ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΣ

Πρακτικό αποτέλεσμα της αρχής της αντιπροσωπευτικότητας είναι ή ασυδοσία και ή αποδέσμευση των αντιπροσώπων από τους αντιπροσωπευόμενους, ή αδυναμία ασκήσεως της Αρχής εκ μέρους του δήμου, μ’ άλλα λόγια ή κατάργηση της ίδιας της ουσίας της Δημοκρατίας.

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ Κοινοβουλευτισμού Τί είναι και τί δεν είναι Δημοκρατία.

Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι Έλληνες δεν ανακάλυψαν μόνο τη δημοκρατία αλλά όλα τα πολιτεύματα, και τα εφάρμοσαν οι ίδιοι -και είναι γνωστόν ότι, από τους εκπροσώπους της ελληνικής σκέψεως, από τον Ηράκλειτο και τον Πλάτωνα μέχρι τον Αριστοτέλη, κανείς δεν καταφάσκει προς τη Δημοκρατία, αλλά την απορρίπτουν προβάλλοντας σαν πρότυπα άλλα συστήματα, τιμοκρατικά και αριστοκρατικά, όπως ορισμένες πολιτείες της Κρήτης, τη Σπάρτη κ.ά. -ας εξετάσουμε την ελληνικότητα του Κοινοβουλευτισμού, ας δούμε δηλαδή αν το σύστημα αυτό είναι πολίτευμα με ιδεολογικό χαρακτήρα ίδιον ή παρόμοιο προς την Ελληνική Δημοκρατία, και δη την Αθηναίων Πολιτεία, όπως ισχυρίζονται οι απολογητές του.

Πρώτ’ απ’ όλα πρέπει με δυο λόγια να υπενθυμίσουμε ότι ιστορικά ο Κοινοβουλευτισμός εμφανίζεται στη Δυτική Ευρώπη σαν πολιτικό προϊόν των εβραιογενών «αστικών» επαναστάσεων στην Αγγλία και τη Γαλλία και ολοκληρώνεται σαν σύστημα αναπτύσσοντας θεσμούς και τύπους που ίσχυαν ήδη στα φεουδαρχικά μεσαιωνικά καθεστώτα (Παρλαμέντα). Όταν οι δύο αυτές χώρες έγιναν παγκόσμιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, «εξήγαγαν» τον Παρλαμενταρισμό μέσω των τοπικών οργάνων τους στις χώρες που ήλεγχαν, μεταξύ των οποίων και το άθλιο Νεοελληνικό Κράτος, που συγκροτήθηκε κάτω από καθεστώς Προστασίας μετά τη μεγαλειώδη Επανάσταση του Εικοσιένα.[1]

Κύρια ιδεολογική δάση του Κοινοβουλευτισμού είναι η αρχή της ισότητας (égalité). Οι πολίτες του κοινοβουλευτικού καθεστώτος έχουν ψήφο της ίδιας αξίας. Η ψήφος του βλακός έχει το ίδιο βάρος με την ψήφο του σοφού, ή ψήφος του απατεώνα μετρά το ίδιο με την ψήφο του έντιμου, ή ψήφος του προδότη ή του διεφθαρμένου δεν έχει καμμιά δια φορά από την ψήφο τον αγνού ανθρώπου κ.ο.κ. Στον Κοινοβουλευτισμό ή έννοια της ποιότητας είναι απαράδεκτη και «αντιδημοκρατική», οι άνθρωποι ισοπεδώνονται από κάποιον δογματικό οδοστρωτήρα, κυριαρχεί ή έννοια της ποσότητας, του αριθμού, της πλειοψηφίας. Οι εκλεγόμενοι, αντιπρόσωποι ή κόμματα, στην πραγματικότητα δεν αντιπροσωπεύουν τίποτα άλλο από έναν αριθμό, ένα άθροισμα ψήφων ποιοτικά και ηθικά άχροων, ουδέτερων, αδιάφορων. Αυτά τα «αθροίσματα-δουλευτές» ή τα «αθροίσματα-κόμματα» δεν έχουν επίσης ποιοτική ή ηθική διαβάθμιση, είναι ισοπεδωμένα, σαν τις ψήφους που τα ανέδειξαν. Α εν χαρακτηρίζονται από τίποτε, έξω από την Ικανότητα να συγκεντρώνουν μεγαλύτερο αριθμό ψήφων από τον αριθμό ψήφων που παίρνουν οι μή εκλεγόμενοι και δεν χρειάζεται καμμιά αποδεδειγμένη προσφορά, άξια ή άλλο γνώρισμα που να τους καθιστά άξιους να κυβερνούν εκείνους που τους εκλέγουν. Πρακτικά η απόρριψη της αρχής της ποιότητας και ή αντικατάστασή της από την αρχή της ποσότητας οδηγεί στην εκλογή και παρουσία στο Παρλαμέντο και στην εξουσία ατόμων που συνήθως δεν έχουν προσφέρει τίποτε στο Έθνος τους, σε κανέναν τομέα –παρασιτικών δημοκόπων ψηφοσυλλεκτών, των λεγομένων «επαγγελματιών πολιτικών».

Αυτή η ιδεολογική αρχή της ισότητας και η συναφής προς αυτήν αρχή της ποσότητας είναι ξένες όχι μόνο προς την ελληνική Δημοκρατία, αλλά και γενικά προς κάθε εκδήλωση του Ελληνικού Πολιτισμού.[2] Οι Έλληνες, θιασώτες και φορείς των ιδεών της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης, θα ήταν αδιανόητο να ασπασθούν ένα δόγμα, όπως είναι ή αυθαίρετη και άδικη αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι ισότητα δεν υπάρχει πουθενά, ούτε στη Φύση ούτε στις βιολογικές ή πνευματικές ικανότητες των ανθρώπων, αλλά αντίθετα ισχύει ή ποιοτική διαφοροποίηση και διαβάθμιση σ’ όλα. Αυτήν την ολοφάνερη αλήθεια –πού την έχει πια συσκοτίσει εντελώς το δόγμα της ισότητας– έθεταν σαν ιδεολογική δάση των πολιτειών τους, δημοκρατικών ή όχι, οι Έλληνες. Και γι’ αυτό κυρίαρχη ελληνική πολιτική ιδέα είναι ή ιδέα της Δικαιοσύνης, της δίκαιας δηλαδή αντιστοιχίας μεταξύ προσφοράς και δικαιώματος, μεταξύ πραγματικής αξίας και δυνατότητας αναλήψεως δημοσίων καθηκόντων. Στην Αθηναίων Πολιτεία έκτος του γεγονότος ότι δεν είχαν το δικαίωμα ψήφου το 90% του ενήλικου πληθυσμού περίπου (δούλοι, γυναίκες, μέτοικοι, άτιμοι κ.λπ.), ή αξία της ψήφου και τα λοιπά πολιτικά δικαιώματα σε διάφορες φάσεις, ιδίως στις περιόδους ακμής, διαφοροποιούνταν μεταξύ των πεντακοσιομεδίμνων, των ιππέων, των ζευγιτών και των θητών ανάλογα προς τις υποχρεώσεις κάθε τάξεως, την προσφορά και την αποδεδειγμένη με έργα ηθική και πνευματική άξια τού καθενός ψηφοφόρου. Και οι προσφέροντες π.χ. ίππο για το Ιππικό ή οι εξοπλίζοντες τριήρη για το Ναυτικό είχαν περισσότερη πολιτική βαρύτητα στην Πνύκα σε σχέση με τους μή προσφέροντες ή τους επιστρατευόμενους για βοηθητικές υπηρεσίες (όπως οι θήτες). Άλλα και οι εκλεγόμενοι είχαν να επιδείξουν σημαντικό πολεμικό ή άλλης φύσεως δημόσιο έργο, δεν ήσαν απλώς επαγγελματίες πολιτικοί όπως τα κοινοβουλευτικά παράσιτα, το δε λειτούργημα που ανελάμβαναν ήταν ανάλογο προς την έμπρακτα αποδεδειγμένη ικανότητα και υπεροχή τους. Αυτοί που κυβέρνησαν την Αθήνα, ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Μιλτιάδης, ο Κίμων, ο Περικλής κ.α, δεν είχαν αναδειχθεί ρητορεύοντας απλώς στην Πνύκα, αλλά είχαν αποδείξει ήδη την ηγετική τους αξία στα εξωπολιτικά πεδία των μαχών ή άλλου. Ακόμη και στην περίοδο τη ς παρακμή ς και της διαφθοράς, οι δημαγωγοί αισθάνονται την ανάγκη να προσφέρουν έργο σημαντικό εξωπολιτικό, για να σταθούν πολιτικά, και ο χειρότερος όλων, ο Κλέων, για να εξασφάλιση την πολιτική του αναγνώριση, σχεδιάζει και πραγματοποιεί αυτοπροσώπως την αστραπιαία νίκη της Σφακτηρίας, ένα αριστούργημα της πολεμικής τέχνης.

Η δεύτερη ιδεολογική αρχή τού Κοινοβουλευτισμού είναι η αντιπροσωπευτικότητα, ή υποτιθέμενη δηλαδή έκφραση της πολιτικής θελήσεως του πολίτη-ψηφοφόρου όχι άμεσα, αλλά μέσω ενός άλλου προσώπου ή ομάδας, του δουλευτή ή του κόμματος. Οι υποτιθέμενο ι εντολοδόχοι λαμβάνουν πολιτική πληρεξουσιότητα από τον πολίτη που τους ψηφίζει, για την αντιμετώπιση θεμάτων εκκρεμούντων ή μελλόντων να ανακύψουν και για χρονικό διάστημα ετών, απλώς διότι ο πολίτης ψηφίζει δήθεν το πρόγραμμα τους και όχι τους ίδιους – πρόγραμμα που είναι αδύνατον να προβλέπει και να καλύπτει όλα εκείνα τα θέματα, για τα όποια «έχει πληρεξουσιότητα» να αποφασίσει ο εκλεγόμενος για λογαριασμό του εκλέγοντος. Και οι αντιπρόσωποι, τους οποίους «εκλέγει» ο πολίτης, είναι ήδη εκλεγμένοι εκ των προτέρων από το Κατεστημένο, απλώς ο ψηφοφόρος καλείται να εγκρίνει εκείνους που έχουν ήδη εγκριθεί και μπει στους συνδυασμούς. Πρακτικό αποτέλεσμα της αρχής της αντιπροσωπευτικότητας είναι ή ασυδοσία και ή αποδέσμευση των αντιπροσώπων από τους αντιπροσωπευόμενους, ή αδυναμία ασκήσεως της Αρχής εκ μέρους του δήμου, μ’ άλλα λόγια ή κατάργηση της ίδιας της ουσίας της Δημοκρατίας.

Η ελληνική Δημοκρατία στηριζόταν στην αρχή της αμεσότητας, δεν υπήρχε αντιπροσωπευτικότητα. Ο πολίτης ανετε συγκεκριμένο έργο στον λειτουργό της Πολιτείας, δεν του έδινε το δικαίωμα να τον αντιπροσωπεύει σε τίποτε. Ό δημόσιος άρχων ελεγχόταν ανά πάσαν στιγμήν, ή θητεία του ήταν σχετικά μικρή -το πολύ ενός έτους- και για κάθε θέμα που ανέκυπτε, την απόφαση την έπαιρνε ο δήμος, για να αφήσει απλώς την εκτέλεση της στον αρμόδιο λειτουργό. Ακόμη και σε ειδικές περιπτώσεις, όπως π.χ. σε πολιτικές και διπλωματικές αποστολές ή σε μάκρυνες εκστρατείες, οι δημόσιοι άνδρες είχαν περιωρισμένη πληρεξουσιότητα και ήταν δυνατόν ανά πάσαν στιγμήν να ελεγχθούν και να ανακληθούν από τον δήμο. Η ψήφος του πολίτη αφωρούσε στην λήψη αποφάσεων και όχι αποκλειστικά στην εκλογή αντιπροσώπων, όπως συμβαίνει στον Παρλαμενταρισμό.

Η τρίτη και πιο χαρακτηριστική αρχή του Κοινοβουλευτισμού είναι ο «πλουραλισμός», η ύπαρξη δηλαδή περισσότερων του ενός κομμάτων μέσα στα πλαίσια του καθεστώτος. Διάφοροι απολογητές του Κοινοβουλευτισμού, στρατευμένοι στην κοινοβουλευτική σκοπιμότητα, βρίσκουν στον «πλουραλισμό» την ασφαλέστερη εγγύηση της Δημοκρατίας, διότι τάχα το ένα κόμμα εξουδετερώνει το άλλο και έτσι το κοινοβουλευτικό σύστημα λειτουργεί σαν ένα «σύστημα αντίβαρων», εξασφαλίζοντας την ισορροπία του. Άλλα ή «ισορροπία» ενός συγκεκριμένου συστήματος δεν ενδιαφέρει παρά μόνο εκείνους που το αποτελούν και όχι τον δήμο, και η αλληλοεξουδετέρωση των κομμάτων πρακτικά μεταφράζεται σε συναλλαγή και διαφθορά ή σε ανυπαρξία αρχής και ηγεσίας. Ό ανομολόγητος σκοπός του πλουραλισμού δεν είναι ή επίτευξη δημοκρατικότητας αλλά ή διάσπαση του συνόλου, ο κατατεμαχισμός των Εθνών σε αλληλοτρωγόμενα κομμάτια (κόμματα), ή υπονόμευση και κατάργηση της εθνικής ενότητας και της εθνικής ομοψυχίας. Όπως συνέβη και με άλλα πολιτικοκοινωνικά προϊόντα του αστικού Διεθνισμού -π. χ. τις «κοινωνικές τάξεις» ή τη «διάκριση των εξουσιών» ή τον συνδικαλισμό-, ο βαθύτερος σκοπός που υπηρετεί ο πλουραλισμός είναι η αποδυνάμωση και εξαφάνιση των Εθνών, ή αποσύνθεση της γενικής θελήσεως και ή υποταγή τους στη Διεθνή Εξουσία. Ό νεώτερος Ελληνισμός, που γνώρισε επανειλημμένα και πλήρωσε ακριβά τον πλουραλισμό του Παρλαμενταρισμού, αλληλοτρωγόμενος και αλληλοσφαζόμενος ύστερα από υποδαύλιση των κομμάτων, ή αλληλοσυγκρουόμενος σε ανόητες κομματικές διαμάχες και αλληλοεξουδετερωνόμενος ώστε να μην μπορεί να επιδίωξη εθνικούς στόχους, πρέπει να αντιλαμβάνεται τί σημαίνουν στην πραγματικότητα αυτά τα λόγια περί «συστήματος αντίβαρων». Η αρχή του «πλουραλισμού» δεν είναι τίποτα άλλο από μία «έκδοση» της γνωστής τακτικής του «διαίρει και βασίλευε» των εξουσιαστών του Κόσμου.

Στη θέση του πλουραλισμού οι Έλληνες τοποθετούσαν την εκ διαμέτρου αντίθετη αρχή της πολιτικής ενότητας. Κόμμα με την παρλαμενταρίστικη έννοια δεν υπήρξε ποτέ, ούτε καν σαν λέξη, στην ελληνική πολιτική ιστορία. Η Αθηναίων Πολιτεία λειτουργούσε σαν συμπαγές σύνολο, ο δήμος ήταν αδιάσπαστη και ενιαία ολότητα. «Αν σε περιόδους παρακμής εμφανίζονταν ομαδοποιήσεις, δεν έχουν σχέση με τις κοινοβουλευτικές φατρίες, που συγκροτούνται εκ των προτέρων με σκοπό την εξυπηρέτηση μερικού συμφέροντος -και επομένως την υπονόμευση του γενικού συμφέροντος-, άλλ’ απλώς εξέφραζαν διαφωνία ή σύγκρουση ευγενών φιλοδοξιών στην αντιμετώπιση συγκεκριμένου θέματος και εκδηλώνονταν σαν διαμάχη αρχηγών (όπως π.χ. μεταξύ Θεμιστοκλέους και Αριστείδου). Εξ άλλου στις ελληνικές συμπολιτείες οι αποστελλόμενοι -και όχι οι αντιπρόσωποι- των πόλεων ποτέ δεν συγκροτούσαν κόμματα. Τα «Κοινά» των Ελλήνων, όπως π.χ. το Παναιτώλιον της Αιτωλικής Συμπολιτείας, ήνωναν τα πολλά -τις πόλεις- σε ένα -την Συμπολιτεία-, ενώ αντίθετα το Κοινοβούλιο διασπά το ένα -το Έθνος- σε πολλά – τα κόμματα.

***

Λοιπόν ισότητα αντί δικαιοσύνης, δόγμα αντί αλήθειας, αντιπροσωπευτικότητα αντί αμεσότητας, πλουραλισμός αντί ενότητας είναι οι ιδεολογικές βάσεις του Παρλαμενταρισμού, βάσεις που φέρουν το σύστημα αυτό σε πλήρη αντίθεση προς το πνεύμα της ελληνικής Δημοκρατίας. Εκβαρβαρισμένη απομίμηση, σκιώδης έκδοση δήθεν ελληνικών προτύπων ο Παρλαμενταρισμός μπήκε βίαια στη ζωή των Ελλήνων, αλλοίωσε και διαστρέβλωσε την πολιτική τους συνείδηση και αποτέλεσε συχνά πραγματική συμφορά, την αληθινή κατάρα του Ελληνισμού.

Έχομε ξαναπεί ότι εμείς οι Έλληνες, οι πνευματικά Έλληνες, δεν έχομε άλλο καταφύγιο, για να διασωθούμε από τη φυλακή όπου μας έχουν εγκλείσει, έκτος από την προσφυγή στον ίδιο τον εαυτό μας. Η εξωστρέφεια, ή απομίμηση διαφόρων προτύπων της αστοκαπιταλομαρξιστικής τάξεως πραγμάτων όχι μόνο δεν μας απαλλάσσει από το βάρος που μας πλακώνει, αλλά αντίθετα μας σπρώχνει όλο και πιο βαθιά στο σκοτάδι, στον χαμό. Άν «σκάψωμεν ένδον», θα βρούμε στα βάθη της σήμερα εξαλλοτριωμένης ψυχής μας την Αλήθεια, την Ελευθερία, τη Δικαιοσύνη, αυτές τις ελληνικές θεές, που γκρέμισαν από τα βάθρα τους οι βάρβαροι και τοποθέτησαν στη θέση τους τα είδωλα του δόγματος, της εξουσίας, της ισότητας. Άν αναστηλώσουμε και λατρεύσουμε τις αληθινές αυτές ιδέες, αν εξοβελίσουμε το ψέμα και προσπελάσουμε τον Ελληνικό Λόγο, θα βρούμε και τη χαμένη σήμερα ελληνική πολιτική αλήθεια, θα μπορέσουμε να στηρίξουμε την Ελληνική Πολιτεία, την πανανθρώπινη Πολιτεία του Μέλλοντος, πάνω στις ιδεολογικές βάσεις που της αρμόζουν.

Δεν έχει σημασία, είναι ανύπαρκτο το πρόβλημα, αν ή Ελληνική Πολιτεία του Μέλλοντος θα είναι τυπικά Δημοκρατία, Τιμοκρατία, Αριστοκρατία, Αξιοκρατία, τύποι που όλοι τους είναι ελληνικοί. Ενδιαφέρει ή Πολιτεία  να αποτελεί έκφραση των ιδεών της Αλήθειας, της Δικαιοσύνης και της Ελευθερίας και όχι παραχάραξη ή εκβαρβαρισμό τους. Και έκφραση των ιδεών αυτών μπορεί να γίνει μέσω οιονδήποτε πολιτεύματος, δημοκρατικού ή μή. Η Ελληνική Πολιτεία του Μέλλοντος, ή Πολιτεία της Παγκόσμιας, υπαρκτής σήμερα παντού, Ελληνικότητας αυτόν τον πολιτικό στόχο πρέπει να επιδίωξη.

Δημήτρης Ι. Λάμπρου

(«Αναζήτηση», Αθήνα 1980, σελ. 190-196.)


[1] Η ιστορική πολιτικοκοινωνική παράδοση του νέου Ελληνισμού δεν έχει καμμιά σχέση με τις αρχές τον Κοινοβουλευτισμού, ούτε γενικότερα του Αστισμού, και το «πλασσάρισμα» του ξένου αυτού φρούτου στην ελληνική πολιτική «αγορά» συνάντησε δυσκολίες, με αποτέλεσμα να μην λειτουργήσει ποτέ κανονικά σαν σύστημα μέχρι σήμερα. Οι άνθρωποι που είχαν αναλάβει αυτό το πλασσάρισμα μεταξύ των άλλων χρησιμοποίησαν και τη μέθοδο του εξελληνισμού της παρλαμενταρίστικης ορολογίας, με σκοπό να φανεί ότι το αγγλογαλλικό αυτό προϊόν είναι δήθεν αρχαίο, ελληνικής κατασκευής. Έτσι ο Παρλαμενταρισμός βαφτίστηκε Δημοκρατία, τ+ Παρλαμέντο ντύθηκε με τον μανδύα της αρχαίας Βουλής των Πεντακοσίων, το Κονστιτουσιόν έγινε Σύνταγμα, το «παρτίδο», όπως το έλεγαν στα χρόνια της Επαναστάσεως, έγινε Κόμμα, το «μέλος του Παρλαμέντου» βουλευτής κ.ο.κ.

[2] Βλ Δημ. I. Λάμπρου, «Αναζήτηση», Αθήνα 1980, σελ. 32 κ. εξ. και 105.