Τα οικονομικα συστηματα και η νεοτερικοτητα

Γιώργος Κοντογιώργης

Τα οικονομικά συστήματα και η νεοτερικότητα

1. Η νεοτερική οικονομική επιστήμη ταξινόμησε εξαρχής τα οικονομικά συστήματα σε τρεις βασικά κατηγορίες που ανάγονται στα κατά την κρίση της τρία στάδια που διέπουν την εξέλιξη της ανθρωπότητας: στο πρωτόγονο της φυσικής οικονομίας, στο της συγκεντρωτικής κεντρικής διοίκησης και τέλος στο σύγχρονο οικονομικό σύστημα της αγοράς. Η ταξινόμηση αυτή διακρίνει μεταξύ των συστημάτων φυσικού αυτοματισμού στην οικονομία, των συστημάτων κεντρικού ή αλλιώς κρατικού συντονισμού και των συστημάτων στα οποία η «αγορά» αναλαμβάνει έναν κεντρικό οργανωτικό και ρυθμιστικό ρόλο.
Η προσέγγιση αυτή, πέραν της αυστηρής ιδεολογικής της προσημείωσης, παρουσιάζει ένα πολυσήμαντο γνωσιολογικό έλλειμμα, που συναρτάται με την απόφαση της νεοτερικότητας να αποδίδει στο σύστημά της ιδιότητες καθολικού και, μάλιστα, τελειωτικού εξ επόψεως ολοκλήρωσης φαινομένου. Έτσι, οδηγείται, για παράδειγμα, να ορίζει το οικονομικό σύστημα από το σημείο της συνάντησής του με την κοινωνία και όχι δυνάμει της φύσεώς του. Η «αγορά» αναδεικνύεται έτσι σε διακρίνουσα του συστήματος και όχι η ιδιοκτησία, καθώς εκτιμάται ότι η τελευταία αποτελεί την συμφυή και εκ των ων ουκ άνευ αδιάκοπη σταθερά της ιστορίας.
Όντως, η νεότερη οικονομική επιστήμη εδράζεται στην αξιωματική αρχή ότι το σύστημα ανήκει στην ιδιοκτησία. Ως προς αυτό, ακολουθεί κατά γράμμα την κοινωνική θεωρία, η οποία ανάγει στην ιδιοκτησία το σύνολο των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών συστημάτων που γνώρισε η ανθρωπότητα. Η ιδιοκτησία, εν προκειμένω, ορίζεται ως το ανήκειν φαινομένου τινός σε φορέα που διαφοροποιείται από το σώμα της κοινωνίας. Εντοπίζοντες την αρχή αυτή στον τομέα της οικονομίας, διαπιστώνουμε ότι συγχέει προφανώς την ιδιοκτησία ως γεγονός που αφορά στα μέσα της παραγωγής, με την ιδιοκτησία του συστήματος της παραγωγής, για παράδειγμα μιας επιχείρησης. Η διάκρισή τους όμως έχει καταστατική σημασία, ιδίως ως προς τις επιπτώσεις της στην εργασία του πολίτη (την «πολιτειοτική» εργασία) ή του μη πολίτη, για παράδειγμα του οικονομικού μετανάστη (την εργασία-εμπόρευμα).
Η ιδιοκτησία επί των μέσων της παραγωγής αποτέλεσε το διακύβευμα της μετάβασης από τη δεσποτεία (π.χ. τις κοινωνίες υποκειμένων της φεουδαρχίας) στον ανθρωποκεντρισμό (στις κοινωνίες της κλιμακούμενης ελευθερίας). Στο διακύβευμα αυτό βρήκε έρεισμα εν μέρει η αντιπαλότητα ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και στον σοσιαλισμό. Ο μεν θα υποστηρίξει βασικά την ιδιωτική ιδιοκτησία, ο δε την κρατική.
Εντούτοις, διέλαθε του διακυβεύματος το πραγματικό πρόβλημα που συνέχει το σύνολο του κοινωνικού γίγνεσθαι: εάν δηλαδή η ιδιοκτησία επί των μέσων της παραγωγής θα υπεισέλθει και σε ποιο βαθμό στην ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας. Η σύγχρονη επιστήμη νομίζει ότι οι δυο αυτές πτυχές της ιδιοκτησίας δεν είναι διακριτές.
Το ζήτημα ωστόσο δεν τίθεται έτσι. Η ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής διαφέρει από την ιδιοκτησία επί του συστήματος της παραγωγής στο μέτρο που η επιλογή της μιας ή της άλλης λύσης ή, αναλόγως, η ταύτιση τους, παράγει διαμετρικά αντίθετα κοινωνικά και πολιτικά αποτελέσματα. Η πρώτη, η ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής, συνέχεται με το βαθμό συμμετοχής στην ευημερία, ενώ η εξομοίωσή της με την ατομική ιδιοκτησία σε ειδικές, ιδίως μεταβατικές, περιόδους ή συνθήκες, λειτούργησε υποστηρικτικά στην ελευθερία. Οι μεγάλες αγροτικές μεταρρυθμίσεις προέκριναν ακριβώς το μέτρο της ισότητας (αναλογικής ή αριθμητικής αδιάφορο), του αναδασμού δηλαδή της αγροτικής παραγωγής. Η δεύτερη, η ιδιοκτησία επί του συστήματος της παραγωγής, μπορεί να αφορά είτε στο σύνολο (στην αρχή ή και στο καθόλου σύστημα) είτε στα συστατικά του όλου υποσυστήματα (λ.χ. μια μονάδα παραγωγής, όπως η επιχείρηση).
Το δεσποτικό κοσμοσύστημα (π.χ. η φεουδαρχία) αποτελεί το πλέον τυπικό παράδειγμα όπου η ιδιοκτησία επί των μέσων της παραγωγής ταυτίζεται με την ιδιοκτησία επί του συστήματος της παραγωγής. Ο κόσμος της μετα-δεσποτικής εποχής, όπως είναι ο νεότερος εθνοκρατικός κόσμος, ενώ προς στιγμήν προέταξε την ατομική ιδιοκτησία για να αντιπαρέλθει τη φεουδαρχία, στην πραγματικότητα ανα-συγκροτήθηκε στη βάση του συστήματός της. Η διαφοροποίησή τους έγκειτο στο ότι η μεν δεσποτεία επεξέτεινε την ιδιοκτησία του κατόχου του συστήματος και επί του φορέα της εργασίας, δηλαδή στο κοινωνικό υποκείμενο που το μετέβαλε σε δουλοπάροικο, η δε μετα-φεουδαλική νεοτερικότητα περιόρισε την ιδιοκτησία του κατόχου του συστήματος μόνο στην εκχωρούμενη εργασιακή δύναμη του φορέα της.
Ώστε το νέο διακύβευμα ήταν να εξοικονομηθεί η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας και, συγχρόνως, η ατομική ελευθερία του φορέα της εργασίας. Το σημείο του συμβιβασμού, που συνάντησε το συμφέρον και των δυο, ήταν η εγκαθίδρυση μιας «σύμβασης» μεταξύ τους, η οποία σηματοδοτούσε την αυτόβουλη εκχώρηση της εργασιακής δύναμης από τον κάτοχό της στον ιδιοκτήτη του συστήματος έναντι «αμοιβής». Διέλαθε εντούτοις της προσοχής ότι με τον τρόπο αυτό διεσώζετο το ουσιώδες της ατομικής ελευθερίας, όχι όμως και η κοινωνική ελευθερία. Διότι εντέλει η συναίνεση που υποκρύπτει η συμβατική εκχώρηση της εργασιακής δύναμης δεν είναι σωστική της ομόλογης ελευθερίας. Το καθεστώς του ατόμου που προσέρχεται, εθελουσίως ή μη, στην εξουσία του ιδιοκτήτη του συστήματος μεταβάλλεται δραματικά. Δεν είναι η συναίνεση αλλά το καθεστώς στο οποίο προσέρχεται το άτομο το οποίο ορίζει την κατάσταση της οικείας ελευθερίας. Ο χρόνος της παρεχομένης εργασίας στον ιδιοκτήτη του συστήματος είναι χρόνος εξάρτησης και, κατ’επέκταση, κοινωνικής ετερονομίας, που προσμετράται αντιστοίχως ως έλλειμμα αυτονομίας ή ελευθερίας του ατόμου.
Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί να κατανοηθεί πλήρως η «περιπέτεια» του μαρξικού προτάγματος και οι εφαρμογές του στο πεδίο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός επαγγέλθηκε όντως την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα της παραγωγής, όχι την ιδιοκτησία επί του συστήματος. Το επιχείρημα του σοσιαλισμού συνοψιζόταν στο ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής είναι υπαίτια της εκμετάλλευσης και όχι ειδικότερα η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας. Αφού η πρώτη συνέχεται, από τη φύση της, με τη δεύτερη, αυτή είναι στη βάση της μειονεκτικής θέσης της κοινωνίας στην παραγωγική διαδικασία και, κατ’επέκταση, του συστήματος εκμετάλλευσης. Εξού και προέκρινε εντέλει όχι την κατάργηση της ιδιοκτησίας γενικώς ή έστω τον αναδασμό της, αλλά την απόδοση της συλλήβδην -τόσο των μέσων της παραγωγής όσο και του συστήματος της οικονομίας- στο κράτος. Με τον τρόπο αυτό το κράτος, που από την πλευρά του διατηρούσε επίσης την ιδιοκτησία επί του πολιτικού συστήματος , συγκέντρωνε στα χέρια του μια εκρηκτική δύναμη που το μετέβαλε και τυπικά σε απολυταρχικό μόρφωμα.
Ώστε, η διαφορά μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού εστιάζεται αποκλειστικά στο ζήτημα της διασποράς ή της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας επί του συστήματος, που εξέφρασε το δίλημμα ιδιωτική ή κρατική ιδιοκτησία. Επ’ουδενί όμως στην απόδοση του συστήματος στους φορείς της εργασίας και υπό μια γενικότερη έννοια στην κοινωνία. Και στον μεν και στον δε, ο φορέας της εργασίας, εν ολίγοις η κοινωνία, καλείται να συναντηθεί με το σύστημα της οικονομίας είτε στο πεδίο της (εξαρτημένης) εργασίας είτε στο πεδίο της κατανάλωσης. Το σύστημα παραμένει ερμητικά συνυφασμένο με την ιδιοκτησία.
Το γεγονός αυτό εξηγεί ακριβώς γιατί, και στις δυο περιπτώσεις, η προσέγγιση της οικονομίας (και του συστήματός της) γίνεται σταθερά από τη σκοπιά αφενός της αποτελεσματικότητάς της και αφετέρου του φορέα που είναι ο πλέον αρμόδιος να τη διασφαλίσει. Η επίκληση της ελευθερίας ως κοινωνικού αγαθού διέρχεται και συχνά συγχέεται με την ελευθερία του επιχειρείν με γνώμονα την αγορά. Εκτιμάται προφανώς ότι το διακύβευμά της, η ατομική ελευθερία, είναι εφικτή μέσω αυτής μάλλον παρά μέσω της περιέλευσής της στο κράτος. Ευλόγως, από μιαν άποψη, αφού απουσιάζει ολοκληρωτικά η προβληματική της κοινωνικής ιδίως ελευθερίας .

2. Το ερώτημα είναι αν όντως το σύστημα αυτό, που εξοικονομεί τη συνάντηση του παλαιού καθεστώτος με τη νέα κοινωνία, αποτελεί συμφυές και ως εκ τούτου αξεπέραστο ιδίωμα της ανθρώπινης κατάστασης ή όχι. Είδαμε ότι η νεοτερικότητα αποφαίνεται πως ναι. Σε ό,τι με αφορά εκτιμώ πως αποτελεί απλώς στάδιο στην ανθρωποκεντρική εξέλιξη και δη ένα πρώιμο, το πρώτο, στη διαδικασία οικοδόμησης του ομολόγου κοσμοσυστήματος. Η απόφανσή μου αυτή δεν αποτελεί διανοητικό εφεύρημα. Αντλεί την πηγή της από μια ορισμένη ανάγνωση του ελληνικού παραδείγματος. Η ανάγνωση αυτή εκλαμβάνει τον ελληνικό κόσμο ως το ταυτολογικό ισοδύναμο του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας, το οποίο, σε αντίθεση με το νεότερο ομόλογό του της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας, έχει να επιδείξει μια ολοκληρωμένη εξελικτική διαδρομή .
Το ελληνικό κοσμοσυστημικό παράδειγμα μάς προσφέρει δυο τουλάχιστον ακόμη στάδια, που αντιστοιχούν σε ισάριθμα οικονομικά συστήματα. Το πρώτο, που αποτέλεσε διάδοχο στάδιο της κοινωνίας της εργασίας, έγκειται στο ότι αντέτεινε σ’αυτήν την κοινωνία της σχόλης. Η έννοια της σχόλης δεν ορίζει, όπως νομίζεται σήμερα, ένα δικαίωμα στην απραξία και την τεμπελιά, αλλά τη μετάβαση από την οικονομική εργασία στην πολιτική εργασία, από την οικονομική στην πολιτική μισθοφορία.
Η εξέλιξη αυτή υπήρξε αποτέλεσμα κοσμοϊστορικών μεταβολών που επήλθαν στο περιβάλλον του ελληνικού κοσμοσυστήματος και συνάμα στη σχέση του με τη δεσποτική περιφέρεια. Μεταβολών που οδήγησαν αφενός στην εγκάρσια ως προς τις πόλεις ανάπτυξη των παραμέτρων του (της χρηματιστικής οικονομίας κλπ) και αφετέρου στη σχετική απομείωση της πολεοτικής κυριαρχίας με συνέπεια τη ριζική ανασύνταξη της σχέσης του κέντρου (των πρωτοπόρων πόλεων) με τον ζωτικό οικονομικό του χώρο που συγκροτούσε βασικά η δεσποτική περιφέρεια. Συγκρατώ ορισμένες από τις εκδηλώσεις της εξέλιξης αυτής: την απόρριψη της εργασίας των πολιτών και την υποκατάστασή της εντέλει από την εργασία-εμπόρευμα που τροφοδοτούσε η οικονομική μετανάστευση. Η «δουλεία» που συναντάμε ήδη καθ’οδόν προς τους κλασικούς χρόνους αυτό ακριβώς το φαινόμενο αποδίδει. Το γεγονός ότι ο οικονομικός μετανάστης πωλεί την εργασιακή του δύναμη δια βίου, παραιτούμενος του δικαιώματός του να διαρρήξει τη σχέση –όπως συμβαίνει με τον σημερινό οικονομικό μετανάστη-, δεν αναιρεί το θεμελιώδες κοινό τους υπόβαθρο: ότι δηλαδή και στις δυο περιπτώσεις η σχέση είναι βασικά αποτέλεσμα «σύμβασης» και συνεπάγεται την απώλεια της κοινωνικής ελευθερίας. Ο φορέας της ώνιας δουλείας/εργασίας κατέκτησε επίσης σειρά δικαιωμάτων (μη προσβολής της προσωπικότητάς του, προστασίας του ιδιωτικού του βίου, της περιουσίας του κλπ) που προσήκαν στον πρώην εργαζόμενο πολίτη και μάλιστα υπεισήλθε σε αυτόνομες μορφές εργασίας (οι χωρίς οικούντες επιχειρηματίες).
Σε κάθε περίπτωση, με τη γενίκευση της ώνιας δουλείας/εργασίας δημιουργούνται οι όροι ενός ενδιαφέροντος δυισμού: Από τη μια, η κοινωνία των πολιτών, που συμμετέχει στην αναδιανομή του προϊόντος της παραγωγής δια της πολιτικής εργασίας. Από την άλλη, η κοινωνία της ώνιας δουλείας/εργασίας, που μετέχει της οικονομικής διαδικασίας. Ο ιδιοκτήτης του κεφαλαίου ή της εργοδοσίας συνέχισε να κατέχει το σύστημα. Ο πολίτης όμως, «αποσύρεται» από το σύστημα, χωρίς εντούτοις να απόλλυται τη συμμετοχή του στο προϊόν της παραγωγής. Με τον τρόπο αυτό, κατακτούσε σωρευτικά πέραν της ατομικής, την κοινωνική και την πολιτική ελευθερία. Η δημοκρατία συνεπήγετο ακριβώς τη συγκρότηση της κοινωνίας σε πολιτικό σύστημα, αντί του κράτους, και στο πλαίσιο αυτό την ανταμοιβή των μελών της για την παρεχόμενη πολιτική εργασία.
Η κοινωνική αντίθεση, την οποία στην εποχή της κοινωνίας της εργασίας τροφοδοτούσε η συστέγαση στο ίδιο πεδίο της παραγωγής (π.χ. στην επιχείρηση) του ιδιοκτήτη του συστήματος (του κεφαλαιούχου ή του εργοδότη) και του φορέα της εργασίας, διαφοροποιείται ριζικά ως προς τις πηγές της. Εφεξής, αντιτίθενται (α) οι οπαδοί της ολιγαρχίας -που επιμένουν να συνδέουν την αναδιανομή του προϊόντος της παραγωγής με τη συμμετοχή στην παραγωγή του-, με τους δημοκρατικούς, που συνεκτιμούν επίσης την πολιτική εργασία. (β) οι πολίτες με τους φορείς της ώνιας δουλείας/εργασίας, καθώς η ιδιότητα του πολίτη συνεπάγεται τη μετατόπιση του ατόμου στην περιοχή της πολιτικής αναδιανομής, (γ) οι ιδιοκτήτες του οικονομικού συστήματος με τους φορείς της ώνιας δουλείας/εργασίας.
Η μεγάλη κοσμοσυστημική σύγκρουση -ο λεγόμενος Πελοποννησιακός πόλεμος- αποδίδει το αδιέξοδο της κρατοκεντρικής φάσης που διερχόταν τότε ο ελληνισμός, η οποία αναλύεται αφενός στην εξάντληση των «παραγωγικών» του δυνατοτήτων και εφετέρου την αδυναμία της μιας (της ολιγαρχικής) ή της άλλης (της δημοκρατικής) παράταξης να επιβάλει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο την ηγεμονία της.

3. Η μετάβαση στην μετα-κρατοκεντρική οικουμένη θα σημάνει τη μερική νίκη της ολιγαρχικής παράταξης, που ήθελε η αναδιανομή του προϊόντος της παραγωγής να γίνεται και για τους πολίτες δια της συμμετοχής τους στην παραγωγή του. Στην αξίωση αυτή υπολάνθανε το επιχείρημα ότι οι μηχανισμοί της «οικονομικής αγοράς» -οι οποίοι όμως προηγουμένως είχαν απορρίψει τον πολίτη από την οικονομική διαδικασία-, όφειλαν να ρυθμίζουν τη συμμετοχή του στην αναδιανομή και όχι η «πολιτική αγορά», την οποία άλλωστε στη δημοκρατία έλεγχε ουσιαστικά η κοινωνία των πολιτών. Η δημοκρατία προφανώς δεν θα καταργηθεί. Η απαγόρευση όμως της θεμέλιας βάσης της, της πολιτικής μισθοφορίας, θα δημιουργήσει σημαίνουσες ασυμβατότητες στον πολίτη, ο οποίος επανερχόμενος στην οικονομική εργασία, εξέπιπτε αυτομάτως της ιδιότητας του σχολάζειν, που έως τότε λειτουργούσε ως προϋπόθεση της κοινωνικής ελευθερίας.
Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη αυτή πυροδότησε μια διαδικασία που στο βάθος του χρόνου έμελλε να οδηγήσει αφενός στην αποσύνδεση του συστήματος από τη διαφοροποιημένη ιδιοκτησία και αφετέρου στην κατάργηση της ώνιας δουλείας/εργασίας.
Υπαινίσσομαι τη μετάβαση από την κοινωνία της σχόλης στην εταιρική κοινωνία και δη σε ένα ομόλογο οικονομικό σύστημα. Έτσι διασώζεται η κοινωνική ελευθερία, ενώ συγχρόνως αποσυνδέεται η επίτευξή της από την βίωση της πολιτικής ελευθερίας (το σχολάζειν) που έθετε η προηγούμενη περίοδος.
Σε τι συνίσταται λοιπόν το σύστημα της εταιρικής οικονομίας; Πρέπει να διακρίνουμε δυο εκδοχές του: (α) στη μια, όταν στη σχέση παρεμβάλλεται η συμμετοχή του κεφαλαίου και (β) στην άλλη, όταν προέχει η συμβολή της εργασίας. Στην πρώτη περίπτωση, η παρεμβολή του κεφαλαίου συντελεί ώστε ο ιδιοκτήτης του να συγκροτεί επίσης το σύστημα. Η σχέση όμως του ιδιοκτήτη του κεφαλαίου –και κατόχου του συστήματος- με τον φορέα της εργασίας αποβαίνει εταιρική. Ο φορέας της εργασίας δεν εκχωρεί την εργασία του και, αναλόγως, εαυτόν στην ιδιοκτησία. Συμβάλλεται μαζί της και, αποτιμώντας εργασία του ως κεφάλαιο, υπεισέρχεται στο σύστημα ως εταίρος.
Στην περίπτωση όμως που στη σχέση δεν παρεμβάλλεται το κεφάλαιο ως σημαίνουσα παράμετρος (ή εφόσον σ’αυτό συμμετέχουν αναλογικά οι συντελεστές του) το σύστημα συγκροτείται εξ ολοκλήρου από τους φορείς της εργασίας.
Διαπιστώνουμε έτσι ότι στην πρώτη περίπτωση η σύμπτωση του ιδιοκτήτη των μέσων της παραγωγής (εν προκειμένω του κεφαλαίου) και του οικονομικού (υπο-)συστήματος συνδυάζεται με μια σημαίνουσα μεταβολή στο περιεχόμενο της σύμβασης με την εργασία: η εργασία από αιτία ολικής (στη δεσποτεία) ή μερικής (στην πρωτο-ανθρωποκεντρική εποχή) ιδιοκτησίας επί του φορέα της μεταβάλλεται σε όχημα μιας εταιρικά διατεταγμένης συνάντησής του με το σύστημα. Στη δεύτερη περίπτωση, η κατάργηση των εννοιών της εργοδοσίας και της εξαρτημένης εργασίας θα αποτελέσει ένα επιχείρημα ολικής μεταστέγασης της δημοκρατίας στο οικονομικό σύστημα. Και στις δυο περιπτώσεις λαμβάνεται μέριμνα ώστε το εταιρικό οικονομικό σύστημα να στεγασθεί με επίσης εταιρικούς όρους στο πεδίο της πολιτείας, όπου η κοινωνία των πολιτών παίζει έναν καταστατικό ρόλο.
Το εταιρικό αυτό οικονομικό σύστημα διαφοροποιείται από τα δυο προηγούμενα κατά το ότι ενώ στο πρώτο -στην κοινωνία της εργασίας- η κοινωνία αποκλείεται από το οικονομικό σύστημα ή, μάλλον, συναντάται μαζί του υπό συνθήκες ετερονομικής εξάρτησης (μη ελευθερίας), στο δεύτερο η κοινωνία των πολιτών εξέρχεται από αυτό, προκειμένου όμως να συναντηθεί μαζί του στο πεδίο της πολιτικής αγοράς, την οποία αυτή, επενδυμένη το πολιτικό σύστημα, ελέγχει εξ ολοκλήρου. Στην εταιρική κοινωνία οι συντελεστές της εργασίας είτε συμμετέχουν στο σύστημα, μέσω της μετάλλαξης της εργασιακής τους ιδιότητας σε αναλογικό ισοδύναμο του κεφαλαίου, είτε το συγκροτούν στην ολότητά του. Και στις δυο περιπτώσεις όμως η κοινωνία συναντάται συγχρόνως με το οικονομικό σύστημα στο επίπεδο της πολιτείας, καθώς η τελευταία δομείται δημοκρατικά ή, κατ’ελάχιστον, με όρους αντιπροσώπευσης.
Σπεύδω να επισημάνω ότι το σύστημα της εταιρικής οικονομίας υπήρξε το μακροβιότερο στο ελληνικό κοσμοσύστημα, δεδομένου ότι αποτέλεσε τη σταθερά των κοινωνιών του ελληνικού ζωτικού χώρου έως το τέλος του (έως τον 19ου αιώνα και, υπό μια έννοια, έως τις παρυφές του 20ου αιώνα), ενώ χάρη στη μετακένωσή του στη φεουδαλική Ευρώπη, η τελευταία θα προσέλθει στον ανθρωποκεντρισμό χωρίς να απαιτηθεί να διέλθει από την ώνια δουλεία/εργασία.

4. Το τελευταίο ερώτημα αφορά στη σχέση της τυπολογίας αυτής των οικονομικών συστημάτων με τον νεότερο ανθρωποκεντρικό κόσμο. Είναι το σημερινό σύστημα εξελίξιμο και προς ποια κατεύθυνση; Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα οδηγεί από τη φύση του στη σωρευτική διεύρυνση της ελευθερίας, με τη σταδιακή εγκόλπωση του κοινωνικού και του πολιτικού της πεδίου. Η δεύτερη επισήμανση αφορά στο ότι η εμπραγμάτωση της ελευθερίας στο κοινωνικό (και εννοείται στο πολιτικό) πεδίο προϋποθέτει την αποδέσμευση του συστήματος από την ιδιοκτησία ή, σε κάθε περίπτωση, μια τυπολογική μεταβολή της έννοιας της εργασίας και, κατ’επέκταση, της θέσης της στο σύστημα. Διαφορετικής τάξεως ζήτημα είναι αν η εξέλιξη αυτή θα επιβάλει την υιοθέτηση αναλόγων προς το ελληνικό κοσμοσύστημα μορφών οργάνωσης του κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού χώρου.
Από την άλλη, διαπιστώνουμε ότι σήμερα δεν συντρέχει ο κοσμοσυστημικός δυισμός που εξέθρεψε την ώνια δουλεία/εργασία στον ελληνικό κόσμο. Όμως, η διαφοροποίηση στο τυπικό της σχέσης αυτής, δεν αναιρεί το γεγονός ότι στον παρόντα χρόνο αναδύονται νέες μορφές έκπτωσης, απαξίας ή διαφοροποίησης της εργασίας, που τροφοδοτείται από την ανθρωποκεντρική ανασύνταξη της κοσμοσυστημικής περιφέρειας και, υπό μια άλλη έννοια, από την τεχνολογική μετάβαση. Πολλές άλλωστε είναι οι ενδείξεις που προϊδεάζουν για μια σχετική απόρριψη της εργασίας του πολίτη και την εγκαθίδρυση ενός εργασιακού δυισμού, που ευνοεί την εργασία-εμπόρευμα. Ακριβώς γι’αυτό, η γενίκευση της «ενοχικής» αντί της «εμπράγματης» σχέσης εργασίας δεν αποκλείεται να ενισχύει την ανασφάλεια της εργασίας και, περαιτέρω, να βαθύνει μεσοπρόθεσμα το ρήγμα της εξάρτησης του φορέα της.
Οπωσδήποτε, η διαφορά κλίμακας, που διακρίνει το ελληνικό από το εθνοκρατικό κοσμοσύστημα, αφήνει περιθώρια για την ανάδειξη νέων μορφών συνάρθρωσης του κεφαλαίου (και της εργοδοσίας) με την εργασία, επιδεκτικών να διευρύνουν τις διόδους πρόσβασης στην κοινωνική ελευθερία. Οι δίοδοι αυτοί θα αφορούν αναπόφευκτα στην ανασυγκρότηση του συστήματος στη βάση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στην ιδιοκτησία των μέσων της παραγωγής και στην εργασία. Ανασυγκρότηση που δεν μπορεί παρά να εγγραφεί σε μια γενικότερη δυναμική, η οποία θα προϊδεάζει για μια επίσης δομικά διαφορετική συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική, που θα έθετε επί τάπητος το ζήτημα της μονοδιάστατης εξομοίωσης του πολιτικού συστήματος με το κράτος και τους κατόχους του.
Από τα ανωτέρω, γίνεται εμφανές ότι η τυπολογία των οικονομικών συστημάτων που επιχειρείται από τη νεότερη επιστήμη, δεν αποτελεί παρά μορφολογικό ιδίωμα της πρωτο-ανθρωποκεντρικής φάσης που διέρχεται ο κόσμος της εποχής μας και κατά τούτο συλλαμβάνεται ως αναντίστοιχη προς το γινόμενο του ιστορικού βίου της ανθρωπότητας

Advertisements