ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΡΩΣΙΑΣ

14/4/2016. ΕΛΙΣΜΕ: ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ «ΔΙΕΘΝΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΕΘΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ» (Άνοιξη 2016): ΚΡΙΣΗ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΡΩΣΙΑΣ-ΔΥΣΕΩΣ

Επιμέλεια Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Υπτγος ε.α., Δντής Μελετών ΕΛΙΣΜΕ

ΚΡΙΣΗ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΡΩΣΙΑΣ-ΔΥΣΕΩΣ

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ-ΥΠΟΣΤΡΑΤΗΓΟΣ εα-ΔΝΤΗΣ ΜΕΛΕΤΩΝ ΕΛΙΣΜΕ

Γενικά
Η κρίση της Ουκρανίας αποτελεί ένα από τα κύρια ζητήματα που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα με ευρύτερες συνέπειες στη γενικότερη ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη και στη συνεργασία Δύσεως-Ρωσίας. Η κρίση κλιμακώθηκε γρήγορα το πρώτο δίμηνο του 2014 καίτοι οι τριβές και οι προβληματισμοί είχαν εμφανιστεί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Η κορύφωση της κρίσης επήλθε με τη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία ενώ σφοδρές συγκρούσεις ακολούθησαν στις ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας. Σύσσωμη η Δύση κατηγόρησε τη Ρωσία για εμπλοκή της στις υποθέσεις της Ουκρανίας και παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και προχώρησε σε οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας. Οι κυρώσεις έπληξαν σοβαρά τη ρωσική οικονομία αλλά δεν κατάφεραν μέχρι τώρα να οδηγήσουν σε μια κοινά αποδεκτή λύση. Οι εξεγερθέντες αυτονομιστές των ρωσόφωνων επαρχιών της Ανατολικής Ουκρανίας έχουν κατορθώσει, με συγκαλυμμένη ρωσική βοήθεια, να πετύχουν τον «de facto» έλεγχο αρκετών περιοχών. Είναι γεγονός ότι η σφοδρότητα των συγκρούσεων του 2014 έχει κοπάσει και οι δύο πλευρές έχουν εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις ενώ έχει επιτευχθεί μια αρχική συμφωνία-πλαίσιο (Minsk Protocol Ι και ΙΙ) για την εξεύρεση λύσεως. Σήμερα (Ιανουάριος 2016), οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη ενώ παράλληλα συνεχίζονται και οι σποραδικές παραβιάσεις της ανακωχής που έχει επιτευχθεί καθώς αμφότερες οι πλευρές επιζητούν να ενδυναμώσουν τις θέσεις τους και ενίοτε ακραία στοιχεία επιλέγουν την κλιμάκωση.

Συνοπτική Παρουσίαση Κυρίων Σημείων
Η κρίση του 2014 –προϋπήρξαν και άλλες 2 τουλάχιστον κρίσεις με τους ίδιους πρωταγωνιστές τα τελευταία 15 χρόνια- υπήρξε αποτέλεσμα της διχαστικής προδιάθεσης της χώρας αλλά και της επιπόλαιας και ανεύθυνης υποστήριξης – παρότρυνσης ορισμένων δυτικών χωρών – οργανώσεων – ατόμων προς την ουκρανική αντιπολίτευση για την ανατροπή της νόμιμα εκλεγμένης αλλά μη επαρκώς νομιμοποιημένης και συνάμα διεφθαρμένης (στα αναμενόμενα επίπεδα των μετασοβιετικών δημοκρατιών) κυβέρνησης. Οι ανεύθυνοι χειρισμοί δυτικών και Ουκρανών, αφού απέτυχαν να εκτιμήσουν τη στρατηγική σημασία της περιοχής για τη Ρωσία και για το ρωσικό γόητρο αλλά και την ετοιμότητα και αποφασιστικότητα της τελευταίας, οδήγησαν την Ουκρανία σε πολιτική αναταραχή και τελικά στην αναπόφευκτη και μάλλον μη αναστρέψιμη και από καιρό επιδιωκόμενη προσάρτηση της Κριμαίας. Η αρχικά θεωρούμενη ως «opportunity window» για την απομάκρυνση της Ουκρανίας από τη ρωσική επιρροή κατέληξε σε ακρωτηριασμό της χώρας και σε εμφύλια αιματηρή σύγκρουση. Η  συνεπακόλουθη οργισμένη αντίδραση των Ουκρανών κατά της ρωσικής προσάρτησης και υποκίνησης οδήγησαν σε μια αναζωπύρωση των εθνοτικών διαφορών με αποτέλεσμα την ανακήρυξη της αυτοδιάθεσης των ρωσόφωνων ανατολικών περιοχών εν μέσω αιματηρών συγκρούσεων. Εντωμεταξύ, η Ευρώπη καθυστερημένα συνειδητοποίησε ότι η Κριμαία είναι σήμερα πολύ πιο μακριά από ότι ήταν το 1854 και ότι η Ρωσία είχε καλύτερα χαρτιά στα χέρια της. Ήταν όμως πολύ αργά γιατί η «αρκούδα» αγνοώντας προκλητικά το διεθνές δίκαιο, είχε ήδη απλώσει τα χέρια της αρπάζοντας την Κριμαία ενώ αυτοί ακόμη συζητούσανε χωρίς μάλιστα να διαθέτουν κάποιο εναλλακτικό σχέδιο. Αναπόφευκτα για άλλη μια φορά οι Ευρωπαίοι εστράφησαν στην υπερατλαντική σύμμαχο και προστάτρια δύναμη (ΗΠΑ).
Η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, παρά τα οποιοδήποτε ρωσικά νομιμοποιητικά επιχειρήματα, αποτέλεσε κατάφωρη παραβίαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και κυρίως των αρχών των αναφερομένων στην εδαφική ακεραιότητα των χωρών και στο απαραβίαστο των συνόρων, αρχές οι οποίες εξασφαλίζουν μια σταθερή ειρήνη στην Ευρώπη από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως εκ τούτου η αντίδραση της Δύσεως κατά της Ρωσίας ήταν απολύτως αναγκαία και επιβεβλημένη. Οι αρχικά διστακτικές και περιορισμένες οικονομικές και εμπορικές κυρώσεις σε βάρος διακεκριμένων Ρώσων αξιωματούχων και εταιρειών σταδιακά αυξήθηκαν και επεκτάθηκαν ως απάντηση στη συνεχή κλιμάκωση της βίας στις ανατολικές ρωσόφωνες περιοχές της Ουκρανίας. Αντίστοιχα ρωσικά εμπορικά αντίποινα τέθηκαν σε ισχύ κατά δυτικών χωρών που ζημίωσαν οικονομικά και τη χώρα μας.
Η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να υποστηρίζει με σθένος την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου σε όλες τις περιπτώσεις. «Αλά καρτ» εφαρμογή του διεθνούς δικαίου είναι απαράδεκτη και εξασθενεί τις θέσεις μας. Η Ρωσία παραβίασε καταφανώς το διεθνές δίκαιο με την προσάρτηση της Κριμαίας και συνεχίζει να εμπλέκεται στα εσωτερικά θέματα της Ουκρανίας υποκινώντας την εξέγερση των ρωσόφωνων πληθυσμών. Η ύπαρξη δικαιολογητικών απόψεων, θέσεων, ερμηνειών, ιστορικών αναφορών, πραγματικών καταστάσεων, παρόμοιων παραβιάσεων της άλλης πλευράς δεν αναιρούν την πραγματικότητα της κατάφωρης παραβίασης του διεθνούς δικαίου. Σε τελευταία ανάλυση παρόμοια επιχειρήματα παρουσιάζει και η Τουρκία για να δικαιολογήσει την εισβολή στην Κύπρο και εμείς δεν δικαιούμαστε να ενισχύσουμε έμμεσα και πλαγίως αυτές τις θέσεις της. Επιπρόσθετα, κινδυνεύουμε να προσθέσουμε όπλα στη φαρέτρα της για τυχόν μελλοντικές επιδιώξεις της σε βάρος μας.
Η κρίση της Ουκρανίας δυναμίτισε τις σχέσεις Δύσεως-Ρωσίας και δημιούργησε μια τεταμένη κατάσταση στην περιοχή. Η Ρωσία έχει πληγεί σημαντικά από τις κυρώσεις και βρίσκεται διπλωματικά εκτεθειμένη αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση έχοντας δημιουργήσει «de facto» εδαφικά πλεονεκτήματα. Το διακύβευμα του προσανατολισμού της Ουκρανίας θεωρείται ως ζωτικό συμφέρον για τη Ρωσία αλλά σχετικά περιορισμένης σημασίας για τη Δύση. Υπό την προσέγγιση αυτή κατακρίνεται η ανεύθυνη δυτική πολιτική έναντι της Ουκρανίας και επιβάλλεται μια στροφή προς το ρεαλισμό από αμφότερες τις πλευρές. Δεν είναι τυχαίο ότι κορυφαίοι στοχαστές (Kissinger, Brzezinski, Mearsheimer) τοποθετούνται υπέρ μιας μετριοπαθούς δυτικής στάσεως και περιορισμού μιας βιαστικής επέκτασης των δυτικών «συνόρων» προς ανατολάς. Επίσης η συνέχιση των οικονομικών κυρώσεων και πολύ περισσότερο μια κλιμάκωση του οικονομικού πολέμου μάλλον θα είναι επιβλαβής για την παγκόσμια οικονομία. Εκτιμάται ότι παρά την πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, η ρωσική οικονομία μπορεί να χρηματοδοτήσει την οικονομία της με τα συναλλαγματικά αποθέματα που διαθέτει χωρίς σημαντικές επιπτώσεις μέχρι και τα μέσα του 2017. Οι κυρώσεις όμως έχουν πλήξει σημαντικά τη μεταφορά υψηλής τεχνολογίας για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και τη χρηματοδότηση των ρωσικών εταιρειών. Τα παραπάνω προβλήματα οδήγησαν το Κρεμλίνο να ματαιώσει στις αρχές Ιανουαρίου 2016, δύο σημαντικά ενεργειακά προγράμματα αλλά οι συνέπειες στο ρυθμό παραγωγής αναμένεται να εμφανιστούν το 2020.
Η ανάγκη συνεργασία Δύσεως-Ρωσίας σε αριθμό κρισίμων ζητημάτων (θέματα Μέσης Ανατολής, τρομοκρατία, προσφυγικό-μεταναστευτικό, διάδοση όπλων μαζικής καταστροφής, οικονομικά θέματα) ενδεχομένως να καθιστά ευκταία μια γενικότερη προσέγγιση, αποκλιμάκωση και εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσεως στην ουκρανική κρίση. Αμφότερες οι άμεσα εμπλεκόμενες πλευρές (ουκρανική κυβέρνηση, αποσχιστικά στοιχεία) είναι σχετικά αδύναμες και ευάλωτες σε εξωτερικές πιέσεις από Δύση και Μόσχα αντίστοιχα. Το μεγαλύτερο αγκάθι στην προσπάθεια αυτή είναι η προσάρτηση της Κριμαίας, ενέργεια πλήρως αντίθετη με το διεθνές δίκαιο, που νομιμοποίηση της ενδεχομένως να οδηγήσει σε σταδιακή αποδυνάμωση των ήδη διστακτικά παραβιαζόμενων, άρχων της μη επέμβασης και βίαιης μεταβολής των συνόρων. Σε κάθε περίπτωση, οι επιλογές κυμαίνονται μεταξύ της συνέχισης της αντιπαραγωγικής αντιπαράθεσης και μιας συμβιβαστικής λύσης που οδηγεί σε μια ουδέτερη Ουκρανία που δεν θα θεωρείται απειλή από τη Ρωσία (ένεκα της εντάξεως της σε ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση) και θα επιτρέπει στην Δύση να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Μόσχα. Βέβαια, σε παρόμοιες καταστάσεις, μια ειρηνευτική λύση επιβάλλει εκατέρωθεν υποχωρήσεις κυρίως όμως είναι σε βάρος του πλέον αδυνάμου μέρους, δηλαδή της Ουκρανίας, με παραχώρηση  σημαντικών δικαιωμάτων αυτονομίας στις ανατολικές περιοχές της χώρας (προβλέπονται και από τα Πρωτόκολλα του Μινσκ) και μιας ειδικής τυπικής σχέσεως με την Κριμαία. Σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων για εξεύρεση λύσεως, απρόβλεπτες εξελίξεις και πολιτικοί ακροβατισμοί δεν αποκλείεται να οδηγήσουν σε μια μαζική κίνηση προσαρτήσεων ρωσόφωνων επαρχιών (Αμπχαζία, Νότια Οσσετία, Υπερδνειστερία, Ανατολική Ουκρανία) και στην επακόλουθη ολική αντιπαράθεση Δύσεως-Ρωσίας με τελικά χαμένους αμφότερες τις πλευρές.

Σημεία Ενδιαφέροντος προς Συζήτηση
1.    Καταμερισμός των ευθυνών των εμπλεκομένων πλευρών.
2.    Η κρίση θα εκτροχιάσει τις σχέσεις Δύσεως-Ρωσίας ή διαβλέπετε κινήσεις προσέγγισης και εξεύρεσης λύσεως?
3.    Είναι δυνατόν η Ρωσία να «επιστρέψει» την Κριμαία στην Ουκρανία?
4.    Είναι βάσιμοι οι φόβοι των βαλτικών χωρών για ανάλογες εναντίον τους ρωσικές ενέργειες?
5.    Διδάγματα για τις νέες μορφές επεμβάσεων (υβριδικές απιλές)?

http://www.elisme.gr/gr/2013-01-08-09-46-42/item/14-4-2016-2016