ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΣΜΟΣ

Ο μεσαίωνας είναι Ιστορική χρονική περίοδος που αναφέρεται κυρίως στην ιστορία των λαών της Δυτικής Ευρώπης και τα όρια της δεν είναι καθορισμένα με σαφήνεια καθώς υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των ιστορικών. Αυτό είναι φυσικό, γιατί μια εποχή δεν αρχίζει αυτόματα, αλλά η αρχή της προϋπάρχει στην προηγούμενή της εποχή. Γενικά ο μεσαίωνας καλύπτει τους αιώνες από την κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού κόσμου (5ος αι. μ.Χ.) μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης που συμπίπτει και με τις αρχές της Αναγέννησης. Ο μεσαίωνας χαρακτηρίζεται σαν οπισθοδρόμηση της εξέλιξης του ανθρώπου, με την επικράτηση του σκοταδισμού που επέβαλε η Εκκλησία και την κυριαρχία ενός στείρου και άκρατου θρησκευτισμού. Γι’ αυτό η λέξη μεσαίωνας δηλώνει σήμερα και κάθε σκοτεινή τυραννική και αντιεπιστημονική περίοδο στην ιστορία ενός λαού.

Το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό σύστημα που επικρατεί το μεσαίωνα είναι η φεουδαρχία, που διαδέχτηκε το δουλοκτητικό σύστημα. Οι φεουδάρχες ήταν ιδιοκτήτες απέραντων εκτάσεων γης που τις καλλιεργούσαν οι ακτήμονες γεωργοί. Οι καλλιεργητές ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες και, πολλές φορές, ο φεουδάρχης όριζε και τη ζωή τους. Οι φεουδάρχες, οι ευγενείς και ο ανώτατος κλήρος ζούσαν μέσα στη χλιδή και τη σπατάλη και είχαν στα χέρια τους όλη την εξουσία. Στην εποχή του μεσαίωνα γίνονται σημαντικά πολιτικά γεγονότα. Παρατηρούνται φοβερές ανακατατάξεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, δημιουργούνται νέα κράτη και ισχυρά βασίλεια στην Ισπανία, Αγγλία και Γαλλία. Εκείνο που χαρακτηρίζει τα πρώτα χρόνια της περιόδου αυτής είναι οι αλλεπάλληλες επιδρομές των βάρβαρων φύλων από τα βόρεια προς τα νότια της Ευρώπης. Οι επιδρομές αυτές αναγκάζουν τις πόλεις να ενώνονται σε μεγάλα και ισχυρά κράτη. Τα νέα φύλα ενώνονται με τους λαούς της Ευρώπης και δημιουργούνται τα νέα εθνικά κράτη, απ’ όπου προέρχονται τα σημερινά ευρωπαϊκά κράτη της Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας κλπ.

Οι θρησκευτικοί και οι εμφύλιοι πόλεμοι προκαλούν μεγάλες αναστατώσεις σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Και μερικές φορές ο θρησκευτικός φανατισμός οδηγεί σε μεγάλες σφαγές, όπως της νύχτας του αγίου Βαρθολομαίου και του Σικελικού Εσπερινού. Άλλο σημαντικό γεγονός είναι οι Σταυροφορίες, οι μεγάλοι αυτοί κατακτητικοί πόλεμοι που έγιναν με θρησκευτικό περίβλημα από τους ευγενείς, που εξαπλώθηκαν μέχρι την Παλαιστίνη (Ιεροσόλυμα). Η εξάπλωση αυτή των Σταυροφόρων έφερε σ’ επαφή τη Δυτική Ευρώπη με το βυζαντινό πολιτισμό. Η κυριαρχία της Εκκλησίας πάνω στην κοινωνική, πολιτιστική ακόμα και την οικονομική ζωή των κρατών είναι έντονη. Η παιδεία έχει ως σκοπό της τη διδασκαλία και την εξήγηση των θρησκευτικών κειμένων και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τη γενική πνευματική ανύψωση. Επικρατεί ένας απόλυτος θρησκευτικός δογματικός και κάθε ερευνητικό επιστημονικό και φιλελεύθερο πνεύμα καταδικάζεται. Η Εκκλησία με την Ιερή Εξέταση βύθισε την ανθρωπότητα σε πνευματικό σκοτάδι. Οι ιεροεξεταστές έκαιγαν στη φωτιά ανθρώπους που τολμούσαν να εκφράσουν φιλελεύθερες ιδέες ή να διακηρύξουν τις επιστημονικές ανακαλύψεις τους.

Η Εκκλησία κήρυξε σκληρό διωγμό στις θετικές επιστήμες και στις ανθρωπιστικές ιδέες. Αποτέλεσμα όλης αυτής της κατάστασης ήταν η επιστήμη να προχωρεί αργά προς τα εμπρός μέσα από δυσκολίες και με την αυτοθυσία πολλές φορές των επιστημόνων. Στο μεσαίωνα εμφανίζεται για πρώτη φορά η βιομηχανία, που είναι στην αρχή η παλιά βιοτεχνία που εκσυγχρονίζεται και επεκτείνεται. Η πρώτη αντίδραση κατά του μεσαίωνα εμφανίζεται στην Ιταλία, που είχε γίνει χώρα τραπεζιτών και εμπόρων. Στη χώρα που διατηρεί επαφή με τις εθνικές παραδόσεις και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό φάνηκαν οι πρώτοι ουμανιστές (ανθρωπιστές) συγγραφείς, ο Δάντης, ο Πετράρχης και ο Βοκκάκιος. Ο Δάντης στο έργο «Θεία Κωμωδία» που εκδόθηκε στις αρχές του 14ου αι. μας δίνει πλήρη εικόνα της εποχής, σατιρίζοντας και διακωμωδώντας συγχρόνως την εποχή αυτή.

Η τέχνη του μεσαίωνα φανερώνεται σε σειρά από καθεδρικούς και άλλους ναούς που χτίζει η Εκκλησία, σε γλυπτά και ζωγραφικά έργα που αντλούν τα θέματά τους από τη θρησκευτική ζωή. Το γυμνό, που είχε πηγή έμπνευσης για προηγούμενους και κατοπινούς καλλιτέχνες, εξαφανίζεται, γιατί δεν το επιτρέπει ο πουριτανισμός και η υποκρισία της εποχής. Η αρχιτεκτονική επηρεάζεται από τους Γότθους, Άραβες και Βυζαντινούς και έτσι μας δίνει ωραία δείγματά της. Τα φιλολογικά έργα είναι μηδαμινά, εκτός από τα τελευταία χρόνια που εμφανίζονται δυνατές φιλολογικές προσωπικότητες, προάγγελοι της Αναγέννησης. Ο μεσαίωνας σβήνει με την εμφάνιση του αστικού οικονομικού συστήματος, την εφεύρεση της τυπογραφίας και την ανακάλυψη των νέων χωρών. Από το μεσαίωνα ξεπήδησε η αυγή του σημερινού μας πολιτισμού, η Αναγέννηση.

Η φεουδαρχία (ή φεουδαλισμός) ήταν ένα κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό σύστημα που μορφοποιείται τελειωτικά, ως ολοκληρωμένο σύστημα, γύρω στον 11ο αιώνα[1] που επικράτησε ιδίως στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη που προήλθαν από τη διάλυση της Αυτοκρατορίας των Καρολιδών. Τα φέουδα έχουν τις ρίζες τους στην τελευταία περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (μολονότι πολλοί εντοπίζουν στοιχεία φεουδαλισμού στην Αίγυπτο, στην Ιαπωνία[2] κ.α.) και στις λεγόμενες βαρβαρικές επιδρομές. Γενικά μπορούμε να χωρίσουμε τον φεουδαλισμό σε τρία στάδια: το στάδιο της προσφοράς φόρου σε εργασία, προϊόντα και χρήμα. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει κατ’ ανάγκη χρονική σειρά στα τρία διαφορετικά είδη φεουδαλισμού, ενώ ρόλο στο ποιο υπερισχύει παίζουν και οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας.

Ιστορία

Όταν αναφερόμαστε στη μεσαιωνική φεουδαρχία, μιλάμε για το πώς μεταβλήθηκε η δομή όλου του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου και για την απώλεια των κεντρικών εξουσιών προς όφελος των ευγενών και των τοπικών αρχόντων. Το φεουδαρχικό σύστημα ξεκινάει από δύο βασικές συνιστώσες:

  • Την αποαστικοποίηση και τον εξαγροτισμό που συνοδεύουν τη φάση της παρακμής του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, και από τον:
  • Τρόπο παραγωγής και οργάνωσης που διατήρησαν οι γερμανικές φυλές που βρίσκονταν έξω από το Ρωμαϊκό κράτος. Η εξέλιξη αυτή ισοδυναμεί με ανατροπή των κατακτήσεων της εποχής του σιδήρου, οι οποίες είχαν ανοίξει το δρόμο για τη δημιουργία της πόλης-κράτους και τον εξαστισμό, και μια επάνοδο σ’ έναν καθολικό εξαγροτισμό της ζωής.[3]

 

Αφιέρωμα ενός υποτελούς προς τον άρχοντά του

Η τροπή αυτή οφείλεται, κυρίως, στην ανικανότητα των κεντρικών κυβερνήσεων να αποκρούσουν τις επιδρομές των Βίκινγκς, στις αρχές του 9ου αιώνα μ.Χ.. Πιο πολύ αποδιοργανώθηκε η Φραγκική Αυτοκρατορία, η οποία άρχισε να παρακμάζει λόγω εμφυλίων πολέμων και συγκρούσεων. Συνεπώς, οι απλοί άνθρωποι κατέφευγαν στους τοπικούς άρχοντες, για την ασφάλεια και την προστασία τους, ενισχύοντας τους τοπικούς άρχοντες, που με τη σειρά τους περιφρονούσαν τον ανίσχυρο, πλέον, βασιλιά ή αυτοκράτορα.

Ο φεουδαρχικός κόσμος, με τις σχέσεις εξάρτησης που συνδέονται με το καθεστώς γαιοκτησίας, δημιουργήθηκε γύρω στο έτος 1000, μέσα από μια σειρά οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών στο προηγούμενο σύστημα, που βάση του είχε το μονάρχη. Ο Ντυμπί διαπιστώνει ότι τον 10 αιώνα συντελείται μια αλλαγή, σύμφωνα με την οποία η απόδοση δικαιοσύνης περνάει από το δημόσιο δικαστήριο στην αυλή του κόμη. Οι κομητείες διαλύθηκαν και στη θέση τους αναδύθηκαν οι χωροδεσποτείες που διοικούνται από τους τοπικούς άρχοντες ή τα μοναστήρια, και των οποίων η εξουσία δεν εξαρτάται από την εύνοια του βασιλιά, αλλά από τη δύναμη που αντλούν από τη γη που κατέχουν.[4] Η αλλαγή αυτή συντελέστηκε με διαφορετικό ρυθμό σε διαφορετικά μέρη της Δύσης. Το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα το οποίο προέκυψε, αναφέρεται σήμερα ως φεουδαρχικό ή φεουδαλικό.

 

Τρεις τάξεις: κληρικός, πολεμιστής, εργάτης.

Το φεουδαρχικό σύστημα είχε περιγραφεί ήδη από εκείνη την εποχή με την εικόνα τριών τάξεων. Της πνευματικής, της πολεμικής και της εργατικής. Ο Ντυμπύ έδειξε ότι στο φαντασιακό των τριών τάξεων, το τριμερές σχήμα που χρησιμοποιούσαν οι επίσκοποι του 11ου αιώνα ήταν ένα παρελθόν που είχε μεταβληθεί σε μια νέα κατάσταση η οποία είχε παραμερίσει τους oratores επισκόπους και bellatores βασιλείς. Οι χωροδεσπότες είχαν αναδυθεί εμβόλιμα ανάμεσα σε αυτούς και τους laboratores. Στα τέλη του 12ου αιώνα το τριμερές σχήμα επανήλθε, περιλαμβάνοντας και την χωροδεσποτική αριστοκρατία μεταξύ των bellatores (και την τρίτη τάξη αντικατέστησαν οι έμποροι negotiatores ή mercatores).[5]

Το τριμερές σχήμα που παρουσίαζαν οι κληρικοί ως θεϊκή αρμονία, ήταν ένα σχήμα που στόχευε να κρατήσει την παραγωγική τάξη υποταγμένη στις άλλες δύο, αλλά σύμφωνα με τον Ζακ Λε Γκοφ, στόχευε επίσης να υποτάξει και τους πολεμιστές στους ιερείς.[6] H εκκλησία, το πρώτο από τα μέλη του τριμερούς σχήματος, κλήθηκε να κρατήσει την ισορροπία μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων και να διατηρήσει την αρμονία που ευαγγελιζόταν με το τριμερές σχήμα της κοινωνίας. Ως προνομιούχα ομάδα όμως, στην πράξη επέλεγε συνήθως να είναι με το μέρος των καταπιεστών. Οι αγρότες ήταν περισσότερο εχθρικοί με τους κληρικούς, αφού η συμπεριφορά τους ήταν αντίθετη με τα ιδανικά τους, και επιπλέον επειδή τα εκκλησιαστικά αρχεία ήταν ένα καλό μέσο για την επιτυχή διεκδίκηση γαιών και δικαιωμάτων στα δικαστήρια.[7]

O Μαρκ Μπλοχ διέκρινε δυο φεουδαρχικές εποχές, στην πρώτη από τις οποίες έχουμε την οργάνωση ενός αγροτικού χώρου με λιγοστές συναλλαγές, σπάνια χρήση του χρήματος και μηδενική μισθωτή εργασία. Στην δεύτερη, έχουμε επέκταση της αγροτικής παραγωγής, εξάπλωση του εμπορίου και της χρηματικής οικονομίας. Ο Ντυμπύ συμφωνεί με τον Μπλοχ, τοποθετώντας όμως την μετάβαση από τη μία περίοδο στην άλλη στα μέσα του 12ου αιώνα.[8]

Η φεουδαρχία είναι κυρίως ένα σύνολο προσωπικών σχέσεων υποτέλειας που συνδέουν ιεραρχικά τα μέλη των ανώτερων τάξεων της κοινωνίας. Η πραγματική της βάση είναι η ανταλλαγή των υπηρεσιών του υποτελή έναντι κάποιου ευεργετήματος από τον άρχοντα. Κατά κανόνα το φέουδο είναι γη, και αυτό τοποθετεί τη φεουδαρχία στην αγροτική της βάση, δηλώνοντας ότι είναι καταρχήν ένα σύστημα κατοχής και εκμετάλλευσης της γης.[9]

Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες κατέχουν την εξουσία στα κτήματα που τους ανήκουν, που περιλαμβάνουν όλες τις περιοχές τις οποίες μπορεί να ελέγξουν. Συχνά παραχωρούν γη σε άλλους που τους οφείλουν αφοσίωση και υποτέλεια. Οι υποτελείς αυτοί μπορεί να μεταβιβάζουν επιπλέον απαιτήσεις στους ενοικιαστές γης της περιοχής τους.

 

Όργωμα τον Μάρτιο, κάτω από ένα φεουδαλικό πύργο

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της χωροδεσποτείας ήταν και η ουσιαστική επιβίωση της δουλείας, υπό τη μορφή της δουλοπαροικίας. Οι υποτελείς χωρικοί τίθενται υπό την προστασία των ισχυρών γαιοκτημόνων με αντάλλαγμα τον πλήρη έλεγχο της ζωής και εργασίας τους. Τον 11ο αιώνα τα δικαιώματα που ασκούσαν ο βασιλιάς ή ο κόμης περνούν στα χέρια των τοπικών αρχόντων. Έτσι, η απονομή δικαιοσύνης, ο ορισμός και η είσπραξη φορολογίας, η επιβολή αγγαρείας, είναι δικαίωμα των χωροδεσποτών στην περιοχή τους.[10]

Η εξουσία και τα δικαιώματα του δεσπότη βασίζονται στα λεγόμενα έθιμα που εκφράζονται στον στρατιωτικό τομέα, τον δικαστικό και τον οικονομικό τομέα. Οι αγρότες και τεχνίτες της περιοχής οφείλουν στρατιωτική υπηρεσία στον άρχοντα, πολεμώντας μαζί του, χτίζοντας το κάστρο του και υπηρετώντας ως φρουροί. Η εξουσία στην απονομή δικαιοσύνης, που μαρτυρά την ανεξαρτησία της χωροδεσποτείας, αντικατέστησε την εξουσία του βασιλιά. Στο δικαστήριο του χωροδεσπότη επιβάλλονται πρόστιμα για μεγάλα και μικρά αδικήματα, κάτι που είναι σημαντική πηγή εσόδων.

Η ουσιαστική διάκριση μεταξύ των αγροτών δεν ήταν η τυπική κοινωνική θέση αλλά η οικονομική, που αφορούσε την έκταση της γης τους, την πλεονάζουσα συγκομιδή και τις φορολογικές υποχρεώσεις. Συχνά, οι υποχρεώσεις έναντι των αρχόντων ήταν οι ίδιες και για τους ελεύθερους και για τους τυπικά δουλοπάροικους.[11]

Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του χωροδεσπότη προέρχεται από την παραγωγή που βγάζει η γη του, αλλά και από ενοίκια, φορολογία, διόδια και επιβολή προστίμων. Παράλληλα, οι χωροδεσπότες επιβάλλουν και μονοπώλιο σε μέσα παραγωγής όπως οι μύλοι, φούρνοι και πατητήρια που του ανήκουν.[12] Είναι τόσο μεγάλη η σημασία αυτού του μονοπωλίου, που βλέπουμε πολυάριθμες εξεγέρσεις εναντίον των χωροδεσποτικών φούρνων αλλά και την καταστροφή των αγροτικών μύλων από τους άρχοντες.[13]

Οι κρατήσεις που υφίστανται οι αγρότες από την παραγωγή της σοδειάς τους είναι τόσο μεγάλες που τα ¾ από αυτήν δεν τα διαχειρίζονται οι ίδιοι. Οι άρχοντες όμως που, παρότι είχαν τη δυνατότητα να πωλούν και να αμείβονται σε χρήμα, αναζητούσαν περισσότερα, μετέτρεπαν την γαιοπρόσοδο σε χρηματική. Με τα χρήματα άμειβαν τεχνίτες ή αγόραζαν καταναλωτικά αγαθά, κάτι που δημιουργούσε μια αγορά εντός του χωριού.

Βαθμιαία οι χωροδεσπότες αντιλήφθηκαν ότι μπορούσαν να ενισχύσουν την εκμετάλλευση της περιουσίας τους, βελτιώνοντας τις συνθήκες διαβίωσης των υποτελών τους, ευνοώντας την αύξηση του πληθυσμού ή επιτρέποντας μερική αυτονομία στην αγροτική παραγωγή.[14]

Στη διάρκεια του 11ου και 12ου αιώνα, αναπτύσσεται ένα απελευθερωτικό ρεύμα που βελτιώνει τη νομική υπόσταση των αγροτών, με την αντικατάσταση των αγγαρειών από ένα φόρο και την παροχή χαρτών που καθόριζαν ένα σταθερό ποσό για τις κυριότερες οφειλές. Τον 12ο αιώνα οι άρχοντες ίδρυσαν πόλεις και χωριά στα οποία παρείχαν χάρτες δικαιωμάτων.[15]

 

Σχέδιο μιας τυπικής (φανταστικής) μεσαιωνικής χωροδεσποτείας.

Νέες αγροτικές τεχνικές και εργαλεία, εκχερσώσεις και νέες καλλιέργειες, έφεραν μια τεχνολογική πρόοδο που προκάλεσε κοινωνιολογικές ανακατατάξεις στην αγροτική ύπαιθρο. Η αυξημένη παραγωγή και η κερδοφορία που έφερε η πρόοδος οδήγησε σε διάκριση μεταξύ των καλλιεργητών που χρησιμοποιούσαν τα νέα μέσα παραγωγής και τους απλούς χειρώνακτες καλλιεργητές. [16] Όπως σημειώνει ο Le Goff, οι laboratores, η παραγωγική τάξη, δεν περιλαμβάνει το σύνολο των αγροτών ή και των δουλοπαροίκων, αλλά μόνο το ανώτερο στρώμα αυτής της οικονομικής τάξης, αυτών που η οικονομική τους ισχύς είναι αρκετή για να παράγουν περισσότερο από τους άλλους.[17]

Οι γαιοκτήμονες είχαν αντικαταστήσει τις αγγαρείες με χρηματικές απαλλαγές, και με τα χρήματα αυτά μίσθωναν εργάτες για την εκμετάλλευση των αγρών τους και την προμήθεια καλύτερης ποιότητας προϊόντων. Η απαλλαγή των δουλοπαροίκων από την αγγαρεία, επομένως, οφειλόταν στις δομικές αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην οικονομία. Τον 12ο αιώνα η δουλοπαροικία είχε καταργηθεί σε πολλές περιοχές τις οποίες είχαν υπό τον έλεγχό τους μεγάλοι γαιοκτήμονες.[18]

Κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα τα ενοίκια σε είδος πάγωσαν και το κόστος ζωής μειώθηκε. Έτσι οι αγρότες μπορούσαν κι αυτοί να αποκτήσουν καταναλωτικά αγαθά που παρήγαγαν οι βιοτεχνίες. Με την αύξηση του πληθυσμού και τα κληρονομικά έθιμα, στα τέλη του 13ου αιώνα σε πολλές περιοχές υπήρχαν ακτήμονες ή απλά μια κατώτερη αγροτική τάξη που αναγκαζόταν να ενοικιάζει την εργατική της δύναμη, ρίχνοντας νερό στον μύλο της ανταλλακτικής οικονομίας.[19]

Η αγροτική παραγωγή αυξήθηκε τόσο που μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες μεγάλων πόλεων. Η ζήτηση για τρόφιμα στις αγορές των πόλεων, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, συνέβαλε στη διάλυση της οικονομικής δομής που ήταν προσανατολισμένη στην αυτοκατανάλωση. Οι αγρότες που ήταν πλέον οι περισσότερο ελεύθεροι, δεν παρήγαγαν μόνο για την δική τους επιβίωση αλλά και για την αγορά. Οι κύριοι ωφελημένοι από την εγχρήματη οικονομία ήταν οι έμποροι και οι τεχνίτες. Ιδίως οι τελευταίοι, άρχισαν να πωλούν το πλεόνασμα της παραγωγής τους, που μέχρι πριν προοριζόταν μόνο για τοπική χρήση στην υπηρεσία του άρχοντα. Μέσα στον 12ο αιώνα αποδεσμεύτηκαν από την φεουδαρχική εξάρτηση και γνώρισαν άνθηση ως αυτόνομος τομέας.

Στις πόλεις, οι καταναλωτικές ανάγκες των φεουδαρχών και η μεγάλη προσφορά εργασίας ήταν η κινητήρια δύναμη για την παραγωγή σημαντικών ποσοτήτων βιοτεχνικών προϊόντων με σημαντικούς τομείς την αμπελουργία και την υφαντουργία. Η εξειδίκευση στην υφαντουργία έφερε και μια, ανεξάρτητη από τη φεουδαρχική εξουσία, συντεχνιακή οργάνωση. Ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στους τεχνίτες και τους καταναλωτές αναδείχθηκαν οι έμποροι (mercatores). Γρήγορα και αυτοί οργανώθηκαν σε επαγγελματικές αδελφότητες με σκοπό την αλληλοβοήθεια. Στη διάρκεια του 12ου αιώνα, ορισμένοι σχολιαστές θεωρούν τους mercatores ως μια νέα τάξη δίπλα στο τριμερές σχήμα.[20]

Το πλεόνασμα της αγροτικής παραγωγής που μεταφερόταν στις πόλεις μαζί με το εργατικό δυναμικό τροφοδότησε την αστική ανάπτυξη και τη δημογραφική ενίσχυση των αστικών πληθυσμών. Επικεφαλής των αστικών κοινοτήτων ήταν οι πατρίκιοι που λειτουργούσαν ως εντολοδόχοι της φεουδαρχίας. Σταδιακά τα προνομιούχα στρώματα μετέτρεψαν την οικονομική τους ισχύ σε πολιτική ανεξαρτησία, αμφισβητώντας τα δεσμά υποταγής προς τους άρχοντες και εξαγοράζοντας δικαιώματα εκμετάλλευσης της γης. Η επέκταση της αστικής οικονομίας επέφερε την διπλή υποταγή των καλλιεργητών στους αστούς και τον τοπικό ηγεμόνα.[21]

Κρίση της φεουδαρχίας

Στα τέλη του 13ου αιώνα η προηγούμενη αγροτική ανάπτυξη μεταβλήθηκε σε στασιμότητα της παραγωγής, που δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις. Η οικονομική κρίση άρχισε να γίνεται εμφανής, τόσο με μια σειρά αστικών εξεγέρσεων όσο και λόγω εκτεταμένου λιμού στην ύπαιθρο μετά από μια σειρά κακών σοδειών. Η μειωμένη φυσική αντοχή του πληθυσμού σφραγίστηκε από τη Μεγάλη Πανώλη του 1348.

Οι ιστορικοί της σχολής των Annales, για τα αίτια της κρίσης δίνουν έμφαση στην ανισορροπία ανάμεσα στη δημογραφική ανάπτυξη και τις δυνατότητες διατροφής του Μεσαίωνα. Γεγονός είναι ότι η βασική μονάδα της αγροτικής οικονομίας ήταν ο οικογενειακός κλήρος, που όσο ο πληθυσμός διογκωνόταν, γινόταν όλο και μικρότερος, τόσο ώστε μειώθηκε σημαντικά το αγροτικό πλεόνασμα.[22] Όμως, όπως αντιτείνουν οι μαρξιστές ιστορικοί, αυτό το ντετερμινιστικό δημογραφικό αδιέξοδο δεν είναι το μόνο αίτιο της κρίσης. Η οικογενειακή αγροτική παραγωγή δεν ήταν ένα κλειστό σύστημα αλλά συνδεόταν με την αγροτική κοινότητα και με τους φεουδάρχες.

Στα τέλη του 13ου αιώνα η παραγωγή είχε φτάσει σε στασιμότητα, καθώς οι μεγάλες απαιτήσεις της αριστοκρατίας στέρησαν από τους χωρικούς την ευκαιρία δημιουργίας πλεονάσματος και χρηματικού αποθέματος, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη βελτίωση των εργαλείων και των μεθόδων παραγωγής.

Στη διάρκεια του 14ου αιώνα η μερίδα του πληθυσμού που δεν απασχολούνταν στην παραγωγή τροφίμων είχε αυξηθεί, όπως είχαν αυξηθεί και το λειτουργικό κόστος της πολιτικής εξουσίας και το κόστος του πολέμου. Συνέπεια αυτών ήταν η στροφή των φεουδαρχών στον δανεισμό, με τελικούς αποδέκτες της πίεσης τον αγροτικό πληθυσμό.

Λήξη της κρίσης

Η κρίση έληξε τον 15ο αιώνα με την φεουδαρχική αριστοκρατία να αντικαθιστά την αγροτική καλλιέργεια με την κτηνοτροφία και τη συστηματική χρήση χρήματος στις συναλλαγές. Διέξοδος των αγροτών ήταν η στροφή σε άλλες καλλιέργειες, που τους εξάρτησε αυτή τη φορά από την αγορά. Στο διάστημα αυτό συνέβησαν και ανακατατάξεις στον αστικό χώρο με την ισχυροποίηση των τεχνιτών και των συντεχνιών. Οι έμποροι αντέδρασαν με τη μεταφορά της υφαντουργίας στην ύπαιθρο, στρέφοντας τους μικροκληρούχους στην οικοτεχνία.

Ο Λε Γκοφ αναφέρει ότι η φεουδαρχική χωροδεσποτεία οργανώνει την παραγωγή και αναγκάζεται να την μεταβιβάζει στους πολίτες, εμπόρους και αστούς, από τους οποίους θα εξαρτηθεί μελλοντικά. Παρότι μακροπρόθεσμα η αστική τάξη θα υπονομεύσει την φεουδαρχία, στο τέλος του 13ου αιώνα απέχει πολύ από το να κυριαρχεί επάνω της.[8] Η αναίρεση του τριμερούς σχήματος, λοιπόν, συνδέεται με την αστική ανάπτυξη του 11ου-13ου αιώνα, η οποία προήλθε από τον ολοένα και μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας.[23] Τελικά, ο εμπορικός καπιταλισμός αναδύθηκε στην διάρκεια της μέσης περιόδου του Μεσαίωνα.[24]

Δυτική κοινωνία

Στη Δυτική Ευρώπη, ορισμένες από τις παλαιότερες ρωμαϊκές αριστοκρατικές οικογένειες εξέλιπαν, ενώ άλλες απασχολήθηκαν περισσότερο με την Εκκλησία παρά με τις κοσμικές υποθέσεις. Αξίες που συνδέονταν με τη λατινική λογιότητα και την εκπαίδευση χάθηκαν, και παρόλο που η εγγραμματοσύνη παρέμεινε σημαντική, αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως πρακτική ικανότητα παρά ως δείγμα υψηλής κοινωνικής θέσης. Κατά τον 4ο αιώνα ο Ιερώνυμος (πεθ. 420) είδε σε όραμα ότι ο Θεός τον επέπληξε επειδή ξόδευε περισσότερο χρόνο μελετώντας τον Κικέρωνα παρά τις Γραφές. Τον 6ο αιώνα ο Γρηγόριος της Τουρ (πεθ. 594) αναφέρει ένα παρόμοιο όραμα, στο οποίο όμως έλαβε επίπληξη επειδή μάθαινε στενογραφία.[55] Μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα, σε κύρια μέσα θρησκευτικής επιμόρφωσης στην Εκκλησία είχαν μετατραπεί η τέχνη και η μουσική κι όχι η ανάγνωση κειμένων.[56] Οι περισσότερες λόγιες προσπάθειας κινούνταν προς τη μίμηση της κλασικής γραμματείας, αν και δημιουργήθηκαν και κάποια πρωτότυπα έργα, από κοινού με προφορικές συνθέσεις που δεν διασώζονται στις μέρες μας. Τα γραπτά των Σιδώνιου Απολλινάριου (πεθ. 489), Κασσιόδωρου (πεθ. περ. 585) και Βοήθιου (πεθ. περ. 525) είναι χαρακτηριστικά της εποχής.[57]

Αλλαγές παρατηρούνται επίσης ανάμεσα στους λαϊκούς. Οι βασιλείς και οι ευγενείς υποστήριζαν οικονομικά ένα περίγυρο από πολεμιστές που αποτελούσαν και τη ραχοκοκαλιά των στρατιωτικών σωμάτων. Ο ρουχισμός των ευγενών έφερε πλούσιο διάκοσμο με πετράδια και χρυσό. Η καλλιέργεια του πνεύματος πέρασε σε δεύτερη μοίρα απέναντι στις αρετές της πίστης, του θάρρους και της τιμής. Οι οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ ευγενών είχαν ιδιαίτερη σημασία, μπορούσαν, ωστόσο, να οδηγήσουν και σε μακροχρόνιες έριδες μεταξύ οίκων, οι οποίες επιλύονταν είτε με τα όπλα είτε με κάποια αποζημίωση.[58] Οι γυναίκες της αριστοκρατικής τάξης περιορίζονταν στο ρόλο της συζύγου και της μητέρας ανδρών, ενώ οι μητέρες Ηγεμόνων έχαιραν μεγάλου σεβασμού στη Γαλατία των Μεροβίγγειων. Στην αγγλοσαξονική κοινωνία η απουσία παιδιών-ηγεμόνων σήμαινε και πιο περιορισμένο ρόλο για τις βασιλομήτορες, αν και αυτό αντισταθμιζόταν από τον εξέχοντα ρόλο που έπαιζαν οι ηγουμένισσες των μοναστηριών. Μόνο στην Ιταλία φαίνεται πως οι γυναίκες θεωρούνταν πάντα υπό την προστασία και τον έλεγχο κάποιου άρρενα συγγενή.[59]

 
Σύγχρονη αναπαράσταση χωριού της πρώιμης μεσαιωνικής περιόδου στη Βαυαρία της Γερμανίας.

Η καθημερινή ζωή των χωρικών έχει καταγραφεί ελάχιστα σε σχέση με εκείνη των ευγενών. Οι περισσότερες από τις πληροφορίες που σήμερα βρίσκονται στη διάθεση των μελετητών προέρχονται από την αρχαιολογική έρευνα: λίγες λεπτομερείς γραπτές μαρτυρίες για τον καθημερινό βίο των κατώτερων τάξεων χρονολογούνται πριν τον 9ο αιώνα. Οι περισσότερες από τις περιγραφές αυτές προέρχονται είτε από νομικά έγγραφα είτε από γραπτά ανθρώπων υψηλότερης τάξης.[60] Η γαιοκτησία δεν ακολουθούσε ομοιόμορφο μοτίβο στο σύνολο της Δύσης. Κάποιες περιοχές παρουσίαζαν μεγάλο κατακερματισμό των γαιών, ενώ σε άλλες οι μεγάλες συνεχείς ιδιοκτησίες γης ήταν το σύνηθες. Οι διαφορές αυτές επέτρεψαν τη δημιουργία μιας μεγάλης ποικιλίας αγροτικών κοινωνιών, σε κάποιες από τις οποίες κυριαρχούσαν οι αριστοκράτες γαιοκτήμονες, ενώ άλλες απολάμβαναν μεγάλο βαθμό αυτονομίας.[61] Ο εποικισμός γης διέφερε επίσης σημαντικά από περίπτωση σε περίπτωση. Κάποιοι χωρικοί διέμεναν σε μεγάλα χωριά που μπορούσαν να έχουν πληθυσμό μέχρι και 700 κατοίκους. Άλλοι ζούσαν σε μικρές ομάδες περιτριγυρισμένοι από συγγενείς, ενώ άλλοι διέμεναν σε απομονωμένες φάρμες διασκορπισμένες στην ύπαιθρο. Τέλος, υπήρχαν και περιοχές που εφάρμοζαν περισσότερα από ένα συστήματα.[62] Αντίθετα με την Ύστερη Ρωμαϊκή Περίοδο δεν υπήρχε βαθύ χάσμα ανάμεσα στο κοινωνικό στάτους ενός ελεύθερου χωρικού κι ενός ευγενούς, ενώ ήταν εφικτό η οικογένεια του πρώτου να ανέλθει κοινωνικά με το πέρασμα κάποιων γενεών μέσω της παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών σε ισχυρούς άρχοντες.[63]

Η ρωμαϊκή αστική ζωή και κουλτούρα άλλαξε δραματικά κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα. Παρόλο που οι ιταλικές πόλεις παρέμειναν κατοικημένες, το μέγεθός τους συρρικνώθηκε. Η Ρώμη, για παράδειγμα, από πληθυσμό εκατοντάδων χιλιάδων βρέθηκε να αριθμεί κάπου 30.000 κατοίκους μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα. Οι ρωμαϊκοί ναοί μετατράπηκαν σε χριστιανικούς και τα τείχη της πόλης παρέμειναν σε χρήση.[18] Στη Βόρεια Ευρώπη οι πόλεις επίσης μίκρυναν σε μέγεθος, ενώ τα μνημεία και άλλα δημόσια κτίρια καταστράφηκαν για να επαναχρησιμοποιηθούν τα οικοδομικά υλικά τους. Η ίδρυση νέων βασιλείων συνήθως είχε ως συνέπεια τη μεγέθυνση των πόλεων που επιλέγονταν ως πρωτεύουσες.[64] Σε ό,τι αφορά τις εβραϊκές κοινότητες των παλαιών ρωμαϊκών πόλεων, μετά τον εκχριστιανισμό της Ευρώπης οι Εβραίοι υπέστησαν σε διάφορες περιπτώσεις διωγμούς. Επισήμως ήταν ανεκτοί, αν και δέχονταν πιέσεις προσηλυτισμού, και κατά καιρούς ενθαρρύνονταν να απομακρυνθούν προς άλλες περιοχές.[65]

Εμπόριο και οικονομία

 
Δηνάριο του Καρλομάγνου, 768-814 μ.Χ., 21mm, 1,19 g, Νομισματοκοπείο Τουλούζης.

Οι μεταναστεύσεις και οι εισβολές του 4ου και του 5ου αιώνα διατάραξαν την εμπορική δραστηριότητα γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Τα αγαθά από την Αφρική σταμάτησαν να βρίσκουν διέξοδο προς την Ευρώπη και έγιναν σπάνια, αρχικά στην ενδοχώρα και αργότερα παντού, με εξαίρεση κάποια μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Ρώμη και η Νάπολη. Στα τέλη του 7ου αιώνα, ως αποτέλεσμα των ισλαμικών κατακτήσεων, τα αφρικανικά προϊόντα εξαφανίστηκαν εντελώς από τη Δυτική Ευρώπη. Η αντικατάσταση αγαθών που προέρχονταν από το υπερπόντιο εμπόριο με άλλα που παράγονταν τοπικά ήταν εκτεταμένο φαινόμενο στα παλαιά ρωμαϊκά εδάφη κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα. Παρατηρήθηκε δε εντονότερα σε περιοχές που δε συνόρευαν με τη Μεσόγειο, όπως η Βόρεια Γαλατία και η Βρετανία. Προϊόντα που έχουν έρθει στο φως από τις ανασκαφές και που δεν παρήχθησαν τοπικά αφορούν κυρίως προϊόντα πολυτελείας. Στα βόρεια τμήματα της Ευρώπης, όχι μόνο τα εμπορικά δίκτυα ήταν τοπικής εμβέλειας, αλλά και τα αγαθά που μεταφέρονταν ήταν απλά, με ελάχιστα είδη κεραμικής ή άλλα περίπλοκα στην κατασκευή προϊόντα. Γύρω από τη Μεσόγειο, τα κεραμικά αγγεία παρέμειναν κύριο ανταλλακτικό προϊόν και φαίνεται πως το εμπόριό τους εκτεινόταν σε δίκτυα μέσης εμβέλειας κι όχι μόνο τοπικά.[71]

Όλα τα γερμανικά κράτη της Δύσης χρησιμοποιούσαν νομίσματα που αποτελούσαν απομίμηση υπαρκτών ρωμαϊκών και βυζαντινών μορφών. Το χρυσάφι εξακολουθούσε να αντλείται από ορυχεία μέχρι τα τέλη του 7ου αιώνα, οπότε και αντικαταστάθηκε από το ασήμι. Το βασικό ασημένιο νόμισμα των Φράγκων ήταν το δηνάριο, ενώ η αγγλοσαξονική εκδοχή του ονομαζόταν πένα. Από τις περιοχές αυτές, τα δύο αυτά νομίσματα εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο στο διάστημα μεταξύ των ετών 700 και 1000. Νομίσματα από χαλκό ή ορείχαλκο δεν κόπηκαν, ενώ χρυσά κυκλοφορούσαν μόνο στη Νότια Ευρώπη. Επίσης τα ασημένια νομίσματα δεν έφεραν υποδιαιρέσεις.[72]

Κοινωνική οργάνωση και οικονομία

Κύριο λήμμα: Φεουδαλισμός

Στη διάρκεια του Ώριμου ή Μέσου Μεσαίωνα παρατηρήθηκε ραγδαία δημογραφική αύξηση. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο ευρωπαϊκός πληθυσμός από τα 35 αυξήθηκε στα 80 εκατομμύρια μεταξύ των ετών 1000 και 1347, κάτι που κατά καιρούς αποδίδουν στη βελτίωση των μεθόδων αγροτικής παραγωγής, στη βελτίωση των κλιματικών συνθηκών, στην αύξηση των καλλιεργησίμων εδαφών χάρη στην αποψίλωση των δασών και στην απουσία εισβολών.[131][132][133] Οι χωρικοί συνέθεταν πάνω από το 90% του πληθυσμού. Δεν κατοικούσαν πια σε απομονωμένα αγροκτήματα, αλλά συγκεντρωμένοι σε μικρές κοινότητες (αγγλικά: manors, γαλλικά: seigneuries).[132] Σε πολλές περιπτώσεις ήταν υποτελείς στους ευγενείς στους οποίους όφειλαν υπηρεσίες και ενοίκιο σε αντάλλαγμα του δικαιώματος καλλιέργειας της γης. Ο αριθμός των ελεύθερων χωρικών ήταν πολύ μικρός, ενώ ήταν περισσότεροι στο Νότο παρά στον ευρωπαϊκό Βορρά.[134] Ολόκληρη η κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα των χωρικών βρισκόταν περιορισμένη στο χώρο.[135] Ήταν προσδεδεμένοι στο κτήμα όπου εργάζονταν, χωρίς δυνατότητες αντίληψης των πραγμάτων πέρα από την καθημερινότητα του φέουδου και τις υποχρεώσεις τους σε αυτό.[135]

 
Η βασική κοινωνική διαστρωμάτωση του Μεσαίωνα: κληρικός, ευγενής και χωρικός.

Οι ευγενείς, τόσο εκείνοι που έφεραν ανώτερους τίτλους όσο και οι απλοί ιππότες, βασίζονταν οικονομικά στις κοινότητες και τους χωρικούς, παρόλο που οι γαίες δεν αποτελούσαν προσωπική τους περιουσία. Στην πραγματικότητα λάμβαναν δικαίωμα εκμετάλλευσης των εισοδημάτων των γαιών από έναν υψηλότερα ιστάμενο στην κοινωνική πυραμίδα ευγενή δια μέσου του συστήματος του φεουδαλισμού. Στη διάρκεια του 11ου και 12ου αιώνα, αυτές οι γαίες, γνωστές με την ονομασία φέουδα ή τιμάρια (τσιφλίκια), κατέληξαν αντικείμενο κληρονομικού δικαιώματος. Στις περισσότερες περιοχές, μετά το θάνατο του ευγενούς, οι γαίες του έπαψαν να διαιρούνται μεταξύ όλων των τέκνων του, όπως συνέβαινε κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα, αλλά, αντίθετα, κληροδοτούνταν στο μεγαλύτερο από τους άρρενες απογόνους του.[136][137] Η κυριαρχία των ευγενών στηριζόταν στα εισοδήματα των γαιών, στον έλεγχο κάστρων, στην παροχή στρατιωτικών υπηρεσιών ως βαρύ ιππικό, καθώς και στην απαλλαγή από φόρους και άλλες υποχρεώσεις.[138] Τα ισχυρά οχυρά, τα οποία αρχικά κατασκευάζονταν από ξύλο και κατόπιν από πέτρα, άρχισαν να ανεγείρονται κατά τον 9ο και 10ο αιώνα σαν αντίδραση στη γενική αταξία και έλλειψη ασφάλειας που χαρακτήριζαν την εποχή αυτή. Τα τελευταία προσέφεραν προστασία τόσο από τους ξένους εισβολείς, όσο και από τις βλέψεις αντιπάλων ευγενών. Οι οχυρώσεις αυτές αποτελούσαν παράγοντα σταθεροποίησης του φεουδαρχικού συστήματος καθώς εξασφάλιζαν σχετική αυτονομία στους ευγενείς από τους βασιλείς και άλλους ισχυρούς άρχοντες.[138] Η τάξη των ευγενών παρουσίαζε και η ίδια διαστρωμάτωση. Οι βασιλείς και οι ανώτατοι ευγενείς ήλεγχαν μεγάλες επικράτειες, ενώ παράλληλα εξουσίαζαν άλλους κατώτερους ευγενείς. Οι τελευταίοι είχαν τον έλεγχο μικρότερων εκτάσεων και λιγότερου αριθμού χωρικών. Ακόμη χαμηλότερα στην κοινωνική πυραμίδα ήταν οι ιππότες, ο χαμηλότερος βαθμός ευγενείας, οι οποίοι δεν είχαν στην κατοχή τους δική τους γη και όφειλαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ισχυρότερους άρχοντες.[139] Κατά συνέπεια, παρατηρείται μια πυραμιδοειδής δομή, όπου ο ηγεμόνας είχε περιορισμένες δυνατότητες και βασιζόταν στην ανταπόκριση των φεουδαρχών στις υποχρεώσεις τους, για να συγκεντρώσει δυνάμεις για να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα και μετά αυτές οι δυνάμεις διαλύονταν για να επιστρέψουν στη διάθεση του τοπικού χωροδεσπότη και την καλλιέργεια της γης.[140]

Ο κλήρος ήταν επίσης διαιρεμένος σε δύο κατηγορίες: στον κοσμικό κλήρο, που κατοικούσε και δρούσε μέσα στην κοινωνία, και στον μοναχικό κλήρο.[141] Σε ολόκληρη την περίοδο αυτή οι κληρικοί ήταν ένα πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού και υπολογίζεται πως δεν ξεπερνούσε το 1%. Τα περισσότερα μέλη του μοναχικού κλήρου (και ειδικά των μοναχικών Ταγμάτων) αντλούνταν από την τάξη των ευγενών, από την οποία προέρχονται και τα ανώτερα μέλη του κοσμικού κλήρου. Οι τοπικοί ιερείς στις διάφορες ενορίες προέρχονταν συνήθως από την τάξη των χωρικών.[142]

Οι αστοί βρίσκονταν κοινωνικά σε μια ενδιάμεση κατάσταση καθώς δεν ενσωματώνονταν στον παραδοσιακό τριμερή διαχωρισμό της κοινωνίας σε ευγενείς, κληρικούς και χωρικούς. Λαμβάνοντας ώθηση από τη δημογραφική αύξηση, ο αστικός πληθυσμός μεγάλωσε πολύ κατά το 12ο και 13ο αιώνα, καθώς ιδρύθηκαν νέα αστικά κέντρα και τα ήδη υπάρχοντα επεκτάθηκαν.[143] Και πάλι όμως οι κάτοικοι των πόλεων στη διάρκεια του Μεσαίωνα δεν ξεπέρασαν ποτέ το 10% του συνολικού ευρωπαϊκού πληθυσμού.[144]

 
Η Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν (1098–1179), Γερμανίδα συγγραφέας, μουσικός και φιλόσοφος. Παρόλο που αποτελεί εξαίρεση ανάμεσα στις γυναίκες της εποχής της, ενσάρκωνε ιδανικά το ιδεώδες του αναγεννησιακού «Καθολικού Ανθρώπου».

Στη διάρκεια του Ώριμου Μεσαίωνα, οι Εβραίοι κατοικούσαν κυρίως στην Ισπανία και σε κοινότητες που εμφανίστηκαν στη Γερμανία και στην Αγγλία τον 11ο και 12ο αιώνα. Οι Εβραίοι απολάμβαναν σχετική ασφάλεια στη μουσουλμανική Ισπανία, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη δέχονταν πιέσεις να ασπαστούν το Χριστιανισμό, αποτελώντας συχνά θύματα πογκρόμ, όπως κατά τη διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας.[65] Η πλειονότητα αυτών ήταν υποχρεωμένη να κατοικεί περιορισμένα σε πόλεις καθώς δεν είχαν το δικαίωμα να κατέχουν γη.[145] Σαν αποτέλεσμα στράφηκαν για βιοποριστικούς λόγους στο εμπόριο, με το επάγγελμα να κληροδοτείται από πατέρα σε γιο. Εκτός από τους Εβραίους υπήρχαν κι άλλες θρησκευτικές μειονότητες στο περιθώριο της Ευρώπης, όπως παγανιστές Σλάβοι στην Ανατολική Ευρώπη και Μουσουλμάνοι στο Νότο.[146]

Στο Μεσαίωνα ήταν κοινωνική επιταγή οι γυναίκες να ζουν εξαρτώμενες από κάποιον άνδρα, ο οποίος μπορούσε να είναι ο πατέρας τους, ο σύζυγός τους ή κάποιος άλλος άρρενας συγγενής. Οι χήρες, οι οποίες γενικά είχαν μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας, υπέκειντο επίσης σε νομικούς περιορισμούς. Οι γυναικείες δραστηριότητες περιορίζονταν στις δουλειές του νοικοκυριού και στην εκπαίδευση των παιδιών. Στην ύπαιθρο λάμβαναν επίσης μέρος στη συγκομιδή, στη φροντίδα των οικόσιτων ζώων, ενώ μπορούσαν να συνεισφέρουν στα έσοδα του νοικοκυριού παρασκευάζοντας νήμα ή ζύθο εντός του σπιτιού.[147] Οι γυναίκες των πόλεων, όπως κι εκείνες της υπαίθρου, απασχολούνταν κυρίως με τις δουλειές του νοικοκυριού, ωστόσο είχαν επίσης τη δυνατότητα ανάμειξης στο εμπόριο. Το είδος και η έκταση αυτού ποικίλουν ανάλογα με τη χώρα και την εποχή.[148] Από τις γυναίκες ευγενικής καταγωγής υπήρχε η απαίτηση να φροντίζουν την εύρυθμη λειτουργία του οίκου και κατά περιόδους αναλάμβαναν τη διαχείριση της ιδιοκτησίας κάποιου άρρενα συγγενή όταν αυτός απουσίαζε, αν και γενικά αποκλείονταν από τη λήψη αποφάσεων για ζητήματα διακυβέρνησης και για ζητήματα στρατιωτικής φύσης. Ο μοναδικός ρόλος που κάποια γυναίκα μπορούσε να έχει εντός της Εκκλησίας ήταν εκείνος της καλόγριας, καθώς δεν είχε δικαίωμα στην ιεροσύνη.[147]

 
Οι κύριες εμπορικές αρτηρίες της Χανσεατικής Ένωσης στις ακτές της Βόρειας Ευρώπης.

Στην Ιταλία και τη Φλάνδρα, η ανάπτυξη των πόλεων που απολάμβαναν σχετική διοικητική αυτονομία έδωσε ώθηση στις οικονομικές δραστηριότητες, ενθαρρύνοντας τη δημιουργία νέων μορφών εμπορίου. Οι πόλεις που βάσιζαν την οικονομία τους σε αυτές γύρω από τη Βαλτική Θάλασσα δημιούργησαν ένα είδος συνασπισμού με την ονομασία Χανσεατική Ένωση. Οι ιταλικές Δημοκρατίες που βάσιζαν την ισχύ τους στη θάλασσα όπως η Βενετία, η Γένοβα και η Πίζα ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων της Μεσογείου.[149] Μεγάλες εμποροπανηγύρεις δημιουργήθηκαν, κυρίως στη Βόρεια Γαλλία, όπου λάμβαναν χώρα συναλλαγές μεταξύ εμπόρων από ολόκληρη την ήπειρο.[150] Στα τέλη του 13ου αιώνα ανακαλύφθηκαν, επίσης, νέοι εμπορικοί δρόμοι προς την Άπω Ανατολή, τους οποίους διέδωσε μέσω των υπαγορευμένων απομνημονευμάτων του ένας από τους εμπόρους αυτούς, ο Μάρκο Πόλο (πεθ. 1324). Εκτός από τις νέες εμπορικές ευκαιρίες, διάφορες τεχνολογικές καινοτομίες βοήθησαν στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής, που με τη σειρά της βοήθησε ακόμη περισσότερο το εμπόριο. Τέτοιες καινοτομίες ήταν η εφαρμογή της τριετούς αμειψισποράς, η χρήση νέας μορφής αρότρου,[151] η εκτεταμένη χρήση νερόμυλων και αργαλειών. Η άνθηση του εμπορίου είχε σαν αποτέλεσμα και την ανάπτυξη νέων χρηματοοικονομικών τεχνικών όπως η τήρηση λογιστικών βιβλίων με το διπλογραφικό σύστημα και η ενέγγυα πίστωση. Στο πλαίσιο αυτό η Ιταλία ξεκίνησε εκ νέου να κόβει χρυσά νομίσματα, κάτι που εξαπλώθηκε αργότερα και σε άλλες χώρες.[152]

Δείτε επίσης

 

  1. Άλμα πάνω Βασίλης Φίλιας, Τα κοινωνικά συστήματα: «Το φεουδαρχικό σύστημα» Κεφ. ΙΙΙ σελ. 68-149, εκδ. Νέα Σύνορα, 1978
  2. Άλμα πάνω Παγκόσμια Ιστορία, τόμ. Α΄ σ. 350 εκδ. Αθηνών 1990 «Η μεσαιωνική Ιαπωνία συνυφάνθηκε με τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, που ανώτατος εκπρόσωπος της ήταν ο Σογκούν (στρατηγός που δαμάζει τους βαρβάρους) που διατηρούσε μια τυπική εξάρτηση από τον αυτοκράτορα και ανώτατη επίλεκτη τάξη οι Σαμουράι»
  3. Άλμα πάνω Gordon Child, What happened in histoy. σ. 88, Penguin Books 1954
  4. Άλμα πάνω Μπενβενίστε 2007, σελ. 131
  5. Άλμα πάνω Μπενβενίστε 2007, σελ. 137-138
  6. Άλμα πάνω Le Goff 1993, σελ. 360
  7. Άλμα πάνω Le Goff 1993, σελ. 428
  8. Άλμα πάνω, στο: 8,0 8,1 Le Goff 1993, σελ. 137
  9. Άλμα πάνω Le Goff 1993, σελ. 133
  10. Άλμα πάνω Μπενβενίστε 2007, σελ. 130
  11. Άλμα πάνω Nicholas 2007, σελ. 429
  12. Άλμα πάνω Μπενβενίστε 2007, σελ. 144
  13. Άλμα πάνω Le Goff 1993, σελ. 420
  14. Άλμα πάνω Γαγανάκης 1999, σελ. 47
  15. Άλμα πάνω Nicholas 2007, σελ. 425-426
  16. Άλμα πάνω Γαγανάκης 1999, σελ. 48-50
  17. Άλμα πάνω Le Goff 1993, σελ. 362
  18. Άλμα πάνω Nicholas 2007, σελ. 427
  19. Άλμα πάνω Nicholas 2007, σελ. 428
  20. Άλμα πάνω Γαγανάκης 1999, σελ. 55
  21. Άλμα πάνω Γαγανάκης 1999, σελ. 57
  22. Άλμα πάνω Γαγανάκης 1999, σελ. 69
  23. Άλμα πάνω Le Goff 1993, σελ. 365
  24. Άλμα πάνω Nicholas 2007, σελ. 461