ρυθμίσεις. Συνοδεύεται δε, και από κατάργηση οποιασδήποτε νομοθεσίας που εξασφαλίζει τα δικαιώματα των εργαζομένων. Συνοψίζεται συνήθως στη φράση «laissez faire – laissez passer», που θεωρείται το βασικό σύνθημα του ελεύθερου εμπορίου.

Κοινωνικός Φιλελευθερισμός

Ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός», πρόσφατα έχει αποκτήσει στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, με τη διευρυμένη μεσαία τάξη, το εξής περιεχόμενο: Θέτει ως στόχο την απελευθέρωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος ανεξαρτήτως μεγέθους, την αποενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, μεγάλης και μικρομεσαίας, την αλλαγή παραγωγικού μοντέλου.

Με την πιο «παραδοσιακή» του έννοια ο κοινωνικός φιλελευθερισμός (social liberalism) έχει συνδεθεί στην Ευρώπη με την υπεράσπιση όλων των ατομικών δικαιωμάτων που δεν ανήκουν στην οικονομική σφαίρα (Χωρισμός κράτους – εκκλησίας, αποποινικοποίηση της χρήσης των τοξικοεξαρτητικών ουσιών, αναγνώριση όλων των δικαιωμάτων στα ζευγάρια του ίδιου φύλου κ.α.).

Ο όρος «φιλελεύθερος» έχει διαφορετική έννοια στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στις ΗΠΑ ο όρος «φιλελευθερισμός» είναι πιο κοντά στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Αντιθέσεις μεταξύ «Ευρωπαϊκού» και «Αμερικανικού» τύπου Φιλελευθερισμού

Ανάμεσα στις δύο αυτές εκδοχές των φιλελευθέρων ιδεών υπάρχει μια καίρια αντίθεση:

Οι οπαδοί του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού επιθυμούν την όσο το δυνατόν μικρότερη έκταση του κράτους και παρέμβαση αυτού στην οικονομική και κοινωνική ζωή, μικρότερη φορολογία, χαμηλότερες κρατικές δαπάνες, μικρότερες επιδοτήσει, αλλά και την υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων οικονομικής ή μη φύσης (ποινικό και οικονομικό έγκλημα, ανεξιθρησκία, σεξουαλικά δικαιώματα κ.λπ.). Θεωρούν ότι οι μεγάλες κρατικές δαπάνες συνεπάγονται κατασπατάληση πόρων, διαφθορά, συνδιαλλαγή πολιτικού με πολίτη και δημιουργία διογκωμένης κρατικοδίαιτης κομματοκρατίας, (δεν πιστεύουν στη λογική του «άγγελου που θα μας κυβερνήσει»), και κατά συνέπεια σταδιακή καθίζηση της παραγωγικότητας, του ανταγωνισμού και τελικά και της ίδιας της οικονομίας, με αποτέλεσμα τη σμίκρυνση της «πίτας» και τη μείωση του εισοδήματος όλων. Στο ίδιο πνεύμα, αντιτίθενται στην απευθείας κρατική οικονομική ενίσχυση των μεγάλων επιχειρήσεων και των τραπεζών (όπως π.χ. κατά την οικονομική κρίση του 2008/9 -την οποία θεωρούν απότοκο του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία-), που πιστεύουν ότι στρεβλώνει την πραγματική οικονομία. Στην αντίληψη των οπαδών του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού κεντρική θέση κατέχει επίσης, η ανάγκη κατάργησης των εργασιακών δικαιωμάτων (κατάργηση 8ωρου, 5θήμερου, μείωση μισθών, απελευθέρωση απολύσεων κλπ) και η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων (κατάργηση σταθερών συμβάσεων εργασίας και εφαρμογή συμβάσεων ορισμένου χρόνου). Επίσης οι ευρωπαίοι φιλελεύθεροι πιστεύουν πως ο συνδικαλισμός (νοούμενος ως διεκδίκηση εργασιακών βελτιώσεων εκ μέρους του συνόλου των εργαζομένων) αποτελεί καταστροφή για την οικονομία.

Από την άλλη πλευρά, οι οπαδοί του αμερικανικού φιλελευθερισμού θεωρούν αναντικατάστατες τις μεγάλες κρατικές δαπάνες, διατεινόμενοι ότι παίζουν αναδιανεμητικό ρόλο υπέρ των πιο αδύναμων οικονομικά ομάδων και μειονοτήτων. Με αυτήν την έννοια ο αμερικανικός φιλελευθερισμός είναι πιο κοντά στις απόψεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ενώ ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός είναι καθαρός οπαδός της ελεύθερης αγοράς και κοινωνίας. Ο κοινωνικός προσανατολισμός των δύο αυτών σχολών είναι σχεδόν αντιδιαμετρικός: από τη μία, η στήριξη της δημιουργικότητας και η άρνηση της παρέμβασης όταν δεν παραβιάζεται ο νόμος, ενώ από την άλλη η στήριξη των πιο «αδύναμων» μέσω της κρατικής δαπάνης.

Η διαφορά αυτή οφείλεται στις αιτίες που για κάθε ρεύμα περιορίζουν την ελευθερία του ατόμου. Για τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό εχθρός της ελευθερίας είναι το κράτος, το οποίο περιορίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα. Για τον αμερικανικό φιλελευθερισμό η ελευθερία του ατόμου δεν απειλείται από το κράτος, αλλά από τα μονοπώλια και την οικονομική ανισότητα.

Φιλελεύθεροι στοχαστές σαν τον Robert Nozick απορρίπτουν τον κοινωνικό φιλελευθερισμό όπως αυτός εκφράζεται στην Αμερική ως ψεύτικο φιλελευθερισμό. Για αυτούς το Κράτος δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει στην οικονομία γιατί καταστρέφει την ελευθερία, αυτό-αναιρώντας έτσι αυτό που εκπροσωπεί ο όρος. Η ελευθερία, με βάση τις απόψεις αυτές, είναι μία και αδιαίρετη. Το ίδιο υποστηρίζεται πάντως και στις Η.Π.Α. από αρκετούς θεωρητικούς, όπως π.χ. ο νομπελίστας οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν. Η αντίληψη αυτών των διανοητών ηγεμόνευσε ιστορικά και σήμερα χαρακτηρίζει τον φιλελευθερισμό έχοντας πάρει το όνομα του «νεοφιλελευθερισμού». Η ηγεμονεύουσα αντίληψη σήμερα στον φιλελευθερισμό η νεοφιλελεύθερη αντίληψη, πρεσβεύει όπως αναφέρθηκε παραπάνω, την απόσυρση του κράτους από κάθε δραστηριότητα και ρυθμιστικό ρόλο, πέραν του στρατού, της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. Αντιμάχεται οποιαδήποτε κοινωνική διάσταση στο ρόλο του κράτους, θεωρώντας την εμπόδιο για την ελεύθερη ανάπτυξη της αγοράς, οι νόμοι της οποίας μπορούν να ρυθμίσουν από μόνοι τους τη λειτουργία της κοινωνίας. Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη αντιμάχεται επίσης τον συνδικαλισμό και την ύπαρξη πολιτικών προστασίας των εργαζομένων με το ίδιο σκεπτικό.

Τέλος, η αντίληψη του φιλελευθερισμού ο οποίος έχει μετατραπεί σε νεοφιλελευθερισμό, δεν παραδέχεται την ύπαρξη κοινωνίας αλλά την ύπαρξη μόνο των ατόμων. Τις αντιλήψεις αυτές εφάρμοσαν για πρώτη φορά στην πράξη ο δικτάτορας Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή, η κυβέρνηση των Συντηρητικών υπό τη Μ. Θάτσερ στην Μ. Βρεταννία και η κυβέρνηση των Ρεπουμπλικάνων υπό τον Ρ. Ρήγκαν στις ΗΠΑ.

Συντηρητισμός ή κονσερβατισμός (γαλλ.conservatisme) ονομάζεται η επιφυλακτική και συντηρητική αντιμετώπιση νέων θεσμών, αρχών και αξιών της κοινωνίας, σε ατομική και ομαδική βάση. Γενικά, σημαίνει την επιφυλακτική έως αρνητική στάση απέναντι σε οποιονδήποτε νεωτερισμό. Ο συντηρητισμός είναι υπέρμαχος της προάσπισης αυτών που είναι ήδη δεδομένα, αφομοιωμένα και δεν δημιουργούν κινδύνους και κραδασμούς στο κατεστημένο, και κυρίως δεν χρειάζονται ριζικές αλλαγές. Ο συντηρισμός λειτουργεί ως προσωπική στάση ζωής, παρόμοια με τον πουριτανισμό, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Ο ξενικός όρος προέρχεται από τη γαλλική λέξη conservation=διατήρηση, συντήρηση.

Ο συντηρητισμός ως φιλοσοφική στάση, και με βάση τους σημαντικότερους εκφραστές του όπως ήταν για παράδειγμα ο Edmund Burke (1729-1797) συνδέεται με ρομαντικές και μη-ντετερμινιστικές αντιλήψεις για την κοινωνία και την πολιτική. Έτσι μπορεί να μην αντιτίθεται πλήρως στις αλλαγές (στον τρόπο διακυβέρνησης και στους θεσμούς), αλλά πάντως υπερασπίζεται τη σταδιακή και ομαλή αλλαγή. Σέβεται τις πολιτικές συνήθειες, τα πολιτικά ήθη, και την παράδοση ως συσσωρευμένη γνώση και «σύνεση» περισσότερων γενεών, καθώς οι ίδιες οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι αιτιακές και προβλέψιμες και η «πολιτική σοφία» είναι στη πραγματικότητα συλλογική, και όχι «απόρροια του στοχασμού ενός καθήμενου σε κουνιστή πολυθρόνα»[1] φιλοσόφου. Σε αυτή τη βάση σκέψης, ο συντηρητισμός υποστηρίζει τη διατήρηση του υφιστάμενου κοινωνικού και πολιτικού κατεστημένου (π.χ. θεσμούς, αξίες κλπ.), ως λειτουργικού και αποτελεσματικού, όσο αυτό είναι δυνατό.

Από την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης ως περίπου τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι συντηρητικοί στην Ευρώπη αντιτέθηκαν στον φιλελευθερισμό και, στη συνέχεια, στον σοσιαλισμό. Οι πιο ριζικά συντηρητικοί επιθυμούσαν τη διατήρηση του αριστοκρατικού φεουδαρχικού κατεστημένου και της πολιτικής ισχύος της χριστιανικής Εκκλησίας. Μετά τα μέσα του εικοστού αιώνα ωστόσο οι περισσότεροι συντηρητικοί αποδέχθηκαν τη φιλελεύθερη δημοκρατία και ενσωματώθηκαν σε αυτήν.

Ο Εθνικισμός (αγγλ. nationalism) είναι πολιτική ιδεολογία που υποστηρίζει την ιδέα της εθνικής ταυτότητας για μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τη διατήρηση της ταυτότητας αυτής και των ξεχωριστών χαρακτηριστικών ενός έθνους καθώς επίσης με την πολιτική ανεξαρτησία του έθνους.

Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές ο εθνικισμός είναι «η επίκληση της εθνικής ταυτότητας σαν βάση για μαζική κινητοποίηση και δράση«[1]

Οι υποστηρικτές του εθνικισμού βλέπουν το έθνος σε ένα πλαίσιο πολιτικής νομιμότητας το οποίο πιθανόν να προέρχεται από την θεωρία του Ρομαντισμού περί πολιτιστικής ταυτότητας, με το επιχείρημα ότι η πολιτική νομιμότητα προέρχεται από ένα συγκεκριμένο πληθυσμό, τον γηγενή.

Η σημερινή χρήση της λέξης Εθνικισμός αναφέρεται στον εθνικό ή θρησκευτικό εθνικισμό. Ωστόσο, οι πολιτικοί επιστήμονες τείνουν να ερευνούν ακραίες μορφές εθνικισμού που σχετίζονται με στρατιωτικά ή αποσχισματικά καθεστώτα.

Φασισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Το ρωμαϊκό «fascio littorio».

Ο φασισμός είναι ριζοσπαστικἠ και αυταρχική πολιτική ιδεολογία και μαζικό κίνημα που έχει ως στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισμικών ή/και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει μια κινητοποιημένη εθνική κοινότητα.[1]

Ο όρος φασισμός προέρχεται από την ιταλική λέξη Fascismo που ετυμολογείται από την λατινική «fasces» (φάσκες, ενικός: fascis, ιταλικά fascio :φάσιο) που ονομάζονταν συγκεκριμένο αρχαίο ρωμαϊκό έμβλημα εξουσίας, που απεικόνιζε «ράβδους δεμένες γύρω από έναν πέλεκυ».
Η λέξη παραπέμπει στους «littores» (λιτόρες) που ήταν ένα είδος ομάδων σωματοφυλάκων των γερουσιαστών της αρχαίας Ρώμης οι οποίοι διακρίνονταν από μια ράβδο που κρατούσαν και η οποία ήταν το σύμβολο της εξουσίας τους. Οι fasces ήταν στην αρχαία Ρώμη σύμβολο της εξουσίας των δικαστών και συμβόλιζαν την «ισχύ δια της ενώσεως»: μια μόνο ράβδος σπάζει εύκολα, ενώ μια δέσμη πολύ δύσκολα. Οι ράβδοι δεμένες γύρω από έναν διπλό πέλεκυ που έγινε το σύμβολο του φασισμού. Η αντιστοιχία με τους φασιστές της δεκαετίας του ’20 βρίσκεται στο ότι οι πρώτες ομάδες φασιστών που σχηματίστηκαν στην Ιταλία ονομάστηκαν «fascio di combattimento», δηλαδή ομάδες-δέσμες μάχης.

Γέννηση του φασισμού

Ο φασισμός γεννήθηκε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ιταλία από τον Μπενίτο Μουσολίνι το 1919 χωρίς ακόμα ν΄ αποτελεί δόγμα ή να προσδιορίζει κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα.

Μελέτη του φασισμού

Το κίνημα του φασισμού μελετήθηκε από πολλούς ξένους ερευνητές μεταξύ των οποίων οι πιο γνωστοί είναι ο Ρόμπερτ Πάξτον (Robert Paxton) και ο Εμίλιο Τζεντίλε. Από τους πιο έγκυρους Έλληνες μελετητές του φαινομένου θεωρείται ακόμη ο Νίκος Πουλαντζάς.

Ταυτισμένος με τη νεωτερικότητα του μεσοπολέμου (βλ. Ε.Τζεντίλε «φασισμός και νεωτερικότητα»), από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο φασισμός είναι στιγματισμένος και πολύ λίγες πολιτικές ομάδες τα τελευταία 60 χρόνια τόλμησαν να ταυτιστούν ανοιχτά μαζί του.

Σε αντίθεση με άλλες ιδεολογίες, ο φασισμός δεν ανέπτυξε ποτέ πλήρες δόγμα ή πολιτική θεωρία και, κυρίως, δεν γράφτηκαν οποιαδήποτε σημαντικά πολιτικά κείμενα από φασιστική σκοπιά μετά το 1945. Έτσι, σχεδόν όλα τα κείμενα πάνω στο θέμα της φασιστικής ιδεολογίας έχουν γραφτεί από μη φασίστες και αντιφασίστες συγγραφείς, και έτσι είναι συχνά δύσκολο να καθορίσει κανείς τη θέση του φασισμού πάνω σε διάφορα σημαντικά θέματα. Η λέξη «φασίστας» χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική σημασία, συχνά ως μια ετικέτα για επίκριση μιας αντίθετης άποψης, υποδηλώνοντας απολυταρχισμό και αντιδημοκρατική αντίληψη.

Σοσιαλισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο σοσιαλισμός είναι κοινωνική, οικονομική και πολιτική θεωρία κατά την οποία η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αντικαθιστά την ατομική ιδιοκτησία[1]. Ο όρος ιστορικά αφορά ένα πολιτικό κίνημα του 19ου αιώνα, γέννημα των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών της βιομηχανικής επανάστασης, και συσχετίζεται στενά με τον όρο Αριστερά.

Οι αντιλήψεις του σοσιαλισμού πρέπει να αναζητηθούν στις απαρχές της Γαλλικής Επανάστασης, στη παράταξη των Ιακωβίνων, και από μία άλλη σκοπιά στον «ουτοπισμό» του Ανρί ντε Σαιν-Σιμόν. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σοσιαλισμού είναι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (γαίες, εργοστάσια, μεγάλες επιχειρήσεις) και η δημιουργία νέων συλλογικών σχέσεων παραγωγής, διανομής των προϊόντων και κατανομής του κοινωνικού πλούτου κάθε κοινωνίας ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε πολίτη. Οι νέες αυτές σχέσεις παραγωγής στηρίζονται στο ότι τα μέλη μιας κοινωνίας θα προσφέρουν ανάλογα με τις δυνατότητές τους και θα αμείβονται ανάλογα με τις ανάγκες τους ή με την εργασία τους. Τη θέση της ατομικής ιδιοκτησίας θα πάρει πλέον η συλλογική διαχείριση με μορφή εθελοντικά συνεταιριστική ή κρατική, οι λεγόμενες κολεκτίβες. Μία κοινωνία οργανωμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο τελικός στόχος του σοσιαλιστικού κινήματος, αποκαλείται πολλές φορές κομμουνιστική και αντιπαρατίθεται με τον καπιταλισμό και την ελεύθερη αγορά.

Πολιτικά ο σοσιαλισμός έχει συσχετιστεί κατά καιρούς τόσο με συστήματα λήψης αποφάσεων βασισμένα στην άμεση

Ιστορικό

Η πρώτη προσπάθεια σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της αναδυόμενης αστικής κοινωνίας, σημειώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Άγγλο βιομήχανο Ρόμπερτ Όουεν. Αν και παρατηρήθηκαν σημαντικά μεμονωμένα αποτελέσματα, το πείραμά του μακροπρόθεσμα απέτυχε. Η απόπειρα αυτή για πολλούς απέδειξε την αδυναμία της ειρηνικής εγκαθίδρυσης σοσιαλιστικών νησίδων σ’ ένα καπιταλιστικό ωκεανό. Να σημειωθεί ότι το εν λόγω πείραμα αφορούσε τους 2.500 εργάτες που απασχολούσε ο ίδιος στην επιχείρησή του. Ο Όουεν είναι ένας από τους πιο σημαντικούς πρώιμους εκπροσώπους των σοσιαλιστικών ιδανικών, από κοινού με τους Κλοντ Ανρί ντε Σεν Σιμόν και Σαρλ Φουριέ. Χαρακτηρίστηκαν αργότερα ως ουτοπικοί σοσιαλιστές.

Αγάλματα του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Ένγκελς στο Βερολίνο.

Η κατοπινή εμφάνιση του Καρλ Μαρξ, αλλά και του φιλελεύθερων καταβολών αναρχοατομικισμού, βοήθησε στον οριστικό σχηματισμό του σοσιαλισμού ως συγκεκριμένου, νεωτερικού πολιτικού χώρου, που απέρριπτε τόσο τον συντηρητισμό της Δεξιάς της εποχής όσο και τον αστικό φιλελευθερισμό. Η ανάλυση του Μαρξ για την πάλη των τάξεων και για τη μεθοδολογία του ιστορικού υλισμού, που στόχευε στην επιστημονική μελέτη της Ιστορίας, είναι καθοριστική για την πορεία του σοσιαλισμού ο οποίος υιοθετεί πιο ριζοσπαστική και επαναστατική προσέγγιση. Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα ο σοσιαλισμός βοηθά στην ανάδυση του εργατικού κινήματος και του συνδικαλισμού, αποτελώντας συνήθως το ιδεολογικό τους υπόβαθρο.

Χαρακτηριστική έκφραση και απόπειρα πραγμάτωσης των σοσιαλιστικών ιδεών αποτελεί η Παρισινή Κομμούνα του 1871, ή αλλιώς σύμφωνα με έκφραση του Μαρξ «η έφοδος του ανθρώπου προς τον ουρανό», η οποία κράτησε μόνο δύο μήνες. Την ίδια περίοδο η Πρώτη Διεθνής, μία διεθνής σοσιαλιστική πολιτική οργάνωση η οποία είχε ιδρυθεί από τους Μαρξ και Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, διασπάται σε αναρχικούς και μαρξιστές, με κύριο σημείο διαφωνίας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί για να μετασχηματιστεί η Ανθρωπότητα προς τον κομμουνισμό. Ο Μιχαήλ Μπακούνιν υποστηρίζει την άμεση μετάβαση σε μία αταξική, ακρατική και αυτοδιευθυνόμενη κομμουνιστική κοινωνία μέσω λαϊκής επαναστατικής ρήξης με το αστικό καθεστώς, ενώ ο Μαρξ υποστηρίζει πως μεταξύ της επανάστασης και της οικοδόμησης του κομμουνισμού πρέπει να μεσολαβήσει μία κρατικιστική, μεταβατική περίοδος όπου το κράτος θα είναι υπό τον έλεγχο της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού, της εργατικής τάξης (δικτατορία του προλεταριάτου). Αυτή είναι η απαρχή της διαίρεσης των σοσιαλιστών σε ελευθεριακούς και κρατικιστές.

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι περισσότεροι μαρξιστές οργανώνονταν πλέον σε αστικού τύπου πολιτικά κόμματα τα οποία συμμετείχαν νόμιμα στις κοινοβουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις. Ορισμένα από αυτά τα κόμματα άρχισαν να απορρίπτουν την επαναστατική προοπτική και να υποστηρίζουν έναν σταδιακό μετασχηματισμό της αστικής κοινωνίας μέσω διαρκών μετριοπαθών μεταρρυθμίσεων και κυβερνητικών μέτρων, στοχευμένων μακροπρόθεσμα σε μεγαλύτερη ισοκατανομή του πλούτου, μέσα στο πλαίσιο όμως του αστικού φιλελευθερισμού και της συνταγματικής νομιμότητας. Οι σοσιαλιστές αυτοί αργότερα αποκλήθηκαν σοσιαλδημοκράτες (ο όρος βρισκόταν ήδη σε χρήση, παλαιότερα όμως περιέγραφε συλλήβδην όλους τους μαρξιστές επειδή συμμετείχαν σε κοινοβουλευτικές εκλογές) και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε την αφορμή για την οριστική απόσχισή τους από τον επαναστατικό μαρξισμό. Αργότερα, μετά τη Μεγάλη Ύφεση, οι περισσότεροι σοσιαλδημοκράτες εγκατέλειψαν οριστικά τον μαρξισμό και την αμφισβήτηση της ελεύθερης αγοράς και του καπιταλισμού, υιοθετώντας αντίθετα τον κεϋνσιανισμό και το κράτος πρόνοιας ως κεντρικό οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό τους μοντέλο.

Παράλληλα τα επαναστατικά μαρξιστικά κόμματα άρχισαν να συσπειρώνονται γύρω από τον λενινισμό, την πολιτική θεωρία και πρακτική του ρωσικού κόμματος των Μπολσεβίκων, οι οποίοι το 1917 κατάφεραν να ανατρέψουν τόσο την απολυταρχική τσαρική μοναρχία όσο και το φιλελεύθερο καθεστώς που είχε εμφανιστεί μετά από μία προηγούμενη εξέγερση, και να εγκαθιδρύσουν ένα νέο καθεστώς που όρισαν ως δικτατορία του προλεταριάτου (βλ. Οκτωβριανή επανάσταση). Εκείνη την περίοδο τα λενινιστικά κόμματα διεθνώς άρχισαν να ονομάζονται «Κομμουνιστικά» (π.χ. Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας).

Κατά τη δεκαετία του 1960, σε μία εποχή αμφισβήτησης του κατεστημένου στις χώρες της Δύσης και ανάδυσης μίας άντεργκραουντ αντικουλτούρας, συνέβησαν σημαντικές θεωρητικές και πρακτικές εξελίξεις στον ευρύτερο σοσιαλιστικό χώρο με τελικό αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων κοινωνικών κινημάτων και πολιτικών θεωριών, όπως η Νέα Αριστερά, το αφροαμερικανικό κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων, ο μεταμαρξισμός, οι καταστασιακοί, ο σύγχρονος φεμινισμός, η αυτονομία, η πολιτική οικολογία, η κοινωνική οικολογία κλπ. Υπό τέτοιες συνθήκες, στη συνέχεια αναδύθηκε ο ευρωκομμουνισμός με αφορμή την Άνοιξη της Πράγας, αλλά και ο σύγχρονος μετααριστερός και εξεγερσιακός αναρχισμός, ο οποίος άσκησε κριτική στον κλασικό σοσιαλισμό και στις ιστορικές, σοσιαλιστικές τάσεις του κοινωνικού αναρχισμού.

Κριτική από κομμουνιστική σκοπιά

Η προσπάθεια εφαρμογής του σοσιαλισμού στην πράξη με τα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», ανέδειξε πληθώρα προβλημάτων τόσο στην θεωρία, όσο και την εφαρμογή. Για αυτό το λόγο από πολύ νωρίς, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 αρχίζει η κριτική από ένα σημαντικό κομμάτι των πρωταγωνιστών της Οκτωβριανής επανάστασης στο μοντέλο που αργότερα ονομάστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός». Ετσι, το 1921 συγκροτείται εντός του ΠΚΚ (μπ) του μπολσεβίκικου κόμματος δηλαδή, η τάση της «εργατικής αντιπολίτευσης» (Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ και πληθώρα εργατικών στελεχών, συνδικαλιστών κλπ) η οποία κατήγγειλε από τότε ήδη, την γραφειοκρατικοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος, τον περιορισμό της εξουσίας των Σοβιέτ προς όφελος του κομμουνιστικού κόμματος, την ανάπτυξη της κομματικής/κρατικής γραφειοκρατίας ως ξεχωριστού κοινωνικού στρώματος με δικά του αυτοτελή συμφέροντα που δεν ταυτίζονται με τα αντίστοιχα συμφέροντα της εργατικής τάξης κλπ.[2]

Ύστερα από λίγα χρόνια ακολούθησε πληθώρα στελεχών του κομμουνιστικού κόμματος (Τρότσκι, Μπουχάριν, Κάμενεφ, Ζηνόβιεφ κλπ). Η κριτική τους ήταν ανομοιογενής και εστίαζε πάνω σε υπαρκτά προβλήματα όπως η γραφειοκρατικοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος, η καταστολή της αντίθετης άποψης, ο δογματισμός στη θεωρία, η βίαιη κολλεκτιβοποίηση κλπ. Από τα σπλάχνα της τάσης που συγκρότησαν (αρχικά Αριστερή και μετά ενιαία Αντιπολίτευση), προέκυψε το διεθνές ρεύμα του τροτσκισμού.[3]

Αργότερα, μετά τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, θα πραγματοποιηθεί το σχίσμα ανάμεσα στην Γιουγκοσλαβία με κυβέρνηση το ΚΚ και ηγέτη τον Γιόζιπ Μπροζ Τίτο και την ΕΣΣΔ με ηγέτη τον Στάλιν. Η εξήγηση από μέρους του Γιουγκοσλάβικου ΚΚ θα είναι πως «δεν ανεχόμαστε την επέμβαση των Σοβιετικών στα εσωτερικά μας». Ο θάνατος του Στάλιν θα δώσει νέα ώθηση στην δημόσια συζήτηση για το σοσιαλισμό. Θα ακολουθήσει η ρήξη της ΕΣΣΔ με την Κίνα και η γέννηση του μαοϊκού ρεύματος κριτικής στον «υπαρκτό σοσιαλισμό».[4]

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70 θα προκύψει από την κοινή συμπόρευση στην πολιτική και στη θεωρία των ΚΚ Γαλλίας, Ισπανίας και Ιταλίας, το διεθνές ρεύμα του ευρωκομμουνισμού.[5]

Η κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» τη διετία 1989-1991 θα σημάνει και το τέλος του μαζικού κομμουνιστικού κινήματος. Σήμερα από ορισμένες δυνάμεις (όπως το Νέο Αριστερό Ρεύμα) και μαρξιστές διανοητές του κομμουνιστικού κινήματος, επιχειρείται η κομμουνιστική επαναθεμελίωση.[6]

Κριτική από αστική σκοπιά

Αμερικανική ψυχροπολεμική αντικομμουνιστική αφίσα.

Στον σοσιαλισμό έχει ασκηθεί κριτική, και από φιλελεύθερους και συντηρητικούς αναλυτές, η οποία μπορεί να διακριθεί σε δύο κατηγορίες: κριτική στον κομμουνισμό και κριτική στην κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία.

Η θεωρητική κριτική που έχει ασκηθεί στον κομμουνισμό με τη σειρά της μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις διαφορετικές τάσεις: κριτική στην ίδια τη σύλληψη της κομμουνιστικής κοινωνίας, κριτική στη μεταβατική «δικτατορία του προλεταριάτου» όπως αυτή εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ένωση και στο ανατολικό μπλοκ (εδώ συμπεριλαμβάνεται η κριτική στον λενινιστικό κεντρικό σχεδιασμό ως οικονομικό σύστημα αυτής της «μεταβατικής» περιόδου), ή κριτική στο ανατολικό μπλοκ μόνο μετά από κάποιο χρονικό σημείο (π.χ. μετά τον θάνατο του Λένιν). Για περισσότερα στοιχεία δείτε το άρθρο αντικομμουνισμός.

Η κριτική στην κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία συνήθως έχει καθαρά οικονομολογικό χαρακτήρα και στηρίζεται στην έννοια της οικονομικής μεγέθυνσης υπό συνθήκες καπιταλιστικής ελεύθερης αγοράς. Η κριτική αυτή συνδέεται σε θεωρητικό επίπεδο με τον νεοφιλελευθερισμό, ή ακόμα και με τον αναρχοκαπιταλισμό.

Κομμουνισμός

Ο κομμουνισμός ως πολιτική έννοια συνήθως σχετίζεται με μια μορφή κοινωνίας επικεντρωμένης σε ένα οικονομικό σύστημα το οποίο θα λειτουργεί αμεσοδημοκρατικά και αποκεντρωμένα, χωρίς αγορά, κράτος ή διακριτές κοινωνικές τάξεις[1][2][3][4]. Συνήθως η κοινωνία αυτή θεωρείται αχρήματη, υπάρχουν ωστόσο και εναλλακτικές, παραπλήσιες αντιλήψεις οι οποίες διατηρούν την έννοια του χρήματος και μιλούν για ισότητα μισθών (π.χ. στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη[5]). Σε κάθε περίπτωση στον κομμουνισμό τα μέσα παραγωγής (π.χ. γαίες, εργοστάσια, μεγάλες επιχειρήσεις) αποτελούν κοινωνική / κοινοτική ιδιοκτησία και όχι ατομική, ενώ υφίστανται συλλογική διαχείριση από τους εργαζόμενους με στόχο την κάλυψη των υλικών αναγκών όλων των πολιτών κατά το ρητό «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Ως πολιτικός χώρος, στο ευρύτερο πλαίσιο της Αριστεράς, ο κομμουνισμός εκφράζει αυτήν την προσδοκόμενη κοινωνία μέσω ενός σοσιαλιστικού λαϊκού κινήματος το οποίο αντιτίθεται στον καπιταλισμό. Η σύλληψη της κομμουνιστικής κοινωνίας απορρέει από μία κριτική στην ανταλλακτική οικονομία και στην έννοια του κέρδους[6][7], ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχει περιγραφεί ως οικονομία δώρων[8][9].

Ως κομμουνιστές, με μία ευρεία έννοια, μπορούν να περιγραφούν όλοι οι μαρξιστές και οι περισσότεροι ελευθεριακοί σοσιαλιστές (π.χ. οι αναρχοκομμουνιστές). Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία, η οποία οδήγησε στον σχηματισμό της Σοβιετικής Ένωσης, έχει επικρατήσει ο όρος κομμουνισμός να περιγράφει συνήθως τους λενινιστές. Καθώς η μαρξιστική αντίληψη για τον κομμουνισμό προϋποθέτει ένα μεταβατικό στάδιο ύπαρξης κράτους στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, το οποίο σύμφωνα με τους λενινιστές υλοποιήθηκε με κάποιον τρόπο στις δικτατορίες του προλεταριάτου του ιστορικού ανατολικού μπλοκ, πολλές φορές ο όρος κομμουνισμός στην καθομιλουμένη αφορά παρόμοια λαϊκοδημοκρατικά καθεστώτα με απολυταρχικές κυβερνήσεις και ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από το κράτος, αντί για μία κατάσταση αταξικής και ακρατικής κοινωνίας (δείτε και το άρθρο κομμουνιστικό κράτος). Τα εν λόγω καθεστώτα ωστόσο αυτοπροσδιορίζονταν όχι ως κομμουνιστικά αλλά ως σοσιαλιστικά, υπό την έννοια ότι ευρίσκονταν σε μια φάση μετάβασης προς τον κομμουνισμό όπου το κράτος θα αυτοδιαλυόταν.

Πίνακας περιεχομένων

[Απόκρυψη]

Μαρξισμός

Παρόλο που μικρές, αποσπασματικές κομμουνιστικές κοινότητες υπήρξαν στην ανθρώπινη Ιστορία (φυσικός κομμουνισμός), οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς ήταν οι πρώτοι που έθεσαν στερεή θεωρητική βάση για τον κομμουνισμό ως σοσιαλιστικό πολιτικό κίνημα (είχε προηγηθεί ο μουτουαλισμός του Προυντόν ο οποίος επίσης ασκούσε κριτική στο κίνητρο του κέρδους και στη μισθωτή εργασία, αλλά διατηρούσε την έννοια της αγοράς και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής). Ο ευρύτερα γνωστός τύπος κομμουνισμού επομένως είναι ο μαρξισμός και τα διάφορα παράγωγά του (π.χ. λενινισμός, συμβουλιακός κομμουνισμός κλπ). Ανάμεσα σε άλλα θέματα, ο μαρξισμός προτείνει την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας, δηλαδή μία γραμμική, νομοτελειακά καθορισμένη εξέλιξη της τελευταίας μέσα από συγκεκριμένα στάδια: δουλοκτησία, φεουδαρχία, καπιταλισμός και, τελικώς, κομμουνισμός. Αυτά τα στάδια προχωρούν μέσω μια διαλεκτικής διαδικασίας, όπου η κοινωνία προοδεύει παράλληλα με την Ιστορία με κινητήρια δύναμη την οικονομία και τις συναφείς παραγωγικές σχέσεις (βλ. ιστορικός υλισμός). Αυτή η πρόοδος κατευθύνεται από την πάλη των τάξεων, ενώ κάθε στάδιο επιτρέπει μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη από το προηγούμενο.

Σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία ο κομμουνισμός αποτελεί την ανώτατη, τελική εξελικτική βαθμίδα της κοινωνίας, στην οποία πλέον δεν λαμβάνεται υπόψιν η έννοια κράτος και δεν νοείται ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ή διακριτές κοινωνικές τάξεις. Στον κομμουνισμό η ιδιοκτησία είναι συλλογική και όλοι οι άνθρωποι έχουν ισότιμο κοινωνικό status και δικαιώματα. Η εργασία είναι αντιληπτή όχι ως καταπιεστική ανάγκη αλλά ως μία ευκαιρία δημιουργικής εκδίπλωσης των ικανοτήτων του ατόμου και δεν διαχωρίζεται από τον ελεύθερο χρόνο. Το φαινόμενο της φτώχειας έχει εξαλειφθεί καθώς οι πόροι και τα παραγόμενα αγαθά κατανέμονται ως απαιτείται, ενώ η οικονομική παραγωγικότητα είναι μεγιστοποιημένη αφού στην αταξική και ακρατική κομμουνιστική κοινωνία δεν εμφανίζονται οι εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού (όπως τις περιέγραψε στο θεωρητικό του έργο ο Μαρξ). Έτσι ο μαρξισμός αποτελεί και οικονομολογική σχολή (συγκαταλέγεται συνήθως στα λεγόμενα ετερόδοξα οικονομικά), η οποία επίσης στοχεύει στην αύξηση της οικονομικής ανάπτυξης στο όνομα της κοινωνικής ευημερίας, όπως και τα κλασικά φιλελεύθερα οικονομικά.

Ο μαρξισμός προσπαθεί να ερμηνεύσει τα ιστορικά φαινόμενα μέσα από το πρίσμα της πάλης των τάξεων. Σύμφωνα με τους μαρξιστές, η κοινωνία αποτελείται από διάφορες κοινωνικές τάξεις οι οποίες διαφοροποιούνται αντικειμενικά από τη σχέση που έχουν με τα μέσα παραγωγής. Για παράδειγμα, η καπιταλιστική κοινωνία αποτελείται από την μπουρζουαζία (τους καπιταλιστές, στους οποίους ανήκουν τα μέσα παραγωγής – οι αστοί εργοδότες) και το προλεταριάτο (τους εργάτες, οι οποίοι εργάζονται έναντι απολαβών για να βγάλουν τα προς το ζην, εφόσον δεν τους ανήκει κανένα μέσο παραγωγής). Μια κοινωνική τάξη είναι η άρχουσα τάξη, η οποία χρησιμοποιεί τον πλούτο και τη δύναμή της για να εκμεταλλευθεί την άλλη τάξη ή τάξεις. Για παράδειγμα, στον καπιταλισμό οι αστοί εκμεταλλεύονται το προλεταριάτο κερδοσκοπώντας από την εργασία των προλεταρίων. Σύμφωνα με τη θεωρία, το κέρδος του επιχειρηματία είναι ίσο με την παραγωγή του εργάτη μείον τις απολαβές του εργάτη – έτσι, ο επιχειρηματίας έχει κέρδος διότι ο εργάτης αμείβεται λιγότερο από αυτό που παράγει. Το ποσό που παράγει ο εργάτης αλλά το καρπώνεται άλλος, λέγεται υπεραξία.

Τελικά, ο λαός με «πρωτοπορία» την εργατική τάξη ξεσηκώνεται για να ανατρέψει την άρχουσα τάξη και το υπάρχον σύστημα, εγκαθιστώντας τη δικτατορία του προλεταριάτου ή αλλιώς εργατική εξουσία/δημοκρατία (ο όρος χρησιμοποιείται από ορισμένες δυνάμεις του κομμουνιστικού κινήματος μετά την κατάρρευση των χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» για να τονίσει την ανάγκη αποφυγής της γραφειοκρατικής δικτατορίας ενός κόμματος στο όνομα της εργατικής τάξης και του κομμουνισμού), όπως και ο καπιταλισμός ιδρύθηκε όταν η μπουρζουαζία ανέτρεψε τον φεουδαλισμό και την φεουδαλική κυβερνούσα τάξη – την αριστοκρατία). Η ανάπτυξη αυτών των τάξεων εξηγείται από τον μαρξιστικό οικονομικό ντετερμινισμό, σύμφωνα με τον οποίον η ανθρώπινη φύση σχηματίζει αυτές τις τάξεις στην προσπάθειά της να προστατέψει τις παρούσες μεθόδους παραγωγής αγαθών. Σύμφωνα με τον Μαρξ αυτή η δικτατορία του προλεταριάτου, ένας κρατικός μηχανισμός στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, σταδιακά αυτοδιαλύεται και η κοινωνία με το πέρασμα του χρόνου γίνεται κομμουνιστική. Στη λενινιστική θεωρία και πρακτική η δικτατορία του προλεταριάτου ονομάζεται «σοσιαλιστικό κράτος» και ερμηνεύεται ως ένας πλήρης, συγκεντρωτικός κρατικός μηχανισμός κυβερνώμενος από το λενινιστικό πολιτικό κόμμα, το οποίο καθοδήγησε νωρίτερα την εργατική τάξη προς την επανάσταση. Οι ελευθεριακοί μαρξιστές ερμηνεύουν ωστόσο διαφορετικά την έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου και συνήθως δεν δίνουν έμφαση στον ρόλο των πολιτικών κομμάτων, ενώ οι αναρχοκομμουνιστές απορρίπτουν τελείως μία τέτοια μεταβατική φάση για το πέρασμα στην αταξική και ακρατική κομμουνιστική κοινωνία[10] και κάθε τύπο κοινοβουλευτικής – κομματικής δραστηριοποίησης στο πλαίσιο ενός αστικού κράτους.

Σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, ο ταξικός αγώνας είναι η μηχανή ενός κύκλου στον οποίο τα κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά συστήματα αναπτύσσονται, καταστρέφονται και αντικαθιστούνται. Ο μαρξισμός αναγνωρίζει πολλά συστήματα τα οποία έχουν αναπτυχθεί και καταστραφεί από την έναρξη της ανθρώπινης Ιστορίας. Ωστόσο, οι κοινωνικές τάξεις – και άρα και ο ταξικός αγώνας – δεν υπήρχαν πάντοτε. Δημιουργήθηκαν με την εμφάνιση του αγροτικού πολιτισμού, όταν οι νομαδικές φυλές πρωτοεγκαταστάθηκαν και ξεκίνησαν να εξασκούν τη γεωργία. Πριν από αυτό, οι άνθρωποι ζούσαν σε ένα είδος μη ταξικής κοινωνίας που μπορεί να περιγραφεί ως φυσικός κομμουνισμός. Ο φυσικός κομμουνισμός τερματίστηκε όταν η γεωργία δημιούργησε τις συνθήκες για ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (το οποίο, την συγκεκριμένη περίοδο, απλά σήμαινε ιδιωτική ιδιοκτησία της καλλιεργούμενης γης). Αυτή η διαφοροποίηση των ανθρώπων σε γαιοκτήμονες και σε εκείνους που είχαν την ανάγκη να εργαστούν σε γη άλλων για να ζήσουν, είχε ως αποτέλεσμα το δουλοκτητικό σύστημα της Αρχαιότητας. Αυτό το σύστημα τελικά άνοιξε τον δρόμο στον φεουδαλισμό του Μεσαίωνα, ο οποίος τελικά άνοιξε τον δρόμο στον καπιταλισμό.

Έχει υποστηριχθεί πως το μαρξιστικό μοντέλο αφήνει να εννοηθεί ότι στον κομμουνισμό οι έννοιες της πολιτικής και της δημοκρατίας θα έχουν χάσει τη σημασία τους, αφού προηγουμένως θα έχει εμφανιστεί μία πραγματικά δημοκρατική κοινωνία μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, γιατί η οικονομική σπάνη θα έχει εξαφανιστεί και θα υπάρχει πλέον τέτοια υπεραφθονία υλικών αγαθών που δεν θα χρειάζεται να λαμβάνονται ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις[11].

Λενινισμός και εθνικά κομμουνιστικά κόμματα

Ο λενινισμός είναι η επαναστατική θεωρία και πρακτική που διατύπωσε και εφάρμοσε ο Βλαντιμίρ Λένιν, κατά την οποία η δικτατορία του προλεταριάτου (καθ)οδηγείται από ένα επαναστατικό Κόμμα «εμπροσθοφυλακής» ή «πρωτοπορίας». Έτσι οι λενινιστές διακρίνονται από μία συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του μαρξισμού στηριγμένη στις έννοιες της «πρωτοπορίας» και του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, ενώ συνήθως οργανώνονται σε αστικού-κοινοβουλευτικού τύπου πολιτικά κόμματα[12] τα οποία ονομάζονται Κομμουνιστικά Κόμματα.

Στην Ελλάδα ένας από τους βασικούς εκφραστές της κομμουνιστικής ιδεολογίας θεωρείται το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Υπάρχουν όμως και άλλες κομμουνιστικές οργανώσεις, που απορρίπτουν τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» όπως είναι το Νέο Αριστερό Ρεύμα (ΝΑΡ) με πρόταγμα την αναγκαιότητα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, ή άλλοι μικρότερης εμβέλειας και επιρροής μαρξιστικοί-λενινιστικοί πολιτικοί σχηματισμοί. Ο κομμουνισμός συνήθως αντιπαρατίθεται στο κοινοβουλευτικό επίπεδο με τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία επιχειρεί έναν πιο περιορισμένο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μέσω διαρκών μεταρρυθμίσεων, στοχευμένων μακροπρόθεσμα σε μεγαλύτερη ισοκατανομή του πλούτου, μέσα στο πλαίσιο όμως του αστικού φιλελευθερισμού και της συνταγματικής νομιμότητας. Αντιθέτως ο επαναστατικός σοσιαλισμός, όπου συγκαταλέγεται ο λενινισμός παρά τη συμμετοχή του στο κοινοβουλευτικό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, προσβλέπει στην πλήρη ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και εστιάζει στη διεθνή εργατική τάξη ως κλειδί αυτής της επανάστασης.

Οι λενινιστές με τον καιρό έχουν διαφοροποιηθεί σε τροτσκιστές, σταλινικούς (οι ίδιοι συνήθως δεν αυτοαποκαλούνται έτσι) και μαοϊκούς. Κύρια εστία των διαφωνιών τους είναι η αντίληψή τους για τη σοσιαλιστική φύση της Σοβιετικής Ένωσης μετά τον θάνατο του Λένιν ή του Στάλιν. Από την άλλη οι ελευθεριακοί μαρξιστές ανήκουν σε μία πλειάδα σχηματισμών, όπως οι συμβουλιακοί κομμουνιστές (γνωστότερη προσωπικότητα που συνδέεται με τον συμβουλιακό κομμουνισμό, αν και ανήκε σε λενινιστικό κόμμα, είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ).

Στο κομμουνιστικό κίνημα σήμερα, προβάλλεται από ορισμένα τμήματά του, η αναγκαιότητα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Η αναγκαιότητα αυτή -σύμφωνα με αυτό το κομμάτι του κομμουνιστικού κινήματος- προκύπτει κυρίως από τον τραγικό εκφυλισμό από πολύ νωρίς των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού» σοσιαλισμού και την μετατροπή τους σε ταξικά/εκμεταλλευτικά καθεστώτα στο όνομα του κομμουνισμού, προκύπτει όμως και από τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον καπιταλισμό.

Ελευθεριακός σοσιαλισμός

Οι ελευθεριακοί σοσιαλιστές δεν έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς. Κύρια χαρακτηριστικά τους είναι η ενεργός πάλη για την έλευση της κομμουνιστικής κοινωνίας, η άρνηση της οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα αστικού-κοινοβουλευτικού τύπου και η απόρριψη της μαρξιστικής θεωρίας (είτε συγκεκριμένων όψεών της, είτε όλης της μαρξικής ανάλυσης). Οι ελευθεριακοί μαρξιστές κατ’ εξαίρεσιν δέχονται το έργο του Μαρξ, αλλά το ερμηνεύουν διαφορετικά από τους λενινιστές. Στην ευρύτερη κατηγορία μπορούν να ενταχθούν οι υποστηρικτές του κοινωνικού αναρχισμού, οι περισσότεροι αυτόνομοι, οι καταστασιακοί, οι νεομαρξιστές, οι συμβουλιακοί κομμουνιστές και άλλοι. Λόγω της συσχέτισης του κομμουνισμού με τον λενινισμό από τον Μεσοπόλεμο κι έπειτα, ορισμένες φορές δεν μιλούν για κομμουνιστική κοινωνία αλλά για σοσιαλιστική κοινωνία, αυτόνομη κοινωνία κλπ. Κάθε ελευθεριακή ομάδα μπορεί να συνδέει το όραμα αυτό με διαφορετική πολιτική θεωρία, η οποία συνήθως απορρέει από κάποια κριτική στο μαρξιστικό ή στο μαρξιστικό-λενινιστικό μοντέλο. Όλοι ωστόσο απορρίπτουν τη μεταβατική φάση της δικτατορίας του προλεταριάτου (τουλάχιστον στη λενινιστική εκδοχή της), ενώ κριτική έχουν δεχθεί επίσης ο θετικισμός, ο ιστορικός αντικειμενισμός και η σύνδεση της έλευσης του κομμουνισμού με τη μεγιστοποίηση της οικονομικής παραγωγής και ανάπτυξης, στοιχεία που ανιχνεύονται ρητά ή υπόρρητα στο έργο του Μαρξ. Αυτές οι εξ αριστερών κριτικές επί του μαρξισμού μπορεί να επεκτείνονται ευρύτερα και σε κριτική επί όλης της οικονομικής επιστήμης, αν και όχι απαραίτητα.

Κριτική

Η θεωρητική κριτική που έχει ασκηθεί στον κομμουνισμό μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις κατηγορίες: κριτική στην ίδια τη σύλληψη της κομμουνιστικής κοινωνίας ως ανεπιθύμητης ή ουτοπικής, κριτική στη μεταβατική «δικτατορία του προλεταριάτου» όπως αυτή εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ένωση και στο ανατολικό μπλοκ (εδώ συμπεριλαμβάνεται η κριτική στον λενινιστικό κεντρικό σχεδιασμό ως οικονομικό σύστημα αυτής της «μεταβατικής» περιόδου), ή κριτική στο ανατολικό μπλοκ μόνο μετά από κάποιο χρονικό σημείο (π.χ. μετά τον θάνατο του Λένιν). Ολοκληρωμένη κριτική έχουμε:

α. Κριτική από κομμουνιστική σκοπιά (από δυνάμεις του κομμουνιστικού κινήματος, πχ οι δυνάμεις της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης)

β. Κριτική που γίνεται από αστική σκοπιά (και ονομάζεται αντικομμου

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

2 thoughts on “ΣΧΟΛΗ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ”

  1. Ο Αριστοτέλης για την πολιτική παιδεία
    6Share
    «Η ασφαλέστερη εγγύηση για τη σταθερότητα ενός κράτους, η οποία γενικώς παραμελείται, είναι η αγωγή των πολιτών σύμφωνα με το πνεύμα του πολιτεύματος. Γιατί ακόμη και οι χειρότεροι νόμοι, οι οποίοι ίσως και να θεσπίστηκαν με συμφωνία όλων των πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου, είναι εντελώς άχρηστοι, αν οι πολίτες δεν έχουν εξοικειωθεί με το πολίτευμα μέσα από εθισμό και αγωγή. Ο νομοθέτης επιδιώκει να εξευγενίσει τους πολίτες εθίζοντας τους· αν δεν ακολουθήσει τη σωστή μέθοδο γι’ αυτό, αποτυγχάνει· αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο λαθεμένο πολίτευμα».
    «Εκείνοι οι οποίοι έχουν πολλά αγαθά, είτε δύναμη είτε πλούτο είτε οπαδούς, δεν θέλουν ούτε μπορούν να υποταχτούν στην εξουσία του κράτους. Αυτό αρχίζει από το σπίτι, γιατί όταν τα παιδιά έχουν μεγαλώσει στην πολυτέλεια, στο σχολείο μαθαίνουν να μην υπακούν πια».

    Σημαντικότερη όμως από την περιουσιακή ισότητα είναι η ισότητα των πολιτών στην προσπάθεια απόκτησης εξουσίας· μια τέτοια ισότητα δεν είναι δυνατή, αν οι άνθρωποι δεν διαπαιδαγωγηθούν επαρκώς από τους νόμους. Για τούτο το κράτος πρέπει να φροντίζει οπωσδήποτε για τη δημόσια
    ηθική· όποιος την έχει συνηθίσει από παιδί θα την υπομείνει ατάραχος.

    «Είναι δύσκολο να τηρήσει κανείς από νέος σωστή πορεία προς την ηθική αρετή, αν δεν μεγαλώσει σε ανάλογο σύστημα αγωγής. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θεωρούν ευχάριστη μια ζωή με σωφροσύνη και σκληρή επιμονή, ιδίως οι νέοι. Για τούτο η αγωγή και οι ασχολίες της νεολαίας πρέπει να ορίζονται από το νόμο· γιατί αυτό με το οποίο εξοικειώνεται κανείς δεν το αισθάνεται ως κάτι καταπιεστικό».

    Αριστοτέλους Πολιτικά.

  2. ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

    Αφ’ενός αποκλείετε και απορρίπτετε ως «Παράνοια» και «Αυτοκτονία» την εκλογή ενός πιλότου αεροσκάφους ή ενός οικογενειακού ιατρού, με Δημοκρατική ψηφοφορία μεταξύ των «ίσων» επιβατών και των «ίσων» θαμώνων καφενείου, δια την επιλογή ενός εξ’αυτών ως «πιλότου» και ως «ιατρού», και επιμένετε στην ΑΝΙΣΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΚΗ – ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΚΗ επιλογή του πιλότου και του ιατρού, από τους ΟΛΙΓΟΥΣ ΚΡΙΤΕΣ, ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΕΜΠΕΙΡΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ των σχολών αεροπορίας και ιατρικής από τους οποίους έλαβαν αξίως (αξιοκρατικώς) τα πτυχία τους μετά από ΑΓΩΝΕΣ – ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ,

    Αφ’ετέρου συμμετέχετε σε Δημοκρατικές ψηφοφορίες στις οποίες θρασύτατα και αναιδώς, εσείς οι στερούμενοι γενικές και ειδικές γνώσεις επιστημών, ψηφίζετε και ψευδόμενοι ότι είσθε «ίσοι» με τους Πανεπιστημιακούς Καθηγητές, Κριτές Αγώνων Επιστημών, δίδετε Πτυχία (!!!) Υπερ-Ειδικών Υπερ-Επιστημόνων (όπως θα έπρεπε φυσιολογικά να είναι οι Υπουργοί μιας Χώρας), προς δολίους ή ανάξιους ή εβραιομογγόλους Βουλευτές – Υπουργούς – Πρωθυπουργούς, ήτοι δι’ αξιώματα δια τα οποία απαιτούνται γνώσεις πολλαπλάσιες από τις γνώσεις ενός πιλότου ή ενός ιατρού, και δι’αξιώματα από τα οποία εξαρτώνται η ζωή ή ο θάνατος εκατομμυρίων ανθρώπων και όχι μόνον των επιβατών ενός αεροσκάφους ή των ασθενών μιας οικογένειας. ΄

    Έλληνες, Ελληνίδες, με τις ανωτέρω και άλλες Δρακονιανές πολυ-Σχιζοφρένειες καταντήσατε «χρόνιοι Ασθενείς Σχιζοφρενείς και απελπισμένοι αυτοκτόνοι» αναζητούντες παύση διανοητικών λειτουργιών μέσω νικοτίνης, χασίς, ηρωϊνης, κοκαϊνης, σεξ, αλκοόλ, ψυχοφαρμάκων, υπνωτικών φαρμάκων, και βλακώδους ψευδο-ψυχαγωγίας, δια να μη τρελλαθείτε τελείως, διότι : «Το ψεύδος σκοτώνει τα όντα τα οποία το δέχονται και το αναπαράγουν», ως έφη συμπαντικός νόμος, και διότι απορρίψατε ή δεν γνωρίσατε ποτέ το Συμπαντικό και Γαλαξιακό Πολίτευμα της «Δημοκρατικής Οργανικής Αξιοκρατίας»

    Ο.Ε.Α. 2003 – Πλανητικές Θερμοπύλες

    Ιδε Δ’ Διαταγή της Πρυτανείας Ο.Ε.Α. – «εν τούτω ταν γαν αναστρεψον»:

    Εσείς οι Διανοούμενοι, οι άνθρωποι των Καλών Τεχνών, οι Στρατιωτικοί, οι Αστυνομικοί, και τα μέλη των Μυστικών Υπηρεσιών Λευκής και Μαύρης φυλής, καταργείστε αμέσως όλα τα Δρακονιανά πολιτεύματα και συντάγματα, εφευρεθέντα από τους Δρακονιανούς δια την διάλυση και υποδούλωση των εθνών σας (με το «διαίρει και βασίλευε»), και εφαρμόστε αμέσως στις χώρες σας το Συμπαντικό Πολίτευμα και Σύνταγμα όλων των Εθνών, όλων των κατοικούμενων πλανητών, όλων των Ηλιακών Συστημάτων, και όλων των Γαλαξιών στο Σύμπαν.
    Αυτό το Συμπαντικό Πολίτευμα είναι η «Δημοκρατική Οργανική Αξιοκρατία» (Δ.Ο.Α.) (ΙΕΡΑΡΧΗΜΕΝΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ) και προσομοιάζει με τις Βιολογικές Λειτουργίες του Συμπαντικού Οργανισμού και του Ανθρώπινου Οργανισμού.
    Στην «Δ.Ο.Α.» υπάρχουν 2 κυβερνητικά σώματα:

    Α) Το «Μείζον Σώμα υποβολής Αιτημάτων» αποτελούμενο από τους Εθνικούς εκπροσώπους – βουλευτές των Επαγγελματικών και Κοινωνικών τομέων, εκ των οποίων έκαστος τομέας, επιλέγει Δημοκρατικώς τον εκπροσωπό του, ως άμισθο και εθελοντή.

    Β) Το «Μείζον Σώμα ικανοποιήσεως Αιτημάτων», ως κυβέρνηση λήψεως των τελικών αποφάσεων. αποτελούμενο από τους καθηγητές – εκπροσώπους των Τριών Κεντρικών Ακαδημιών ενός Έθνους. Αυτοί αριθμούν τρείς Τεσσερακονταρχίες ανά Έθνος, ήτοι [ (3 Χ 13) + 1 ] Χ 3, όπου έκαστη τριάδα δεκατριαρχιών, αντιστοιχεί και επιλύει λειτουργίες της Τριάδος: «1) ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ – 2) ΚΑΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ – 3) ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ «. [ ΣΗΜ: Ως εναρμονισμένες λειτουργίες με την τριμερή βιολογία του οργανισμού: 1) ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΔΙΑΝΟΗΣΗ(ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ) – 2) ΚΑΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ(ΗΛΙΑΚΟ ΠΛΕΓΜΑ) – 3) ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΛΩΝ ΩΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ: ΥΛΗ/ΣΩΜΑ (ΚΟΙΛΙΑΚΗ ΧΩΡΑ) ] Αυτοί οι Καθηγητές εκλέγονται από Κριτές, μη κυβερνώντες καθηγητές Πανεπιστημίων, σε Αξιοκρατικούς Διαγωνισμούς – Αγώνες επιλογής Κυβερνητών, συμφώνως με τα αρχαία πρότυπα των πραγματικών Ολυμπιακών και Δελφικών Αγώνων, και όχι με τις σημερινές εβραιοσαξονικές παρωδίες τους σκόπιμου εξευτελισμού και γελοιοποιήσεως του Ανδρομεδίου Ελληνικού Πολιτισμού. Αυτοί οι Καθηγητές είναι μισθωτοί.
    Πέραν αυτών των Μείζονων Σωμάτων, λειτουργούν έμισθα ελάσσονα κυβερνητικά σώματα νομαρχιακών πανεπιστημίων τριπλής λειτουργίας: «Έρευνας – Παιδείας – Διοικήσεως» και άμισθες ελάσσονες νομαρχίες Επαγγελματικών κλάδων, με λειτουργία μόνον υποβολής αιτημάτων.
    Ο αριθμός των Νομαρχιακών Κυβερνόντων Πανεπιστημίων και των Νομαρχιών Υποβολής Αιτημάτων, πρέπει να είναι ίσος με τον αριθμό των σημερινών νομαρχιακών πρωτευουσών έκαστης χώρας, π.χ. δια την Ελλάδα έχουσα πενήντα Νομαρχιακές Πρωτεύουσες, πρέπει να λειτουργούν πενήντα Νομαρχιακά Πανεπιστήμια Διοικήσεως των Πενήντα Νομών, κυβερνώμενα από την μια Μείζονα Ακαδημία Επιστημών της πρωτευούσης πόλεως.

    Το πολίτευμα της «Δημοκρατικής Οργανικής Αξιοκρατίας», δεν ανέχεται Πολίτες – Καρκινικά Κύτταρα – Όγκους οι οποίοι Διογκώνουν την προσωπική τους Δόξα και την προσωπική τους Υλική Περιουσία και Πολυτέλεια, πέραν του Μέσου Όρου Ζωτικού Χώρου του οποίου δικαιούνται να έχουν τα κύτταρα – άνθρωποι του Συμπαντικού Οργανισμού.
    Αυτό σημαίνει ότι στο Πολίτευμα της «Δ.Ο.Α.», έκαστη οικογένεια έχει το δικαίωμα να έχει υπό την ιδιοκτησία της μόνον μια οικία ή μια μικρή εταιρεία ή έναν αγρό, με επιτρεπόμενη κατάχρηση μόνον μιας πρόσθετης εξοχικής κατοικίας.
    Σε πολίτευμα Συμπαντικού Οργανισμού όπως η «Δ.Ο.Α.», επιβάλεται η ΜΕΤΟΧΙΚΗ Άνιση κατανομή Κερδών και Ζημιών σε όλους τους εργαζόμενους των Μεγάλων Εταιρειών, αναλόγως της Ιεραρχίας τους, των Ειδικών Γνωσεών τους, και της Παραγωγικοτητός τους.
    Στο πολίτευμα της «Δ.Ο.Α.» οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να αφιερώνουν μια ημέρα εργασίας άνευ αμοιβής δια την Οικολογία της Γαίας και του Συμπαντικού Οργανισμού.

    Τέλος, το Πολίτευμα της «Δ.Ο.Α.» ως μίμηση των Λειτουργιών του Ανθρώπινου και του Συμπαντικού Σώματος, υποχρεώνει τα Έθνη σας να οργανωθούν σε ένα ενιαίο Οργανικό Σώμα Εθνών Λευκής Φυλής, και σε αντίστοιχο Σώμα Μαύρης Φυλής, ως δυο Πλανητικές Ομοσπονδίες οι οποίες θα συμπήξουν εκ νέου την προϊστορική προ του 9.600 π.δ.χ. λειτουργούσα συνομοσπονδία των Εθνών Λευκής και Μαύρης φυλής, την οποία κατέστρεψαν οι Εγκληματίες Δρακονιανοί εισβολείς Σιν – Σιων – Ιεχωβά και οι προδότες στασιαστές Ανδρομέδιοι Κρόνιοι του Σαβίτ – Σαβαώθ – Κρόνου, το 9.600 π.δ.χ, ώστε οι επίγειοι πράκτορες τους Κινέζοι, εβραίοι, σάξονες και οι λοιποί Μογγόλοι να δυνηθούν να γενοκτονήσουν τα διαλυμένα και μεμονωμένα πλέον έθνη της Λευκής και Μαύρης φυλής. (διαίρει γενοκτόνα και βασίλευε).. Τα κακούργα έθνη των Δρακονιανών Κίτρινων και των Λευκών και Μαύρων μογγολικών επιμιξειών τους, με βάση τους ισχύοντες Συμπαντικούς Νόμους περί «Διαπράξεως Πράξεων Εξιλεώσεως», το 2012 έως 2020, θα διαταχθούν από τον ερχόμενο Κυβερνητικό Ανδρομέδιο Ελληνικό αστροστόλο να επιλέξουν μεταξύ 2 επιλογών:

    Α) Να επιβιώσουν σε άλλο Ηλιακό Σύστημα διαπράττοντας πράξεις εξιλεώσεως τετραπλασίων αποζημιώσεων και τετραπλασίου χρόνου, δια τα εγκληματά τους 20.000 ετών στο Ηλιακό μας σύστημα.

    Β) Να αρνηθούν να διαπράξουν πράξεις εξιλεώσεως και να συγκεντρωθούν βιαίως στο Κινεζικό Έδαφος όπου θα υποστούν Μαζική Θανατική Εκτέλεση, από σκάφη εκκαθαρίσεων του Γαλαξιακού Κυβερνητικού Αστροστόλου.

    Οι ίδιες 2 επιλογές θα ισχύσουν δια τα Διαστημικά Επιτελεία του Σιν – Σιών – Γιαχβεχ, του Σαβίτ – Σαβαώθ – Κρόνου, των πνευμάτων τους της Δολοφονικής Συμπαιγνίας «Καλοί Άγγελοι» και «Κακοί Δαίμονες», και δια τους Πλανήτες Πολέμου του Δρακονιανού Στασιαστικού Αστροστόλου οι οποίοι θα κατασχεθούν και θα αφοπλισθούν από τον Γαλαξιακό Κυβερνητικό Αστροστόλο._

    ΤΡΕΜΕ ΜΕΓΑΛΟΡΡΗΜΟΝΑ ΚΑΚΟΥΡΓΕ ΣΙΝ – ΣΙΩΝ – ΓΙΑΧΒΕΧ.
    ΤΡΕΜΕ (ΣΤΑΣΙΑΣΤΗ) ΣΑΒΙΤ – ΣΑΒΑΩΘ – ΚΡΟΝΕ,

    ΚΑΙ ΤΡΕΜΕΤΕ ΓΗΪΝΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ ΨΕΥΔΟΘΕΩΝ, ΚΙΝΕΖΟΙ, ΕΒΡΑΙΟΙ, ΣΑΞΟΝΕΣ, ΘΙΒΕΤΙΑΝΟΙ, ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΜΟΓΓΟΛΟΕΙΔΕΙΣ, ΕΝ ΔΥΜΑΜΕΙ ΚΑΙ ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΓΕΝΟΚΤΟΝΟΙ ΤΩΝ ΓΗΪΝΩΝ ΛΕΥΚΩΝ ΠΕΛΑΣΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΤΟΧΘΟΝΩΝ ΜΑΥΡΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.

    ΛΑΒΕΤΕ ΘΑΡΡΟΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΛΕΥΚΗΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΗΣ ΦΥΛΗΣ, ΔΙΟΤΙ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΜΑΣ ΟΙ ΔΡΑΚΟΝΙΑΝΟΙ ΚΑΚΟΥΡΓΟΙ ή ΘΑ ΠΑΡΑΔΟΘΟΥΝ ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΔΙΑΠΡΑΤΤΟΝΤΑΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΞΙΛΕΩΣΕΩΣ ή ΘΑ ΠΟΛΤΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΩΣ ΛΙΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΓΑΙΑΣ ΑΠΟ ΔΥΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΠΡΟΣΕΠΕΛΑΥΝΟΥΣΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ:

    ΤΑ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ, ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΓΑΛΑΞΙΑΚΟ ΑΣΤΡΟΣΤΟΛΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 2012._

    ΠΡΥΤΑΝΕΙΑ Ο.Ε.Α. – ΜΕΣΩ ΗΦΥΓΕΣΙΑΣ Ο.Ε.Α. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2003._

    ΣΧΕΤΙΚΑ:

    ΕΒΡΑΙΚΗ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ ΟΧΛΟ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ΒΟΛΗ
    ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΗΘΙΚΩΣ ΤΟΥΣ ΑΡΙΣΤΟΥΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑΣ. ΚΥΒΕΡΝΗΘΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΕΙΡΙΣΤΟΥΣ ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ ΚΑΤΑΧΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΟΧΛΟ – ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
    http://ellhnkaichaos.blogspot.com/2010/11/blog-post_30.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s