ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΚΟΙΝΩΝΙΟΚΡΑΤΙΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ, ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ, ΔΙΚΤΥΟ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ, ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ, ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ

Ένα νέο οικονομικό σύστημα πιστεύω οφείλει να συνυπολογίζει την σπάνη των πλουτοπαραγωγικών πηγών και να στοχεύει στην αφθονία, την ποιότητα και την αυτάρκεια. Πρέπει να στοχεύει στην ελαχιστοποίηση του χρόνου εργασίας διά τεχνολογικών μεσων και πλήρους απασχόλησης, ώστε οι άνθρωποι να έχουν ελεύθερο χρόνο για πνευματικά έργα, για αθλητισμό και για κοινωνικές δράσεις.

Πρέπει να ρυθμιστούν σε αυτό το σύστημα με άλλο τρόπο τα θέματα της ιδιοκτησίας των μεσων παραγωγής και του παραγομενου πλούτου. Πρέπει να ρυθμιστεί το θέμα της σχέσεως εργοδότη εργαζομενου, εξουσιαστού και εξουσιαζόμενου και να επιτευχτεί η δημοκρατική αρχή και στην οικονομία, δηλαδή η οικονομική Ελευθερια. Ένας τέτοιος τρόπος ήταν η εταιρική οικονομία.

Η Ελλάδα πάσχει διαχρονικά από ένα συνδυασμό κλειστού πολιτικού συστήματος και κλειστού οικονομικού συστήματος, ο οποίος συνδυασμός δημιούργησε μια κλειστή διαπλεκόμενη ολιγαρχία με το πολιτικό σύστημα να είναι απόλυτα υποτελές στο οικονομικό σύστημα.Η λύση είναι να ανοίξουμε αυτά τα δύο συστήματα, αρχίζοντας από εκείνο που είναι πιο εύκολο, δηλαδή από το πολιτικό σύστημα, μέσω συγκεκριμένων θεσμικών αλλαγών. Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα ανοικτό, δυναμικό και φυσικά δημοκρατικό πολιτικό σύστημα και ένα ανοικτό, δυναμικό και δημοκρατικά ελεγχόμενο οικονομικό σύστημα.

Ρητώς για μένα δεν υπάρχει καμια αμφιβολία ότι, Φούσκες, κρίσεις, καταρρεύσεις, πόλεμοι, casino, toto λόττο, λαχεία, χρηματιστήρια, τόκοι, λογιστικά χρήματα, αέρας κοπανιστός, είναι συστημικά σκοπευμένα αποτελέσματα. Τελικά ο Αρχιμήδης ανακάλυψε την αντλία αλλα όλοι αυτοί οι παπατζήδες που κατασκευάσανε αυτό το οικονομικό σύστημα, εκμεταλλεύονται καλά την αρχή την αντλίας του Αρχιμήδη. Διότι η αρχή της αντλίας είναι το θεμέλιο πάνω στο οποιο στήθηκε αυτό το οικονομικό σύστημα και τα υπόλοιπα κοινωνικά υποσυστήματα που το υπηρετούν.

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΩΝ, ΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

Η ιδιοκτησία των επιχειρήσεων, των μέσων παραγωγής υλικού και άυλου πλούτου και υπηρεσιών, των εμπορικών επιχειρήσεων και των τραπεζών, του επίγειου, υπόγειου, υπέργειου, του θαλάσσιου και υποθαλάσσιου πλούτου, είναι πρωτογενής και δευτερογενής.

Πρωτογενής ιδιοκτήτης είναι το σύνολο των ιθαγενών Ελλήνων και Ελληνίδων, έκαστος των οποίων έχει με την γέννηση του μια μετοχή επί αυτού του συνολικού πλούτου, ήτοι των επιχειρήσεων μέσων παραγωγής υλικού και άυλου πλούτου και υπηρεσιών, του επίγειου, υπόγειου, υπέργειου, του θαλάσσιου και υποθαλάσσιου πλούτου.

Τα μερίσματα της μετοχής αυτής σε έκαστον ιθαγενή Έλλην πολίτη, εκ του συνολικού πλούτου, καθορίζονται αναλογικά του παραχθέντος σε εξαρτημένη και ανεξάρτητη σχέση εργασίας πλούτου από έκαστον, και των ορών εργασίας εκάστου.

Το μέρισμα της μετοχής εκάστου πολίτη, έως την ενηλικίωση του και την παραγωγική ενασχόληση του, αποτελεί τους χρηματικούς πόρους για την διατροφή του, την αγωγή, παιδεία και εκπαίδευση εκάστου πολίτη. Με αυτόν τον τρόπο αναλαμβάνει η κοινωνία το κόστος επένδυσης για έκαστον πολίτη, έως ότου καταστεί ενήλικος και εργάσιμος με τα αντίστοιχα καθήκοντα και υποχρεώσεις εκάστου πολίτη προς την κοινωνία, όπως ορίζονται από το σύνταγμα και τον νόμο.

Δευτερογενής ιδιοκτήτες των παραγωγικών επιχειρήσεων, των εμπορικών επιχειρήσεων και των τραπεζών, παλαιών και νεοϊδρυθέντων, είναι οι δημιουργοί αυτών των επιχειρήσεων και οι κληρονόμοι αυτών των επιχειρήσεων.

Εισάγουμε την εταιρική οικονομία, ένα ελληνικό οικονομικό σύστημα,στην οποια όλοι οι εργαζόμενοι είναι συνιδιοκτήτες και εργάζονται και συνδιοικούν την επιχείρηση ως συλλογικότητα σύμφωνα με συμφωνημένους κανόνες.

ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

Ένα επιχειρηματικό μοντέλο ελληνικής προέλευσης και  επιτυχούς εφαρμογής επί αιώνες, είναι αυτό της εταιρικής οικονομίας. Συμφωνούμε λοιπόν ένας αριθμός ατόμων και στήνουμε μια επιχείρηση στην οποια είμαστε όλοι συνιδιοκτήτες, εργαζόμενοι και εγγυητές και λειτουργούμε όλοι με καταστατικούς κανόνες που έχουμε συμφωνήσει. Νέοι εργαζόμενοι συμμετέχουν και αυτοί με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή ως συνιδιοκτήτες και εργαζόμενοι και εγγυητές. Με αυτόν τον τρόπο μπαίνει η δημοκρατία στην οικονομία και καταργείται η σχέση εξάρτησης εργοδότη και εργαζομενου. Όλοι έχουν ζωτικό ενδιαφέρον να επιτύχει η επιχείρηση και για αυτό γίνονται όλοι παραγωγικοί και καινοτόμοι αφού όλοι θα μοιράζονται την υπεραξία και θα έχουν εργασία.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής ταυτότητας ενός συνεταιρισμού είναι η φύση της εργασίας που ασκείται στο πλαίσιο της οικονομικής του δραστηριότητας. Αυτό δεν είναι απλά ένα οικονομικό ή τεχνικό ζήτημα. Όπως ένας συνεταιρισμός έχει διπλή φύση, οικονομική και κοινωνική, έτσι και η εργασία σε αυτόν

δεν είναι απλά ένα οικονομικό του χαρακτηριστικό, αλλά και κοινωνικό.

Εδώ το κοινωνικό νοείται με την καθολική (ολοκληρωμένη) έννοια του όρου, που περιλαμβάνει το οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις.

Τι είναι ο αμειβόμενος εργαζόμενος συνεταιριστής, δηλαδή, το μέλος του συνεταιρισμού που εργάζεται και αμείβεται γι’ αυτό; Είναι αφεντικό ή μισθωτός υπάλληλος ή ταυτόχρονα αφεντικό και μισθωτός υπάλληλος ή αυτοαπασχολούμενος ή κάτι άλλο; Ποια είναι η κοινωνική σημασία της εργασίας, που ασκείται στο συνεταιρισμό χωρίς να αμείβεται (συνήθως ονομαζόμενη εθελοντική) και ποια η σχέση της με την αμειβόμενη; Πως σχετίζεται η φύση της εργασίας στο συνεταιρισμό με το κοινωνικό όραμα που φέρουν οι συνεταιρισμοί της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας;

Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται να απαντηθούν – μεταξύ άλλων – τα παραπάνω ερωτήματα αξιοποιώντας τη θεωρία και την πράξη του διεθνούς συνεταιριστικού κινήματος, καθώς και τα φιλοσοφικά και επιστημονικά θεμέλια της διαλεκτικής.

 Η προσέγγιση της εργασίας από το διεθνές συνεταιριστικό κίνημα

Μια σημαντική βάση για την κατανόηση της φύσης της εργασίας σ’ ένα συνεταιρισμό είναι τα σχετικά πρότυπα και οι αρχές, που διατυπώνονται στις παγκόσμιες διακηρύξεις και αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων της κορυφαίας οργάνωσης του διεθνούς συνεταιριστικού κινήματος, που είναι η Διεθνής Συνεταιριστική Συμμαχία.

Σημειώνεται ότι, η Διεθνής Συνεταιριστική Συμμαχία (International Co-operative Alliance – ICA) ιδρύθηκε το 1895, περιλαμβάνει σήμερα ενώσεις συνεταιρισμών, που προέρχονται από 100 και πλέον χώρες και εκπροσωπούν περίπου 1 δισεκατομμύριο άτομα – μέλη των τοπικών συνεταιρισμών και ένας από τους στόχους της είναι η προαγωγή και η υπεράσπιση των συνεταιριστικών αρχών, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ο συνεργατικός χαρακτήρας των συνεταιρισμών [1].

Η θεμελιώδης προσέγγιση της εργασίας στο συνεταιρισμό, σύμφωνα με την , περιλαμβάνει τρεις βασικές θέσεις:

ICA

1) το είδος της εργασίας που ασκείται σε ένα συνεταιρισμό αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του συνεταιρισμού,

2) η εργασία αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από το είδος του συνεταιρισμού, πχ όλα τα πρότυπα της Παγκόσμιας Διακήρυξης για τους εργατικούς συνεταιρισμούς πρέπει να ισχύουν και για τους εργαζόμενους μέλη των κοινωνικών συνεταιρισμών και

3) η σχέση των εργαζομένων μελών με το συνεταιρισμό πρέπει να θεωρείται ως διαφορετική από εκείνη της συμβατικής μισθωτής εργασίας και από εκείνη της αυτόνομης ατομικής εργασίας (δηλ. της αυτοαπασχόλησης) [2,3].

Σχετικά με την αμοιβή της εργασίας, οι συνεταιρισμοί πρέπει να αποζημιώνουν την εργασία των μελών τους δίκαια, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη λειτουργία, την υπευθυνότητα, την πολυπλοκότητα και την ιδιαιτερότητα που προϋποτίθεται από τις θέσεις εκάστου μέλους, την παραγωγικότητά τους και την οικονομική ικανότητα της επιχείρησης, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να προσπαθούν να μειώσουν τη διαφορά μεταξύ των υψηλότερων και των χαμηλότερων αποζημιώσεων [2,3].

Με δεδομένο ότι δεν πρόκειται ούτε για μισθωτή εργασία, ούτε για αυτοαπασχόληση, οι συνεταιρισμοί πρέπει να προστατεύουν τα εργαζόμενα μέλη με κατάλληλα συστήματα (ανάλογα με το τι υφίσταται σε κάθε χώρα) κοινωνικής πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης και συνθηκών υγιεινής σε χώρους εργασίας .

Και τέλος, σε ότι αφορά τη σχέση με τις εργατικές οργανώσεις, το συνεταιριστικό κίνημα πρέπει να διατηρήσει ένα μόνιμο διάλογο με τα συνδικάτα, καθώς και με τους αντιπροσώπους των εργαζομένων, με σκοπό να διασφαλιστεί, ότι αυτοί κατανοούν την φύση και την ουσία της συνεταιριστικής εργατικής ιδιοκτησίας, ως ένα ξεχωριστό τρόπο ύπαρξης εργασιακών σχέσεων και ιδιοκτησίας. Πρέπει επίσης να διατηρηθεί ο διάλογος με τα συνδικάτα και τους αντιπροσώπους των εργαζομένων, έτσι ώστε να υποστηριχτεί η εργασιακή συνεταιριστική ιδιοκτησία, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη σημασία της και τις προοπτικές που προσφέρει στην ανθρώπινη κοινωνία [2,3].

Συνοψίζοντας, για το διεθνές συνεταιριστικό κίνημα, δεν μπορεί να υφίσταται η σχέση «αφεντικά – μισθωτοί υπάλληλοι εργαζόμενοι» σε ένα συνεταιρισμό. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ούτε αφεντικά ούτε υπάλληλοι εργαζόμενοι σε ένα συνεταιρισμό, που θέλει να διατηρεί το συνεργατικό του χαρακτήρα. Επίσης, το είδος της ασφαλιστικής κάλυψης των εργαζόμενων μελών του συνεταιρισμού είναι ανεξάρτητο από το είδος της εργασίας στο συνεταιρισμό και φυσικά δεν το καθορίζει. Έτσι, η αναγκαιότητα για ασφαλιστική κάλυψη (για σύνταξη, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κλπ) των εργαζόμενων μελών ενός συνεταιρισμού, που οδηγεί για παράδειγμα, στην ένταξη στο καθεστώς του ΙΚΑ με τις σχετικές κρατήσεις, δεν σημαίνει και την αποδοχή και την καθιέρωση από το συνεταιρισμό της έννοιας του μισθού και άρα του όρου μισθωτός, δηλαδή, την ύπαρξη εξαρτημένης μισθωτής εργασίας και άρα την ύπαρξη αφεντικών και υπαλλήλων εργαζομένων.

Διαλεκτική προσέγγιση της εργασίας

Πρώτα απ’ όλα, ο άνθρωπος με την εργασία αλληλεπιδρά με τη φύση, αλλάζοντας και τη φύση και τον ίδιο του τον εαυτό. «Η εργασία είναι πρώτα μια διαδικασία ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, μια διαδικασία όπου ο άνθρωπος με τη δική του πράξη μεσολαβεί, ρυθμίζει και ελέγχει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον εαυτό του και τη φύση …… Επενεργώντας με την κίνηση αυτή πάνω στη φύση που βρίσκεται έξω απ’ αυτόν και αλλάζοντάς την, αλλάζει ταυτόχρονα και τη δική του φύση» [4].

Οι άνθρωποι, ως κοινωνικά όντα, στο πλαίσιο παραγωγής της υλικής τους ζωής «έρχονται σε καθορισμένες σχέσεις, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σε σχέσεις παραγωγής ….. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί το οικονομικό οικοδόμημα της κοινωνίας, την υλική βάση, που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και που σε αυτήν αντιστοιχούν ορισμένες πάλι κοινωνικές μορφές συνείδησης. Ο τρόπος της παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την εξέλιξη της κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής ζωής. Το τι είναι οι άνθρωποι, δεν καθορίζεται από τη συνείδησή τους, αλλά, αντίστροφα, το κοινωνικό τους είναι, καθορίζει τη συνείδησή τους ……. Όταν μεταβάλλεται η οικονομική βάση, ανατρέπεται λιγότερο ή περισσότερο, γρηγορότερα ή αργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα» . 

Αυτό σημαίνει ότι το οικονομικό επίπεδο είναι μεν το καθοριστικό σε τελευταία ανάλυση, αλλά μόνο σε τελευταία. Η καθολική, η ολοκληρωμένη ανάλυση είναι η κοινωνική, που περιλαμβάνει όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό) και τις αλληλεπιδράσεις τους. Επίσης, η κοινωνική εξέλιξη δεν καθορίζεται ντετερμινιστικά, αλλά κυριαρχείται από τη σύμπτωση, τις πιθανότητες, την τυχαιότητα (σημαντική εδώ η σύνδεση της διαλεκτικής με τη θεωρία του χάους [6]). Συγκεκριμένα, οι οικονομικές συνθήκες «είναι αυτό που καθορίζει σε τελευταία ανάλυση την ιστορική εξέλιξη. Υπάρχουν όμως εδώ δυο σημεία που δεν πρέπει να τα παραβλέπουμε: α) Η πολιτική, νομική, φιλοσοφική, θρησκευτική, φιλολογική, καλλιτεχνική κτλ. ανάπτυξη βασίζεται στην οικονομική. Όλες τους όμως αντεπιδρούν επίσης η μια πάνω στην άλλη και πάνω στην οικονομική βάση. Τα πράγματα όμως δεν έχουν καθόλου έτσι, ότι δηλαδή η οικονομική κατάσταση είναι η μόνη αιτία που δρα, ενώ όλα τα άλλα είναι μόνον παθητικό αποτέλεσμα. Εδώ έχουμε αλληλεπίδραση πάνω στη βάση της οικονομικής αναγκαιότητας που επιβάλλεται πάντα σε τελευταία ανάλυση ……. β) Οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως ως τώρα όχι με συλλογική θέληση, σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο, ούτε καν μέσα στα πλαίσια μιας καθορισμένης, δοσμένης κοινωνίας. Οι προσπάθειές τους διασταυρώνονται, κι ακριβώς γι’ αυτό σ’ όλες αυτές τις κοινωνίες κυριαρχεί η αναγκαιότητα, που ολοκλήρωση και μορφή έκφρασής της είναι η σύμπτωση» .

Για τους εργαζόμενους στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής «η ελευθερία καταργήθηκε από το σύστημα του καταμερισμού της εργασίας, στο οποίο το άτομο βλέπει να του αποσπούν το προϊόν της εργασίας του …… Η υπεραξία της εργασίας του ….. καρπώνεται από την κοινωνική τάξη που εκμεταλλεύεται τις παραγωγικές του δυνάμεις. Ο εκάστοτε εργαζόμενος δουλεύει σε κάποιο εξειδικευμένο, συγκεκριμένο τμήμα της παραγωγής και είναι αποκομμένος από το προϊόν της εργασίας του ….. Ο εργάτης δεν βλέπει απλά την αλλοτρίωση του σε σχέση με την εργασία του, αλλά επίσης βλέπει να υφαρπάζεται το προϊόν αυτής ….. Ο κόσμος της παραγωγής αποτελείται από άτομα που εκμεταλλεύονται και εκμεταλλευόμενους. Ο άνθρωπος αποξενώνεται όχι μόνο από το προϊόν της εργασίας του αλλά και από τους άλλους ανθρώπους. Η πηγή αυτής της αμοιβαίας εκμετάλλευσης είναι η ιδιοκτησία των μέσων που καθιστούν εφικτή την οικονομική παραγωγή (π.χ. εργοστάσια, χωράφια κλπ)» [8].

Αυτή η αλλοτρίωση, η αποξενωμένη εργασία χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και το άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτόν σύστημα της μισθωτής εργασίας [9]. Και μάλιστα, «σ’ αυτό το είδος της ανταλλαγής ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία θεμελιώνεται ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος της παραγωγής ή το μισθωτό σύστημα και που υποχρεωτικά πρέπει να καταλήγει πάντα στην αναπαραγωγή του εργάτη σαν εργάτη και του κεφαλαιοκράτη σαν κεφαλαιοκράτη» [10]. «Το κεφάλαιο προϋποθέτει τη μισθωτή εργασία, η μισθωτή εργασία προϋποθέτει το κεφάλαιο. Το ένα προϋποθέτει το άλλο, το ένα παράγει το άλλο» [11]. «Κατά συνέπεια, το να θέλει κανείς ν’ αφήσει τη μισθωτή εργασία να υπάρχει και ταυτόχρονα να καταργήσει το κεφάλαιο είναι ένα αίτημα αυτοαναιρούμενο, που δεν μπορεί να σταθεί» [12].

Η συνεταιριστική δημοκρατική οργάνωση στον αντίποδα της ιδιωτικής και κρατικής ιεραρχικής και αντιδημοκρατικής οργάνωσης της εργασίας

Ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η ιεραρχική και αντιδημοκρατική οργάνωση τόσο των ιδιωτικών και κρατικών επιχειρήσεων όσο και του ίδιου του κράτους (των κρατικών υπηρεσιών). Οι εργαζόμενοι μισθωτοί σε αυτές, δεν έχουν κανένα λόγο για κανένα ζήτημα. Οι αποφάσεις λαμβάνονται πάντα “από τους επάνω”. Αυτό το χαρακτηριστικό στο οικονομικό επίπεδο, επιδρά στο πολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα, “εκπαιδεύοντας” τους εργαζόμενους και τους πολίτες στο να θεωρούν ότι η αποτελεσματικότητα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας συνδέεται υποχρεωτικά με την ανάθεση των αποφάσεων και των επιλογών σε κάποιους “από πάνω”, και ότι η διακυβέρνηση «είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού» [13].

Στον αντίποδα, βρίσκεται ο συνεταιρισμός, όπου η δημοκρατική οργάνωσή του (αποφάσεις από τη γενική συνέλευση όλων των μελών, ένα άτομο – μία ψήφος κλπ) στο οικονομικό επίπεδο, επιδρά στο πολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα, εκπαιδεύοντας τους εργαζόμενους και τους πολίτες στη δημοκρατία, στην ενεργό συμμετοχή και στη λήψη των αποφάσεων και των επιλογών και τελικά, στη διακυβέρνηση “από τα κάτω”.

«Στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ….. η οργάνωση της εργασίας είναι ιδιαίτερα στρωματοποιημένη ….. Από κοινού, μεγαλομέτοχοι και διοικητικό συμβούλιο ….. λαμβάνουν όλες τις σημαντικές αποφάσεις. Τι θα παράγει η εταιρεία, πώς, πού, και τέλος, τι θα γίνει με τα κέρδη. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων σε μια καπιταλιστική επιχείρηση υποχρεούνται να ζουν υπό το βάρος των αποφάσεων αυτών, από τη διαδικασία λήψης των οποίων έχουν αποκλειστεί….. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων πρέπει να αποδεχθεί τις αποφάσεις, δεν έχει κανένα νομικό δικαίωμα, ώστε να τις απορρίψει.

Η συνεταιριστική επιχείρηση είναι το κλειδί, η αποφασιστική εναλλακτική απέναντι σε μια παραδοσιακή καπιταλιστική επιχείρηση ..… Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξαρτήτως του τι κάνουν στο εσωτερικό της επιχείρησης, πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στη συλλογική λήψη των αποφάσεων, δημοκρατικά, αναφορικά με το τι, πώς, πού θα υλοποιείται η παραγωγή και τι θα γίνει με τα κέρδη..… Ένας άνθρωπος, μια ψήφος είναι το μέτρο με το οποίο λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις…..

Ο λόγος για τον οποίο ενδιαφερόμαστε για τη μετάβαση από μια ιεραρχική καπιταλιστική οργάνωση των επιχειρήσεων σε μια ριζοσπαστικά διαφορετική συνεταιριστική ή δημοκρατική οργάνωση, είναι απλός: Πιστεύουμε ότι πλέον έχει τελειώσει η ιστορική χρησιμότητα της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής. Πλέον δεν είναι ικανή [η οργάνωση αυτή] να παρέχει αγαθά. Παρέχει κέρδη και ευημερία μόνο σε μια μικρή μερίδα του πληθυσμού και μόνο τα «αρνητικά» στην πλειονότητα» [14].

Από τους αποξενωμένους και εξαρτημένους μισθωτούς στους ελεύθερους συνεταιρισμένους δημιουργούς

Ο εργαζόμενος που προβαίνει με την ελεύθερη βούλησή του στη δημιουργία συνεταιρισμού μαζί με άλλους, αρνείται την αλλοτριωτική, αποξενωμένη και εξαρτημένη μισθωτή εργασία, αρνείται το δίπολο αφεντικό / μισθωτός υπάλληλος, αρνείται ταυτόχρονα και τους δύο πόλους της αντίθεσης: και το ρόλο του αφεντικού και το ρόλο του μισθωτού. Αυτή του όμως η δράση, που γεννιέται ως άρνηση μέσα στον κόσμο της εκμετάλλευσης, δεν είναι μόνον άρνηση. Τη ίδια στιγμή δρα καταφατικά και δημιουργικά. Δημιουργεί μια οικονομική δραστηριότητα, στην οποία καταργεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, την οποία υποτάσσει στις ανθρώπινες ανάγκες και όχι στα κέρδη, δρώντας αρμονικά με τη φύση και όχι κυριαρχώντας πάνω της όπως «κάποιος κατακτητής κυριαρχεί πάνω σ’ έναν ξένο λαό, όπως κι’ ένας που θάστεκε έξω από τη φύση – αλλά πως εμείς, με τη σάρκα, το αίμα και τον εγκέφαλό μας, ανήκουμε σ’ αυτή και βρισκόμαστε μέσα της και πως όλη η κυριαρχία μας πάνω της συνίσταται στο ότι διαθέτουμε απέναντι σ’ όλα τ’ άλλα δημιουργήματα της φύσης το πλεονέκτημα, ότι μπορούμε να διακρίνουμε και να εφαρμόζουμε σωστά τους νόμους της» [15].

Οι εργαζόμενοι συμμετέχοντας ισότιμα στο συνεταιρισμό μετατρέπουν τα μέσα παραγωγής πλούτου σε συνεταιριστική ιδιοκτησία και έτσι, καταργούν τον ίδιο τους τον εαυτό ως μισθωτούς εργαζόμενους, καταργούν τις ταξικές διαφορές και διακρίσεις στο χώρο της συγκεκριμένης δραστηριότητας [16,17]. Η δραστηριότητά τους αυτή, τους καθιστά κατ’ αρχήν στο οικονομικό επίπεδο «ελεύθερους συνεταιρισμένους παραγωγούς» .

Η έννοια των «παραγωγών» αναφέρεται στο οικονομικό επίπεδο. Όμως δεν είναι μόνον αυτό που αλλάζει με αυτήν τη δραστηριότητα. Είναι ότι «αλλάζουμε μέσω της δραστηριότητάς μας. Και αυτό ισχύει για όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων. Κάθε διαδικασία δραστηριότητας έχει δύο προϊόντα: τη μεταβολή των συνθηκών και τη μεταβολή αυτού που δρα. Κάθε εργασιακή διαδικασία δημιουργεί ένα διττό προϊόν, ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο προϊόν» [18]. Με αυτή τη δραστηριότητα «οι παραγωγοί αλλάζουν επίσης, με την έννοια ότι δημιουργούν νέες ιδιότητες στον εαυτό τους, αναπτύσσονται μέσα στην παραγωγή, μετασχηματίζονται, αναπτύσσουν νέες δυνάμεις και ιδέες, ..… νέες ανάγκες και νέα γλώσσα» [12]. Και εδώ βρίσκεται η πεμπτουσία του συνεργατισμού: «όταν ο εργάτης συνεργάζεται με άλλους εργάτες βάσει ενός σχεδίου, αποβάλλει τα δεσμά της ατομικότητάς του και αναπτύσσει τις δυνατότητες του ανθρώπινου είδους» [4]. Αυτό σημαίνει ότι με τη δραστηριότητα αυτή, αλλάζει και το εποικοδόμημα (πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο), δηλαδή, αλλάζει το κοινωνικό, με την καθολική (ολοκληρωμένη) έννοια του όρου, που περιλαμβάνει το οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις.

Είναι εξαιρετικής σημασίας να υπογραμμισθεί στο σημείο αυτό, ότι στους συνεταιρισμούς της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας δεν υπάρχει μόνον αμειβόμενη εργασία. Υπάρχει και η μη αμειβόμενη εργασία, αυτή που στην καθομιλουμένη γλώσσα συνήθως αποκαλείται εθελοντική. Τα μέλη αυτών των συνεταιρισμών που εργάζονται χωρίς να αμείβονται δεν ασκούν φιλανθρωπία, ελεημοσύνη, αλτρουισμό ή προσκοπισμό. Ασκούν κοινωνική αλληλεγγύη προσφέροντας εργασία ανάλογα με τις δυνατότητές τους και λαμβάνουν από το συνεταιρισμό μηδενική αμοιβή, διότι δεν την έχουν ανάγκη (καλύπτουν τις ανάγκες τους από άλλη δραστηριότητα). Σε αυτούς τους συνεταιρισμούς και ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του συνεταιρισμού (την οικονομική του βιωσιμότητα) τείνει να διαμορφωθεί η κάλυψη των αναγκών των πολιτών «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» [19]. Σε ένα πιο προχωρημένο επίπεδο, μπορεί να υπάρχει και αυτοπεριορισμός αμοιβής, δηλαδή, αμειβόμενοι εργαζόμενοι να ζητούν μικρότερη αμοιβή, όταν έχουν μικρότερες ανάγκες .

Κατά συνέπεια, η εργασία στο συνεταιρισμό (αμειβόμενη και μη αμειβόμενη), όποια δραστηριότητα κι αν αφορά, χειρωνακτική, πνευματική, επιστημονική, καλλιτεχνική με σκοπό την ολοκλήρωση και την ομορφιά (διότι «ο άνθρωπος παράγει επίσης σύμφωνα με τους νόμους της ομορφιάς» [9]), δεν είναι απλά εργασία, δεν είναι μόνον οικονομική δραστηριότητα, δεν είναι μόνον παραγωγή. Πρόκειται για δημιουργία. Και οι συμμετέχοντες σε αυτήν δεν είναι απλά «ελεύθεροι συνεταιρισμένοι παραγωγοί». Είναι ελεύθεροι συνεταιρισμένοι δημιουργοί.

Αντί επιλόγου: Συνεταιρισμοί μεν, αλλά με ξεκάθαρες ιδέες

Κάθε ονομαζόμενος συνεταιρισμός δεν σημαίνει ότι αυτόματα ανήκει στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, αν δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένες βασικές αρχές. Οι συνεταιρισμοί «έχουν αξία μόνον εφόσον είναι ανεξάρτητο δημιούργημα των εργαζομένων και δεν προστατεύονται ούτε από τις κυβερνήσεις ούτε από τους αστούς» [21], διότι, όταν οι εργαζόμενοι «θέλουν να δημιουργήσουν τους όρους της συνεργατικής παραγωγής σε μια κοινωνική κλίμακα και πρώτα απ’ όλα σε εθνική κλίμακα, στη χώρα τους, σημαίνει μόνο ότι αυτοί εργάζονται να ανατρέψουν τους σημερινούς όρους της παραγωγής και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη δημιουργία συνεταιρισμών με τη βοήθεια του κράτους» [21]. Και επιπλέον, όταν «οι υλικοί όροι της παραγωγής αποτελούν συνεργατική ιδιοκτησία των ίδιων των εργαζομένων, τότε και ο τρόπος διανομής των μέσων κατανάλωσης θα είναι διαφορετικός από το σημερινό» .

Μιλώντας για το συνεργατικό κίνημα, μιλάμε για «μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας επί της πολιτικής οικονομίας της ιδιοκτησίας» [22], που δημιουργεί καθημερινά, από τώρα και “από τα κάτω” έναν καινούργιο υπαρκτό κόσμο «όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».

 

Οι δημιουργοί αυτών των επιχειρήσεων, ήτοι τα άτομα και συνεταιρισμοί ατόμων, του κράτους και των δήμων, σε συνεργασία με τους εργαζόμενους, όπως ορίζει ο νόμος, διοικούν αυτές τις επιχειρήσεις, επεκτείνουν, αυξάνουν και βελτιστοποιούν την παραγωγικότητα, την ποιότητα και ανταγωνιστικότητα των παραγόμενων υλικών και άυλων προϊόντων και υπηρεσιών, όπως και την απασχόληση των πολιτών, με κριτήριο την αυτάρκεια την κοινωνίας στο παραγόμενο προϊόν και τις υπηρεσίες.

Η δευτερογενής ιδιοκτησία αφαιρείται από τους κατόχους της, μετά από δικαστική απόφαση, λόγω παραβίασης των νόμων ιδιοκτησίας, επιχειρηματικότητας και νομής, μετά από αγωγή της εκκλησίας των πολιτών του τόπου της επιχείρησης.

Η μετάβαση της ιδιοκτησίας κληρονομικά εγκρίνεται η απορρίπτεται από τις εκκλησίες των πολιτών της έδρας της επιχείρησης, σύμφωνα με τον σχετικό νόμο.

Η ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΗ ΑΜΟΙΒΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΚΑΙ ΩΘΕΙ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΕ ΒΕΛΤΙΣΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Οι εργαζόμενοι και οι επιχειρηματίες αμείβονται αναλογικά του παραχθέντος πλούτου από έκαστον, και αναλογικά των ορών εργασίας. Εισάγεται η ανταποδοτική αμοιβή της εργασίας, εργαζομένων και επιχειρηματιών, σύμφωνα με την παραγωγικότητα εκάστου πολίτη. Αυτοί που παράγουν περισσότερο αμείβονται περισσότερο. Εισαγάγετε το ανώτατο όριο πλούτου και κέρδους και το κατώτατο όριο. Με αυτόν τον τρόπο αποτρέπουμε την εκμετάλλευση και την φτώχεια.

Οι εκατομμυριούχοι και οι δισεκατομμυριούχοι, εκμεταλλευτές της παραγόμενης υπεραξίας από τους εργαζόμενους και τις υποδομές, εξαλείφονται και η οικονομική δικαιοσύνη και αρμονία επιτυγχάνεται, ταυτόχρονα δε, η επιχειρηματικότητα στηρίζεται και με επαρκή οικονομικά και άλλα κίνητρα, ώστε να είναι και για τον επιχειρηματία και για την κοινωνία επικερδής και χρήσιμη. Εισάγεται σε όλες τις βαθμίδες της παιδείας και εκπαίδευσης το μάθημα της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας, ώστε από μικρής ηλικία οι πολίτες να εξοικειώνονται γνωσιακά και συναισθηματικά με τους νόμους και της διαδικασίες της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας, ώστε να δραστηριοποιούνται εποικοδομητικά σε αυτούς τομείς για τους εαυτούς τους και για την κοινωνία.

Οι επιχειρηματίες αμείβονται με ένα πολλαπλάσιο του μέσου όρου του μικτού μισθού του συνόλου των εργαζόμενων στην επιχείρηση. Ο συντελεστής αυτός εξαρτάται και είναι αυξητικός, όσο επιτυχής είναι η επιχειρηματική δραστηριότητα των επιχειρηματιών και σε βαθμό που να είναι ισχυρό κίνητρο επιχειρηματικότητας των πολιτών και των συνεταιρισμών πολιτών.

ΚΟΙΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΑΝΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ. ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

Τα χρεόγραφα(το χρήμα) που αντιπροσωπεύουν τον υπάρχοντα επίγειο, υπέργειο και υπόγειο πλούτο, τον παραχθέντα πλούτο και τις εμπορικές αξίες όλων των παραγωγικών επιχειρήσεων της επικράτειας, κατατίθενται σε ένα ενιαίο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, πλήρη διαφανή στα διοικητικά όργανα, κατόπιν δε αιτήσεως και σε κάθε Έλλην ιθαγενή πολίτη. Σε αυτόν τον κοινό λογαριασμό εισρέουν και από αυτόν εκρέουν όλες οι χρηματικές καταθέσεις των πολιτών και των επιχειρήσεων και από αυτόν γίνονται οι αναλήψεις χρημάτων από πολίτες και επιχειρήσεις από το κράτος και την διοίκηση.

Η ανάληψη χρημάτων από τους πολίτες, το κράτος, την διοίκηση και τους επιχειρηματίες, γίνετε από αυτόν τον λογαριασμό με πλήρη διαφάνεια και σύμφωνα με τα νομικά καθορισμένα κριτήρια και δικαιωματικά μερίδια έκαστου των πολιτών, των επιχειρήσεων, του κράτους και των δήμων.

Οι συναλλαγές και οι πληρωμές εσωτερικού και εξωτερικού πραγματοποιούνται μέσω αυτού του κεντρικού λογαριασμού δια ηλεκτρονικών μέσων, είναι δε υπόχρεες όλες οι επιχειρήσεις παραγωγικής και εμπορικής φύσης να είναι συνδεδεμένες δια τερματικών με αυτόν τον κεντρικό τραπεζικό λογαριασμό.

Οι πολίτες το κράτος και οι δήμοι έχουν πρόσβαση σε αυτόν τον κοινό λογαριασμό με ειδικό κωδικό έκαστος και ανάλογα του αναλογούντος ποσού που ορίζει ο νόμος. Οι πολίτες κάνουν αναλήψεις από  τον λογαριασμό, σύμφωνα με τον παραχθέντα πλούτο από έκαστον και τις ώρες εργασίας του.

Το κράτος και οι δήμοι κάνουν αναλήψεις κατόπι τεκμηριωμένου και αιτιολογημένου αιτήματος τους και κατάθεσης του επιχειρηματικού και επενδυτικού σχεδίου τους και του σχεδίου δημόσιων αιτιολογημένων δαπανών.

Οι επιχειρήσεις εκταμιεύουν λεφτά από αυτόν τον λογαριασμό, σύμφωνα με αιτιολογημένα και εγκριμένα επενδυτικά σχέδια. Τα χρεόγραφα(χρήμα) επιχειρήσεων σε αυτόν τον λογαριασμό παραμένουν στην διάθεση της εκάστης επιχείρησης που τα παρήγαγε εφόσον επενδύονται εμπρόθεσμα από αυτές σε εγκεκριμένες επενδυτικές δραστηριότες, ειδάλλως μεταβιβάζονται σε εγκριμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες και επενδύσεις άλλων νομικών προσώπων ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου, εφόσον δεν καταθέσουν οι δικαιούχε επιχειρήσεις εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τον νόμο, δικά τους εγκεκριμένα επιχειρηματικά και επενδυτικά προγράμματα. Με αυτόν τον τρόπο προωθείται η ταχεία επενδυτική κυκλοφορία του χρήματος στην οικονομία και η ανάπτυξη της οικονομίας.

Το κράτος, οι δήμοι, οι κοινότητες και η κοινωνία δια των εκκλησιών των πολιτών, συγκροτούν ένα ιεραρχημένο με σωστές προτεραιότητες εθνικό και περιφερειακό σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης και επενδύσεων, σε κάθε δήμο, νομό και περιφέρεια και συγκροτούν ένα εθνικό σχέδιο προώθησης των εξαγωγών. Διαθέτουν δε για τις οικονομικές δραστηριότητες των πολιτών και των επιχειρήσεων σχετικές γνωστικές τράπεζες πληροφοριών και στατιστικά στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομική πραγματικότητα και επιτρέπουν σωστές προβλέψεις και σωστές οικονομικές δραστηριότητες των συμβαλλόμενων στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Το εμπορικό δίκτυο εσωτερικού και εξωτερικού συγκροτείται από κοινού από τις επιχειρήσεις όλων των κλάδων, στην χρηματοδότηση του οποίου εκάστη επιχείρηση συμμετάσχει ανάλογα των κερδών της και του κύκλου εργασίας της.

Η κεντρική τράπεζα είναι κρατική και στελεχώνεται από εξειδικευμένο και άμεμπτο προσωπικό, ελέγχετε δε από την κυβέρνηση και τις εκκλήσεις των πολιτών. Η κεντρική τράπεζα φροντίζει για την ρευστότητα, την νομισματική πολιτική και για την ορθή αντιστοιχία πλούτου και αξιογράφων (χρημάτων)

Οι τράπεζες είναι κρατικές και φροντίζουν για την ρευστότητα του χρήματος στην οικονομία και τους πολίτες. Το χρήμα είναι άτοκο, η συντήρηση τους δε γίνεται δια μερίσματος επί των δανείων και των καταθέσεων η δια αναλογικής συμμετοχής στα κέρδη της εκάστοτε επένδυσης

Η ανεργία, η φτώχεια και ο πλουτισμός πάνω από το νομικά καθορισμένο όριο απαγορεύεται.

Η επιχειρηματικότητα είναι ελεύθερη, σε όλους τους πολίτες, σε ομάδες πολιτών, στο κράτος, στις περιφέρειες, στους δήμους, στις κοινότητες.


Η ΚΟΙΝΩΝΙΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΤΟΧΟΣ ΜΑΣ

Ο άλλος κόσμος που «είναι εφικτός» είναι ο κόσμος της κοινωνιοκρατιας και της δημοκρατίας, ο κόσμος της δικαιοσύνης,της αριστείας, της αρετής, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της ισότητας, της ισονομίας, της ισοκρατιας, της γνώσης, της ατομικής, της πολιτική της οικονομικής και κοινωνικής ελευθερίας,στων ελευθέρων διαλογικών και διαλεκτικών σχέσεων . Είναι ο «κόσμος» όπου όντως ο «άνθρωπος» και οι ανάγκες του είναι «πάνω από τα κέρδη», γιατί το «κέρδος» έχει πάψει να αποτελεί κινητήρια δύναμη της οικονομίας, αλλα σίγουρα παραμένει κινητήριος δύναμης των λιστών της υπεραξίας των εργαζομενων. Ο νοήμων άνθρωπος γνωρίζει πως σε μια ευημερούσα πόλη ευημερούν και οι πολίτες εσαεί και εργάζεται και καινοτόμοι και οργανώνει, με σκοπό αυτήν την ευημερούσα πόλη και όχι τον ιδιωτικό του πλουτισμό, που επιτυγχάνεται σε βάρος των άλλων και της κοινωνίας διά πολλών μεθόδων εξαπάτησης και καταλήστευσης.

Για μας ο σοσιαλισμός δεν είναι ο εξωραϊσμός του καπιταλισμού ούτε η δήθεν ‘φιλολαϊκή’ διαχείρισή του. Ο καπιταλισμός συνιστά σύστημα εκμετάλλευσης που στηρίζεται στην κοινωνική παραγωγή με στόχο και κίνητρο το ιδιωτικό κέρδος, σύστημα που εμείς αντιμαχόμαστε στον ίδιο τον πυρήνα του. Για μας ο σοσιαλισμός είναι μορφή οργάνωσης της κοινωνίας που βασίζεται στην κοινωνική -και όχι κρατική- ιδιοκτησία και διαχείριση των παραγωγικών μέσων ενώ απαιτεί τη δημοκρατία σε όλα τα κύτταρα και όλους τους αρμούς της δημόσιας ζωής προκειμένου οι εργαζόμενοι να είναι σε θέση να σχεδιάζουν, να διευθύνουν, να ελέγχουν και να προστατεύουν με τα εκλεγμένα όργανά τους την παραγωγή́ κατευθύνοντάς την στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Αλλά ταυτόχρονα, ο σοσιαλισμός δεν είναι για μας η αντιγραφή μοντέλων που επεδίωξαν να στηριχθούν σε τέτοιες ιδέες, αλλά τις παρερμήνευσαν, τις διαστρέβλωσαν και τελικά, για πολλούς και σύνθετους λόγους, αυτοκαταστράφηκαν. Οφείλουμε, επί ποινή επανάληψης των ίδιων λαθών, να μάθουμε όσα περισσότερα και όσο πληρέστερα μπορούμε από αυτό το μεγάλο τόλμημα και από αυτήν τη μεγάλη ιστορική εμπειρία, με τα καινοτόμα επιτεύγματα και τις καταλυτικές, τελικά, αποτυχίες.

Για μας ο σοσιαλισμός είναι απόλυτα συνυφασμένος με την ενεργό συμμετοχή όλων στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές υποθέσεις και κατοχυρώνει την αντίστοιχη διάχυση της εξουσίας. Ο σοσιαλισμός είναι άρρηκτα δεμένος με τη δημοκρατία. Δημοκρατία όχι απλώς τυπική, αλλά πάντοτε ουσιαστική, δημοκρατία έμμεση που βασίζεται  στην εκπροσώπηση, αλλά και δημοκρατία άμεση με την ενεργό συμμετοχή όλων. Οι πάσης φύσεως εκλογές είναι απολύτως αναγκαίες, αλλά οι εκλεγμένοι -και οι διάφοροι ειδικοί που αυτοί επιστρατεύουν- δεν πρέπει να παραμένουν ανεξέλεγκτοι μέχρι τις επόμενες εκλογές. Πλήθος θεμάτων είναι αρμοδιότητα και οφείλουν να αφεθούν στην ευθύνη των άμεσα ενδιαφερομένων υπό καθεστώς άμεσης δημοκρατίας ενώ η απευθείας ενεργός συμμετοχή όχι μόνον ελέγχει τους θεσμούς, την πρακτική και τους φορείς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά διευρύνει συνεχώς τα πεδία όπου οι πολλοί παρεμβαίνουν συστηματικά, δημιουργικά και υπεύθυνα. Η δημοκρατία συνιστά αφ’ εαυτής παραγωγική δύναμη, όπου η συλλογικότητα αναδεικνύει έμπρακτα την υπεροχή της έναντι της ατομικότητας και η αλληλεγγύη την ισχύ της έναντι του ανταγωνισμού.

Για μας ο σοσιαλισμός αποσκοπεί τελικά στην κατάργηση των μεγάλων διακρίσεων ανάμεσα σε χειρωνακτική και διανοητική εργασία, σε διεύθυνση και εκτέλεση, σε πόλη και ύπαιθρο, στα κοινωνικώς προσδιορισμένα φύλα. Αποσκοπεί τελικά στην απάλειψη των σχέσεων εκμετάλλευσης, στην κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και των πατριαρχικών σχέσεων και στην αρμονική συμβίωση κοινωνίας και φύσης. Αντιμετωπίζει την τεχνολογία και τις καινοτομίες εκεί λελογισμένα, έχοντας στόχο την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και όχι τη διεύρυνση των ανισοτήτων και την εμπέδωση των τεχνικών κυριαρχίας των λίγων πάνω στους πολλούς.

Για μας ο σοσιαλισμός δεν είναι ουτοπικό όραμα που στηρίζεται σε αφηρημένα ιδεώδη και απλώς σε ηθικές αξίες, αλλά αποτελεί κοινωνικά και πολιτικά εφικτό στρατηγικό στόχο. Οι αξίες που τον διέπουν -αλληλεγγύη, ισότητα, ελευθερία και η υπέρβαση της μόνιμης έντασης μεταξύ ισότητας και ελευθερίας που μπορεί να ονομαστεί καθολική δικαιοσύνη- συνιστούν κοινωνική παραγωγή των εργαζόμενων τάξεων, αιτήματα που διαμορφώνονται στον αγώνα και απαιτούν την υλοποίησή τους, οδηγό δράσης και αρχές οργάνωσης των κινημάτων που τα ασπάζονται. Οι αξίες αυτές εκφράζουν κάθε φορά διαφορετικά ιστορικά περιεχόμενα, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικές δυνατότητες, γιατί είναι διαφορετική η δομή των ταξικών κοινωνιών, αλλά διατηρούν τα ίδια ονόματα, αποτυπώνοντας έτσι τη συνέχεια της ιστορίας των λαϊκών τάξεων, τη συνέχεια της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, αλλά και τη συνέχεια των αντιστάσεων και των αιτημάτων χειραφέτησης. Σήμερα, η οικονομική, η ενεργειακή και η διατροφική κρίση, όπως και ο άμεσος κίνδυνος για το φυσικό περιβάλλον που απειλεί την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας, καθιστούν απολύτως αναγκαία τη συστηματική δημόσια παρέμβαση. Αυτή η ανάγκη θέτει τον ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνιών στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού στην ημερήσια διάταξη.

Για μας ο σοσιαλισμός δεν είναι καθεστώς που μπορεί να καθιερωθεί μέσω μιας εξελικτικής διαδικασίας σταδιακών αλλαγών του καπιταλισμού αλλά ούτε καθεστώς που εγκαθιδρύεται μια και έξω κάποια μοναδική στιγμή. Ο σοσιαλισμός είναι στόχος αλλά και δρόμος συνεχούς αγώνα, με περιόδους έντασης και περιόδους ύφεσης, με ρήξεις, άλματα και μεγάλες τομές. Είναι δρόμος που αποσκοπεί σε μακροπρόθεσμους στόχους, αλλά ξεκινά πάντοτε από το σήμερα. Είναι δρόμος που περπατάμε οι πολλοί από κοινού, σταθερά προσανατολισμένοι στον στόχο, υλοποιώντας καθημερινά τα αιτήματα που τον συγκροτούν και μαχόμενοι για να εμπεδώσουμε τις αντίστοιχες κατακτήσεις. Είναι δρόμος όπου προσπαθούμε να άρουμε κάθε στιγμή τις διαχρονικά κυρίαρχες διακρίσεις που αναφέραμε, αρχίζοντας από τους δικούς μας κόλπους. Είναι δρόμος που αποσκοπεί σε συγκεκριμένο στόχο, αλλά που δεν μπορεί να απαντήσει προκαταβολικά σε όλα τα μεγάλα ερωτήματα που τίθενται γιατί οι απαντήσεις δεν μπορούν να διατυπωθούν σε όλες τους τις διαστάσεις ανεξάρτητα από την κοινωνική κίνηση.

Ο δρόμος του σοσιαλισμού δεν είναι ούτε εύκολος ούτε ευθύγραμμος. Καθορίζεται κάθε στιγμή από τις λαϊκές ανάγκες, τα λαϊκά αιτήματα, τη λαϊκή ενέργεια, τη λαϊκή οργάνωση και τη λαϊκή διαθεσιμότητα, σηματοδοτείται από επιτεύγματα, αλλά και οπισθοχωρήσεις, χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις τόσο στα μικρά όσο και στα μεγάλα, υποχρεώνει σε διακοπές της συνέχειας, προβαίνει σε μεγάλες αλλαγές. Είναι δρόμος που δεν υπόκειται σε προβλέψεις ούτε επιδέχεται προκατασκευασμένες συνταγές, γιατί κανείς δεν μπορεί να προκαθορίσει τους εκάστοτε όρους της κοινωνικής κίνησης, τους αντίστοιχους συσχετισμούς δύναμης, τις απαιτήσεις των καιρών, την υποχρέωση για τακτική ευελιξία ή ακόμη και τους αναγκαίους κάποιες φορές συμβιβασμούς. Ωστόσο είναι δρόμος που παραμένει αταλάντευτα προσηλωμένος στον στόχο του, δρόμος που εκλαμβάνει αυτόν τον στόχο ως γνώμονα και ως κριτήριο κάθε πρωτοβουλίας και ολόκληρης της καθημερινής μας δράσης σε όλα τα επίπεδα.

Για μας ο σοσιαλισμός δεν εξαντλείται κατά κανέναν τρόπο στα παραπάνω. Έτσι, παράλληλα με την πολιτική της δράση, Η ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ είναι υποχρεωμένη να πρωτοστατήσει ώστε να ξεκινήσει και να αναπτυχθεί ενεργά, με τα κατάλληλα μέσα και σε κάθε αρμόδιο πλαίσιο, η διεξοδική συζήτηση για τα μεγάλα ζητήματα που τίθενται σε σχέση με την κριτική του καπιταλισμού και το αίτημα για έναν σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, για έναν σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην κλίμακα της Ευρώπης. Θα προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε τις πολλές πτυχές της ελληνικής και της διεθνούς εμπειρίας σε σχέση με τέτοια ζητήματα, όπως και ολόκληρη τη σκέψη, όλες τις σημαντικές θεωρητικές επεξεργασίες που αφορούν το εργατικό, το φεμινιστικό, το οικολογικό και άλλα κινήματα, την ταξική διάρθρωση των κοινωνιών, τις δομές του κράτους και τις σχέσεις εξουσίας, τις σχέσεις αγοράς, οικονομικού προγραμματισμού και κοινωνικού ελέγχου, τα ζητήματα δημοκρατίας και αυτοδιαχείρισης, κάθε θεωρητική προσφορά που μπορεί να συμβάλει στο να προχωρήσουμε μετά λόγου γνώσεως, κάθε σημαντική συμβολή που έχει δει το φως από την εποχή του Μαρξ, αλλά και ακόμη πιο πριν, μέχρι τις μέρες μας.


Μια αυτόνομη χώρα μπορεί να υπάρξει μόνο εάν διαθέτει μια ανεξάρτητη και παραγωγική οικονομία, σχεδιασμένη για να καλύπτει τις ανάγκες του λαού της.

Η κλασική μαρξιστική θεώρηση αιτείται την κατοχή των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη και ο Κοινωνισμός δεν διαφωνεί κατ’ αρχήν με αυτό. Πράγματι, θεωρούμε ότι τα μέσα παραγωγής θα πρέπει να ελέγχονται από την Λειτουργική Τάξη της χώρας. Όμως τι ακριβώς σημαίνει αυτό και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα;

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελληνική Πολιτεία θα κληθεί να λειτουργήσει μέσα σ’ ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό περιβάλλον και ν’ ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις χώρες με ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. Ένα τέτοιο έργο στις σημερινές συνθήκες αποτελεί μια τεράστια πρόκληση, στην οποία είμαστε υποχρεωμένοι ν’ ανταποκριθούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Αν λάβουμε υπόψη την εμπειρία που μας χάρισε το εφαρμοσμένο μοντέλο του Υπαρκτού Σοσιαλισμού του προηγούμενου αιώνα, μπορούμε να διδαχτούμε πολλά για το σήμερα. Το αίτημα για κατοχή των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη μεταφράστηκε σ’ ένα συγκεντρωτικό ντετερμινιστικό μοντέλο, που ζητούσε τον αποκλειστικό έλεγχο κάθε μορφής οικονομικής δραστηριότητας, από την μαζική βιομηχανική παραγωγή, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια της αγοράς.

Όμως στην πραγματικότητα η οικονομία μιας χώρας και η αλληλεπίδρασή της με το διεθνές περιβάλλον, είναι μια διαδικασία χαοτική, με την έννοια ότι περιλαμβάνει έναν τεράστιο αριθμό παραμέτρων, τις οποίες φυσικά δεν υπάρχει καμμία κυβέρνηση –οσοδήποτε σοφή, εμπνευσμένη και καλά οργανωμένη κι αν είναι- που να μπορεί να τις προβλέψει και να τις διαχειριστεί με στοιχειώδη επάρκεια.

Έτσι, η απαίτηση να ρυθμίζεται κεντρικά από το κράτος κάθε πτυχή της αγοράς, ακόμα και τι ώρα ή σε ποια ποσότητα θα παραχθεί το ψωμί σε οποιαδήποτε γωνιά της χώρας, εισάγει στο σύστημα τεράστια ποσά εντροπίας, που δεν είναι επ’ ουδενί διαχειρίσιμα. Ένα τέτοιο σύστημα είναι θνησιγενές και πάσχει από δυσκαμψία, ενώ απαιτεί μια τερατώδη γραφειοκρατία ώστε να λειτουργήσει, μέχρι μοιραία να καταρρεύσει.

Αυτός, σε συνδυασμό με την έλλειψη δημοκρατίας, είναι κατά τη δική μας ανάλυση ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός ηττήθηκε κατά κράτος στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, ανοίγοντας διάπλατα τον δρόμο στον αχαλίνωτο Νεοφιλελευθερισμό.

Σε τελική ανάλυση, αμφισβητείται έντονα κατά πόσον το πυραμιδοειδές άκαμπτο μοντέλο διοίκησης που δοκιμάστηκε, υπηρετούσε το βασικό πρόταγμα της κατοχής των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη. Στην πράξη αυτά είχαν περιέλθει στον δικαιωματικό έλεγχο μιας κομματικής ελίτ, που ταυτόχρονα ήλεγχε κάθε πτυχή της κοινωνικής δραστηριότητας, πέρα από την οικονομική.

Από αυτήν την άποψη, το καπιταλιστικό σύστημα αποδείχτηκε πολύ πιο ευέλικτο και προσαρμοστικό στις πραγματικές συνθήκες, γι’ αυτό και βγήκε νικητής, παρά τις εγγενείς του αντιθέσεις και την τυφλή του αρπακτικότητα. Θα ήτανε λοιπόν καλό να διδαχτούμε ορισμένα πράγματα από αυτό, ιδιαίτερα εφόσον θα είμαστε αναγκασμένοι να το ανταγωνιστούμε.

Εδώ φτάνουμε στην πολύπαθη έννοια της Ελεύθερης Αγοράς. Έχει ειπωθεί πάρα πολλές φορές, ότι η ελεύθερη αγορά έχει την ικανότητα να αυτορυθμίζεται, πράγμα που στην πράξη δεν αποδείχτηκε αληθές. Όμως ας εστιάσουμε την κριτική μας ματιά λίγο βαθύτερα σ’ αυτό το ζήτημα.

Στην πραγματικότητα η αγορά αποτελεί μια πολύπλοκη ανθρώπινη δραστηριότητα, ένα πολλαπλά διασυνδεόμενο χαοτικό υπερσύστημα, εντός του οποίου ισχύουν οι ίδιοι νόμοι και περιορισμοί που διαπνέουν όλα τ’ ανάλογα συστήματα: κοινωνίες, οικοσυστήματα, ακόμα και περίπλοκους οργανισμούς όπως ο ίδιος ο άνθρωπος.

Πράγματι, τέτοιου είδους συστήματα διαθέτουν εγγενώς την ικανότητα να αυτορυθμίζονται, ωστόσο μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Για να συμβεί αυτό, η αγορά θα πρέπει να καταμεριστεί σε μεγάλο αριθμό παικτών, εκ των οποίων κανένας δεν θα μπορεί να κυριαρχήσει πλήρως επί των υπόλοιπων, ούτε θα μπορούν κάποιοι λίγοι να συμφωνήσουν υπόγεια, ώστε να την ελέγξουν. Ο κλασικός καπιταλισμός θεωρεί μέγιστο κακό τη δημιουργία μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων. Αυτά στη θεωρία.

Στην πραγματικότητα η έννοια της ελεύθερης αγοράς, ακριβώς επειδή διαθέτει ένα ποσοστό αλήθειας στη βασική της σύλληψη, έχει χρησιμοποιηθεί δολίως, ως δούρειος ίππος, ώστε να δικαιολογήσει την έκρυθμη επιβολή του ανεξέλεγκτου κεφαλαίου σε όλο τον πλανήτη. Ουσιαστικά η παγκόσμια αγορά μόνο ελεύθερη δεν είναι.

Ενώ ο Νεοφιλελευθερισμός καταγγέλλει σθεναρά κάθε προσπάθεια ελέγχου του κεφαλαίου από τα κράτη, στην πράξη έχει συστήσει πανίσχυρους υπερεθνικούς οργανισμούς που κανοναρχούν τα κράτη και τις παγκόσμιες αγορές, όπως το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ κ.λπ., και δείχνει συνεχώς τάσεις προς τη συσσώρευση, έτσι που ελάχιστες εταιρείες ελέγχουν σε συντριπτικό βαθμό την παγκόσμια οικονομία κι οι τράπεζες έχουν καταστεί «too big to fail», αξιώνοντας από τους λαούς να πληρώνουν τις ζημιές τους, ενώ δεν συμμετέχουν στα κέρδη τους.

Σε τελική ανάλυση, κάθε φυσικό ή ανθρωπογενές χαοτικό σύστημα έχει τους ενδογενείς και τους εξωτερικούς του περιορισμούς και μόνο υπό αυτές τις συνθήκες κατά τ’ άλλα αυτορυθμίζεται.

Η διαλεκτική σύνθεση των παραπάνω, καταλήγει στα εξής: το κράτος υπηρετεί τη Λειτουργική Τάξη και μόνο αυτή, όπως δείξαμε προηγουμένως, κατά την ανάπτυξη του προτύπου της Ελληνικής Πολιτείας. Υπ’ αυτήν την έννοια, ό,τι ανήκει στο κράτος ανήκει αυτομάτως στη Λειτουργική Τάξη, δηλαδή στον λαό.

Στην Ελληνική Πολιτεία ανήκουν αποκλειστικά οι φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, ορυκτός πλούτος, νερά, φυσικά οικοσυστήματα, αλλά και τα ενεργειακά δίκτυα κ.λπ. τα οποία έχουν πληρωθεί από γενιές ολόκληρες Ελλήνων. Η Πολιτεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισης κι εκμετάλλευσης αυτών των πόρων. Θα δίνεται η δυνατότητα σύμπραξης με άλλα κράτη ή με ιδιωτικές εταιρείες, υπό την αυστηρή προϋπόθεση (που θα προτείνουμε να συμπεριληφθεί στο νέο Σύνταγμα) ότι η Πολιτεία δεν θα μπορεί να διαθέτει ποσοστό μικρότερο του 51%.

Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην ενεργειακή αυτονομία της χώρας, αξιοποιώντας όλες τις εναλλακτικές ενεργειακές πηγές, με σεβασμό στο περιβάλλον και δίχως τη φαραωνική αποικιοκρατική αντίληψη που χαρακτηρίζει τη δήθεν πράσινη ανάπτυξη, όπως την έχουμε μάθει μέσα στα νεοφιλελεύθερα πλαίσια.

Η υπόλοιπη οικονομική δραστηριότητα θα είναι ελεύθερη, ωστόσο η Ελληνική Πολιτεία διατηρεί το δικαίωμα να θέτει τους απαιτούμενους περιορισμούς και τις απαραίτητες προϋποθέσεις (εργατικό δίκαιο, περιβαλλοντικούς όρους, φορολογία κ.λπ.), ώστε η αγορά να λειτουργεί ομαλά και να διατηρούνται οι συνθήκες αυτορρύθμισης της. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα ενθαρρυνθεί ιδιαίτερα η μικρομεσαία ή μεγαλομεσαία οικονομική δραστηριότητα, έτσι ώστε η αγορά να καταμερίζεται στην πράξη σε μεγάλο αριθμό παικτών.

Η Πολιτεία, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τους πόρους που της ανήκουν αποκλειστικά, θα ιδρύει εταιρείες ιδιωτικού δικαίου. Αυτές θα τις διαχειρίζονται διοικήσεις, οι οποίες θα επιλέγονται μετά από ανοικτό διαγωνισμό. Η Πολιτεία, μέσω της βουλής ή τοπικά των λαοσυνάξεων, θα ελέγχει τα πεπραγμένα της εταιρείας, θ’ αποτιμά τα κέρδη και το εν γένει έργο της διοίκησης και θα θέτει τους στόχους για την επόμενη χρονιά, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και τις δεδομένες συνθήκες των καιρών. Έτσι εγγυάται τον κοινωνικό έλεγχο, σε συνδυασμό με την ανάγκη βιώσιμης ανάπτυξης.

Ο σύλλογος των εργαζομένων θα διαθέτει ποσοστό 15% των μετοχών (που δεν θα μπορεί να πουλήσει ή να παίξει στο χρηματιστήριο), έτσι θα συμμετέχει στα κέρδη της εταιρείας, αλλά και στις πιθανές της ζημιές.

Δεν έχουμε σκοπό να επαναλάβουμε λάθη του παρελθόντος, που μας έχουν κοστίσει πολύ ακριβά. Σε περίπτωση που μια διοίκηση φανεί ανίκανη ή διεφθαρμένη, θα αντικαθίσταται και τα μέλη της θα υφίστανται τις ποινικές συνέπειες. Εφόσον φανεί όμως ότι η ίδια η επιχείρηση δεν είναι βιώσιμη και προκαλεί συστηματικά ζημίες στον ελληνικό λαό, τότε η εταιρεία θα κλείνει ή θα αναδομείται ριζικά.

Δεν θέλουμε εργατοπατέρες, ούτε τη σημερινή δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία στην παραγωγική διαδικασία. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, θα εφαρμοστεί το ίδιο μέτρο και σε μεγάλες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα που θα λειτουργούν στη χώρα, εφόσον ξεπερνάνε κάποιο ποσό τζίρου.

Η κατοχή από τους εργαζόμενους μέρους του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, μπορεί ν’ ακούγεται εκ πρώτης όψεως ως προσπάθεια επιβολής πάνω στην ιδιωτική περιουσία. Στην πραγματικότητα όμως, διασφαλίζει τον ιδιοκτήτη από παράλογες διεκδικήσεις από πλευράς των εργαζομένων, από σαμποτάζ, καταστροφικές απεργίες κ.λπ., καθώς τους καθιστά συνυπεύθυνους για την επιβίωση της εταιρείας. Από την άλλη πλευρά διασφαλίζει στους εργαζόμενους ένα δίκαιο μερίδιο απ’ την υπεραξία που παράγουν. Φυσικά οι σύλλογοι εργαζομένων θα λειτουργούν βάσει του αμεσοδημοκρατικού προτύπου της Ελληνικής Πολιτείας και δεν θα υπάρχει ο νοσηρός εργατοπατερικός συνδικαλισμός που γνωρίσαμε ως τα σήμερα.

Ως προς τον σκληρό πυρήνα του δημόσιου τομέα, που όπως είπαμε θα είναι όσο το δυνατόν μικρότερος και λιγότερο κοστοβόρος απ’ ό,τι μέχρι σήμερα, λόγω του αποκεντρωμένου μοντέλου διοίκησης, θα πάψει να ισχύει το εξευτελιστικό μέτρο της μονιμότητας.

Πράγματι, η ιδέα της μονιμότητας στο δημόσιο, προέρχεται από τις απαρχές του άθλιου κομματικού πολιτικού συστήματος των Κοτζαμπάσηδων, αφού καθένας που ερχότανε στην εξουσία, απέλυε απ’ το δημόσιο όποιον δεν του ήταν αρεστός. Έτσι κάποια στιγμή νομοθετήθηκε η μονιμότητα, ώστε να προστατευτούν οι εργαζόμενοι από αυτό το αίσχος. Είχε όμως πολλές παρενέργειες κάτι τέτοιο, τις οποίες όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε.

Όπως προκύπτει από την περιγραφή του μοντέλου της Ελληνικής Πολιτείας, η δημόσια διοίκηση υποχρεωτικά θα δομηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε το σύστημα να λειτουργεί ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που βρίσκονται στη βουλή ή στην κυβέρνηση. Έτσι κι αλλιώς δεν θα υπάρχουν πλέον κόμματα, να ευνοούν τους δικούς τους.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η μονιμότητα δεν έχει πια να προσφέρει τίποτα θετικό, ενώ διατηρεί στο ακέραιο όλα της τ’ αρνητικά. Εμείς θέλουμε πλήρη και αποκλειστική εργασία για όλους τους Έλληνες, με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Τούτο θα ισχύσει τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Κανείς δεν θα διαθέτει προνόμια στην Ελληνική Πολιτεία.

Μιλώντας για τον ιδιωτικό τομέα, θα λέγαμε ότι πρόκειται για το μεγάλο πρόβλημα της χώρας τούτη την ώρα. Οι σχεδόν τέσσερις δεκαετίες κατά τις οποίες η ελληνική παραγωγική δραστηριότητα βρέθηκε υπό την κυριαρχία της ΕΟΚ-ΕΕ, την οδήγησε σε απαξίωση και σχεδόν πλήρη αφανισμό. Έχει γίνει κοινός τόπος πια, ότι «η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα». Τούτο μπορεί να μην είναι απόλυτα ακριβές, ωστόσο πλησιάζει επικίνδυνα στην πραγματικότητα.

Για να γίνει αυτόνομη κι ελεύθερη η χώρα, έχει ανάγκη πάνω απ’ όλα από μια σοβαρή και στοχευμένη ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, με γνώμονα την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω». Η Μεταβατική Κυβέρνηση θα πρέπει να φέρει εις πέρας αυτό το έργο, που δεν θα σταματήσει ποτέ να εξελίσσεται, στα πλαίσια της Ελληνικής Πολιτείας.

Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση θα ξεπεραστεί, μόνο εάν η χώρα ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, τη δημιουργική ψυχή-στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, εφόσον δηλαδή ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τ’ αδιέξοδα και ν’ ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία.

Είναι ή ώρα, στα πλαίσια της επώδυνης κοσμογονίας που καταστρέφει και γεννά παράλληλα, η μικρή αλλά πλούσια σε ποιότητες και μοναδικότητες Ελλάδα, μ’ ένα μεστό τεχνικό πολιτισμό, μ’ έναν λαό πολυμήχανο, ανθεκτικό αλλά παροπλισμένο και σε πλήρη σύγχυση, να διεκδικήσει ένα δικό της παρόν και μέλλον.

Φυσικά θα πρέπει να γίνει πάρα πολλή και συντεταγμένη δουλειά, πάνω στις λεπτομέρειες αυτού του εγχειρήματος. Το βασικό παραγωγικό πρότυπο ωστόσο, πάνω στο οποίο θα στηριχθεί, είναι συνοπτικά το εξής:

Ως προς τον πρωτογενή τομέα κι ιδιαίτερα την αγροτική παραγωγή, η αρχική μας επιδίωξη θα είναι να εξασφαλίσουμε την εσωτερική διατροφική επάρκεια, πράγμα το οποίο ευτυχώς δεν είναι και τόσο δύσκολο στην πραγματικότητα. Έμφαση θα δοθεί στην εκ νέου επαναφορά της ελληνικής συνεταιριστικής παράδοσης, που βοήθησε παραδοσιακά την ευημερία των Ελλήνων, ακόμα και μέσα στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Η κυβέρνηση θα παρέχει τεχνογνωσία και κάθε δυνατή βοήθεια και κίνητρο, ώστε η αγροτιά της χώρας να πάρει και πάλι συλλογικά τη ζωή της στα χέρια της, δίχως αγροτοπατέρες και με βάση την πικρή εμπειρία των κομματικών συνεταιρισμών που δυσφήμισαν την ίδια την συνεταιριστική ιδέα. Δεν θα επιτρέψει κανείς να επαναληφθούν τα ίδια τραγικά λάθη που μας έφεραν στην καταστροφή.

Στην επόμενη φάση θα δοθεί ιδιαίτερο βάρος προς την κατεύθυνση της αγροτικής παραγωγής υψηλής υπεραξίας, με εξαγωγικό προσανατολισμό. Η Ελλάδα θα γίνει γνωστή παγκοσμίως για τα διατροφικά προϊόντα υψηλής ποιότητας –λάδι, μέλι, κρασί, κρέας, τυριά, γιαούρτι κ.ά.- και θα δοθεί έμφαση στα βιολογικά προϊόντα. Θα απαγορευτεί σε όλη τη χώρα η χρήση διαγονιδιακών ειδών (τα κοινώς λεγόμενα «μεταλλαγμένα») και η Ελλάδα θα κηρυχθεί ελεύθερη ζώνη.

Τέλος θα διερευνηθεί και η πολλά υποσχόμενη και δυναμική οικονομικά καλλιέργεια της κάνναβης, για βιομηχανικούς, ιατρικούς και ψυχαγωγικούς σκοπούς. Η τεράστια ώθηση που θα δώσει κάτι τέτοιο στον ελληνικό τουρισμό και στη μεταποιητική βιομηχανία, αποτελεί ιδιαίτερα δελεαστική ιδέα για μια κοινωνία ανοικτόμυαλη και παραγωγική, ώστε να την αγνοήσει κανείς.

Ως προς τον μεταλλευτικό τομέα, η εκμετάλλευσή του θα γίνει όπως είπαμε από κρατικές εταιρείες ιδιωτικού δικαίου, με έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος και της φυσικής καλλονής της χώρας, αλλά κυρίως με διασύνδεση με τη μεταποιητική βιομηχανία, ώστε να παράγεται τελικά υψηλή υπεραξία από τα προϊόντα της εξόρυξης και να καλύπτεται το κόστος αποκατάστασης του περιβάλλοντος, όπου αυτό χρειάζεται.

Στον δευτερογενή τομέα, στόχος μας είναι η ανάπτυξη ελαφριάς βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας, με προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Θα αξιοποιηθεί η ανεξάντλητη επινοητικότητα των Ελλήνων, η οποία μέχρι σήμερα βρήκε μπροστά της το ελλαδικό κράτος ως απηνή εχθρό, σε μια διαδικασία εμπνευσμένης σύνθεσης της πιο σύγχρονης και ήπιας κατασκευαστικής τεχνολογίας με την πιο έγκυρη πολύτιμη μαστορική παράδοση.

Μελετούμε την έξυπνη διασύνδεση και συνέργεια πολλών μικρών αποκεντρωμένων επιχειρήσεων, τεράστιας συλλογικής ισχύος, με αρετές βιωσιμότητας, ανταγωνιστικότητας, ευελιξίας και ευστάθειας, που γεννούν πράγματα τα οποία άλλοτε ήταν ανέφικτα κι ανεφάρμοστα.

Με καθαρό μυαλό και ψυχή, εστιάζοντας σε απλές αλήθειες γύρω μας, σχεδιάζουμε να υπερβούμε την παραγωγή φαντασιώσεων και να περάσουμε στην παραγωγή πραγματικών αξιών.

Μεγάλη έμφαση θα δοθεί στη δημιουργία start up εταιρειών, κατά το πολύ επιτυχημένο μοντέλο της Νέας Ζηλανδίας, αφού φυσικά το μελετήσουμε σε βάθος και το προσαρμόσουμε στα δικά μας μέτρα και ανάγκες.

Στα πλαίσια αυτά, εξυπακούεται ότι θα δοθεί μεγάλη έμφαση στην έρευνα και κίνητρα στους νέους επιστήμονες-ερευνητές να ιδρύσουν τις δικές τους παραγωγικές μονάδες, με τη συμπαράσταση της Ελληνικής Πολιτείας. Θα συνεργαστούμε με τα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας (και θα επαναφέρουμε όσα τυχόν κλείσουν κατά τα χρόνια της κατοχής), ώστε αυτά να αναβαθμιστούν το μέγιστο και να συμβάλουν δυναμικά στην ανάπτυξη της νέας ελληνικής οικονομίας.

Τέλος, σε περίπτωση που κάποια παραγωγική μονάδα του ιδιωτικού τομέα εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες της, θα δίνεται η δυνατότητα στους εργαζόμενους να την αναλάβουν αυτοί, με την χορήγηση κατάλληλων πιστώσεων για επανέναρξη της λειτουργίας.

Ωστόσο θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι θα καταρτιστούν ασφαλιστικές δικλείδες, που θ’ αποκλείουν το σαμποτάζ από τους εργαζόμενους, προκειμένου να διώξουν τον ιδιοκτήτη και να πάρουν το εργοστάσιο. Επίσης, σε περίπτωση που το εργοστάσιο δεν καταφέρει να γίνει κερδοφόρο ούτε υπό την εργατική διοίκηση, τότε δεν θα υπάρχει άλλη πίστωση, ούτε τρίτη ευκαιρία. Το εργοστάσιο θα κλείνει και η περιουσία του θα περιέρχεται προς εκποίηση στο ελληνικό δημόσιο.

Για τον τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, πιστεύουμε ότι η συνεισφορά του στην ελληνική οικονομία θα πρέπει να περιοριστεί, σε σχέση με τους δύο βασικούς παραγωγικούς τομείς. Το σαθρό ελλαδικό μοντέλο της κατάρρευσης, υπό την αιγίδα πάντοτε της Ευρωκρατορίας, έφερε τη συντριπτική πλειοψηφία του οικονομικά ενεργού πληθυσμού να εργάζεται στον τριτογενή και το 82% περίπου του ΑΕΠ να παράγεται απ’ αυτόν.

Φυσικά δεν ξεχνάμε ότι σ’ αυτόν τον τομέα ανήκει και ο τουρισμός, η λεγόμενη «βαριά βιομηχανία» της χώρας. Το όραμά μας για τον τουρισμό είναι η χώρα να παρέχει αναβαθμισμένες και υψηλής ποιότητας τουριστικές υπηρεσίες με σκοπό την προσέλκυση τουρισμού με υψηλότερα βαλάντια. Ωστόσο το αποικιοκρατικό σύστημα του all inclusive δεν είναι επιθυμητό, καθώς μόνο τουριστική ανάπτυξη δεν προκαλεί, αντίθετα απομυζεί τις ελληνικές τουριστικές καλλονές, προς όφελος ξένων συμφερόντων.

Στόχος μας είναι να αναδείξουμε όλες τις εναλλακτικές μορφές τουρισμού –οικοτουρισμό, διατροφικό τουρισμό, θρησκευτικό τουρισμό κ.ά- ώστε να υπάρχει ροή τουριστικού συναλλάγματος καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, όχι μόνο τέσσερις με έξι μήνες, όπως συμβαίνει σήμερα. Η συνεταιριστική λογική θα φανεί χρήσιμη και σε τούτη την περίπτωση, ιδιαίτερα σε περιοχές τεράστιου φυσικού κάλλους, που όμως δεν διαθέτουν μέχρι σήμερα την απαιτούμενη προβολή.

Όλα τα παραπάνω, θα συνδυαστούν με ένα επενδυτικό κλίμα φιλικό προς την υγιή επιχειρηματικότητα (τονίζουμε το «υγιή»), με ελαχιστοποίηση της γραφειοκρατίας και με ένα φορολογικό σύστημα δίκαιο, σταθερό και πάνω απ’ όλα απλό.

Για παράδειγμα, θα σταματήσει να υπολογίζεται ΦΠΑ σε κάθε βήμα της παραγωγής και θα επιβάλλεται μόνο στο τελευταίο στάδιο, της λιανικής πώλησης.

Με κινήσεις όπως αυτή, αλλά και με πολλές άλλες, η χώρα θα γίνει μαγνήτης σοβαρών επενδύσεων, ενώ θα γίνει εφιάλτης κάθε λογής αρπακτικών, υπεράκτιων εταιρειών και κερδοσκόπων, οι οποίοι δεν θα περνάνε ούτε έξω από τα σύνορά μας, δια παν ενδεχόμενο.

Θα καταλήξουμε μιλώντας για την διανομή των εισοδημάτων. Όπως απέδειξε ο Άγγλος ερευνητής Ρίτσαρντ Γουίλκινσον, οι μεγάλες ανισότητες σε μια κοινωνία προκαλούν άμεσα κάθε λογής παθογένεια μέσα στα πλαίσια αυτής (http://www.nostimonimar.gr/i-kinoniki-pathologia-tis-ikonomikis-anisotitas-by-otto/ ). Ακόμα και η αδιαφορία για τη συμμετοχή στα κοινά, όπως και η εμπιστοσύνη που δείχνει ο κάθε πολίτης στους γύρω του, επηρεάζονται ισχυρά από την όξυνση των οικονομικών ανισοτήτων.

Από την άλλη πλευρά, η πλήρης εξίσωση έχει κι αυτή τις σκοτεινές της πλευρές. Στην πραγματικότητα αφαιρεί το κίνητρο και τη δημιουργικότητα, ώστε ο καθένας να οραματιστεί και να πετύχει κάτι καλύτερο απ’ αυτό που ήδη έχει. Γιατί άλλωστε να προσπαθήσει κανείς, όταν έτσι κι αλλιώς θα πάρει στο τέλος το ίδιο μ’ εκείνον που δεν προσπαθεί;

Ο Κοινωνισμός θεωρεί ότι και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να γίνει διαλεκτική σύνθεση των δύο αυτών αληθών παρατηρήσεων. Πιστεύουμε ότι η λύση σ’ αυτό το ζήτημα είναι να τεθεί όριο στη φτώχεια, όπως και στον πλούτο. Μια καλή διανομή, όπως εμφανίζεται στις σκανδιναβικές χώρες και στην Ιαπωνία, είναι όταν το ανώτερο οικονομικά 20% των πολιτών διαθέτει περίπου τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερο εισόδημα απ’ το κατώτερο 20%. Τούτο θα γίνει εφικτό με βάση το σκανδιναβικό μοντέλο, δηλαδή αναδιανομή μέσω της φορολογίας και του κοινωνικού κράτους.

Αν και γενική μας αρχή είναι ότι όποιος δουλεύει πρέπει να πληρώνεται, κι όποιος πληρώνεται θα πρέπει να δουλεύει, εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση: το κατώτερο εγγυημένο εισόδημα. Πιστεύουμε ότι αυτό θα έχει πολλαπλά οφέλη στην κοινωνία, ιδιαίτερα στο πεδίο της κοινωνικής συνοχής, θα βοηθήσει να ρυθμιστεί ορθολογικά η αγορά εργασίας, να αυξηθεί η καταναλωτική ζήτηση και θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη των τεχνών και των γραμμάτων, την οποία έχουμε σε περίοπτη θέση στο πρόγραμμά μας, όπως αναφέραμε συνοπτικά στο πρώτο μέρος αυτού του συγγράμματος.

Όσο περισσότερο πλούτο παράγει ο δημόσιος τομέας, όσο περισσότερα κέρδη αποφέρει ο ιδιωτικός μέσω της ορθολογικής φορολόγησης, αυτά θα μετατρέπονται σε κοινωνικό μέρισμα, υπό τη μορφή κοινωνικών παροχών και μείωσης των φόρων ή των ωρών εργασίας, όπως οφείλει κάθε ευνομούμενη Πολιτεία να πράττει.

Στα τέλη του 2015, ο διάσημος φυσικός Στίβεν Χόκινγκ μίλησε για την επερχόμενη εποχή της ρομποτικής, επισημαίνοντας τον κίνδυνο η εφαρμογή της μέσα σε καπιταλιστικό πλαίσιο, να επιφέρει τεράστια ανεργία και ανισότητα. Η τεχνολογική πρόοδος δεν μπορεί να αναχαιτιστεί, ούτε βέβαια αυτό θα ήταν κάτι επιθυμητό.

Το πρόβλημα έγκειται στο πολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται κάθε τεχνολογική καινοτομία κι όχι στην τεχνολογία καθαυτή. Άλλωστε το ιδιαίτερα χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο κατά τον Μεσαίωνα, δεν εμπόδισε την ανάπτυξη τεράστιων ανισοτήτων μεταξύ πλούσιων και φτωχών, ούτε την επιβολή της Θεοκρατίας, της κορωνίδας των ολοκληρωτικών πολιτικών θεωριών, άρα δεν είναι η τεχνολογία που γεννά τούτες τις καταστάσεις.

Εδώ βέβαια υπεισέρχεται μια βασική αρχή της μαρξιστικής θεώρησης, η οποία έχει αποδείξει την αξία της μέσα στο χρόνο: Κεφάλαιο δεν δημιουργούν οι μηχανές, ασχέτως αν αυτές αυξάνουν το επίπεδο παραγωγής. Το κεφάλαιο παράγεται μόνο από την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας.

Στην πραγματικότητα, εάν θεωρητικά έφτανε όλη η παραγωγή να κατασκευάζεται από ρομποτικά «χέρια», αν ακόμα και η αγορά υπηρεσιών καλυπτόταν από τα ρομπότ, όπως εικάζεται ότι θα συμβεί, τότε θα έσπαζε η αλυσίδα παραγωγής-κατανάλωσης και ο παγκόσμιος καπιταλισμός θα βίωνε το μεγαλύτερο κραχ όλων των εποχών, με τα προϊόντα να σαπίζουν στις αποθήκες, ενώ κανείς δεν θα ήταν σε θέση να τα καταναλώσει. Άλλωστε σε υπερπαραγωγή που δεν συμβάδιζε με το επίπεδο κατανάλωσης, οφείλονταν και τα προηγούμενα κραχ που έχει γνωρίσει ο καπιταλιστικός κόσμος.

Έτσι λοιπόν, η πλεονεξία και αδηφαγία του παγκόσμιου Νεοφιλελευθερισμού, τον οδηγεί τυφλά στην κατάργησή του. Ο Καπιταλισμός είναι ήδη ιστορικά ξεπερασμένος κι ακόμα δεν το έχει συνειδητοποιήσει. Όμως η πορεία προς αυτό το σημείο, όπου το κεφάλαιο ουσιαστικά θ’ αυτοκαταργηθεί, δεν πρόκειται να συμβεί ειρηνικά αλλά θ’ αποτελέσει μια μακρά κι επίπονη πορεία διαρκών κοινωνικών αναταραχών κι εκτεταμένων συγκρούσεων.

Γιατί όπως είπε και ο Χόκινγκ: «Αν οι μηχανές παράγουν όλα όσα χρειαζόμαστε, το αποτέλεσμα εξαρτάται από το πώς αυτά θα διανέμονται. […] Ο καθένας μπορεί να απολαύσει μια πολυτελή ζωή αν η ευμάρεια που παράγεται από τις μηχανές μοιράζεται, διαφορετικά περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να καταλήξουν άθλια φτωχοί αν οι ιδιοκτήτες των μηχανών συνεχίσουν το λόμπι κατά της αναδιανομής του πλούτου».

Με βάση το πρότυπο της Ελληνικής Πολιτείας και του οικονομικού της μοντέλου που αναπτύξαμε στα προηγούμενα, καθίσταται φανερό ότι η εν μέρει καπιταλιστική ανάπτυξη την οποία προκρίνουμε, είναι για μας ένα αναγκαίο κακό, προκειμένου η Ελλάδα να μπορέσει ν’ ανταπεξέλθει στον διεθνή ανταγωνισμό. Το όραμά μας δεν περιορίζεται σ’ αυτή την οικονομική οργάνωση, αλλά φτάνει μέχρι την οριστική απαλλαγή της ανθρωπότητας από το κεφάλαιο. Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, φαντάζει σχεδόν βέβαιο ότι μέσα στα επόμενα πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα θα βρεθεί μπροστά στο κατώφλι που έχει προβλεφτεί από τα μέσα του 20ου αιώνα, από διανοητές όπως ο Ι. Ασίμοφ, ο Α. Αϊνστάιν και ο Α. Κλαρκ: θα ενηλικιωθεί ή θα καταστραφεί και θα γυρίσει αιώνες πίσω.

Η Ελληνική Πολιτεία φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο της σ’ αυτήν την εξέλιξη, σε όσα την αφορούν και περνούν απ’ το χέρι της. Βάσει του μοντέλου άμεσης Δημοκρατίας που προτείνουμε, η τεχνολογική εξέλιξη (στην οποία η χώρα μας θα κατέχει περίοπτη θέση) δεν πρόκειται ν’ απειλήσει τα δικαιώματα του Ταξικού Έθνους. Όσο η ρομποτική θ’ αντικαθιστά την ανθρώπινη εργασία, όσο τα αγαθά θα παράγονται ευκολότερα και με χαμηλότερο κόστος, τόσο οι Έλληνες Πολίτες θα ωφελούνται απ’ αυτό. Οι ώρες εργασίας θα μειώνονται, ο παραγόμενος πλούτος θα διανέμεται ορθολογικά σε όλους. Με αυτόν τον τρόπο, σταδιακά θα φτάσουμε σε μια οικονομία προσανατολισμένη στους πόρους κι όχι στο κεφάλαιο. Σκοπεύουμε λοιπόν να συμβάλλουμε στην παγκόσμια μετεξέλιξη προς μια τέτοιου είδους οικονομία, όπως έχει ήδη προταθεί εμπεριστατωμένα, από το Project Venus, σε μια επιστημονική πρόταση για μια βιώσιμη και αειφόρα παγκόσμια οικονομία βασισμένη στις παραπάνω αρχές.

Σ’ εκείνο το σημείο το κίνημά μας όχι μόνο θα έχει ολοκληρώσει το έργο του, αλλά θα έχει να προσφέρει ένα εφαρμοσμένο πρότυπο διακυβέρνησης, που θα συνδυάζει την άμεση Δημοκρατία σε τοπικό επίπεδο, με τη δυνατότητα αυτή να κλιμακωθεί οργανωτικά σε διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο, προκειμένου η ανθρωπότητα να μπει στον επόμενο αιώνα ενωμένη κι έτοιμη για τη μεταπήδησή της στη διαστημική εποχή, πράγμα που κατά τη γνώμη μας αποτελεί το πεπρωμένο του ανθρώπου.

Δεν θα πρέπει να συγχέουμε το παραπάνω όραμα με τις νεοταξίτικες διακηρύξεις περί «παγκόσμιας διακυβέρνησης». Η ειδοποιός διαφορά (αφού όλες οι έννοιες έχουν πλέον σήμερα γίνει αντικείμενο κακόβουλης χρήσης) έγκειται στον τρόπο διανομής της ισχύος, σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Δεν μιλάμε βεβαίως για ένα παγκόσμιο ολοκληρωτικό καθεστώς, με τις πολυεθνικές και το χρηματιστηριακό κεφάλαιο να κανοναρχούν, αφού εξάλλου αυτά θα έχουν ήδη καταργηθεί, μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο.

Δεν θα θέλαμε να επεκταθούμε σε περισσότερα λόγια. Πιστεύουμε ότι έχει έρθει πια ο καιρός των πράξεων. Θα θέλαμε όμως κλείνοντας, να σκιαγραφήσουμε το όραμά μας, μέσω λίγων στίχων από την Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου:

«Οκτάνα θα πη, όχι πολιτικής, μια ψυχικής ενότητος Παγκόσμιος Πολιτεία (πιθανώς Ομοσπονδία) με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μίαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνην εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμόν εκάστου, διότι αυτή μόνον εν τέλει θα ημπορέση διά της κατανοήσεως, διά της αγωνιστικής καλής θελήσεως, ουδόλως δε διά της βίας, τας τάξεις και την εκμετάλλευσιν του ανθρώπου από τον άνθρωπον να καταργήση, να εκκαθαρίση επιτέλους!»

40 thoughts on “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  1. Η παρακμή της Ε.Ε. και ο άλλος δρόμος για τη χώρα μας
    Δεκεμβρίου 22, 2014
    Οι εν πολλοίς ανίκανοι, διεφθαρμένοι πολιτικοί μας, υπάλληλοι των ξένων συμφερόντων και των τοκογλύφων, αδυνατούν να έχουν μία ολιστική προσέγγιση για την πολυδιάστατη κρίση που ταλανίζει την πατρίδα μας εδώ και χρόνια, δεν έχουν ένα μακροπρόθεσμο γεωπολιτικό όραμα και, ως εκ τούτου, δε μπορούν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν τις βαθιές μεταβολές που έχουν λάβει χώρα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και στη δομή της Ε.Ε.
    Ίσως ξενίσει μερικούς αλλά θεωρώ ότι η παρακμή της Ε.Ε. και τα συνεπακόλουθα διαλυτικά φαινόμενα ξεκίνησαν το 1990 όταν με τη διάλυση του υπαρκτού σοσιαλισμού επήλθε η συνένωση των δύο Γερμανιών. Η τελευταία αναζωπύρωσε τη θεωρία του ζωτικού χώρου για την ενωμένη πλέον Γερμανία με αποτέλεσμα το νέο οικονομικό εθνικισμό του Δ! Ράιχ. Η δημιουργία της ευρωζώνης, η οποία κάθε άλλο παρά άριστη νομισματική ένωση ήταν, η υιοθέτηση του ευρώ σύμφωνα με τα πρότυπα του ισχυρού μάρκου και η συνακόλουθη συνθήκη του Μάαστριχτ απετέλεσαν τα βασικά εργαλεία για την επιβολή της Γερμανικής οικονομικής ηγεμονίας σε όλα τα θεσμικά επίπεδα της Ε.Ε. Παράλληλα, ο οικονομικός εθνικισμός οδήγησε, όπως ήταν φυσικό, σε μία υφέρπουσα γεωπολιτική επέκταση στην Ευρώπη (βλέπε πρώην Γιουγκοσλαβία και Ουκρανία).
    Επίσης, ένας άλλος παράγοντας έπαιξε σημαντικό ρόλο και επέτεινε τα προαναφερθέντα διαλυτικά φαινόμενα και την εντεινόμενη ανισότητα μεταξύ των Βόρειων χωρών της Ε.Ε. και των αντίστοιχων της ΝΑ Ευρώπης. Αυτός ήταν η ήδη από τη δεκαετία του ’80 επερχόμενη παγκοσμιοποίηση και η πλήρης απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου και εμπορευμάτων. Η μία διάσταση της παγκοσμιοποίησης συνδέεται με την υπερίσχυση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που δημιούργησε, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις για την πιστωτική επέκταση και τη συνακόλουθη υπερχρέωση των αδύναμων οικονομιών του Νότου. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων στις διεθνείς αγορές κατευθύνθηκαν προς χρηματοοικονομικά προϊόντα με υψηλές βραχυπρόθεσμες αποδόσεις και υψηλό ρίσκο αντί σε επενδύσεις στην πραγματική οικονομία όπου οι αποδόσεις είναι μικρότερες και έχουν μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Η δεύτερη διάσταση εστιάζεται στις διαπραγματεύσεις και τις συμφωνίες στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε έμφαση στα προϊόντα της Γερμανίας και των άλλων βόρειων χωρών με την υψηλή τεχνολογία σε βάρος των αντίστοιχων των χωρών του Νότου με χαμηλή προστιθέμενη αξία (αγροτικά κ.λπ.). Ο ανταγωνισμός από τα εισαγόμενα προϊόντα τρίτων χωρών, δεδομένου και του ακριβού ευρώ, αύξησε έτι περισσότερο το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στις χώρες του Νότου. Η συνακόλουθη πολιτική επιβολής ποσοστώσεων (βλέπε αγροτική παραγωγή) και περιορισμών σε άλλους τομείς της οικονομίας (βλέπε ναυπηγοκατασκευαστικός τομέας, αμυντική βιομηχανία) δεν άφησαν πολλά περιθώρια για τη δημιουργία ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου.
    Με βάση τα παραπάνω η επιμονή των συστημικών κομμάτων, των καναλιών και των δημοσιογράφων του ισχύοντος ολιγαρχικού συστήματος στο πρόταγμα ότι το ευρώ αποτελεί μονόδρομο αποτελεί μία ψευδαίσθηση που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία φόβου στους πολίτες ώστε οι γερμανοί επικυρίαρχοι, οι τοκογλύφοι και οι εγχώριοι δωσίλογοι υπάλληλοί τους να μπορούν να ασκούν ανεπηρέαστα την εξουσία τους και να διαχειρίζονται την business του αέναου χρέους. Η όποια διαπραγμάτευση δεν έχει νόημα και η χώρα μας δεν έχει μέλλον μέσα στο ευρώ. Ακόμη και εάν μηδενιστεί το χρέος οι προαναφερθέντες παράγοντες δεν θα επιτρέψουν στην Ελληνική οικονομία να ορθοποδήσει και να ακολουθήσει μία εθνική αναπτυξιακή στρατηγική. Οι «αντιμνημονιακοί» αιθεροβάμονες υποστηρίζουν ότι είναι δυνατό να αλλάξουν τις πολιτικές της λιτότητας εντός της ευρωζώνης με τη συνεργασία και των άλλων χωρών του Νότου. Δείχνουν να αγνοούν τελείως την ισχύ του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, την κερδοσκοπική βουλιμία των μεγάλων τραπεζών και των διεθνών funds και τον Γερμανικό οικονομικό εθνικισμό. Η Ε.Ε. πρέπει να επανασυσταθεί με ένα νέο θεσμικό πλαίσιο στη βάση μίας ένωσης ισότιμων και ανεξάρτητων κρατών, όπου ο αμοιβαίος σεβασμός και η αλληλεγγύη θα χαρακτηρίζουν τις κοινές πολιτικές και θα αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών.
    Η χώρα μας πρέπει συντεταγμένα να εγκαταλείψει την ευρωζώνη υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Όμως η υιοθέτηση του εθνικού νομίσματος αποτελεί μόνο την αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Η ικανή συνθήκη, όπως έχει καταδειχθεί από τα ιστορικά παραδείγματα άλλων χωρών, έχει σχέση με την λειτουργία των θεσμών στο πλαίσιο των οποίων οι βασικές προτεραιότητες πρέπει να είναι η εμβάθυνση της δημοκρατίας, το κράτος δικαίου και η μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων. Προς την κατεύθυνση αυτή απαιτούνται ορισμένα βασικά βήματα, όπως:
    1) Ο πλήρης κρατικός έλεγχος στο τραπεζικό σύστημα, που έχει ανακεφαλαιοποιηθεί με τα χρήματα των ελλήνων φορολογουμένων, αλλά και στην ελεγχόμενη από το εξωτερικό ΤτΕ, η οποία θα πρέπει να έχει το αποκλειστικό προνόμιο έκδοσης χαρτονομισμάτων. Εάν ένα κράτος δεν έχει το εκδοτικό προνόμιο δεν μπορεί να ακολουθήσει ανεξάρτητη οικονομική πολιτική ούτε να έχει εθνική κυριαρχία.
    2) Συντακτική εθνοσυνέλευση για την αναθεώρηση του συντάγματος. Υιοθέτηση ενός απλού και μόνιμου φορολογικού συστήματος και σημαντική μείωση των συντελεστών ΦΠΑ για τον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων. Στην περίπτωση αυτή δεν θα μειωθούν τα κρατικά έσοδα δεδομένης της ελαστικότητάς τους ως προς τους φορολογικούς συντελεστές με την αύξηση της ενεργού ζήτησης και τη μείωση της φοροδιαφυγής.
    3) Ο λογιστικός έλεγχος του δημοσίου χρέους και ο προσδιορισμός εκείνου που ενδεχομένως θεωρείται επαχθές ώστε το τελευταίο να απαλειφθεί. Kάθαρση στο πολιτικό σύστημα, διερεύνηση των σκανδάλων και τιμωρία των υπευθύνων που μας οδήγησαν στο σημερινό τραγικό αδιέξοδο. Να διεκδικηθούν με κάθε τρόπο το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, ο χρυσός που έκλεψαν οι Ναζί από την ΤτΕ και οι πολεμικές αποζημιώσεις. Επαναδιαπραγμάτευση του χρέους με βάση το διεθνές δίκαιο (βλέπε και το παράδειγμα του Ι.Μεταξά το 1938).
    4) Η επαναδιαπραγμάτευση της συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ ή απαγκίστρωση από αυτήν διότι η παρουσία μεγάλου αριθμού μεταναστών, πέραν της ανθρωπιστικής διάστασης, απειλεί την κοινωνική συνοχή και συνιστά κίνδυνο για την εθνική μας υπόσταση.
    5) Ένα εθνικό στρατηγικό σχέδιο για την ανασυγκρότηση της παραγωγικής δομής της χώρας με τη συνεργασία του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να υλοποιηθεί μία πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική με συμμαχίες που εξυπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα (ΑΟΖ κ.λπ.). Παραφράζοντας ένα γνωστό Βρετανό πολιτικό «η Ελλάδα δεν έχει μόνιμους φίλους ή εχθρούς, έχει μόνο μόνιμα συμφέροντα».
    Δυστυχώς, εδώ και πολλά χρόνια η Ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε παρακμή, χωρίς μαζική δυναμική αντίδραση ενώ έχει λησμονήσει το ακροτελεύτιο άρθρο του κουρελιασμένου πλέον συντάγματος της χώρας. Αλλά το πλέον απογοητευτικό φαινόμενο για το έθνος είναι η παρουσία τόσων πολλών δωσιλόγων και εθνομηδενιστών στην πολιτικά ζωή του τόπου οι οποίοι θα πρέπει να δώσουν απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα: α) Από πότε η προσφυγή στις περίφημες «αγορές», δηλαδή περισσότερος δανεισμός, μίας καταχρεωμένης και διαλυμένης στην ουσία οικονομίας αποτελεί success story; β) Πώς είναι δυνατόν οι δανειστές να έχουν την απαίτηση να αποπληρωθεί το ούτως ή άλλως μη βιώσιμο χρέος όταν με τα «μνημονιακά» μέτρα λιτότητας και υπερφορολόγησης ωθούν την οικονομία σε περαιτέρω ύφεση και διάλυση; Δυστυχώς οι φοβισμένοι πολίτες με το ραγιαδισμό που διακρίνει ορισμένους δε βλέπουν ότι οι επικυρίαρχοι έχουν άλλα σχέδια; Κρίμα!

    Δρ. Γιώργος Βαφειάδης, οικονομολόγος

  2. ΚΕΦΑΛΑΙΟ- ΕΡΓΑΣΙΑ. «ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ»

    ΑΘΗΝΑ 12-2-2008.

    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 16.

    Η οικονομική δραστηριότητα μιας χώρας αποτελεί μια διαδικασία πολυσχιδή και επίπονη με ιδιαίτερα λεπτές διεργασίες σε βαθμό που για να επιτευχθεί θετικό οικονομικό αποτέλεσμα απαιτείται η καλή συνεργασία ορισμένων παραγόντων. Οι καθοριστικότεροι φορείς -παράγοντες μιας επιτυχούς οικονομικής διαδικασίας είναι από την μια πλευρά οι οικονομικά επιφανείς, οι κάτοχοι του κεφαλαίου, δηλαδή του χρήματος, οι επιχειρηματίες και εργοδότες και από την άλλη πλευρά οι εργαζόμενοι, αυτοί δηλ. που παρέχουν την προσωπική εργασία τους και παράγουν το προϊόν της επιχειρήσεως. Ουδείς εκ των δυο αυτών κοινωνικών εταίρων δύναται να επιβιώσει αγνοώντας τον άλλο. Ούτε ο εργοδότης μπορεί να παράξει προϊόν χωρίς εργατικά χέρια ούτε ο εργαζόμενος να εργαστεί και να αμειφθεί χωρίς τον άνθρωπο ή τον φορέα που θα του δώσει εργασιακή στέγη.

    Κατά καιρούς βέβαια έχει επέλθει σύγκρουση εργοδοτών και εργαζομένων συνέπεια αντικρουόμενων συμφερόντων που είχαν να κάνουν με το ωράριο εργασίας, τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας στους εργασιακούς χώρους, τους μισθούς και τα ημερομίσθια, τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα κ.τ.λ. Πολλά από τα ζητήματα αυτά ελύθησαν με τρόπο λίαν αποτελεσματικό και φιλεργατικό επί εποχής του αειμνήστου Εθνικού κυβερνήτη και Πατέρα του Όχι Ι. Μεταξά, όπως η επιβολή της οκτάωρης απασχόλησης, η καθιέρωση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, η δημιουργία του Ι.Κ.Α κ.τ.λ. Νεότερα ζητήματα αντιμετωπίζονται άμεσα και υπευθύνως από τις μέριμνες που έχει σχεδιάσει ο Εθνικοκοινωνισμός όπως αναφέρθηκε π.χ. στην ενότητα για την Εθνική Οικονομία. Είναι συνεπώς ζήτημα απόδοσης τιμής για εμάς προς την εργαζόμενη τάξη η σύνδεση συνταξιοδοτικού και φορολογικών δηλώσεων και η απόδοση των ειλικρινώς δηλωθέντων εσόδων στους εργαζομένους με την μορφή βιώσιμων συντάξεων.

    Οι λύσεις πάντοτε βρίσκονται όταν υπάρχει βούληση και ουδέν άλυτο για τον Εθνικοκοινωνισμό. Άλλωστε και παλαιότερα επιδεικνυόταν η λεγόμενη καλή πίστη μεταξύ επιχειρηματιών και εργαζομένων και τα προβλήματα λυνόντουσαν με αμοιβαία συμβιβαστικά βήματα. Τότε όμως ο έμφυτος Πατριωτισμός κατεύθυνε τις πράξεις και ενέργειες των Ελλήνων, ακόμη και αυτές που σχετίζονται με την αγορά εργασίας. Οι εργαζόμενοι παράγουν το προϊόν τους γνωρίζοντας ότι προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στην Ελλάδα, οι δε επιχειρηματίες προσέφεραν ομοίως είτε με ευεργεσίες και κοινωφελή έργα είτε με αύξηση θέσεων εργασίας εγχώρια είτε με διεύρυνση της Ελληνικής επιχειρηματικότητας και του Ελληνικού μεριδίου αγοράς σε διεθνές επίπεδο. Εργοδοσία και εργαζόμενη τάξη ευρίσκοντο στην υπηρεσία της Ελλάδας εν αγαστή συνεργασία.

    Η βαθύτατα προσκείμενη στον Νεοταξικό Παράγοντα, που από πάντοτε ενέδρευε, Ελληνική Μεταπολιτευτική Πολιτικάντικη Νομενκλατούρα όμως με δόλια και άνομα οικονομικίστικα τερτίπια τύπου πανωτόκια επέβαλλε το οικονομικό γονάτισμα του Πατριωτικού Κεφαλαίου ενώ παράλληλα με ύποπτες παροχές και οικονομικές αβάντες δημιούργησε μια τάξη Νεόπλουτων που δυναμώνοντας αντιπαρείχαν στους Πολιτικάντηδες Πατερούληδες κάλυψη και πολιτική ισχύ για να κοροϊδεύουν υποσχεσιολογώντας τον «κυρίαρχο» Ελληνικό λαό. Έτσι φτάσαμε στη δημιουργία ενός Νεοταξικού κεφαλαίου που δεν διακρίνεται ούτε για Πατριωτικές ούτε για φιλεργατικές ευαισθησίες. Η κατάσταση αυτή βολεύει εκείνους, όπως οι Κομμουνιστές, που μιλούν ακόμη και σήμερα για δήθεν Πάλη των Τάξεων ενώ η αληθινή Πάλη διεξάγεται μεταξύ Πατριωτών και Νεοταξιτών.

    Ο Εθνικοκοινωνισμός τάσσεται αναφανδόν στο πλευρό των Πατριωτών και στην υποτιθέμενη πάλη των τάξεων προτάσσει την απολύτως συμβατή επίτευξη της Συμφιλιώσεως και Συνεργασίας των τάξεων επί ωφελεία της κοινής μας Πατρίδας Ελλάδος. Τα υγιή και Εθνικά ωφέλιμα έργα των επιχειρηματιών θα αμειφθούν από το Εθνικοκοινωνικό Κράτος, όπως καταδεικνύεται στην ενότητα περί Εθνικής Οικονομίας, οι Έλληνες εργαζόμενοι θα παραμείνουν πιστοί στην Πατρίδα τους και τα ψευτοδιλήμματα Φιλελεύθερων, Σοσιαλιστών και Κομμουνιστών θα πάψουν να διχάζουν το λαό εκμηδενιζόμενα.
    http://ethnikistikosagwn.blogspot.de/

  3. Constantine Kyritsis
    9 Ιανουαρίου στις 7:21 μ.μ.

    ΑΠΩΤΕΡΕΣ ΣΤΑΔΙΑΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟΥ/ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΠΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ.
    5 ΑΠΩΤΕΡΕΣ ΣΤΑΔΙΑΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟΥ/ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΠΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ.
    ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΟΜΜΑ Η ΜΙΑ ΝΕΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΟΝΟ ΑΛΛΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
    Θα μπορούσε να πει κανείς πως , δεν χρειάζονται σταδιακές αλλαγές στον καπιταλισμό, αλλά μια κάθετη κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας του καπιταλισμού, και του χρήματος, αν θέλουμε, να εξανθρωπίσουμε την κοινωνία προς μια πιο φιλική προς την ανθρώπινη ύπαρξη και την ζωή του πλανήτη. Ισως ναι.
    Αυτό όμως πάει παράλληλα, με την εξέλιξη της συνείδησης στα άτομα και το σύστημα των αρχών και αξιών που υιοθετούν.
    Ας υποθέσουμε εδώ πως η εξέλιξη της συνείδησης στα άτομα είναι αργή, και επομένως και η βελτίωση του μεικτού συστήματος που ζούμε (καπιταλισμός του ιδρωτικού τομέα και είδος σοσιαλισμού του κρατικού τομέα) είναι αργή και σταδιακή.
    Ποια θα ήταν τα βήματα επανα-ανθρωπισμού του οικονομικού συστήματος? Λέω επανα-ανθρωπισμού διότι όντως η ιστορία έχει πάρει «λάθος στροφές» που πραξικοπηματικά πρόδωσαν ορόσημα ελευθερίας και δημοκρατίας στην ανθρώπινη ιστορία όποτε χρειάζονται αποκατάσταση.Αυτα βεβαια ισως παρουν απο 10-ετιες μεχρι αιωνες για να γινουν. Σημασια ομως εχει να εχουμε και καποια συνειδηση του τι απο αυτα που υπαρχουν στην οικονομια ειναι αντι-ανθρωπινα και μερικες φορες διεκπεραιωνουν και καποια μισανθρωπια και πως ισως θα επρεπε να λειτουργει το πολιτειακο/οικονομικο συστημα για να ειναι με περισσοτερη ανθρωπια και κοντυτερα στην φυση της ανθρωπινης υπαρξης.
    Τα 5 αυτα σταδια, στον συνδυασμο τους συνδυαζουν α) Την ελευθερια του ιστορικου καπιταλισμου, εναντι της ανελευθεριας του ιστορικου σοσιαλισμου β) Τις μειωμενες ανισοτητες του ιστορικου σοσιαλισμου εννατι των μεγαλων ανισοτητων του ιστορικου καπιταλισμου.Το πετυχαινουν αυτο μεσω της αμεσης δημοκρατιας και ειδικων κανονων της ατομικης ιδιοκτησιας και οικονομιας
    Ενα πολυ σημαντικο στοιχειο στα παρακατω ειναι πως Για να λειττουργει ενα τετοιο οικονομικο συστημα οπως το παρακατω, πρεπει να υπαρχει αμεση δημοκρατια,και για να λειτουργει σωστα η αμεση δημοκρατια χωρις να προδιδεται απο το χρημα, πρεπει να λειτουργει ενα τετοιο οικονομικο συστημα .
    Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΔΙΔΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΠΑΙΤΕΙ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΝΑ ΕΧΕΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ . ΑΛΛΟΙΩΣ ΘΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΟΤΙ ΕΠΑΘΕ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΟΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ.
    ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ ΟΤΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΕΧΕΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΙΑ ΕΞΑ- ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. ΑΛΛΟΙΩΣ ΘΑ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΗΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ
    ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ 5 ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗΝ ΑΛΛΗΛΟ ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ.
    Παραθέτω εδώ 5 βασικά στάδια επανα-ανθρωπισμού του οικονομικού συστήματος.
    1) Το πρώτο και πιο επείγον είναι είναι ο επανα-ανθρωπισμός του νομισματικού/χρηματοπιστωτικου συστήματος
    1.1 Το επίσημο κρατικό (η διακρατικό) νόμισμα εκδίδεται από έναν μη-κερδοσκοπικο 100% κρατικό (η διακρατικό) οργανισμό. Επομένως αυτός ο οργανισμός δεν είναι τράπεζα. Ο λόγος? Όταν το χρήμα εκδίδεται είναι δημόσιο αγαθό και ανήκει σε όλους τους πολίτες. Πρέπει να είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός διότι είναι απαράδεκτο ηθικά και κοινωνικά οποιοδήποτε κέρδος, από αυτούς που εκδίδουν το χρήμα από το μηδέν. Το παραπάνω δεν αποκλείει τοπικά και παράλληλα εναλλακτικά νομίσματα. Απόρροια αυτού είναι επίσης και το ελάχιστο εγγυημένο επίδομα επιβίωσης σε όλους και όλες τις ηλικίες, ανεξάρτητα αν κάποιος εργάζεται η όχι. Επίσης η αρχική ελάχιστη περιουσία νοικοκυριού κάθε ατόμου που γεννιέται, ως υποχρεωτική κληρονομιά του πολιτισμού στο άτομο.
    1.2 Η κυκλοφορία του χρήματος στην κοινωνία γίνεται κατά πάνω από 80% με κρατικές επενδύσεις , επιδόματα, μισθούς κλπ και λιγότερο από 20% με δανεισμό μέσω του τραπεζικού συστήματος. Ο λόγος? Ώστε να μην δημιουργείται το φαινόμενο της υπερχρεωμένης κοινωνίας, και των περιοδικά επανερχόμενων καταστροφικών δανειακών κρίσεων. Με αυτον τον τροπο το ποσοστο των δανειων στο συνολο του ερνεγητικου , σε μια επιχειρηση, που τωρα ειναι κατα μεσο ορο 66%, θα πεση σε κατω απο 33%.
    2) Το δεύτερο είναι το πλέον θεμελιακό και είναι ο επαν-ανθρωπισμός της ατομικής ιδιοκτησίας, σε τρεις διαβαθμίσεις.
    2.1) Η πρώτη και ισχυρότερη διαβάθμιση της ατομικής ιδιοκτησίας είναι η συνήθης έννοια της, ατομικής ιδιοκτησίας του νοικοκυριού. Υπάρχει ένα ελάχιστο μέγεθος πλούτου νοικοκυριού που κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει. Άστεγοι και εξαθλιωμένα φτωχοί δεν είναι αποδεκτό φαινόμενο. Όμως υπάρχει και ένα άνω όριο πλούτου νοικοκυριού, που είναι αποδεκτό.
    2.2) Οτιδήποτε παραπάνω (surplus wealth) , συνεχίζει να ανήκει στο άτομο, αλλά με ένα πιο ασθενή τρόπο, την δεύτερη διαβάθμιση ατομικής ιδιοκτησίας. Δηλ δεν έχει δικαίωμα να κάνει χρήση της αλλά μόνο ως ενεργητικό (η ίδια κεφάλαια) ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΩΝ επιχειρήσεων που προσφέρουν προϊόντα η υπηρεσίες στην κοινωνία. Δηλ δεν μπορεί να αντλεί μερίσματα από αυτά τα κεφάλαια για χρήση στον ατομικό του πλούτο του νοικοκυριού (που έχει γίνει ο μέγιστος αποδεκτός) Αυτό όμως δεν σημαίνει πως όλες οι επιχειρήσεις είναι μη κερδοσκοπικές. Προφανώς τέτοιες επιχειρήσεις είναι κέντρα κοινωνικής εξουσίας, και το κίνητρο συνήθως για άτομα που τις κατέχουν είναι η κοινωνική εξουσία, και όχι, ο πλούτος του νοικοκυριού.
    2.3) Όταν το μέγεθος του ενεργητικού, αλλά και το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων ενός ατόμου η ομίλου, ξεπεράσει ένα προαποφασισμένο μέγεθος, οπωσδηποτε μικροτερο του μεγεθους της περιουσιας του δημοσιου, τότε αυτόματα ότι ποσό παραπάνω , περνά με μετοχές στην κυριότητα του δημόσιου. Ο λόγος? Μια επιχείρηση η ένας όμιλος επιχειρήσεων που ανήκει στο ίδιο άτομο η ομάδα, και επομένως είναι κέντρο κοινωνικής εξουσίας, δεν είναι αποδεκτό να αποκτά εξουσία μεγαλύτερη εκείνη του (αμεσο-δημοκρατικου) κράτους. Αυτό που περνά στην κυριότητα του δημοσίου, ελέγχεται φυσικά από το (αμεσοδημοκρατικο) δημόσιο, αλλα τιμητικά αναφέρεται ως δωρεά του ατόμου που αρχικά ανήκε, και αυτή είναι η τρίτη (τιμητική) και ασθενέστερη μορφή ατομικής ιδιοκτησίας.
    3) Ο Τρίτος επαν-ανθρωπισμός είναι αυτός της ιδιωτικης επιχείρησης (εταιρείας) . Η κυριότητα μιας επιχείρησης μέσω του ιδίου κεφαλαίου, από άτομα εκτός της επιχείρησης, όσο αφανής και αν φαίνεται είναι στην πραγματικότητα μορφή οικονομικής δουλείας στους εργαζόμενους, και πηγή ψυχολογικής αλλοτρίωσης της συνείδησης τους, που αντιβαίνει με τις αρχές αυτό-υπεθυνοντητας και ελευθερίας που απαιτεί η εξέλιξη της ανθρώπινης ψυχικής συνείδησης. Έτσι οι μόνοι κεφαλαιούχοι, μιας επιχείρησης κυριως μπορεί να είναι μόνο οι εργαζόμενοι σε αυτήν ειτε το δημοσιο. Οι αλλοι ιδιωτες κεφαλαιουχοι που δεν ειναι εργαζομενοι στην επιχειρηση εχουν περιορισμενη κυριοτητα π.χ. συνολικα ολοι μαζι , μεχρι 20%. Τελος για να μην υπάρχουν άτομα-εργαζόμενοι-ιδιόκτητες με δραματικά μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκτησίας σε σχέση με άλλους, υπάρχει ένα προκαθορισμένο όριο στην απολυτη διαφορα των ποσοστων, ιδιοκτησίας που δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Έτσι κανείς δεν μπορεί να γίνει το κεφαλαιουχικό αφεντικό των υπόλοιπων. Οι αποφάσεις στην επιχείρηση παίρνονται αμεσο-δημοκρατικά με ψηφοφορίες, χωριστά και διπλές τόσο των υφιστάμενων όσο και των προϊσταμένων. Φυσικα αυτα αφορουν την ιδιωτικη επιχειρηση διοτι για τις 100% κρατικες επιχειρησεις, η παρεμβαση του (αμσοδημοκρατικου) κρατους ειναι με δημοκρατικοτερους κανονες, και αναποφευκτα οι εργαζομενοι δεν θα εχουν την μεγιστη κυριοτητα της επιχειρησης.
    4) Ο τέταρτος επανα-ανθρωπισμός είναι αυτός των χρηματιστηρίων. Όλες οι μετοχές (εξωτερικές) μιας επιχείρησης βγαίνουν στο χρηματιστήριο με μια τιμή που ταυτίζεται με την λογιστική τιμή και που ποτέ δεν αλλάζει. Οι αγοραπωλησίες γίνονται με ουρες αναμονής και αποκτά κάποιος μια μετοχή σε μια τιμή στην οποία ίδια τιμή υποχρεωτικά θα την πουλήσει όταν δεν τη θέλει. Μπορεί να ελπίζει να κερδίσει μόνο από τα μερίσματα, της πραγματικής επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης, και όχι από τα ανεβοκατεβάσματα φούσκες-τζογος της προσφοράς και της ζήτησης. Σε καμιά περίπτωση όμως έτσι δεν θα μπορεί να χάση.
    5) Ο 5ος επαν-ανθρωπισμός είναι αυτός τους δημόσιου τομέα και της οικονομίας μακρο-οικονομικά.
    5.1) Ο δημόσιος πλούτος, δεν μπορεί να είναι μικρότερος, του συνόλου του πλούτου του ιδιωτικού τομέα ως ενεργητικό επιχειρήσεων, και ατομικών νοικοκυριών. Ο λογος? Δεδομένου πως το χρήμα είναι μια παράλληλη και ιεραρχική εξουσία στην κοινωνία δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη οικονομική του δημοσίου. Αυτό όμως απαιτεί το δημόσιο να λειτούργει πολιτειακά , με την ΑΜΕΣΗ ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ , όχι την ημι-άμεση η την αντιπροσωπευόμενη δημοκρατία. Έτσι αποκλείονται φαινόμενα όπως στην Σοβιετική ένωση όπου πάλι μια ολιγαρχία στο όνομα του κοινού καλού εξασκούσε τυραννία στην πλειοψηφία.
    5.2) Είναι ευρέως γνωστό από εκατοντάδες μελέτες, πανεπιστήμιων και του ΟΗΕ, πως οι οικονομικές ανισότητες στην κοινωνία, δημιουργούν αυξημένη εγκληματικότητα, ψυχικές αρρώστιες, αυτοκτονίες, έλλειψη επιχειρηματικής εμπιστοσύνης, χαμηλή απόδοση μάθησης των νέων κλπ Οι ανισότητες στην κοινωνία μετρούνται (π.χ. ο δείκτης Gini) και υπάρχει ένα ανώτατο αποδεκτό όριο. Όταν μετριέται κάτι παραπάνω, εξασκούνται έκτακτα κοινωνικά, φιλανθρωπικά, οικονομικά-φορλογικα κλπ μέτρα, που επανα-αποκαθιστούν τις μειωμένες οικονομικές ανισότητες.
    5.3) Υπάρχει ένα ελάχιστο ποσό στον ετήσιο δημόσιο προϋπολογισμό, για την προστασία του περιβάλλοντος των δασών και της φύσης , όχι μόνο εντός της χώρας αλλά για όλον τον πλανήτη, το οξυγόνο του , τα δάση του και την ζωή του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s