ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ

Μέρος 1ο – Η γένεση της δημοκρατίας 

Η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία είναι το πολίτευμα που δικαιούνται κυριολεκτικά και απόλυτα να αποκαλείται δημοκρατία. Μόνο σ’ αυτό ο «δήμος» (λαός) «κρατεί» (έχει, την εξουσία). Κανένα άλλο σημερινό δεν δικαιούται κάτι τέτοιο. 
Αρκετές πλάνες συνδέουν την αθηναϊκή δημοκρατία με τον Περικλή. Οι τρεις, πιο διαδεδομένες, είναι ότι ο Περικλής εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία, ήταν για πολλά χρόνια «πρόεδρος» ή «πρωθυπουργός» της και διοικούσε περίπου δικτατορικά (το τελευταίο επειδή ο Θουκυδίδης, αυτός ο ανυπέρβλητος δάσκαλος της πολιτικής και ιστορικής σκέψης, γράφει ότι «εγίγνετό τε λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε υπό του πρώτου ανδρός αρχή»).
Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα τις πλάνες αυτές.

Ο Περικλής ολοκλήρωσε, ασφαλώς, τους δημοκρατικούς θεσμούς και συνέβαλε αποφασιστικά, ως πράγματι μέγας πολιτικός άνδρας, στην άψογη λειτουργία τους κατά το μακρό χρόνο της θητείας του. Ομως οι «πατέρες της δημοκρατίας», που προηγήθηκαν, ήταν ο Σόλων, ο Κλεισθένης και ο Εφιάλτης (καμμία σχέση με τον προδότη των Θερμοπυλών), κυρίως δε οι δύο τελευταίοι. Ο Περικλής δεν ήταν «πρόεδρος» ή «πρωθυπουργός» (τέτοια αξιώματα δεν υπήρχαν στην αθηναϊκή δημοκρατία). Εκλεγόταν ως στρατηγός (μαζί με άλλους 9) για ένα μόνο χρόνο θητείας και επανεκλεγόταν από το λαό στο αξίωμα αυτό επί δεκαετίες. Και, βέβαια, δεν φανταζόταν ότι μερικοί θα τον αποκαλούσαν κάποτε «δικτάτορα». Οπως δεν το φανταζόταν κι ο Θουκιδίδης, όταν κατέγραφε το γεγονός της «υπό του πρώτου ανδρός αρχής» σε μία παράγραφο όπου αποτιμά τις εξαιρετικές πολιτικές ικανότητες και την αρετή του Περικλή.

Η «ενός ανδρός αρχή» του Περικλή είχε την παρατεταμένη και κατ’ έτος ανανεούμενη έγκριση του λαού. ’λλωστε ο Θουκιδίδης επιφυλάσσει μόνο στον Περικλή τη μοναδικότητα της «δημηγορίας» (δημόσιας πολιτικής ομιλίας) χωρίς αντίλογο -όλες οι άλλες δημηγορίες είναι αμφίπλευρες- κι αυτό λέει πολλά για την εκτίμηση του Θουκυδίδη στο πρόσωπό του.

Η δημοκρατία δεν «φύτρωσε» ξαφνικά στην ελληνική πολιτική σκέψη. Τα πρώτα σπέρματά της ανάγονται στην αυγή της εμφάνισης του λαού αυτού, στη μυθολογία του. Δεν είναι του παρόντος να αρχίσουμε από εκεί. Θα σταθούμε μόνο σε ένα γεγονός: η «εκκλησία του δήμου» (λαϊκή συνέλευση θα λέγαμε σήμερα) υπάρχει και λειτουργεί πολύ πριν εμφανιστεί η δημοκρατία. Έστω και αν οι δικαιοδοσίες της είναι, ακόμη, πολύ περιορισμένες: να εγκρίνει ή όχι τις προτάσεις των βασιλέων ή άλλων αρχόντων.

Δεν είναι, επίσης, του παρόντος να υπεισέλθουμε και στους προηγηθέντες θεσμούς της σπαρτιατικής κοινωνίας. Μιάς κοινωνίας που πιστεύεται από πολλούς (άλλη μεγάλη πλάνη) ως άκρως στρατοκρατική και ανελεύθερη, ενώ είχε κι αυτή δημοκρατική δομή, έστω κι αν δεν έφτασε ποτέ στην αθηναική τελείωση. Τέλος, δεν θα αναφερθούμε στα δημοκρατικά πολιτεύματα άλλων «πόλεων» (κρατών) της περιόδου εκείνης. Διότι η Αθήνα δεν ήταν, τότε, η μοναδική δημοκρατική πολιτεία. Όμως το υπόδειγμα που προσέφερε ήταν τόσο τέλειο, που περιττεύει η αναφορά και σε άλλα.

Ο Σόλων ήταν ο πρώτος που αναμόρφωσε ριζικά τους πολιτικοκοινωνικούς θεσμούς στην Αθήνα (594-593 π.Χ.)
Με μια σειρά από επαναστατικά επανορθωτικά μέτρα, που όλα μαζί ονομάστηκαν «σεισάχθεια» (απόσειση βαρών) επανέφερε την κοινωνική γαλήνη: ακύρωσε τις οφειλές προς το δημόσιο ή ιδιώτες, κατάργησε το δανεισμό «επί σώμασιν» (δουλοποίηση εν αδυναμία αποπληρωμής χρέους), απελευθέρωσε όσους πολίτες είχαν δουλωθεί και αμνήστευσε τα αδικήματα που επέφεραν απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων.
Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο (όπου ενεργοί πολίτες ήταν μόνον όσοι ανήκαν στις δύο ανώτερες τάξεις των «ευγενών») έδωσε πολιτικά δικαιώματα και στην τελευταία τάξη, τους «θήτες» (ανειδίκευτους εργάτες, θα λέγαμε σήμερα), έδωσε στην εκκλησία του δήμου το δικαίωμα εκλογής αρχόντων και καθιέρωσε την τακτική σύγκλησή της, ίδρυσε δεύτερη βουλή (επί πλέον της προύπάρχουσας βουλής του -Αρείου Πάγου, στην οποία συμμετείχαν ισόβια μόνον οι διατελέσαντες άρχοντες) αποτελούμενη από 400 πολίτες (100 από κάθε φυλή) με προβουλευτική (εισηγητική) αρμοδιότητα, ίδρυσε λαϊκά δικαστήρια με δικαίωμα προσφυγής σ’ αυτά όσων δεν ήθελαν να δικαστούν από τους άρχοντες και έδωσε δικαίωμα στους πολίτες να κινούν δίκη κατά οποιουδήποτε (και άρχοντα) που βλάπτει οποιονδήποτε (και δούλο).

Ηταν, ασφαλώς, πολλές και ριζοσπαστικές οι αλλαγές αυτές. Και δίκαια θεωρήθηκε από πολλούς ο Σόλων ως «πατέρας της δημοκρατίας» (ο Αριστοτέλης γράφει ότι -από τον Σόλωνα «αρχή δημοκρατίας εγένετο»).
Ωστόσο, παρέμενε ακόμη πολύς δρόμος να διανυθεί. Στις ανώτατες δημόσιες θέσεις εκλέγονταν μόνο πρόσωπα από τις δύο ανώτερες τάξεις των ευγενών («πεντακοσιομέδιμνοι» και «ιππείς») ενώ από τις υπόλοιπες δύο τάξεις, οι μεν «ζευγίτες» ήταν εκλόγιμοι μόνο σε κατώτερες αρχές ενώ οι «θήτες» σε καμμία. Το πολίτευμα παρέμενε «τιμοκρατικό» («τίμημα», με βάση το οποίο κατατάσσονταν σε «τέλη», δηλ. περιουσιακές βαθμίδες, η ετήσια παραγωγή από ιδιόκτητη περιουσία: 500 μέδιμνοι, 300 μέδιμνοι κ.τ.λ.)

Ο Κλεισθένης ήταν αυτός που μεταρρύθμισε ριζικά το αθηναϊκό πολίτευμα (508-507 π.Χ.) και σφράγισε το δημοκρατικό του χαρακτήρα. Προχώρησε σε τρία, καίρια πολιτικά επίπεδα. Στα θεμέλια της πολιτείας, περιόρισε τη δυνατότητα επηρεασμού των ασθενεστέρων πολιτών (λόγω οικονομικής κατάστασης, μόρφωσης, ή κεκτημένων συνηθειών) και μείωσε τις τοπικιστικές τάσεις. Στη διοίκηση, μετέφερε στη λαϊκή Βουλή (και το εκάστοτε πρυτανεύον τμήμα της) τις εξουσίες των αρχόντων. Στην κορυφή, απογύμνωσε από όλες τις εξουσίες τον «επώνυμο άρχοντα» (πρόεδρο ή πρωθυπουργό, για τα σημερινά δεδομένα), ένα πρόσωπο φύσει και θέσει πολύ ισχυρό (προερχόταν από τους ευγενείς και παρέμενε επί ένα έτος στη αρχή), υποκαθιστώντας τον με ένα απλό βουλευτή-πολίτη, που κληρωνόταν στη θέση αυτή για μία μόνο ημέρα.

Το δυσκολώτερο από τα εγχειρήματα αυτά ήταν το πρώτο. Για να το επιτύχει, ο Κλεισθένης επινόησε και έθεσε σε εφαρμογή μια πραγματική πολιτικο-κοινωνική ανατροπή.
Μέχρι τότε, οι πολίτες υπάγονταν σε 4 φυλές, καθεμιά από τις οποίες ήταν ένωση «φρατριών» (αδελφοτήτων κοινής καταγωγής) και χωριζόταν, πληθυσμιακά σε 3 «τριττυές» (1/3 φυλής άρα 1/12 του πληθυσμού). Αθηναίος πολίτης γινόταν μόνον όποιος ανήκε σε κάποια φρατρία και η ιδιότητα του μέλους της φρατρίας δεν ήταν επίκτητη αλλά συγγενης.

Ο Κλεισθένης παρέκαμψε τις παραδοσιακές φρατρίες και φυλές. στη θέση των φρατριών εισήγαγε, γαι την εκλογική διαδικασία, τους δήμους [150–170 συνολικά], οι οποίοι κατανεμήθηκαν σε 10 ομάδες, που ονομάστηκαν επίσης φυλές. Επειδή οι νέες, τεχνητκές φυλές θα χρησίμευαν (για να χρησιμοποιήσουμε την τρέχουσα ορολογία) ως εκλογικές λέσχες, γαι να επιτευχθεί ο σκοπός της μεταρρύθμισης έπρεπε οι φυλές α) να έχουν ίσο περίπου αριθμό εκλογέων β) να μην εκφράζουν τοπικιστικές τάσεις και συμφέρονται των εκλογέων και γ) να εμπο δίζουν την άσκηση πιέσεων στους εκλογείς από τοπικούς παράγοντες, Το σχήμα που θεσμοθετήθηκε, γαι να εξασφαλιστούν οι τρείς αυτές προυποθέσεις, προέβλεπε το χωρισμό της αθηναϊκής επικράτειας σε τρείς περιοχές: το «άστυ» (Αθήνα, Πειραιάς και προάστια), την «παραλία» (Σαρωνικός και Νότιος Ευβοϊκός) και τη «μεσογαία» (εσωτερικό). Με πληθυσμιακά κριτήρια, οι δήμοι κάθε περιοχής υπήχθησαν σε 10 (ισάριθμες προς τις φυλές) νέες «τριττύες», ώστε όλες οι κατά περιοχή τριττύες να έχουν ίσο περίπου αριθμό εκλογέων. Έπειτα από κλήρωση, κάθε φυλή απαρτίστηκε από τρείς τριττύες, μία του άστεος μία της παραλίας και μία της μεσογαίας. Η διασπορά ήταν πλήρης.

Όπως θα ιδούμε στη συνέχεια, κάθε φυλή αναλάμβανε την «πρυτανεία» (διακυβέρνηση θα λέγαμε σήμερα) για το 1/10 του έτους, δηλαδή για 36 περίπου ημέρες. Γιατί λοιπόν ο Κλεισθένης δεν δημιούργισε 12 νέες φυλές, αντί 10, ώστε το πολιτικό «ημερολόγιο» να συμπίπτει με το πραγματικό και καθε μιά φυλή να πρυτανεύει επί ένα μήνα; Διότι τότε, καθεμιά από τις 12 νέες φυλές θα περιλάμβανε το 1/12 του πληθυσμού, αρά θα συνέπιπτε με την παλαιά τριττύ (τριττύς=1/3 της καθεμιάς από τις 4 παλαιές φυλές = 1/12 πληθυσμού) και οι πολιτικο-κοινωνικές δομές θα παρέμεναν αναλλοίωτες.

Με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη διαμορφώθηκε ο βασικός κορμός της αθηναϊκής δημοκρατίας. Η εκκλησία του δήμου όχι μόνον απορρίπτει η τροποποιεί τις προτάσεις των αρχόντων και δέχεται προτάσεις πολιτών, αλλά και επικυρώνει ή ακυρώνει θανατικές καταδίκες δικαστηρίων, ακόμη και του Αρείου Πάγου.
Η Βουλή διευρύνεται (500 μέλη, 50 από κάθε φυλή) και, πέραν της προβουλευτικής της αρμοδιότητας, αναλαμβάνει, σε σύμπραξη με τους άρχοντες, και τη διοίκηση (συγκυβέρνηση) της πολιτείας. Δίνονται πολιτικά δικαιώματα σε νέους πολίτες (περιθωριακούς, θα λέγαμε σήμερα: πρόσφυγες εκτός φρατριών κ.τ.λ.) θεσπίζεται ο «οστρακισμός». Τόσο οι φυλές όσο και οι δήμοι αποκτούν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, με δική τους εκκλησία, αιρετές/κληρωτές αρχές, περιουσία, ταμείο και αρχεία. Μόνον οι τριττύες έχουν απλούστερη οργάνωση (διότι δεν παίζουν κανένα σημαντικό πολιτικό ρόλο, απλώς χρησιμεύουν για τη διασπορά των δήμων), ενώ οι παλαιές φυλές και φρατρίες, απογυμνωμένες από κάθε πολιτική εξουσία, παραμένουν για παραδοσιακούς και μόνο λόγους (τελετές κ.τ.λ. κι αυτές όχι κρατικές). Η Κλεισθένεια δημοκρατία είναι πια ολοκληρωμένη κατά τα δύο από τα τρία θεμέλια βάθρα της: η «ισηγορία» (ισότητα λόγου και έκφρασης γνώμης) και «ισονομία» (ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) έχουν εξασφαλιστεί. Πάσχει μόνο το τρίτο βάθρο: η «ισοκρατία» (ισότητα ισχύος των πολιτών).

Κι αυτό ακριβώς ανέλαβε να ολοκληρώσει ο Εφιάλτης, αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης (υπαρχηγός ο Περικλής), αφαιρώντας από τη Βουλή του Αρείου Πάγου (462 π.Χ.) όλες τις πολιτικές αρμοδιότητες και επιμερίζοντάς τες στην Εκκλησία, τη Βουλή και την Ηλιαία (το δικαστικό σώμα). Και μάλλον πλήρωσε για το εγχείρημα αυτό με την ίδια τη ζωή του (δολοφονήθηκε ένα χρόνο μετά), δίνοντας έτσι πρόωρα τη θέση του στον Περικλή.

Ο ’ρειος Πάγος, σώμα παλαιότατο και με τεράστιο κύρος («σεπτό συνέδριο» και «της πολιτείας φυλακή» κατά τον Αριστοτέλη), με απροσδιόριστες (μη νομοθετημένες) και εκτεταμένες εξουσίες (μεταξύ αυτών: ελεγκτικές αρμοδιότητες με δικαίωμα επιβολής ποινών στους πολίτες που είχαν αναλάβει κάποιο λειτούργημα και δεν το είχαν ασκήσει, κατά την κρίση του, σωστά), απαρτιζόταν από ισόβια μέλη των δύο ανωτέρων κοινωνικών τάξεων. Ήταν, δηλαδή, το μόνο ανεξέλεγκτο, ισόβιο αλλά και αριστοκρατικό λειτούργημα, κτυπητή εξαίρεση στην, κατά τα άλλα, δημοκρατική δομή της πολιτείας.

Με τη νέα μεταρρύθμιση του Εφιάλτη, όπου θεσπίζεται επίσης και η περίφημη «γραφή παρανόμων» (οι λόγοι του Δημοσθένη και του Αισχίνη είναι μια πλούσια πηγή για την αποτίμηση της αξίας του θεσμού αυτού), η δημοκρατία ολοκληρώνεται. Γίνεται «άκρακτος» (αμιγής, ανόθευτη). Ο λαός γίνεται κυρίαρχος σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής ζωής. Χωρίς την έγκρισή του τίποτε δεν μπορεί να γίνει.
Από εκεί και πέρα, αναλαμβάνει ο Περικλής να ενισχύσει τη δημοκρατία με όσους θεσμούς ακόμη χρειάζεται, για την εύρυθμη λειτουργία της. Προ παντός δε, να τη στηρίξει με τις προσωπικές του ικανότητες, ώστε να φτάσει στην τελειότητα και να γίνει παγκόσμιο σύμβολο, που θαυμάζεται πάντοτε από τότε γιατί ποτέ δεν ξεπεράστηκε.

Και μόνο για το γεγονός ότι ανταποκρίθηκε, για τόσο μακρό χρονικό διάστημα, στα αιτήματα του μεγαλοφυέστερου αλλά ταυτόχρονα και απαιτητικώτερου και δυσκολώτερου δήμου, που εγνώρισε ποτέ η ανθρώπινη ιστορία, ο Περικλής ξεφεύγει, κατά πολύ από τα κοινά μέτρα και είναι πράγματι ένας μεγάλος, τέλεια ολοκληρωμένος άνθρωπος και ιδιοφυής πολιτικός.

Μέρος 2ο – Οι θεσμοί της δημοκρατίας κατά την ολοκληρωμένη φάση της, επί Περικλέους

Εισαγωγή
Θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αθηναϊκής δημοκρατίας των κλασικών χρόνων είναι η ελευθερία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ισοπολιτεία. Και βασικό όργανο για τη διαφύλαξή τους, η δυνατότητα ελέγχου του κάθε πολίτη από το σύνολο των πολιτών, όπως και του συνόλου από τον οποιοδήποτε πολίτη. Με την ελευθερία που παρέχει το πολίτευμα (ελευθερία, όμως, προσδιορισμένη από το νόμο), ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη να ελέγχονται οι πάντες από τους πάντες, ώστε αφ’ ενός διαμορφώθηκε ένα πλέγμα θεσμών για την παρακολούθηση και τον έλεγχο της δημόσιας ζωής και των προσώπων που συμμετείχαν σ’ αυτήν, αφ’ ετέρου μεταβιβάστηκε η δικαστική εξουσία εξ ολοκλήρου στο λαό και αυξήθηκαν οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων.

Όλες οι εξουσίες πηγάζουν και ελέγχονται απ’ ευθείας από το λαό, το σώμα της Εκκλησίας του δήμου. Και οι αρχές είναι προσιτές σε κάθε πολίτη.
Οι σύγχρονες έννοιες της πολιτικής «αντιπροσώπευσης» και του «αντιπροσώπου» του λαού (περίπου αυτονόητες και εκτός αμφισβητήσεως για το σημερινό άνθρωπο) ήταν, για τους Αθηναίους, εντελώς αδιανόητες και απαράδεκτες. Διότι πίστευαν ότι, από τη στιγμή που κάποιος αναθέτει, αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα, την εξουσία σε οποιουσ-δήποτε άλλους, έχει ήδη αλλοτριωθεί πολιτικά.
Το ίδιο αδιανόητη και απαράδεκτη ήταν και η αντιπροσώπευση ενός πολίτη, στην Εκκλησία του δήμου, από άλλον.

Ολες οι αρχές είναι κληρωτές, με εύλογη εξαίρεση ελάχιστες ειδικές αρχές (στρατηγοί, ταμίες) που είναι αιρετές αλλά και ανά πάσα στιγμή ανακλητές. Η κλήρωση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο, την πεμπτουσία της δημοκρατίας. Χωρίς κλήρωση, δημοκρατία δεν νοείται. Οι εκλογές, όπως τις γνωρίζουμε εμείς, είναι, για την αρχαία ελληνική αντίληψη από τον Ηρόδοτο ως τον Αριστοτέλη, θεσμός αριστοκρατικός. Ζήτημα ανάδειξης με εκλογή μπαίνει μόνον όπου υπάρχει ειδική τεχνική αρμοδιότητα, οπότε και έχει νόημα να διαλέξει κανείς τον καλύτερο τεχνίτη. Στον πολιτικό τομέα, αρμόδιοι δεν υπάχουν. Η γνώμη όλων βαραίνει το ίδιο.

Και όλες οι αρχές είναι πολυπρόσωπες. Ετσι η πολιτική εξουσία διασπείρεται όχι μόνο στις διάφορες αρχές αλλά και στα πρόσωπα που υπηρετούν σε καθεμιά απ’ αυτές. Καμμία αρχή, κανένας δημόσιος λειτουργός δεν μπορεί, εκμεταλλευόμενος την πρόσκαιρη συμμετοχή του στην κατανομή της εξουσίας, να συγκεντρώσει μεγάλη και, κυρίως, ανεξέλεγκτη δύναμη.
Τέλος, είναι υποχρεωτική η εναλλαγή των προσώπων στις διάφορες αρχές. Με εξαίρεση τους στρατηγούς (βλ. πιο κάτω), δεν επιτρεπόταν να υπηρετήσει εκ νέου ο ίδιος πολίτης στην ίδια αρχή, πριν περάσουν από την αρχή αυτή και όλοι οι άλλοι πολίτες. Κανένας πολίτης δεν μπορεί να παγιωθεί σε ένα δημόσιο λειτούργημα, ως «ειδικός» ή «επαγγελματίας».

Το πλήθος των θεσμών αφ’ ενός και το πολυπρόσωπο και η ετήσια εναλλαγή των αρχών αφ’ ετέρου, επιτρέπουν τη συμμετοχή όλων των πολιτών στη διακυβέρνηση της πολιτείας.
Αυτό συντελεί αποφασιστικά στην ανάπτυξη βαθύτατου αισθήματος πολιτικής ευθύνης στα άτομα. Ο δήμος, έχοντας όλες τις εξουσίες στα χέρια του, γίνεται ταυτόχρονα και υπεύθυνος για την πιστή τήρηση των νόμων. Αντιλαμβάνεται ότι έχει χρέος να διαφυλάσσει μόνος του την ελευθερία του και να πορεύεται προς το μέλλον με σύνεση και χωρίς ακρότητες, διατηρώντας πάντοτε άθικτα τα μέγιστα αγαθά της δημοκρατίας: την ισηγορία, την ισονομία, την ισοκρατία.

Πολύ πριν αρχίσουν οι νεώτεροι πολιτικοί φιλόσοφοι να ασχολούνται με τη διάκριση των εξουσιών, ο Θουκιδίδης έχει ορίσει με τρείς μόνο λέξεις τις βασικές πολιτικές εξουσίες κάθε ελεύθερου δήμου: «αυτόνομος» (καθορίζει ο ίδιος τους θεσμούς και τους νόμους του), «αυτόδικος» (αποφασίζει με τα δικά του δικαστήρια για κάθε αμφισβήτηση), «αυτοτελής» (διαχειρίζεται ο ίδιος κάθε θέμα της πολιτικής ζωής).
Ξενίζει, με την τρέχουσα αντίληψη των πραγμάτων, αυτή η παντοδυναμία του δήμου.
Πώς είναι δυνατόν οποιοιδήποτε πολίτες, χωρίς «τεχνοκρατικές» ή άλλες «περγαμηνές», να ασκούν υψηλά δημόσια λειτουργήματα;

Πώς είναι δυνατόν οι ίδιοι αυτοί πολίτες να επιλέγουν τον καλύτερο στρατηγό-πολιτικό, ή να αποτιμούν σωστά το έργο ενός κορυφαίου δημόσιου λειτουργού με τη «δοκιμασία»
Πώς είναι δυνατόν ο δήμος να ασκεί ανεξέλεγκτα όλες τις εξουσίες, χωρίς να φτάσει στην υπερβολή ή την αυθαιρεσία;
Αν μπορούσε να θέσει κανείς το πρώτο ερώτημα σε ένα Αθηναίο πολίτη, πιθανώτατα θα εισέπραττε μια ειρωνική αντερώτηση: πώς είναι δυνατόν σεις να απασχολείτε ένα διακεκριμένο πολίτη με τη διοίκηση ενός δημόσιου οργανισμού; εμείς θα αναθέταμε το έργο αυτό σε έναν επιδέξιο δούλο. Διότι πράγματι, στην αρχαία Αθήνα, η τρέχουσα διοίκηση των πραγμάτων είχε κατά μέγα μέρος ανατεθεί σε δούλους.

Στό δεύτερο ερώτημα, που διαρκώς επανέρχεται, η απάντηση όλων, ακόμη και του Πλάτωνα (κάθε άλλο παρά ένθερμου θιασώτη των δημοκρατικών διαδικασιών), είναι πάντοτε η ίδια: αρμόδιος να επιλέξει τον καλύτερο τεχνίτη και να αποτιμήσει το έργο του δεν είναι ένας άλλος ομότεχνός του αλλά αυτός που χρησιμοποιεί το προϊόν της εργασίας του. Και στην περίπτωση του πολιτικού λειτουργού, αυτός που χρησιμοποιεί τις πολιτικές ικανότητές του, δηλαδή ο λαός.

Στο τρίτο απαντά κατά χαρακτηριστικό τρόπο η ιστορία της «στρατηγίας» κατά την κλασική εποχή. Πράγματι, παρουσιάζεται τότε το φαινομενικά παράδοξο (θα εξηγηθεί πιο κάτω γιατί δεν είναι) η στρατηγία να διαθέτει τόση δύναμη, που όχι μόνο να φαίνεται ότι έρχεται σε αντίθεση με τη δημοκρατική δομή της πολιτείας, αλλά και να περικλείει (για τη δική μας αντίληψη, που απορρέει από τη νεώτερη πολιτική ιστορία) κινδύνους για το πολίτευμα.
‘Ομως, κανένας άρχων δεν είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί τη δύναμη, που του παραχωρεί ο δήμος. Για να επανεκλεγεί, πρέπει ο τρόπος που διαχειρίστηκε το αξίωμά του να κριθεί επιτυχής, με τη «δοκιμασία» του απολογισμού. Και ένας ευφυής πολίτης, όπως πρέπει να είναι ο κάθε στρατηγός, αφού γνωρίζει τις απόψεις του δήμου, δεν θα σκεπτόταν ποτέ να κάνει κατάχρηση της εξουσίας του.

Αλλά κι αν το επιχειρούσε, ολόκληρος ο στρατός και το ναυτικό αποτελούν τόσο συνειδητά και υπεύθυνα μέλη της ολότητας, που ποτέ δεν θα δέχονταν να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά της πολιτείας.
Η ιστορία του 5ου αιώνα δεν αναφέρει κανένα απολύτως περιστατικό όπου στρατηγός έκανε κατάχρηση της εξουσίας του, ή διανοήθηκε να επιχειρήσει να στραφεί εναντίον της πολιτείας, στηριζόμενος στη δύναμη που του είχε εμπιστευθεί ο δήμος.

Η Εκκλησία τού δήμου.
Είναι το κυρίαρχο σώμα της δημοκρατίας (γενική συνέλευση των πολιτών, θα λέγαμε σήμερα) στο οποίο μετέχουν όλοι οι πολίτες που περιλαμβάνονται στον «έκκλησιαστικόν πίνακα» (από το 20ό έτος της ηλικίας τους και μετά, οπότε έχουν λήξει και οι διετείς στρατιωτικές τους υποχρεώσεις). Αποκλείονται μόνον όσοι έχουν κηρυχθεί «άτιμοι» (έχουν χάσει τα πολιτικά και αστικά τους δικαιώματα).

Έχει απεριόριστες δικαιοδοσίες. Μεταξύ αυτών:
*Ψηφίζει τους νέους νόμους, αφού της υποβληθεί προηγουμένως το σχετικό προβούλευμα (εισήγηση) από τη Βουλή των πεντακοσίων. Οι νόμοι όριζαν να μην συζητείται «μηδέν απροβούλευτον» ώστε να υπάρχει η ασφάλεια για το δήμο ότι η Βουλή έχει ήδη ελέγξει και κρίνει σε πρώτη φάση τα θέματα. Η Βουλή δεν είχε δικαίωμα να αρνηθεί να υποβάλει προβούλευμα για κάποιο ζήτημα, εάν δεν συμφωνούσε. Αναλύοντας πώς ακριβώς είχε ακριβώς κατά την κρίση της, το ζήτημα, άφηνε στο δήμο την τελική απόφαση με την τυπική φράση «ό,τι άν αυτώ δοκεί άριστον είναι».

* Εκλέγει τους αιρετούς άρχοντες.
* Ασκεί τον έλεγχο της διοίκησης.
* Επιβάλλει την ποινή της εξορίας και της δήμευσης της περιουσίας.
* Εχει τον κύριο λογο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής:
– Αποφασίζει για τις συμμαχίες, τη σύναψη ειρήνης ή την κήρυξη πολέμου.
– Δέχεται τους πρέσβεις ή κήρυκες άλλων πόλεων, μετά την επίδοση των «διαπιστευτηρίων» τους στη βουλή, για να ακουστεί από το δήμο ο σκοπός της αποστολής τους.
– Εκλέγει τους πρέσβεις της αθηναϊκής πολιτείας και τους δίνει οδηγίες για τις ενέργειες που πρέπει να κάνουν, κατόπιν δέχεται τις αναφορές τους για τις πράξεις τους, όταν επιστρέφουν στην Αθήνα, και τους κρίνει ανάλογα.
* Εχει, επίσης, τον κύριο λόγο σε στρατιωτικά ζητήματα:
– Εκλέγει τους στρατηγούς και όλες τις άλλες πολεμικές αρχές.
– Σε πολεμικές περιόδους, αποφασίζει για τον αριθμό των επιστράτων πολιτών και βοηθητικών ανδρών (μετοίκων ή δούλων) στο πεζικό και τον στόλο.
– Υποδεικνύει τους στρατηγούς που θα έχουν την αρχηγία των δυνάμεων και τους δίνει οδηγίες για τις πολεμικές επιχειρήσεις, χαράσσοντας και τη γραμμή που θα τηρήσουν στον πόλεμο, έπειτα κρίνει τους στρατηγούς που είχαν ηττηθεί, ακόμη και τους νικητές που δεν είχαν τηρήσει τα «νόμιμα».
* Ασκεί οικονομική πολιτική:
-Ψηφίζει νόμους για το νόμισμα, τα μέτρα και σταθμά, τα τελωνεία.
-Αποφασίζει για τις πολεμικές δαπάνες, καθώς και τις δαπάνες κατασκευής δημοσίων κτιρίων και αποστολής πρεσβειών.
* Αποφασίζει για θέματα της επίσημης θρησκείας (ίδρυση νέων ναών, εισαγωγή της λατρείας ξένων θεοτήτων, μισθός ιερέων και ιερειών, εισαγωγή νέου τελετουργικού στις επίσημες λατρείες).

Όλοι οι νόμοι αρχίζουν με τη φράση «έδοξε τη βουλή καί τω δήμω» Κι αυτό σημαίνει ότι το κείμενο που ακολουθεί δεν προέρχεται από κάποια «επιστημονική» ανάλυση, ούτε είναι έργο ειδικών «τεχνοκρατών» (ή ηλεκτρονικών υπολογιστών). Αποφασίστηκε γιατί έτσι φάνηκε σωστό, «έδοξε», στο δήμο.
Ολες οι αποφάσεις παίρνονται από τον δήμο. Ακόμη και οι πιο σημαντικές, όπως η υιοθέτηση της ιδέας του Θεμιστοκλή για την κατασκευή του στόλου που οδήγησε στη νίκη της Σαλαμίνας – αυτές που, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Κορνήλιος Καστοριάδης, «εμείς σήμερα, εν τη βλακεία μας, αναθέτουμε σε ειδικούς, στην κρίση των οποίων και μόνο επαφιόμαστε». Στη δημοκρατία, όλες οι καίριες αποφάσεις παίρνονται από τους πολλούς. Οι ειδικοί εκτελούν.

Η Εκκλησία συνερχόταν σε 4 τακτικές συνεδριάσεις στη διάρκεια κάθε «πρυτανείας» (βλ. πιο κάτω) δηλαδή 40 φορές το χρόνο. Η πρώτη κάθε πρυτανείας, η «κυρία Εκκλησία» είχε καθορισμένη ημερήσια διάταξη. Σ’ αυτήν γινόνταν η «έπιχειροτονία» (ψήφος εμπιστοσύνης για τις ενέργειες και τη χρηστή διοίκηση των αρχόντων. Σε όσους δεν δινόταν, απολύονταν και παραπέμπονταν στα δικαστήρια) και λαμβάνονταν άλλες σοβαρές αποφάσεις, όπως ο επισιτισμός της πόλης, η άμυνα των συνόρων, το ναυτικό. Επίσης, αν υπήρχε απαρτία, («δημος πληθύων»: 6.000 πολίτες) αποφασιζόταν η πολιτογράφηση μετοίκων ή ξένων. Στην ίδια κύρια Εκκλησία υποβάλλονταν και οι «εισαγγελίες» πολιτών (βλ. πιο κάτω). Στην κύρια Εκκλησία της έκτης πρυτανείας (Ιανουάριος) αποφασιζόταν επί πλέον αν θα λαμβάνονταν υπ’ όψη κατηγορίες που είχαν υποβληθεί για συκοφαντία, καθώς επίσης, αλλά με την προϋπόθεση απαρτίας (6.000 ψήφοι) αν έπρεπε να γίνει το χρόνο εκείνο «οστρακοφορία» (βλ.πιο κάτω).

Από τις υπόλοιπες τρεις συνεδρίες («νόμιμοι Εκκλησίαι»), η μία (η «ταις ικετηρίαις») έδινε το δικαίωμα σε κάθε πολίτη να ζητήσει την «άδεια» (βλ.πιο κάτω), ενώ οι υπόλοιπες δύο ήταν αφιερωμένες στη συζήτηση διαφόρων άλλων θεμάτων (θρησκευτικών, εξωτερικών, διοίκησης κ.ά.)
Έκτακτες συνεδρίες («σύγκλητοι Εκκλησίαι») γίνονταν όταν δεν είχε τελειώσει η συζήτηση για κάποια υπόθεση, ή όταν υπήρχε επείγουσα ανάγκη (αν π.χ. το ζητούσε ένας στρατηγός ή άλλος ανώτατος αρχών για συγκεκριμένο ζωτικό θέμα).

Με διάφορες τελετουργικές και συναφείς πράξεις, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, επιδιωκόταν να εξαρθεί το φρόνημα και η υπευθυνότητα των πολιτών, ώστε να πάρουν τις σωστές αποφάσεις (επίκληση θεών, κατάρα εναντίον αυτών που θα επιχειρούσαν να παρασύρουν το δήμο σε εσφαλμένες αποφάσεις, θα αποκάλυπταν μυστικά
στους εχθρούς, ή θα πρότειναν απερίσκεπτα αλλαγή νόμου ή ψηφίσματος κ.τ.λ.)

Κάθε πολίτης που ζητάει το λόγο, φοράει στο κεφάλι του στεφάνι από μυρτιά, για να είναι απαραβίαστος. Πρέπει, πάντως, να έχει πλήρη συνείδηση της ευθύνης του και να προσέχει πολύ τις εισηγήσεις του, διότι σε κάθε ψήφισμα αναφερόταν ποιός το είχε προτείνει («ό τάδε είπεν») και ήταν δυνατόν, αργότερα, αν η εισήγησή του παρέσυρε το δήμο σε εσφαλμένη απόφαση, να τιμωρηθεί.
Στις αποφάσεις του δήμου δεν γινόταν κανένας έλεγχος. Όμως, με το πλέγμα των λοιπών επί μέρους θεσμών, μερικοί από τους οποίους αναφέρθηκαν ήδη, είχε ληφθεί μέριμνα ώστε η κυριαρχία που χάριζε στο δήμο το πολίτευμα, να μην αποβαίνει εις βάρος του. Και ήταν πράγματι σκληρές οι τιμωρίες για εκείνους που επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν την ισηγορία, για να επιτύχουν αποφάσεις αντίθετες προς το συμφέρον της πολιτείας.

Η Βουλή των πεντακοσίων
Η Βουλή αποτελεί τον κύριο φρουρό του πολιτεύματος και τον στενώτερο παραστάτη της Εκκλησίας. Επεξεργάζεται όλα τα θέματα καθώς και τους νόμους που πρόκειται να συζητηθούν από το δήμο, καταρτίζοντας τα «προβουλεύματα», απαραίτητα για την εισαγωγή οποιουδήποτε ζητήματος για συζήτηση και απόφαση στην Εκκλησία. Επειδή προετοιμάζει, κατά τον τρόπο αυτό, τις εργασίες της κυρίαρχης Εκκλησίας του δήμου, η Βουλή έχει λόγο σε όλα τα ζητήματα της πολιτείας, Επειδή δε έχει και την εποπτεία και τον έλεγχο των αρχών της πολιτείας, παρακολουθεί επίσης την εκτέλεση των αποφάσεων της Εκκλησίας.

Οι βουλευτές ήταν πολίτες ηλικίας 30 ετών και άνω και είχαν ετήσια θητεία.
Κάθε χρόνο, κληρώνονταν από τους δήμους καθεμιάς από τις δέκα φυλές 50 πολίτες ως βουλευτές, με αναλογική αντιστοιχία του αριθμού των βουλευτών στον πληθυσμό κάθε δήμου, άρα 500 συνολικά βουλευτές από όλες τις φυλές,
Με σειρά που οριζόταν επίσης με κλήρο, οι 50 βουλευτές κάθε φυλής γίνονταν «πρυτάνεις» (ένα είδος κυβέρνησης, δηλαδή) για διάστημα ίσο προς το 1/10 του έτους (35/36 ημέρες στα κανονικά, 38/39 στα εμβόλιμα) και η φυλή τους «πρυτανεύουσα» για το ίδιο διάστημα. Από τους πρυτάνεις αναδεικνυόταν, και πάλι με κλήρο, ανά ένας «έπιστάτης τών πρυτάνεων» για καθεμιά από τις ημέρες της πρυτανείας της φυλής, ο οποίος κρατούσε τη δημόσια σφραγίδα και τα κλειδιά των ιερών με το θησαυρό και τα αρχεία της πολιτείας και πρόηδρευε στη βουλή (καθώς και στην Εκκλησία του δήμου, εφ’ όσον γινόταν την ημέρα που ήταν επιστάτης) . Hταν, δηλαδή, για μιά μόνο ημέρα, ό,τι περίπου ο σημερινός πρόεδρος της δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός μαζί. Και αφού δεν υπήρχε ταξικός ή άλλος φραγμός στην εκλογή των βουλευτών, κάθε Αθηναίος πολί-της μπορούσε να υπολογίζει ότι στη διάρκεια της ζωής του ίσως έπαιρνε το υψη-λό αυτό αξίωμα.

Το αξίωμα του βουλευτή επιζητούσαν όλοι οι πολίτες, ως ιδιαίτερα τιμητικό. Και όχι ως προσοδοφόρο. Διότι ο «βουλευτικός μισθός» ήταν πολύ χαμηλός -πέντε οβολοί στην εποχή του Αριστοτέλη. Ηταν μια εργασία ιδιαίτερα επίπονη, με καθημερινή πολύωρη απασχόληση και το σπουδαιότερο, σε υψηλό βαθμό υπεύθυνη Γι αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε βουλευτής, πριν αναλάβει υπηρεσία, περνούσε από ειδικό έλεγχο της προηγούμενης Βουλής, τη «δοκιμασία», όπου ελέγχονταν όλα όσα τον αφορούσαν: αν ήταν γνήσιος πολίτης, αν ήταν έντιμος, αν πλήρωνε τακτικά τους φόρους του, αν ήταν ευσεβής προς τους θεούς , αν είχε πάρει μέρος σε εκστρατείες και, τέλος, αν ήταν άψογη η συμπεριφορά του απέναντι των γονέων του. Μόνον αν αποδεικνυόνταν οτι πληρούσε όλες αυτές τις προυποθέσεις, κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, ακολουθούσε η «ψήφος» (έγκριση), οπότε ορκιζόταν και αναλάμβενε υπηρεσία.

Στην πρώτη συνεδρία κάθε έτους αναλάμβαναν καθήκοντα οι νέοι βουλευτές, αφού είχαν περάσει τη «δοκιμασία» και είχαν δωσει τον όρκο. Όπως στην Εκκλησία έτσι και στη βουλή γινόνταν επίκληση στους θεους, ώστε να λαμβάνονται οι ορθές για την πόλη αποφάσεις, ενώ οι βουλευτές φορούσαν στεφάνι απο μυρσίνη, που είχε και πάλι ιερό χαρακτήρα. Οι βουλευτές είχαν ορισμένα προνόμια: απαλλαγή απο στρατιωτικές υποχρεώσεις η «λειτουργείες» (βλ. πιο κάτω) στο διάστημα της ετήσιας θητείας τους, τιμητική θέση στο θέατρο, βουλευτικό μισθό και ένα είδος «ασυλίας», αφου μόνο με απόφαση των υπολοίπων βουλευτών ήταν δυνατον, για σοβαρους και τεκμηριωμένους λόγους, να εκπέσουν του αξιώματός τους. Με τη λήξη της θητείας τους λογοδοτούσαν όπως όλοι οι άρχοντες. Αν αποδεικνυόταν πως είχαν εκτελέσει τα καθήκοντά τους σωστά και υπεύθυνα και είχαν προσφέρει σπουδαίες υπηρεσίες στην πολιτεία, αποφάσιζε ο δήμος να τους χορηγήσει (περίπτωση όχι σπάνια, που επεκτεινόταν και σε άλλους αξιωματούχους) ειδική αμοιβή: χρυσό στέφανο η άλλη διάκριση. Η στήλη με το σχετικό ψήφισμα της Εκκλησίας στηνόταν σε επίσημο μέρος, ώστε όλοι να βλέπουν πως τιμούσε η πολιτεία τους πολίτες της για τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη και τις σπουδαίες υπηρεσίες τους προς το δήμο.

Η Βουλή συνερχόταν καθημερινά (εκτός από τις εορτάσιμες και αποφράδες ημέρες), ενώ αν υπήρχε ανάγκη συνεδρίαζε και εκτάκτως, ακόμη και τη νύκτα, χωρίς περιορισμό χρόνου.
Μόνον οι στρατηγοί επιτρεπόταν να παρευρίσκονται αυτοδικαίως στις συνεδριάσεις της. Οι άλλοι πολίτες, ακόμη και οι άρχοντες που δεν ήταν μέλη της, μόνο με την πρόσοδο (ειδική άδεια του επιστάτη των πρυτάνεων) μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις συζυτήσεις.

Μερικές φορές η Εκκλησία συνιστούσε στη Βουλή να ακούσει τις απόψεις ενός πολίτη, για συγκεκριμένο σοβαρό ζήτημα. Δεν επιτρεπόταν όμως η «πρόσοδος» αυτή να χρησιμοποιηθεί για θέμα που δεν είχε συζητηθεί στη Βουλή, εκτός αν κάποιος βουλευτής υιοθετούσε την άποψη του πολίτη και έκανε ο ίδιος την εισήγηση, αναλαμβάνοντας αυτός και την ευθύνη του εισηγητή στην απόφαση της Βουλής.
Γίνονταν και τελείως κλειστές συνεδρίες, όταν επρόκειτο να συζητηθούν απόρρητα θέματα.

Το πολύπλευρο έργο της Βουλής υποστήριζε σειρά ολόκληρη υπαλλήλων και υπηρετών. Σπουδαίο πρόσωπο μεταξύ αυτών, που συμμετείχε και στις συνεδριάσεις της, ήταν ο γραμματέας της Βουλής («γραμματεύς ό κατά πρυτανείαν»), θεματοφύλακας των κρατικών μυστικών. Το όνομά του αναφερόταν και στα ψηφίσματα ( «ο τάδε έγραμμάτευεν»). Ηταν ο γενικός αρχειοφύλακας της πολιτείας (ψηφίσματα της Εκκλησίας και της Βουλής, δημόσια έγγραφα εν γένει), επίσημος πρακτικογράφος των αποφάσεων της Εκκλησίας και της Βουλής και υπεύθυνος για την πιστή αναγραφή των νόμων και των ψηφισμάτων στις μαρμάρινες στήλες.

Στη δικαιοδοσία και τα καθήκοντα της βουλής και των πρυτάνεων, ήταν η εποπτεία των πολυάριθμων ειδικών επιτροπών της πολιτείας, η επίβλεψη των αρχόντων και η στενή συνεργασία με τους στρατηγούς και τους άλλους ανώτατους άρχοντες.
Είχε δικαιοδοσία στην εξωτερική πολιτική και τη διπλωματία (δεχόταν πρώτη τους ξένους πρέσβεις και κατόπιν τους παρουσίαζε στην Εκκλησία) καθώς και σε θέματα συμμαχιών (εξέταζε πρώτη τα προβλήματα που αναφύονταν με τους συμμάχους και ετοίμαζε προβούλευμα για την Εκκλησία.)

Είχε και οικονομικές αρμοδιότητες, ως γενικός επόπτης των δημοσιονομικών: προσδιόριζε πριν δώσει προβούλευμα στην Εκκλησία, το ύψος του συμμαχικού φόρου και του φόρου των πόλεων που αποστάτησαν, φρόντιζε για την εξεύρεση πρόσθετων πόρων για τις πολεμικές επιχειρήσεις, ασκούσε τον έλεγχο των «αδυνάτων» (αναπήρων και ατόμων με ειδικές ανάγκες, θα λέγαμε σήμερα, τους οποίους επιδοτούσε για να ζήσουν).
Αν και δεν είχε την άμεση παρακολούθηση των στρατιωτικών δυνάμεων (ήταν ευθύνη των στρατηγών, με τους οποίους βρισκόταν, βέβαια, σε στενή επαφή), στη βουλή αναφέρονταν όλα τα ζητήματα που σχετίζονταν με τη διατήρηση επαρκών δυνάμεων για την ασφάλεια της πολιτείας. Είχε, όμως, την κύρια φροντίδα του ναυτικού. Ήταν υπεύθυνη για την άριστη διατήρηση των πλοίων και νεωρίων και, σε περίπτωση ναυτικής επιχείρησης, ήλεγχε λεπτομερώς τις προπαρασκευές και αυτικής επιχείρησης, λεπτομερώς τις εξακρίβωνε την προετοιμασία του στόλου από τους «τριηράρχους».

Στη δικαιοδοσία της ανήκε η πρώτη φάση της δοκιμασίας των εννέα αρχόντων, πλην του «γραμματέως τών θεσμοθετών» (η δεύτερη φάση, όπως και η δοκιμασία του «γραμματέως των θεσμοθετών» και των λοιπών αρχόντων, εκτός από τους εννέα, γινόταν από τα δικαστήρια). Αν ο υποψήφιος δεν εγκρινόταν από τη Βουλή, δεν επιτρεπόταν να αναλάβει το αξίωμα. Αν εγκρινόταν, ακολουθούσε νέα ψηφοφορία στο δικαστήριο και εφ’ όσον ήταν κι αυτή θετική, επιτρεπόταν στον άρχοντα να αναλάβει τα καθήκοντά του.

Ο έλεγχος των αρχόντων έδινε μεγάλο κύρος στη Βουλή.Οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να καταγγείλει έναν άρχοντα στη Βουλή. Ομως η κρίση της δεν ήταν οριστική. Είχε θεσπιστεί και το δικαίωμα της έφεσης ενώπιον της Εκκλησίας ή των δικαστηρίων.
Είχε, τέλος, και μερικές δικαστικές αρμοδιότητες (επιβολή προστίμου μέχρι 500 δραχμών, ποινή φυλάκισης σε ειδικές περιπτώσεις), καθώς και το δικαίωμα να εκδίδει αποφάσεις μόνη της, σε ορισμένα θέματα. Συνοψίζοντας και με τα σημερινά δεδομένα, θα λέγαμε ότι η Βουλή ήταν ένα ιδιότυπο νομοπαρασκευαστικό, αλλά και συμβουλευτικό και διοικητικό σώμα, που διαδραμάτιζε σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή. Συνεργαζόταν με όλους τους άρχοντες, τις κρατικές επιτροπές και τις στρατιωτικές αρχές, ενεργώντας ως γενικός συντονιστής και επόπτης της κρατικής λειτουργίας και εγγυητής της ενότητας και της συνέχειας στη διοίκηση της πολιτείας.

Μέρος 3ο (τελευταίο)

Οι θεσμοί της δημοκρατίας κατά την ολοκληρωμένη φάση της, επί Περικλέους

Επιτροπές της Βουλης , άλλες επιτροπές, ειδικοί άρχοντες και αξιωματούχοι
Η βουλή είχε δικαίωμα να καταρτίζει από μέλη της ειδικές επιτροπές κατα αντικείμενο. Να συνεργάζεται με ολόκληρη την ιεραρχία της πολιτείας, από τους στρατηγούς και τους εννέα άρχοντες μέχρι τους κατώτερους κρατικούς υπαλλήλους, ώστε να παρακολουθεί διαρκώς τις κρατικές εργασίες και να εξακριβώνει αν εφαρμόζονται σωστα οι επιθυμίες του λαού σύμφωνα με τα ψηφίσματα της Εκκλησίας (διότι δεν ήταν νοητό για κανένα, άρχοντα η υπάλληλο να μην εκπληρώνει τις εργασίες που του είχαν ανατεθεί). Να ελέγχει, επίσης, τις ποικίλες άλλες επιτροπές που υπήρχαν στην πόλη, καθεμία με αυστηρά προσδιορισμένη δικαιοδοσία .

Ασκώντας αυτές τις εκτεταμένες ελεγκτικές αρμοδιότητες, η Βουλή κατόρθωνε να είναι ο άγρυπνος οφθαλμός της πολιτείας και το κύριο συντονιστικό της όργανο.
Από τις επιτροπές αυτές, εντός και εκτός Βουλής (συνήθως δεκαμελείς: ανα ένας από κάθε φυλή) και τους ειδικούς άρχοντες και λειτουργούς κατά αντικείμενο, σπουδαιότεροι ήταν οι ακόλουθοι:
Για την καλή κατάσταση του στόλου (πλοία, «νεώσοικοι» και εξοπλισμός) την ευθύνη του οποίου είχε αποκλειστικα η Βουλή, εκλέγονταν από μέλη της:

* Οι δέκα «τριηροποιοί» που επέβλεπαν τις ναυπηγήσεις απο τους «αρχιτέκτονας επι τάς ναύς», τους οποίους είχε κληρώσει ο δήμος.
* Οι δέκα «έπιμελόμενοι του νεωρίου»
Ως εκπρόσωποι του δήμου στα ιερά και ναούς κληρώνονταν διάφορες κατηγορίες «ίεροποιών» ένα είδος δημοσίων υπαλλήλων (όχι αρχόντων) υπεύθυνων για την προετοιμασία θρησκευτικών τελετών όπως:
* Οι δέκα «ίεροποιοί επί τά εκθύματα», για την προπαρασκευή των εξιλαστηρίων θυσιών.
* Οι δέκα «ίεροποιοί κατ’ ενιαυτόν», για τις συνήθεις θυσίες.
Κληρωτοί θρησκευτικοί άρχοντες ήταν και:
* Οι δέκα «αθλοθέται», με 4ετή θητεία, για την προετοιμασία των αγώνων και της πομπής στα μεγάλα Παναθήναια.
* Οι τέσσερις «επιμεληταί των Μυστηρίων», για την επίβλεψη του ιερού της Ελευσίνος.
* Οι επτά «επιστάται της Ελευσίνος».
Για τον έλεγχο των εισόδων στην Εκκλησία του δήμου, κατά τις συνεδρίες, βοηθούσαν την πρυτανεύουσα φυλή:
* Οι τριάντα «συλλογείς», τρεις από κάθε φυλή, κληρωτοί από το δήμο.
Για τη διενέργεια της «ευθύνης», του ελέγχου δηλαδή των αρχόντων μετά τη λήξη της θητείας τους, όσον αφορά τη διαχείριση του δημόσιου Χρήματος, κλη-ρώνονταν από μέλη της Βουλής
* Οι δέκα «λογισταί».
Το πόρισμα υποβαλλόταν στο δικαστήριο, όπου οι άρχοντες λογοδοτούσαν για τις πράξεις τους. Μετά την απαλλαγή τους από το δικαστήριο, ακολουθούσε η διαδικασία των «Δέκα ευθύνων».
Οι «ευθύνοι», κληρωτοί από το δήμο, παραλάμβαναν εντός τριημέρου από την έκ-δοση της απαλλακτικής απόφασης καταγγελίες πολιτών της φυλής τους κατά οποι-ουδήποτε από τους απερχόμενους άρχοντες.
Αν ο εύθυνος έκρινε βάσιμη την κατηγορία, παρέπεμπε το θέμα στα «κατά δήμους δικαστήρια» ή τους «θεσμοθέτας»,ανάλογα με το αδίκημα (ιδιωτικής ή δημόσιας φύσης), που με τη σειρά τους, ανέπεμπαν το ζήτημα στο δικαστήριο για επανεξέ-ταση και έκδοση της τελικής απόφασης.

Στον τομέα των δημοσίων οικονομικών, η Βουλή έπρεπε να προσέχει να μην υπερ-βούν οι δαπάνες τα διαθέσιμα από τον προϋπολογισμό του έτους ποσά, ενώ σε πο-λεμική περίοδο έπρεπε να φροντίζει για την εξεύρεση των επί πλέον πόρων για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Για το λόγο αυτό, η Βουλή συνεργαζόταν στενά με όλες τις οικονομικές και τεχνικές αρχές. Σπουδαιότερες απ’ αυτές ήταν:

* Οι δέκα «Ελληνοταμίοι», κληρωτοί από τους πεντακοσιομέδιμνους, υπεύθυνοι για τη διαχείριση του συμμαχικού ταμείου.
* Οι δέκα «ταμίαι της Αθηνάς» κληρωτοί από τους πεντακοσιομέδιμνους, με τους οποίους «συνδιοικεί τά πλείστα η Βουλή», κατά τον Αριστοτέλη.
* Οι δέκα «ταμίαι τών άλλων θεών» , κληρωτοί από τους πεντακοσιομέδιμνους.
* Ο ταμίας «έπι τό θεωρικόν» αιρετός από το δήμο.
* Οι δέκα «αποδέκται», κληρωτοί από το δήμο, που, μαζί με τον «άρχοντα βασιλέα» (υπεύθυνο για την είσπραξη των μισθωμάτων των τεμενών), εξασφάλιζαν την είσπραξη των περισσοτέρων ετησίων εσόδων του κράτους.

* Οι δέκα «πωληταί», κληρωτοί από το δήμο, που ήταν υπεύθυνοι για την εκχώρηση των εισαγωγικών δασμών, την παραχώρηση εκμετάλλευσης ορυχείων, την ενοικίαση ιερών κτημάτων κ. ά.
* Ανά δέκα «έπιμεληταί τού έμπορίου», «αγορανόμοι», «μετρονόμοι», «σιτοφύλακες» κ.ά., όλοι κληρωτοί από τον δήμο που επέβλεπαν την ομαλή λειτουργία της αγοράς: να είναι κανονικές οι τιμές, να είναι «καθαρά και ακίβδηλα» τα πωλούμενα αγαθά, να είναι σωστά τα μέτρα και σταθμά κ.τ.λ.

* Οι δέκα «αστυνόμοι», κληρωτοί από το δήμο.
* Οι πέντε «οδοποιοί», οι δέκα «ιερών επισκευασταί», οι «νεωροί» κ.ά., επίσης κληρωτοί από τον δήμο.
* Οι «επιστάται», επιθεωρητές των δημοσίων έργων (2-5, ανάλογα με το έργο) που ορίζονταν ονομαστικά από τη Βουλή από τους καταλόγους των πολιτών. Συνήθως όμως, τα μεγάλα δημόσια έργα κατανέμονταν στις φυλές που εξέλεγαν επιστάτες από τους φυλέτες τους, για το τμήμα του έργου που είχε ανατεθεί στην κάθε φυλή. Όταν έπρεπε να δαπανηθούν μεγάλα ποσά για την κατασκευή ή συντήρηση δημοσίων κτιρίων ή έργων ήταν απαραίτητη η έγκριση της Εκκλησίας του δήμου.

· Οι «συγγραφείς» ειδική επιτροπή εμπειρογνωμόνων κληρωτών από το δήμο με έργο την υποβολή σε συνεργασία με βουλευτές υπεύθυνου κειμένου ειδικών προβουλευμάτων στην Εκκλησία.
* Ο «επιμελητής επί τών υδάτων καί τών κρηνών» αιρετός από το δήμο.

Οι Εννέα άρχοντες

Οι εννέα άρχοντες, υπόλειμμα της παλαιάς εξουσίας των αριστοκρατών, παρέμειναν και στα πλαίσια της δημοκρατίας, ως διακοσμητική αρχή, που οι πολίτες σέβονταν και τιμούσαν για παραδοσιακούς λόγους, όμως το αξίωμά τους απογυμνώθηκε από κάθε ουσιαστική εξουσία.
Από κάθε φυλή αναδεικνύονταν με κλήρωση δέκα υποψήφιοι («πρόκριτοι») και με νέα κλήρωση μεταξύ τους ένας. Επειδή η παράδοση ήθελε εννέα άρχοντες, όμως το δημοκρατικό πνεύμα απαιτούσε κάθε φυλή να εκπροσωπείται από έναν, ως δέκατος άρχων κληρωνόταν ο «γραμματεύς τών θεσμοθετών» .

Ελάχιστες διοικητικές υποθέσεις απέμειναν στη δικαιοδοσία τους κι αυτές ήταν περισσότερο τυπικές (η Βουλή, άλλωστε, επόπτευε τις ενέργειές τους). Προήδρευαν σε συνεδριάσεις δικαστηρίων για ορισμένες υποθέσεις, διενεργούσαν την προανάκριση των αντιδίκων, κλήρωναν τους δικαστές και έκαναν μερικές θρησκευτικές τελετές εν ονόματι της πόλης. Ειδικώτερα:
Ο «επώνυμος άρχων» αναφερόταν και τώρα στα ψηφίσματα της Εκκλησίας και της Βουλής, παραμένοντας έτσι ως χρονολογικός δείκτης για τον προσδιορισμό του έτους. Αυτός φρόντιζε γιά την οργάνωση των θεωριών της Δήλου, τις πομπές των μεγάλων Διονυσίων, των Θαργηλίων και των εορτών του Διός Σωτήρος. Υποδείκνυε τους πολίτες που θα αναλάμβαναν τις διάφορες «λειτουργίες» και κινούσε τη διαδικασία «αντιδόσεως» (βλ. πιο κάτω). Κλήρωνε και όρκιζε τους κριτές των δραματικών ανώνων και φρόντιζε για άλλες λεπτομέριες της ίδιας εορτής.

Ο «άρχων βασιλεύς» διατήρησε την προεδρία του Αρείου Πάγου επομένως και την προεδρία σε δίκες για ασέβεια και ιεροσυλία. Είχε την επίβλεψη των παμπάλαιων εορτών (Ανθεστήρια, Λήναια) και της προετοιμασίας των Μυστηρίων. Ρύθμιζε ζητήματα κληρονομικής ιερωσύνης και ήταν αρμόδιος για την ενοικίαση των τεμενών.
Ο «πολέμαρχος» δεν είχε καμμία εξουσία καθαρά πολεμικού χαρακτήρα, επιστατούσε δε μόνο στις δημόσιες ταφές των νεκρών του πολέμου και, σε συνεργασία με την Βουλή, φρόντιζε για τα επιδόματα των ορφανών του πολέμου. Έκανε, επί-σης, τις επίσημες θυσίες στον Ενυάλιο και τους Τυραννοκτόνους και δίκαζε υπο-θέσεις των μετοίκων και των ξένων.

Οι έξη «Θεσμοθέται» και ο «γραμματεύς» τους είχαν αφ’ υψηλού αρμοδιότητες σχετικές με τους νόμους και τη δικαιοσύνη. Μελετούσαν τις λεπτομέρειες των νόμων και υπέβαλλαν αναφορά στην Εκκλησία, στο τέλος του χρόνου, με τις παρατηρήσεις τους, όταν διαπίστωναν κενά, αντιφάσεις όχι χρήσιμες. Προσδιόριζαν τις συνεδρίες των δικαστηρίων και την ημερομηνία εκδίκασης κάθε υπόθεσης και διενεργούσαν την κλήρωση των δικαστων. Σ’ αυτούς κατέθεταν οι πολίτες κάθε «είσαγγελία», έφεση κατά αποφάσεως της Βουλής ή των πρωτοδικείων και «γραφή παρανόμων» (βλ. πιο κάτω), σ’ αυτούς επίσης απευθύνονταν οι «εύθυνοι» για την παραπομπή απερχομένων αρχόντων στο δικαστήριο.

Οι δέκα στρατηγοί – Οι λοιποί στρατιωτικοί άρχοντες.
Η στρατηγία προϋπέθετε, κατ’ αρχήν, ειδικές γνώσεις και πείρα στα πολεμικά. Για το λόγο αυτό εξαιρέθηκε από το γενικό κανόνα της κλήρωσης και ήταν ένα από τα ελάχιστα αιρετά αξιώματα. Και, με το περιεχόμενο που πήρε προοδευτικά, κατά την εξέλιξη της δημοκρατίας, προϋπέθετε επίσης πολιτικές και διπλωματικές ικανότητες. Έγινε, έτσι, τελικά το σπουδαιότερο και ουσιαστικότερο αξίωμα για την πορεία της πολιτείας.

Οι δέκα στρατηγοί εκλέγονται από την Εκκλησία του δήμου (και κατά το γενικό κανόνα, ένας από κάθε φυλή) για ετήσια, όπως και σε όλες τις άλλες αρχές, θητεία. Όμως, λόγω των ιδιαιτέρων ικανοτήτων που απαιτούσε η στρατηγία, δόθηκε η δυνατότητα επανεκλογής. Πρώτος ο Κίμων εκλεγόταν επί μία 15ετία στρατηγός, αργότερα και άλλοι για μικρότερο διάστημα, κυρίως όμως ο Περικλής ήταν αυτός που υπηρέτησε στο αξίωμα του στρατηγού επί μακρό χρόνο.

Επιδιωκόταν, ασφαλώς, οι στρατηγοί να διαθέτουν στρατιωτικές, πολιτικές και ηγετικές ικανότητες. Όμως, αυτό δεν αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση. Οι στρατηγοί του 5ου αιώνα δεν ήταν όλοι εξέχουσες προσωπικότητες.
Οι στρατηγοί είχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της Βουλής και να εισηγούνται θέματα, που συζητούσε το σώμα και κατάρτιζε προβουλεύματα για να τα υποβάλει στην Εκκλησία του δήμου. Γενικά, βρίσκονταν σε στενή επαφή με τη Βουλή και τις επιτροπές της, για θέματα που υπάγονταν στις αρμοδιότητές τους ή απαιτούσαν ειδικές γνώσεις.

Όλοι οι στρατηγοί είχαν την ίδια εξουσία. Κατά τη διάρκεια μιάς εκστρατείας, τα καθήκοντα καθενός προσδιορίζονταν με κλήρο και άλλαζε καθημερινά ο αρχιστράτηγος. Μόνο η Εκκλησία του δήμου είχε το δικαίωμα να αναθέσει σε ένα συγκεκριμένο στρατηγό το γενικό πρόσταγμα στις επιχειρήσεις μιάς εκστρατείας. Σε ορισμένες, μάλιστα. εξαιρετικές περιπτώσεις, ο δήμος χορηγούσε, εντελώς προσωρινά, ειδικά προνόμια σε έναν ή περισσότερους στρατηγούς, ονομαζοντάς τους «στρατηγούς αυτοκράτορας». Αυτό συνέβαινε κυρίως σε μακρινές εκστρατείες, οπότε έπρεπε, εκ των πραγμάτων, οι στρατηγοί να έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν με δική τους πρωτοβουλία, χωρίς προσυνεννόηση με την Εκκλησία. Οπωσδήποτε, επιστρέφοντας από την εκστρατεία ή στο τέλος της θητείας τους, έδιναν λόγο των πράξεών τους, όπως και όλοι οι άλλοι άρχοντες.

Η στρατηγία απέκτησε μεγάλο κύρος και δύναμη στην αθηναϊκή δημοκρατία, διότι ορισμένοι από τους στρατηγούς υπήρξαν και μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες, που διαδραμάτησαν σπουδαίο ρόλο στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας. Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, δεν υπήρξε κανένα κρούσμα κατάχρησης εξουσίας από στρατηγό. Και για το λόγο αυτό, ο δήμος δεν δίσταζε να εκλέγει τους στρατηγούς από οποιαδήποτε τάξη (και από τα αριστοκρατικά γένη), αρκεί να διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα.

Ορισμένοι από τους μεγάλους στρατηγούς του 5ου αιώνα διακρίθηκαν και ως σπουδαίοι πολιτικοί ηγέτες. Ικανώτατοι διπλωμάτες και μεγάλοι πολιτικοί, οι στρατηγοί αυτοί αναδείχθηκαν πολύτιμοι σύμβουλοι του δήμου και πρωτεργάτες του μεγαλείου της πόλης στούς κλασσικούς χρόνους.
Από τους δέκα στρατηγούς οι πέντε είχαν συγκεκριμένη δικαιοδοσία («στρατηγός επί τούς οπλίτας», «στρατηγός επί τήν χώραν», δύο «στρατηγοί επί τόν Πειραιά», «στρατηγός επί τάς συμμορίας»), ενώ οι υπόλοιποι δεν είχαν.

Εκτός από τους στρατηγούς η Εκκλησία του δήμου εξέλεγε για ετήσια θητεία και τους υπόλοιπους στρατιωτικούς άρχοντες. Όταν οι στρατηγοί επωμίστηκαν και τα πολιτικά και διπλωματικά καθήκοντα εκείνοι ανέλαβαν το διοικητικό μέρος του στρατού και του ναυτικού υπό την επίβλεψη και ευθύνη των στρατηγών και σε συνεργασία με τη Βουλή.
Για τη διοίκηση του πεζικού εκλέγονταν οι δέκα «ταξίαρχοι», για το ιππικό οι δύο «ίππαρχοι» και οι δέκα «φύλαρχοι» και για την οικονομική διαχείριση ο «ταμίας τών στρατιωτικών».

Η Ηλιαία – Λοιπές δικαστικές αρχές
Η δημοκρατία έχει συγκεκριμένη αντίληψη για το ποιό πρέπει να είναι το πολιτικό υποκείμενο: ο πολίτης οφείλει και μπορεί να μετέχει «κρίσεως και αρχής». Ο Αριστοτέλης, από τον οποίο προέρχεται η φράση αυτή, προτάσσει την «κρίση», δηλαδή τη συμμετοχή στη δικαστική εξουσία, της «αρχής», δηλαδή της συμμετοχής στη διακυβέρνηση.

Η συμμετοχή του πολίτη στη δικαστική εξουσία διασφάλιζε και την αμεροληψία των νόμων. Αφού ένα τυχαίο δείγμα του λαού, που νομοθετεί ψηφίζοντας ένα νόμο, καλείται, υπό την ιδιότητα του δικαστή, και να τον εφαρμόσει, δεν υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι ένας δεδομένος νόμος ψηφίστηκε για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Και ασφαλώς, η σημερινή αντίληψη για επαγγελματίες δικαστές θα φαινόταν σε ένα αρχαίο Αθηναίο εξωφρενική.

Η Ηλιαία ήταν το κύριο δικαστήριο της πολιτείας, αποτελούμενο από 6.000 δικαστές («ηλιασταί»), 600 από κάθε φυλή. Μέλος της μπορούσε να γίνει κάθε πολίτης που είχε συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας του και δεν εκκρεμούσε εναντίον του κατηγορία. Ειδικές γνώσεις δεν χρειάζονταν. Επειδή η δικαστική εργασία ήταν πολλή, αφού η δημοκρατική λειτουργία απαιτούσε να ελέγχονται συνεχώς οι πάντες από τους πάντες, προβλεπόταν δικαστικός μισθός, ώστε να μην αποκλείεται η συμμετοχή των πολιτών που δεν διέθεταν τα οικονομικά μέσα για να απασχολούνται ως δικαστές συνεχώς επί ένα χρόνο.

Από τους καταλόγους των δήμων και ανάλογα με τον πληθυσμό καθενός, οι Εννέα άρχοντες και ο γραμματεύς των θεσμοθετών κλήρωναν κάθε χρόνο 600 πολίτες από κάθε φυλή. Οι 6.000 πολίτες που κληρώνονταν, ορκίζονταν ότι θα ψηφίζουν κατά τους νόμους και τα ψηφίσματα της Εκκλησίας και της Βουλής ή κατά συνείδηση, όπου δεν υπήρχε νόμος, ότι δεν θα δωροδοκηθούν, ότι θα είναι αμερόληπτοι και ότι η ψήφος τους θα αφορά μόνο το περιεχόμενο της κατηγορίας.
Με νέα κλήρωση, η Ηλιαία χωριζόταν σε 10 τμήματα των 600 δικαστών, κατά τρόπο ώστε οι πολίτες των δέκα φυλών να αντιπροσωπεύονται εξ ίσου σε κάθε τμήμα. Πρόεδροι των τμημάτων ήταν άρχοντες (οι Εννέα άλλοι), που κληρώνονταν στην αρχή του χρόνου και είχαν παρά-λληλα ως έργο τη μελέτη της υπόθεσης, την προδικασία και την προανάκριση.

Η Ηλιαία συνεδρίαζε συνήθως κατά τμήματα των 600 και χρειαζόταν η παρουσία τουλάχιστον 501 μελών για να συνεδριάσει το τμήμα. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις συνεδρίαζαν υποχρεωτικά δύο τμήματα μαζί (οικονομικές υποθέσεις κ.ά.) ή ακόμη και τέσσερα (εσχάτη προδοσία), εντελώς εκτάκτως όμως και σπανιότατα σε ολομέλεια (πιστεύεται ότι μια τέτοια περίπτωση θα ήταν η υπόθεση των Ερμοκοπιδών, που συντάραξε την πολιτεία).

Ειδικά σώματα δικαστών, όλα κληρωτά, ήταν επιφορτισμένα με τη μελέτη εξειδικευμένων υποθέσεων και υποβαλή πορίσματος στο δικαστήριο. Τέτοιοι ήταν οι πέντε «εισαγωγείς» (δίκες σχετικές με αιτήσεις άλλων πόλεων για έκπτωση του συμμα-χικού φόρου), οι «ναυτιδίκαι» (διαφορές μεγαλεμπόρων, εφοπλιστών και λιμενεργατών) και οι «πράκτορες».

Μικροϋποθέσεις πολιτών δίκαζαν οι 30 «κατά δήμους δικασταί», που περιόδευαν τους δήμους της Αττικής και δίκαζαν επι τόπου. Είχαν δικαίωμα να επιβάλλουν πρόστιμο ως δέκα δραχμές. Αν το το αδίκημα προ-ϋπέθετε μεγαλύτερη ποινή, παρέπεμπαν την υπόθεση στους «διαιτητάς». Αυτοί έπρεπε να έχουν υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους, οπότε και καταγρά-φονταν στον ειδικό κατάλογο των διαιτητών, που χωριζόταν σε δέκα τμήματα, ένα για κάθε φυλή. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση να συμβιβάσει τους αντιδίκους αν όμως δεν το κατόρθωνε, ανέκρινε και δίκαζε ο ίδιος. Όταν ένας από τους διαδί-κους δεν δεχόταν την απόφασή του, είχε δικαίωμα να κάνει έφεση στην Ηλιαία.

Γενικά κα για όλες τις αποφάσεις των δικαστηρίων, υπήρχε δικαίωμα έφεσης, ώστε να διασφαλίζεται το δίκαιο των πολιτών.
Σπουδαία αδικήματα (κατά της ασφαλείας της πολιτείας κ.ά.) δικάζονταν από τη Βουλή και την Εκκλησία, ενώ παραβάσεις της στρατιωτικής πειθαρχίας δικά-ζονταν απο στρατοδικεία, στα οποία προήδρευαν οι στρατηγοί.

Η κοινωνική πολιτική της δημοκρατίας
Δεν υπάρχει καμμία υπερβολή αν λεχθεί ότι η «Αθηναίων Πολιτεία» ήταν, όχι μόνο το μοναδικό δημοκρατικό πολίτευμα σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας μέχρι και σήμερα, αλλά ταυτόχρονα και το μοναδικό «σοσιαλιστικό».
Βασική υποχρέωση της πολιτείας ήταν η εξασφάλιση της ελευθερίας και της ζωής των πολιτών. Μέλημά της όχι μόνο η προστασία των πολιτών απο εξωτερικό εχθρό αλλά και εξασφάλιση της ατομικής ελευθερίας και της ισότητας όλων, καθώς και η κάλυψη των καθημερινών αναγκών των πολιτών.

Με σειρά μέτρων, αντιμετώπισε το πρόβλημα της άνισης κατανομής των αγαθών, ώστε να είναι σε θέση όλοι οι πολίτες να υπηρετούν την πολιτεία, να απολαμβάνουν ήρεμοι τη ζωή τους και να έχουν εξασφαλισμένη εργασία.
Η πρόνοια για τις ασθενέστερες τάξεις απασχόλησε όλους τους δημοκρατικούς ηγέτες της Αθήνας. Ήταν τόσο σπουδαία η συμβολή των πολιτών στους εθνικούς πολέμους και τις επιχειρήσεις της συμμαχίας, ώστε έπρεπε να μην υπάρχει οποιαδήποτε αντίδραση ή παράπονο απ’ αυτούς. Με τη διανομή λαφύρων και εγκατάσταση πολιτών ως κληρούχων, οι πιο φτωχοί εξασφάλιζαν πόρους ζωής ενώ η επέκταση της μισθοφοράς έδωσε ένα βασικό έσοδο στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Αφού η πολιτεία ζητούσε από τους πολίτες να συμμετέχουν στην Εκκλησία, τη Βουλή και τα δικαστήρια, ήταν φυσικό και αναγκαίο η συντήρηση όλων αυτών των πολιτών να αφορά την πολιτεία. Και όταν έκλεισαν τα πολεμικά μέτωπα και δημιουργήθηκε πρόβλημα απασχόλησης για τον άνεργο πληθυσμό, αυξήθηκαν οι κληρουχίες, απορροφώντας μεγάλο αριθμό ακτημόνων, ενώ τα μεγάλα έργα κοινής ωφελείας, όπως και τα έργα της Ακρόπολης, απορρόφησαν αμέτρητο πλήθος άλλων κατοίκων.
Όλες αυτές οι προσπάθειες για τη διατήρηση της ισορροπίας της δημοκρατικής κοινωνίας, συμπληρώθηκαν και με παράλληλη οργάνωση της δημόσιας πρόνοιας και περίθαλψης.

Οι μακροχρόνιοι πόλεμοι είχαν στερήσει πολλές οικογένειες από τους φυσικούς προστάτες τους. Η πολιτεία ήταν υποχρεωμένη να συντηρεί τους γονείς, τα παιδιά και τους ανήλικους αδελφούς των υπέρ πατρίδος πεσόντων. Ειδικά για τα ορφανά παιδιά η μέριμνα ήταν μεγάλη. Ο άρχων τα κηδεμόνευε και η πολιτεία κάλυπτε τις βιοτικές ανάγκες και την εκπαίδευσή τους, ώσπου να ε-νηλικιωθούν. Φρόντιζε ιδιαίτερα τους ανάπηρους πολέμου και τα άλλα άτομα με ει-δικές ανάγκες («αδυνάτους»), αφού πρώτα εξέταζε το βαθμό αναπηρίας και την οι-κονομική τους κατάσταση. Αν δεν ήταν σε θέση να εργασθούν και το εισόδημά το-υς ήταν λιγότερο απο τρείς «μνας», έπαιρναν απο το δημόσιο ταμείο εναν οβολό την ημέρα. Σε εξαιρετικές πολεμικές περιστάσεις (όπως π.χ. όταν υποχρεώθηκαν οι Αθηναίοι να εκκενώσουν την πόλη) δίνονταν έκτακτα βοηθήματα. Η πολιτεία αν-έλαβε ως ένα μεγάλο βαθμό τον επισιτισμό των κατοίκων όταν, με την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αργοτικός πληθυσμός της Αττικής υποχρεώθηκε να συ-γκεντρωθεί μέσα στην πόλη. Σε περίπτωση σιτοδείας επίσης, η πολιτεία εξασφά-λιζε τη διατροφή των Αθηναίων.

Όλα τα μέτρα της δημοκρατικής πολιτείας κατέτειναν στην εξασφάλιση της κοι-νωνικής γαλήνης και της προστασίας των πολιτών, την παροχή εργασίας σε όλους και την πνευματική ανάπτυξή τους με τη διοργάνωση δραματικών και μουσικών αγώνων. Ο δικαστικός, ο στρατιωτικός, ο βουλευτικός και ο εκκλησιαστικός μισθός έδιναν τη δυνατότητα διαβίωσης στους πολίτες που προσέφεραν υπηρεσίες στην πολιτεία. Και εξασφάλιζαν τη δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών στα κοινά. Όμως, η ημερήσια αποζημίωση δεν ήταν ποτέ και για κανέναν υψηλή. Διότι πρόθεση της πολιτείας δεν ήταν να δίνει άφθονες -και στείρες- παροχές, αλλά να ωφελεί τους πολίτες υπό τον όρον ότι θα ωφελεί, πριν από όλα, τα συμφέροντα της πολιτείας.

Δίνοντας στις λαϊκές τάξεις τη δυνατότητα να ικανοποιούν τις υλικές τους ανάγκες, η πολιτεία εξασφάλιζε την εσωτερική γαλήνη. Κι αυτό υπήρξε μια υπηρεσία ανεκτίμητη για τη δημοκρατία. Διότι δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει στηριζόμενη στην (τόσο γνωστή σε εμάς και τόσο άγνωστη στην αρχαία Αθήνα) αστυνόμευση και καταστολή αλλά στη συνεχή φροντίδα για τη διατήρηση των αναγκαίων λεπτών κοινωνικών ισορροπιών.

Με το σύστημα των «λειτουργιών» οι οικονομικά ισχυρότεροι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν στην πολιτεία τη δυνατότητα να οργανώνει δραματικούς ή μουσικούς αγώνες, δημόσια γεύματα κ.τ.λ. ή να εξοπλίζει τις τριήρεις της. Ηταν δηλαδή ένα σύστημα άμεσης (και βαριάς θα λέγαμε σήμερα) φορολογίας των πλουσίων. Κυριότερες «λειτουργίες» ήταν:

* Η «τριηραρχία«. Ηταν η πιο δαπανηρή από όλες και γι’ αυτό πολλές φορές αναλαμβανόταν από περισσοτέρους («συντριηραρχία»). Οι «τριήραρχοι» αναλάμβαναν τη συντήρη και γενικώτερα, τη φροντίδα ενός πλοίου, στρατολογώντας ή πληρώνοντας και το προσωπικό του. Οι τριήραρχοι συμμετείχαν και στις εκστρατείες, εγκαταλείπτοντας τις εργασίες τους.

* Η «χορηγία», η ανάληψη δηλαδή της δαπάνης για την εκπαίδευση και τον εφοδιασμό του «χορού» που θα μετείχε σε δραματικούς η λυρικούς αγώνες (Παναθήναια, Θαργήλια, Λήναια, Διονύσια «εν άστει»).
* Η «γυμνασιαρχία» , για τη διατροφή και εγκύμναση αθλητών που θα επαιρναν μέρος σε γυμνικούς αγώνες .
* Η «εστίαση» για την πραγματοποίηση δημοσίου γεύματος στα μέλη της φυλής σε περίοδο εορτών ή αγώνων.
* Η «αρχιθεωρία» για την αποστολή αθηναϊκής αντιπροσωπείας σε μια απο τις μεγάλες πανελλήνιες εορτές η σε ένα μαντείο.
* Η «αρρηφορία» , ειδική δαπάνη που κατέβαλλαν οι γονείς των αρρηφόρων νεανίδων, για τα έξοδα συμμετοχής τους στα Αρρηφόρια .
Κατα κανόνα οι εύποροι πολίτες αναλάμβαναν αδιαμαρτύρητα και φιλότιμα, συχνά δε και με υπερβάλλοντα ζήλο και γενναιοδωρία, μια λειτουργία (υπήρχε βέβαια και η ευφυής πρόβλεψη της «αντιδόσεως» για τους δυστροπούντες βλ. – πιό κάτω).

Οι «χορηγοί» μιάς φυλής (κάθε φυλή είχε το χορό της) προσπαθούσαν πάντοτε να ξεπεράσουν τους ανταγωνιστές τους («αντιχορηγούς») γιά να πάρουν το βραβείο που θα ήταν πηγή χαράς και περηφάνειας για ολόκληρη τη φυλή. Μερικοί πλούσιοι πολίτες δεν περίμεναν καν τη σειρά τους, αλλά ζητούσαν μόνοι τους να αναλά-βουν μια χορηγία και προσέφεραν πολύ περισσότερα από όσο είχαν υποχρέωση.
Αλλά και η πολιτεία τιμούσε συχνότατα τους πλούσιους πολίτες, που προσέφεραν μεγάλα ποσά γιά λειτουργίες, δίνοντάς τους την άδεια να στήσουν αναμνηστικό μνημείο σε περίπτωση νίκης της ομάδας τους σε δραματικούς ή γυμνικούς αγώνες.
Η πολιτεία ανέθετε και στους μετοίκους μερικές λειτουργίες (εκτός της δαπανηρής τριηραρχίας), όπως γυμνασιαρχίες, καθώς και μερικές άλλες, συμβολικές λειτουργίες («σκαφηφορία», «υδροφορία», «σκιαδηφορία»).

Ιδιότυποι θεσμοί 
Οι βασικοί θεσμοί της δημοκρατίας, όπως αναφέρθηκαν προηγουμένως, συμπληρώνονταν με ένα πλέγμα άλλων, ειδικών θεσμών, οι οποίοι όχι μόνο στήριζαν τους υπόλοιπους θεσμούς και εξασφάλιζαν την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος αλλά και έδιναν την αναγκαία διέξοδο εκτόνωσης σε ειδικές περιπτώσεις, ώστε να αποφεύγονται εκρηκτικές, καταστάσεις. Σπουδαιότεροι από τους θεσμούς αυτούς ήταν οι ακόλουθοι.
Ο «οστρακισμός». Ηταν μέτρο προστασίας της πολιτείας από κάθε απόπειρα επιβολής τυραννίας. Κάθε χρόνο, στην έκτη πρυτανεία και με την προϋπόθεση απαρτίας (τουλάχιστον 6.000 παρόντες), η Εκκλησία του δήμου αποφάσιζε αν έπρεπε να εφαρμοστεί ο νόμος του »οστρακισμού». Αν η απόφαση ήταν καταφατική γινόταν η »οστρακοφορία». Κάθε πολίτης έγραφε επάνω σε »όστρακο» (θραύσμα αγγείου) το όνομα του πολιτικού του οποίου η απομάκρυνση από την πόλη ήταν κατά τη γνώμη του απαραίτητη για τη σωτηρία της πολιτείας. Ο »οστρακιζόμενος» έπρεπε μέσα σε δέκα ημέρες να εγκαταλείψει την πόλη και να παραμείνει στην εξορία επί μία δεκαετία. Διατηρούσε όμως τα πολιτικά του δικαιώματα και μπορούσε να διαθέσει την περιουσία του όπως επίσης και να εγκατασταθεί όπου ήθελε. Ο οστρακισμός ήταν προληπτικό μέτρο και όχι ποινή αφου ο οστρακιζόμενος δεν είχε κατηγορηθεί για έγκλημα κατά της πολιτείας αλλά είχε μόνο θεωρηθεί ύποπτος στο δήμο. Και είχε, για τα μέτρα της εποχής του, ανθρωπιστικό χαρακτήρα, αφού δεν συνεπαγόταν την «ατιμία» (στέρηση πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων). Έπειτα, ήταν αδύνατον να στραφεί κατά μεγάλου αριθμού Αθηναίων, εφ’ όσον μόνον ένας πολίτης ήταν δυνατόν να οσ-τρακιστεί κάθε χρόνο. Και αφού διαρκούσε δέκα χρόνια, ο μεγαλύτερος αριθμός οστρακισμένων δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεπεράσει τους δέκα.

Η «γραφή παρανόμων»
Πρόκειται για αγωγή ή καταγγελία, με αστικές αλλά και ποινικές ευθύνες, που κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να εγείρει, εντός προθεσμίας ενός έτους απο την έκδοσή τους, κατά διοικητικών πράξεων, προβουλευμάτων της Βουλής ή ακόμη και νόμων-ψηφισμάτων, τόσο για ουσιαστικούς όσο και τυπικούς (δικονομικούς) λόγους. Στην περίπτωση των νόμων, ένας ουσιαστικός λόγος ήταν αν το περιεχόμενό τους βρισκόταν σε αντίθεση με προηγούμενο νόμο, που δεν είχε καταργηθεί. Και η αναζήτηση της ευθύνης έφτανε μέχρι τον εισηγητή του νόμου ή προ-βουλεύματος, που ακριβώς για το λόγο αυτό αναφερόταν πάντοτε στα σχετικά κεί-μενα («ό τάδε είπεν» – βλ. Εκκλησία του δήμου).

Η υποβολή της «γραφής παρανόμων» είχε άμεση συνέπεια την αναστολή εφαρμογής των προσβαλλομένων πράξεων, νόμων κ.τ.λ., ώσπου να αποφασίσει ένα λαϊκό δικα-στήριο 1.000 τουλάχιστον μελών. Ήταν όπως αποδείχθηκε και στην πράξη, ένας πο-λύ σημαντικός θεσμός, σπουδαίος φρουρός του πολιτεύματος, φόβος για κάθε βέβηλο, επίορκο η πονηρό που θα επιχειρούσε, εκμεταλλευόμενος τις ελευθερίες που με τόση γενναιοδωρία προσέφερε η δημοκρατία να επιτύχει αποφάσεις αντίθετες προς το συμφέρον του δήμου.

Αν επειχειρούσε κανείς να μεταφέρει την «γραφή παρανόμων» στα σημερινά δεδομένα, παραλληλίζοντάς την με το θεσμό του Συμβουλίου Επικρατείας ή του Συνταγματικού Δικαστηρίου και των δημοψηφισμάτων λαϊκής πρωτοβουλίας άλλων χωρών, η σύγκριση θα προκαλούσε βαθιά θλίψη. Όχι απλώς και μόνο διότι η κυβερνητική εξουσία στην Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αγνοεί, ατιμωρητί, ορισμένες αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας, αλλά κυρίως διότι ούτε στην Ελλάδα ούτε και σε άλλες χώρες προβλέπεται δικαστικός έλεγχος και τιμωρία όσων εισηγήθηκαν ένα νόμο ή εξέδωσαν μια διοικητική πράξη, όταν ο νόμος αυτός ή η πράξη ακυρωθούν από τα θεσμοθετημένα ελεγκτικα σώματα.

Όσο για τα δημοψηφίσματα λαϊκής πρωτοβουλίας που γίνονται σήμερα σε άλλες χώρες (προφανώς ωριμότερες από την Ελλάδα) αυτά διενεργούνται μόνον όταν τα ζητήσουν πολλές δεκάδες η εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών και κρίνονται με καθολική ψηφοφορία. Ενώ τα «δημοψηφίσματα» (ας τα ονομάσουμε έτσι) της «γραφής παρανόμων» της αθηναϊκής δημοκρατίας προκαλούνται από ένα μόνο πολίτη, κρίνονται από 1.000 μόνο πολίτες-δικαστές και, το σημαντικότερο, μπορούν να επισύρουν το δικαστικό έλεγχο και τιμωρία των εισηγητών των νόμων ή εκδοτών των διοικητικών πράξεων που θα ακυρωθούν.

Η «αντίδοσις»
Κάθε χρόνο, ο επώνυμος άρχων υποδείκνυε τους εύπορους πολίτες που θα αναλάμβαναν τις διάφορες λειτουργίες. Οταν κάποιος πολίτης που υποδεικνυόταν δυστροπούσε, με τον ισχυρισμό ότι υπήρχε άλλος Αθηναίος, πλουσιώτερος απ’ αυτόν, που θα έπρεπε να αναλάβει τη σχετική δαπάνη, ο άρχων καλούσε το δεύτερο να αναλάβει τη λειτουργία. Αν είχε και ο δεύτερος αντιρρήσεις, έπρεπε σε διάστημα τριών ημερών να υποβάλουν και οι δύο στον άρχοντα ένορκη κατάσταση της περιουσίας τους, οπότε θα αποφάσιζε σχετικά το δικαστήριο. Αν ο ενάγων (ο πρώτος πολίτης) καταδικαζόταν, ο εναγόμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει απ’ αυτόν ανταλλαγή περιουσιών («αντίδοσιν»).

Η «άδεια»
Για να λειτουργήσει η δημοκρατία, ήταν ανάγκη όχι μόνο να τηρούνται οι νόμοι, αλλά και το περιεχόμενό τους, όπως και οι κρίσεις της Εκκλησίας, να βρίσκονται εκτός πεδίου δημόσιας κριτικής και συζητήσεων. Όμως, υπήρχε και η γνώση ότι κανένα ανθρώπινο δημιούργημα δεν είναι τέλειο. Ετσι, στη μία από τις τρεις «νόμιμες» Εκκλησίες (την «ταίς ικετηρίαις») κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να ζητήσει την «άδεια», βεβαίωση ατιμωρησίας δηλαδή, ώστε να μπορεί να μιλήσει ελεύθερα προς το δήμο για θέματα που ήταν αντίθετα σε νόμο που υπήρχε, ή σε απόφαση που είχε ήδη πάρει η Εκκλησία.

Η «εισαγγελία»
Πρόκειται για καταγγελία επί εσχάτη προδοσία (και μόνο), που κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να κάνει σε κάθε «κυρία Εκκλησία», κατά οποιουδήποτε άλλου πολίτη.

Επίλογος
«Απάντων αυτός αυτόν πεποίηκεν ο δήμος κύριον, και πάντα διοικείται ψηφίσμασι και δικαστηρίοις, έν οίς ο δήμός έστιν ο κρατών. Καί τούτο δοκούσι ποιείν ορθώς ευδιαφθορώτεροι γάρ ολίγοι των πολλών εΙσιν, καί κέρδει καί χάρισιν. »
(Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία)

Ο Αριστοτέλης διατυπώνει την πιο πάνω φράση με ιδιαίτερη φρόνηση. Δεν λέει ότι ο λαός είναι αδιάφθορος. Διότι πιστεύει ότι μπορεί να διαφθαρεί με τις «Χάριτες» και τα «Κέρδη» (ή με τις προεκλογικές υποσχέσεις, στα καθ’ ημάς). Όμως λέει ότι διαφθείρεται δυσκολώτερα από ότι οι «ολίγοι».
Αυτή η σημαντική διαπίστωση, που πάντοτε ίσχυε και θα ισχύει σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, παίρνει μια ιδιαίτερη διάσταση στη σημερινή εποχή της γενικευμένης συναλλαγής, του «κέρδους» και των «χαρίτων». Και μάλλον αρκεί από μόνη της για να απαντήσει στο καίριο ερώτημα, αν δηλαδή πρέπει να είναι «ό δήμος ό κρατών» ή οι «ολίγοι» (αντιπρόσωποί του).

Γιάννης Παναγιωτόπουλος
ΑΘΗΝΑΙ 

http://www.dimokratia.org/html/ena_politiko_thavma.html