ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Όσοι εκ των αναγνωστών ενδιαφέρονται και διαθέτουν επαρκείς γνώσεις και μέθοδο διδασκαλίαςεπί των διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων που αναγράφονται στίν εκάστοτε σελίδα σχολειό, μπορούν να καταχωρούν σχετι κά με την θεματολογία κείμενα, ποιοτικού και ουσιώδους περιεχομενου.

Μια και οι ενδιαφερόμενοι θα προέρχονται από όλες τις ηλικίες και θα είναι διαφορετικού επιπεδου παιδείας, εκπαίδευσης και ικανοτήτων, οφείλουμε να δομήσουμε το προσφερόμενο γνωστικό υλικό και τις διδακτικές μεθόδους κατά τρόπον που να ανταποκρίνεται σε αυτές τις ηλικιακές και γνωστικές διαφορες.

Το γνωστικό υλικό τις εκάστοτε θεματολογίας στην σχετική σελίδα σχολειό, να το δομήσουμε και κατανέμουμε αρχικά σε 7 επίπεδα γνωστικού περιεχομενου και ποιότητας.

1. Επίπεδο

Για Συνέλληνες επιπεδου γραμματικών γνώσεων Γυμνασίου.

2. Επίπεδο

Για Συνέλληνες επιπεδου γραμματικών γνώσεων Λυκείου.

3. Επίπεδο

Για Συνέλληνες γραμματικού επιπεδου Λυκείου και επαγγελματικών σχολών.

5. Επίπεδο

Για Συνέλληνες γραμματικών γνώσεων ανωτερων σχολών.

6. Επίπεδο

Για Συνέλληνες γραμματικών γνώσεων επιπεδου ανωτατων σχολών.

7. Επίπεδο

Για Συνέλληνες γραμματικών γνώσεων εξειδίκευσης επί των εκάστοτε γνωστικών αντικειμένων.

Η συμμετοχη είναι προαιρετική και χωρίς πληρωμή, καθότι λείπουν οι οικονομική πόροι. Οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν θα συνεισφέρουν αχρημάτιστα, υπηρετώντας την ιδέα και το κοινωνικό σύνολο που θα καρπούται αυτών των γνώσεων.

Σύγχρονες Κοινωνίες και Αρχαία Ελληνική Σκέψη

Παρά την μεγάλη οικονομική κρίση που περνάμε, ο κόσμος που έρχεται είναι γεμάτος από ευκαιρίες! Περισσότερα κράτη και λαοί δίνουν τη μάχη για την ελευθερία και τη δημοκρατία, αφήνοντας πίσω τους δεκαετίες (ή και αιώνες) απολυταρχικής διακυβέρνησης. Η απελευθέρωση των αγορών και του εμπορίου, η πιο ελεύθερη κίνηση ανθρώπων, γνώσεων, κεφαλαίων και τεχνολογίας, η ανάπτυξη νέων τεράστιων αγορών, όπως η Κίνα (που αυξάνει το εθνικό της εισόδημα με ρυθμούς της τάξης του 10% ετησίως), η Ινδία, η Βραζιλία, η Ρωσία, η συνεχιζόμενη ανάπτυξη των κρατών της ΝΑ Ασίας, η οικονομική ολοκλήρωση μέσα στο χώρο της δικής μας Ευρώπης, οι νέες τεχνολογίες που επιτρέπουν πολύ ευκολότερη πρόσβαση σε γνώσεις, σε πελάτες και αγορές, δίνουν σε κάθε άνθρωπο τη δυνατότητα να αναπτύξει τα ταλέντα και τη δημιουργικότητά του.

Όλα αυτά αποτελούν μεγάλη ευκαιρία και πρόκληση για εμάς τους Έλληνες. Η ιστορία μας, η πνευματική μας κληρονομιά, η αρχαία ελληνική σκέψη, μας δείχνουν ότι μπορούμε. Μας προστάζουν να κοιτάμε μπροστά, να δούμε τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο, να αναδείξουμε την εξωστρέφειά μας και να φύγουμε «πρόσω ολοταχώς»! Και η σκέψη των προγόνων μας είναι ο καλύτερος οδηγός!

  • Διαβάζοντας τους αρχαίους συγγραφείς διαπίστωσα πως οι σύγχρονες κοινωνίες και η σύγχρονη σκέψη είναι βασισμένες, όχι μόνο στην αρχαία Ελληνική σκέψη, αλλά και στην αρχαία Ελληνική πράξη.

Η σκέψη τους ήταν «δρώσα», όπως την χαρακτήρισε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Για παράδειγμα, πρώτα οι Έλληνες εφάρμοσαν την δημοκρατία, το ελεύθερο εμπόριο, το κράτος με έννομη τάξη και μετά οι λόγιοι ανέλυσαν όλα τα σχετικά και τα πήγαν ένα βήμα παραπέρα.

Τον πρώτο ορισμό των οικονομικών τον σκέφθηκε ο Σωκράτης. Τα καλύτερα έργα (πολύ καλύτερα από αυτά που κυκλοφορούν σήμερα από τους μεγάλους καθηγητές του εξωτερικού) για το μάνατζμεντ, για το πώς να διοικείς, πως να επιλέγεις τους συνεργάτες σου, πώς να τους εμπνέεις αφοσίωση και πώς να ανεβάζεις την απόδοσή τους (παρότι γράφτηκαν πριν από 2400 χρόνια), είναι τα έργα του Ξενοφώντα: ο «Οικονομικός» και η «Κύρου Παιδείας» και ίσως, εν μέρει, και ο «Πολιτικός» του Πλάτωνα).
Η πρώτη συστηματική εξέταση του πώς δημιουργήθηκαν οι αγορές και των θεμάτων που αφορούν στο χρήμα και τις συναλλαγές (exchange) βρίσκεται στον Αριστοτέλη.

Οι πρώτες θεμελιώδεις παρατηρήσεις για τα δημόσια οικονομικά περιέχονται στο μικρό έργο «Πόροι», πάλι του Ξενοφώντα. Για να βελτιωθούν τα δημόσια οικονομικά της αρχαίας Αθήνας ο Ξενοφώντας πρότεινε (1) να μην ξοδεύουν περισσότερα απ΄ όσα εισπράττουν («υμείς όσα χρήματα ηύρισκε τα τέλη, από τοσούτων διοικείτε»), (2) να επιτρέψουν σε περισσότερους μέτοικους να εγκατασταθούν στην Αθήνα ώστε να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα, η παραγωγή, οι εξαγωγές και οι εισαγωγές (και τα έσοδα από τους δασμούς), (3) να συνεταιρισθούν οι Αθηναίοι για να εκμεταλλευθούν τα μεταλλεία του Λαυρίου, γιατί το ρίσκο θα ήταν πολύ μεγάλο για τον καθένα ξεχωριστά και (4) να επιδοτήσουν την ναυπήγηση εμπορικού στόλου!

  • Ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας πρώτοι έθεσαν το ερώτημα αν οι κοινωνίες δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των ανθρώπων ή ο άνθρωπος για να υπηρετήσει την κοινωνία.

Και για τους δύο η απάντηση είναι η πρώτη: η κοινωνία έγινε για το συμφέρον του ατόμου και όχι το αντίθετο! [Και ο Ξενοφώντας υποστήριζε πως όταν τα άτομα αποδίδουν, τότε και το σύνολο πάει καλά! Έγραφε πως «δεν μπορεί ένα άρμα να είναι γρήγορο, όταν τα άλογα που το σέρνουν είναι αργά».]
Ήταν, όμως, ξεκάθαρο (βλέπε για παράδειγμα και στον Θουκυδίδη) πως συμφέρει τον κάθε πολίτη να προκόβει και η κοινωνία, γιατί όταν το σύνολο πάει καλά, τότε έχει και ο ίδιος μεγαλύτερες πιθανότητες να τα καταφέρει.
Το ίδιο δεν συμβαίνει και σε μια επιχείρηση; Μπορεί να πάει μπροστά, όταν τα στελέχη της δεν δουλεύουν με όρεξη και δεν αποδίδουν; Και μπορεί να προκόψουν οι εργαζόμενοι, όταν η επιχείρηση δεν πάει καλά;

  • Τη σχέση μεταξύ ρίσκου και απόδοσης τη συνέλαβαν πρώτοι ο Ηρόδοτος, ο Αρριανός και ο Θουκυδίδης. [Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, όταν ο Ξέρξης κάλεσε πολεμικό συμβούλιο, για να ανακοινώσει στους στρατηγούς του την πρόθεσή του να εκστρατεύσει κατά της Ελλάδας, χρησιμοποίησε δύο επιχειρήματα: (1) Χωρίς κινδύνους δεν μπορεί να καταφέρουμε σπουδαία πράγματα και (2) αν δεν εκστρατεύσουμε εμείς κατά της Ελλάδας, σύντομα θα δυναμώσουν οι Έλληνες και θα επιτεθούν αυτοί σε εμάς!  Και ο Μέγας Αλέξανδρος έλεγε στους στρατιώτες του που παραπονιόντουσαν για τις συνεχείς εκστρατείες και ταλαιπωρίες πως «τα μεγάλα επιτεύγματα απαιτούν και μεγάλους κινδύνους…». Οι στρατιώτες του όμως ήταν απρόθυμοι να συνεχίσουν και τον ανάγκασαν να επιστρέψουν όλοι μαζί πίσω στην Βαβυλώνα.]
  • Πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν συστηματικά και με ένα χώρο που είναι πολύ της μόδας σήμερα: Τις βασικές αρετές και τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένας άξιος ηγέτης (leadership)! Και ποια είναι αυτά;
    1. Σοφία [το να έχεις γνώσεις για το τι ισχύει και γιατί ισχύει: τα αίτια και τα αίτια των αιτίων]
    2. Φρόνηση [να μπορείς να κρίνεις τι είναι ωφέλιμο και τι είναι βλαβερό]
    3. Σωφροσύνη [να μην παρασύρεσαι και να μην ενδίδεις σε πειρασμούς. Δεν μπορεί να είσαι ηγέτης ανθρώπων, αλλά δούλος των επιθυμιών σου]
    4. Ανδρεία [δεν μπορεί να είσαι δειλός και να περιμένεις πως οι άλλοι δεν θα το αντιληφθούνε και θα συνεχίσουν να σε ακολουθούν]
    5. Δικαιοσύνη [όταν είσαι άδικος, δεν αδικείς μόνο τους αντιπάλους σου, αλλά και τους δικούς σου ανθρώπους. Γι΄ αυτό και αυτοί αργά ή γρήγορα θα το καταλάβουν και θα πάψουν να σε στηρίζουν.]
    6. Να μπορεί και να θέλει να διδάσκει και να βελτιώνει και τους άλλους
    7. Να έχει ειλικρινές ενδιαφέρον να κάνει κάτι καλύτερο για τους άλλους.
    8. Να μπορεί να ωφελεί τους άλλους περισσότερο απ΄ ότι οι ίδιοι θα μπορούσαν να ωφελήσουν τον εαυτό τους
    9. Να συναναστρέφεσαι με ανθρώπους που είναι καλύτεροί σου και να τους ακούς όταν σου λένε δυσάρεστα πράγματα και σε επικρίνουν.

Όπως γράφει ο Πλάτωνας στον Πολιτικό, ο καλός ηγέτης πρέπει να μπορεί να «συνθέτει το μεγαλοπρεπέστατο ύφασμα» από τις αρετές και τις αντιθέσεις των συνεργατών του. Αυτοί που είναι σταθεροί και αξιόπιστοι (βράχοι) μπορεί να καταντήσουν να μην μπορούν να προσαρμοσθούν στις νέες καταστάσεις, να μην μπορούν να εξελιχθούν και να βελτιωθούν. Να περιπέσουν σε τέλμα. Οι άλλοι, οι ευκίνητοι, οι νεωτεριστές μπορεί να εκπέσουν σε μια κατάσταση υπερβολικής επιθετικότητας και τελικά να μην αφήνουν τίποτα όρθιο! Δουλειά του ηγέτη είναι να μην αφήνει αυτές τις φύσεις να εκτραπούν στη χειρότερή τους μορφή και να συνθέσει αυτό το μεγαλοπρεπέστατο ύφασμα!

Είναι ενδιαφέρον πως οι παραπάνω αρετές αποτελούσαν για τους αρχαίους και τα βασικά συστατικά της ευτυχίας. Δηλαδή δεν μπορεί να είναι κανείς άσχετος, άφρων, δούλος των επιθυμιών του, δειλός και άδικος και να είναι ευτυχισμένος. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης θεωρούσαν ότι το σπουδαιότερο συστατικό της ευτυχίας είναι η σοφία, γιατί αυτή σε φέρνει πιο κοντά στον θεό, ο οποίος είναι το ευδαιμονέστερο από όλα όσα υπάρχουν και επειδή οι απόκτηση σοφίας και οι πράξεις που πηγάζουν από αυτές είναι γλυκές και ευχάριστες από μόνες τους! Άλλοι φιλόσοφοι όπως ο Επίκουρος είχαν πιο ανατολίτικες ιδέες. Πίστευαν (όπως οι Ινδουιστές και οι Βουδιστές), πως τελικός σκοπός της ζωής είναι η αταραξία. Το να ξεπεράσεις το καθημερινό άγχος.

Όσον αφορά τον πλούτο, αυτός δεν είναι κάτι κακό, αρκεί να τον έχεις αποκτήσεις με έντιμα μέσα, και να τον χρησιμοποιείς σύμφωνα με την αρετή. Να τον χρησιμοποιείς, όχι για επίδειξη, αλλά για να ευεργετείς, τους φίλους σου, την πόλη, την κοινωνία. Όσον αφορά την φτώχεια, ο Περικλής στον περίφημο Επιτάφειο, έλεγε πως ντροπή δεν είναι να είσαι φτωχός, αλλά το να μην προσπαθείς να ξεφύγεις απ΄την φτώχεια!

  • Πρώτοι οι αρχαίοι συνέλαβαν και ανέπτυξαν το νόημα και τη σημασία του ανταγωνισμού. Ο Ηράκλειτος, ο Ησίοδος, ο Ηρόδοτος, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοφώντας πρώτοι αντιλήφθηκαν πως όταν έχεις επιλογές και ανταγωνισμό και όταν υπάρχει η δυνατότητα σύγκρισης, αναδεικνύεται το καλύτερο και το ισχυρότερο! Ακόμα περισσότερο, όταν οι ανταγωνιστές σου διακατέχονται από την Ομηρική προσταγή και το αγωνιστικό ιδεώδες του «αιέν αριστεύειν…». Όταν δηλαδή πιστεύουν πως όχι μόνο πρέπει να γίνεσαι όσο μπορείς καλύτερος, αλλά και να φαίνεται η ανωτερότητά σου σε σύγκριση με τους άλλους!
  • Πρώτοι συνέλαβαν και την ιδέα της αξιοκρατίας. Πως όταν την εξουσία την αναλαμβάνουν οι καλύτεροι, τότε και το σύνολο πάει καλύτερα, και οι πιο αδύναμοι βρίσκουν περισσότερες ευκαιρίες να προκόψουν. Δίδασκε ο Πλάτωνας: «τας αρχάς διανέμειν κατ΄αξίαν» Και ο Ξενοφώντας: «αισχρόν το πλεονεκτείν τοις κακίστοις».

Πίστευαν μάλιστα πως οι καλύτεροι, όχι μόνο πρέπει να άρχουν, αλλά και να πληρώνονται καλύτερα! Θεωρούσαν ότι είναι άδικο και βλαβερό αυτοί που προσφέρουν πολλά, που κοπιάζουν, να πληρώνονται το ίδιο με αυτούς που δεν προσφέρουν!  Για τον Αριστοτέλη: «εντεύθεν τα εγκλήματα, …όταν ή μη ίσα ίσοι ή μη ίσοι ίσα νέμονται». Και ο Ξενοφών πίστευε πως οι σωστοί άνθρωποι χάνουν την όρεξή τους για δουλειά όταν βλέπουν να αμείβονται το ίδιο με τους τεμπέληδες και τους κοπανατζήδες : «αθυμία γίγνεσθαι τοις αγαθοίς, όταν ορώσι των ομοίων τα μεν έργα δι΄ αυτών καταπραττόμενα, των δε ομοίων τυγχάνοντας εαυτοίς τους μήτε πονείν μήτε κινδυνεύειν εθέλοντας, όταν δέη».

Οι περισσότεροι νομίζουν πως την ιδέα του κομμουνισμού την συνέλαβε ο Κάρολος Μάρξ. Λάθος! Η ιδέα του κομμουνισμού είναι και αυτή αρχαιοελληνικής προέλευσης. Αναπτύχθηκε στα καπηλειά της εποχής και μετά ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης (και ο Αριστοφάνης) εξέτασαν τα σχετικά. Ο Αριστοτέλης και ο Αριστοφάνης κατέδειξαν πως το σύστημα της κοινοκτημοσύνης δεν θα μπορούσε να επιβιώσει, αφού κανένας δεν θα δούλευε όσο του αναλογούσε και όλοι θα απαιτούσαν πολύ περισσότερα από την προσφορά τους.

Δηλαδή, ο Αριστοτέλης θεωρούσε πως κάνεις κάτι με πολύ μεγαλύτερο πάθος, και καταβάλλεις πολύ μεγαλύτερη και πιο αποτελεσματική προσπάθεια, όταν συμβαίνουν τέσσερα πράγματα:

  • όταν κάνεις κάτι που σε ωφελεί και σε συμφέρει,
  • όταν κάνεις κάτι που σε ευχαριστεί [όπως όταν ασχολείσαι με ένα χόμπι σου],
  • όταν κάνεις κάτι που σου είναι αγαπητό, ή αφορά κάποιον που αγαπάς,
  • όταν κάνεις κάτι που αφορά την «ιδιοκτησία σου» [κάτι που είναι δικό σου—θεωρούσε πως είναι απίστευτη η ικανοποίηση των ανθρώπων όταν έχουν δικά τους πράγματα]

Σε ένα σύστημα κοινοκτημοσύνης ούτε ιδιοκτησία έχεις, ούτε αμείβεσαι ανάλογα με την προσφορά σου. Γιατί λοιπόν να κοπιάσεις; Θεωρούσε μάλιστα πως περισσότερο τσακώνονται αυτοί που έχουν κοινή περιουσία, παρά αυτοί που έχουν ξεχωριστή περιουσία και πως όταν κάποια δουλειά και ευθύνη μοιράζεται σε πολλούς, τότε πολλαπλασιάζεται η αδιαφορία και η αμέλεια γιατί ο καθένας ποντάρει πως οι άλλοι θα αναπληρώσουν ότι αμελεί ο ίδιος! Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης δίδασκε πως θα ήταν αδύνατο να λειτουργήσει συγκροτημένα και εθελοντικά ένα κομμουνιστικό σύστημα.

Γι’ αυτό ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης θεώρησαν πως μια πόλις χωρίς μεσαία τάξη, με λίγους πλούσιους και πολλούς φτωχούς, θα ήταν από τη φύση της ασταθής με τη μια τάξη να επιβουλεύεται την άλλη. Οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα στην Αθήνα και του Λυκούργου και του Άγι στην Σπάρτη, είχαν αυτόν ακριβώς τον στόχο. Την στήριξη της ιδιοκτησίας και της μεσαίας τάξης!

  • Η ιδέα της κυκλικότητας, – ότι τίποτα δεν παραμένει σταθερό και ότι όλα περνάνε από στάδια αντιθέσεων, φθοράς και ανανέωσης σε μια επαναλαμβανόμενη κυκλικότητα. Φιλότητα και νείκος χαρακτήρισε αυτές τις δυνάμεις ο Εμπεδοκλής, δίκην και τίσιν ο Αναξίμανδρος, εναντιοδρομίες ο Ηράκλειτος.

Εξηγούσε, για παράδειγμα, ο Πλάτωνας για την Περσική αυτοκρατορία, πως ενώ ο Κύρος και ο Δαρείος ήταν σπουδαίοι βασιλείς, άφησαν τα παιδιά τους να ανατραφούν από νταντάδες και έτσι δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν το δρόμο που χάραξαν οι πατεράδες τους! Και ο Πολύβιος ανέλυσε πως η ακμή συνήθως φέρνει έναν κορεσμό, ένα «μπούχτισμα». Αρχίζουν έτσι και οι εσωτερικές προστριβές, η εσωτερική φθορά και η παρακμή. Όπως το σίδερο το τρώει από μέσα του η σκουριά!

Ομοιογένεια ή διαφορετικότητα

Ο Πλάτωνας θεωρούσε πως είναι μεγάλο πλεονέκτημα για μια πόλη ο μεγάλος βαθμός ομοιογένειας, όπου σχεδόν όλοι θα έχουν κοινούς στόχους και θα ευχαριστιούνται ή θα στεναχωριούνται με τα ίδια πράγματα!
Αντίθετα, ο Αριστοτέλης θεωρούσε πως η διαφορετικότητα είναι πηγή δύναμης. Μάλιστα αναφέρει ότι δεν μπορεί να υπάρχει μία πόλη που να απαρτίζεται π.χ. μόνο από γεωργούς.
Όσο μεγαλύτερη η διαφορετικότητα, τόσο τα πλεονεκτήματα του ενός μπορεί να «γαντζωθούν» και να αλληλοσυμπληρωθούν με τα πλεονεκτήματα των υπολοίπων, για να φτιαχτεί κάτι πιο ισχυρό, πιο σπουδαίο, πιο «αυτάρκες»!

Οι ίδιες αντίρροπες τάσεις συνυπάρχουν και στις επιχειρήσεις! Όμως, το πώς, το πότε και το πόσο χρειάζεται από το ένα ή από το άλλο, είναι δουλειά των άξιων ηγετών να κρίνουν. Αυτών των ηγετών που, όπως έγραφε ο Πλάτωνας στον «Πολιτικό», από τα αντίθετα μπορεί να υφάνουν το μεγαλοπρεπέστερο ύφασμα.

Κοινωνική ευθύνη

Και ποια είναι η «κοινωνική ευθύνη» των ατόμων σύμφωνα με την αρχαία Ελληνική σκέψη; Περιληπτικά θα έλεγα: (1) Να σέβονται τους νόμους, (2) να υπερασπίζονται την πατρίδα τους, και (3) να μην «πολυπραγμονούν», αλλά να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Τη δουλειά και την απασχόληση που από τη φύση είναι προικισμένοι να κάνουν συγκριτικά καλύτερα!
Όσον αφορά το καθήκον των πολιτών (αλλά και το συμφέρον τους) να σέβονται τους νόμους, αυτό πρέπει να το κάνουν σχεδόν από συνήθεια. [«Γενικά τις καλές πράξεις πρέπει να τις κάνεις από συνήθεια.»]

Πίστευαν δηλαδή στην ανάγκη να υπάρχουν σωστοί και καλομελετημένοι νόμοι και να τους παραδέχονται και να τους στηρίζουν όλοι οι πολίτες, έστω και αν δεν συμφωνούν με τους ίδιους τους νόμους, είτε με την κρίση των δικαστών, με φωτεινό παράδειγμα τον Σωκράτη.

  • Αλλά για να σέβονται οι πολίτες τους νόμους, πρέπει (οι νόμοι) να είναι καλομελετημένοι, να μην αλλάζουν συνεχώς και να τους εφαρμόζουν ικανοί και σεμνοί δημόσιοι υπάλληλοι! Όταν αυτοί που είναι υπεύθυνοι για την επιτήρηση και την εφαρμογή των νόμων δεν είναι ικανοί και ευσυνείδητοι, τότε ακόμα και όταν οι νόμοι είναι καλοί και δίκαιοι το αποτέλεσμα είναι κακό και βλαβερό.

Αλλά οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν πολύ πιο σύνθετη σκέψη. Μάλιστα ο Πλάτων θεωρούσε πως:

  • οι νόμοι καμιά φορά κάνουν τους ανθρώπους ανεύθυνους, γιατί βασίζονται υπερβολικά σε αυτούς (για παράδειγμα σε μία μικρότερη κοινωνία θα έπρεπε να ξέρεις σε ποιον δανείζεις χρήματα και να μην επαφίεσαι στους νόμους ότι θα σε βοηθήσουν να τα πάρεις πίσω) και ότι
  • επειδή κανένας νόμος δεν μπορεί να προβλέψει όλα τα ενδεχόμενα και όλες τις υποπεριπτώσεις, υπάρχει μία τάση να θεσπίζονται συνεχώς νέοι νόμοι (ξεπετάγονται σαν τα κεφάλια της λερναίας ύδρας), και έτσι, στο τέλος, να περιπλέκουν περισσότερο τα πράγματα!
  • Αναγνώριζαν πως στην πράξη τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά: Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή γεννιέται μια αμφισβήτηση! Βλέπουμε τη μάχη μεταξύ του ατόμου και της συνείδησής του και ενός άκαμπτου κράτους. Όχι κακού κράτους, ούτε παράνομου. Νόμιμου αλλά άκαμπτου. Μάλιστα ο Σοφοκλής με επαναστατικό σχεδόν τρόπο γράφει πως ούτε οι άρχοντες της πόλης, ούτε οι ίδιοι οι θεοί έχουν δικαίωμα να απαγορέψουν την ταφή του Πολυνείκη!

Σε ένα τόσο δύσκολο και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η αρχαία Ελληνική σκέψη παραμένει ανώτατη και αξεπέραστη αξία. Και ένας θησαυρός λύσεων και για τα μεγάλα και τα μικρά θέματα.

http://www.petrosdoukas.gr

Η τοκογλυφία και οι τράπεζες στην αρχαία Ελλάδα

Η κυκλοφορία πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων κατά την αρχαιότητα, οδήγησε στη δημιουργία τραπεζών, των οποίων η δραστηριότητα χρονολογείται περί τον 6ο αιώνα π.Χ. Οι τράπεζες, ένας από τους βασικούς παράγοντες της ελεύθερης οικονομίας, συχνά τον τελευταίο καιρό απασχολούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Διάφορα συμβάντα, λόγου χάρη συγχωνεύσεις ή αγοραπωλησίες τραπεζών, έχουν αποτέλεσμα τραπεζικά θέματα να βρίσκονται στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Προ ημερών, σε σχετική συζήτηση, διαπίστωσα ότι οι συνομιλητές μου ξαφνιάστηκαν όταν έκανα λόγο για τράπεζες και στην αρχαία Ελλάδα και ίσως την ίδια αντίδραση να έχουν και πολλοί από τους αναγνώστες της επιφυλλίδας αυτής. Υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ο όρος «τράπεζα» προέρχεται από την αρχαιότητα. Αυτοί που ασχολούνταν με το εμπόριο του χρήματος χρησιμοποιούσαν στις διάφορες συναλλαγές τους ένα τραπέζι, μια τράπεζα, πάνω στην οποία γίνονταν οι διάφορες εμπορικές τους πράξεις. Αυτό το τραπέζι είναι που έδωσε το σχετικό όνομα.

Οι πρώτες ενδείξεις που διαθέτουμε για τη δραστηριοποίηση τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα ανάγονται στον 6ο αι. π.Χ. Ως γνωστόν, ο κυρίαρχος τότε θεσμός της πόλης-κράτους είχε αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξαρτήτων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας. Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων δυσκόλευε εξαιρετικά τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και έκανε την παρουσία του αργυραμοιβού ­ ενός ατόμου που θα αντάλλασσε τα διάφορα νομίσματα ­ εντελώς αναγκαία. Επρεπε να υπάρχουν ειδικοί που να γνωρίζουν, π.χ., τις αξίες και το βάρος των νομισμάτων κάθε κράτους και να καθορίζουν την αξία τους σε σχέση με το νόμισμα της χώρας στην οποία γινόταν η συναλλαγή. Επρεπε ακόμη να ξεχωρίζουν τα κίβδηλα νομίσματα, αφού κυκλοφορούσε και κάλπικο χρήμα, και να εντοπίζουν τα λιποβαρή.
Από πολύ νωρίς, πιθανότατα από τον 6ο κιόλας αι. π.Χ., ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε αρχαία ελληνικά ιερά (και ιδιαίτερα σ’ αυτά με πανελλήνια αναγνώριση, όπως λόγου χάρη τα ιερά του Απόλλωνος στους Δελφούς και στη Δήλο) διάφορα ποσά για φύλαξη. Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν εδώ τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Ετσι σιγά σιγά στα ιερά συσσωρεύονταν σημαντικά ποσά. Η συνήθεια της κατάθεσης χρημάτων σε ιερά, που πρόσφερε ασφάλεια όχι όμως και αύξηση των σχετικών κεφαλαίων, περιορίστηκε από τη δράση ορισμένων ευφυών ατόμων. Προσφέροντας τόκο, άρχισαν αυτοί να προσελκύουν τα χρήματα αυτά, αυξάνοντας έτσι το κεφάλαιό τους, πράγμα που σήμαινε και επέκταση του κύκλου των εργασιών τους. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους τους εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησε τις πρώτες τράπεζες. Πολύ γρήγορα και τα ιερά υποχρεώθηκαν στην καθιέρωση τόκων για τις καταθέσεις αλλά σε σχέση με τις ιδιωτικές τράπεζες βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Οι «ιερές τράπεζες» για οποιαδήποτε σοβαρή δραστηριότητά τους έπρεπε προηγουμένως να έχουν την έγκριση των αρχών της πόλης στην οποία ανήκαν τα ιερά. Αυτό είχε αποτέλεσμα το χάσιμο πολύτιμου χρόνου, πράγμα που έκανε τους ανυπόμονους καταθέτες και τους απελπισμένους δανειολήπτες να καταφεύγουν στους τραπεζίτες ή σε μεμονωμένα άτομα.

Στις κύριες τραπεζικές εργασίες, εκτός από την ανταλλαγή των νομισμάτων και τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, τις έντοκες καταθέσεις και τα έντοκα δάνεια στα οποία ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω, συγκαταλέγονταν και άλλες. Ανάμεσά τους η διαχείριση περιουσιών, η συγκατάθεση σε δάνειο, η αποδοχή παρακαταθηκών ­ κυρίως από τις «ιερές τράπεζες» ­, η εντολή πληρωμής προς τρίτους, όπως και η έκδοση πιστωτικών επιστολών που εξοφλούνταν σε άλλη πόλη από κάποιον άλλο τραπεζίτη με τον οποίο συνεργαζόταν η τράπεζα που είχε εκδώσει τη σχετική επιστολή. Αναφέρεται ότι με αυτό τον τρόπο ο Κικέρων κάλυψε κάποτε τα έξοδα του γιου του, όταν αυτός βρισκόταν στην Αθήνα.
Για την ανταλλαγή και τη «δοκιμασία» των νομισμάτων, εργασίες που έκαναν και οι αργυραμοιβοί, η προμήθεια ήταν συνήθως γύρω στο 5%-6% επί της αξίας των νομισμάτων, με μια πρόσθετη επιβάρυνση αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά μέταλλα. Για τις παρακαταθήκες, τη φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.ά., οι τράπεζες δεν φαίνεται να εισέπρατταν «φύλακτρα». Επομένως από τη δραστηριότητα αυτή δεν πρέπει να είχαν κέρδη, δεν έδιναν όμως τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις.
Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας ξέρουμε π.χ. ότι στην Αθήνα του 4ου αι. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10% ενώ γύρω στο 12% κυμαινόταν το επιτόκιο των δανείων. Ωστόσο αν το κράτος δανειζόταν από ένα δικό του ιερό «πετύχαινε», όπως ήταν φυσικό, πολύ χαμηλότερο επιτόκιο. Οπωσδήποτε τα δάνεια που παρείχαν τα ιερά ήταν τα συμφερότερα, αφού το επιτόκιό τους ήταν κατά κανόνα μικρότερο από αυτό των ιδιωτικών τραπεζών.
Οι τραπεζίτες ρύθμιζαν το ύψος του επιτοκίου ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεχε το δανειζόμενο ποσό τους. Τα υψηλότερα επιτόκια τα είχαν τα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα οποία έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο. Γενικά τα δάνεια από τράπεζες δεν συνέφεραν και γι’ αυτό οι δανειστές στρέφονταν κυρίως σε ιδιώτες.

Στην αρχαία Αθήνα, για την οποία οι παλαιότερες πληροφορίες σχετικά με τράπεζες ανάγονται στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ., το επάγγελμα του τραπεζίτη δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης. Οι τράπεζες σχετίζονταν με δάνεια και σύμφωνα με τα πάτρια ήθη «όπου υπήρχε δάνειο δεν υπήρχε φίλος», μια και όταν «ένας άνθρωπος είναι φίλος δεν δανείζει αλλά δίνει». Και σε μια τέτοια περίπτωση τόκος ήταν η ευγνωμοσύνη του δανειζομένου προς τον δανειστή του. Ο Πλάτων στους Νόμους του ρητά ζητά να απαγορευτούν τα έντοκα δάνεια. Ετσι εξηγείται το γιατί οι γνωστοί τραπεζίτες της Αθήνας είναι σχετικά λίγοι και ακόμη το γιατί οι περισσότεροι από αυτούς ήταν μέτοικοι και είχαν υπαλλήλους δούλους.
Ωστόσο η τιμιότητα και η εντιμότητα των τραπεζιτών ήταν υπεράνω πάσης αμφισβητήσεως, όπως καθαρά φαίνεται από την ισχύ που είχαν οι μαρτυρίες τους στα δικαστήρια. Ως μέτοικοι στερούνταν, ως γνωστόν, του δικαιώματος να έχουν ακίνητη περιουσία. Επομένως στα δάνεια που έδιναν δεν μπορούσαν να ζητήσουν υποθήκη ακινήτου και αυτό οπωσδήποτε επηρέαζε και τον καθορισμό του ύψους του επιτοκίου στα δάνειά τους. Πολύ γνωστός τραπεζίτης των πρώτων δεκαετιών του 4ου αι. ήταν ο Πασίων, δούλος κι αυτός, στον οποίο τα αφεντικά του, αφού τον απελευθέρωσαν, πούλησαν (ή νοίκιασαν) την τράπεζά τους. Αύξησε τη ρευστότητα των κεφαλαίων της τράπεζας, διεύρυνε τον κύκλο των εργασιών της και εισήγαγε ορισμένες καινοτομίες στο όλο τραπεζικό σύστημα της εποχής. Εξαιτίας των δωρεών του προς το αθηναϊκό κράτος απέκτησε τελικά πολιτικά δικαιώματα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι και αυτός, όταν αποσύρθηκε για λόγους υγείας από τη δουλειά, νοίκιασε για λίγα χρόνια την επιχείρησή του στον δούλο του Φορμίωνα, τον οποίο και απελευθέρωσε. Και ο Φορμίων, αφού κατάφερε να ανοίξει δική του τράπεζα, έκανε μια πολύ πετυχημένη καριέρα τραπεζίτη, κερδίζοντας και αυτός τα δικαιώματα του αθηναίου πολίτη.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να μνημονεύσω μια βασική διαφορά ανάμεσα στις σύγχρονες τράπεζες και σ’ αυτές της αρχαιότητας, εκτός από τη διαφορά των αρχαίων και των σημερινών τραπεζιτών ως προς την κοινωνική τους θέση.
Οι τράπεζες στις ημέρες μας είναι βασικά πιστωτικά ιδρύματα που στοχεύουν στην ενθάρρυνση παραγωγικών επενδύσεων ενώ στην αρχαία Αθήνα τα χρήματα των τραπεζών δεν κατευθύνονταν σε παραγωγικούς σκοπούς. Οπως επισημαίνουν οι Μ. Μ. Austin – Ρ. Vidal Naquet, «το βασικό γνώρισμα της σύγχρονης τράπεζας απουσίαζε από τις τράπεζες της κλασικής Ελλάδας».

(Από την αθηναϊκή εφημερίδα «Το Βήμα»)
Εφημερίδα ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ Ηρακλειου Κρήτης 8/5/2001 (αρχειο της ιστοσελίδας <<καίρατος>>)

5 thoughts on “ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

  1. του Νικόλαου Φίλιππα
    Δημοσιεύθηκε: 08:08 – 23/09/11
    Η συνεισφορά των αρχαίων Ελλήνων στην ανάπτυξη ιδεών, στο θέατρο, στη φιλοσοφία, στον πολιτισμό αλλά και στην οικονομική σκέψη έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών επιστημονικών μελετών.

    Ακόμη και σήμερα, μας εκπλήσσουν η πρωτοπορία και η διορατικότητα της σκέψης των προγόνων μας.

    Η ενασχόληση των αρχαίων Ελλήνων με τα οικονομικά θέματα εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της Κλασικής Περιόδου με τις πρωτοποριακές οικονομικές ιδέες του Ξενοφώντα (430 – 355 π.Χ.), του Πλάτωνα (427 – 347 π.Χ.) και του Αριστοτέλη (384 – 322 π.Χ.), οι οποίοι αποτέλεσαν τους προδρόμους της μικροοικονομικής, της μακροοικονομικής και της νομισματικής πολιτικής.

    Πρώτος ο Σωκράτης συνέλαβε την ιδέα ότι τα οικονομικά αποτελούν επιστήμη, αυτό καταγράφηκε από τον Ξενοφώντα, ο οποίος ήταν και ο πρώτος συγγραφέας που χρησιμοποίησε σε σύγγραμμά του τον τίτλο «Οικονομικός», αναφερόμενος στη σωστή διαχείριση του οίκου.

    Ο Αριστοτέλης στο έργο του κάνει αναφορά στο χρήμα, υιοθετώντας την αρχή ότι ένα αγαθό έχει ρόλο χρήματος λόγω της γενικής αποδοχής του ως μέσου συναλλαγών, η οποία επιβεβαιώνεται με την έκδοση νομισμάτων από τις κρατικές αρχές, και όχι λόγω της πραγματικής του αξίας. Ο Πλάτωνας υποστήριζε ότι η πραγματική αξία του χρήματος είναι ανεξάρτητη της αγοραίας αξίας του.

    Μοιραστείτε
    το άρθρο LinkedIn Facebook Twitter Σχόλια 3
    Το άρθρο συνεχίζεται παρακάτω

    Οι αρχαίοι Αθηναίοι ενσωμάτωσαν και εφάρμοσαν τη δικαιοσύνη στην οικονομική τους καθημερινότητα επιδιώκοντας να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη της κοινωνικής ζωής για όλους τους πολίτες.

    Ήδη από την εποχή του Σόλωνα (639 – 559 π.Χ.) οι Αθηναίοι εισήγαγαν ένα σύστημα συμμετοχής των πολιτών στις δημόσιες δαπάνες σύμφωνα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, δίνοντας παράλληλα και κοινωνικά κίνητρα για την εθελοντική ανάληψη υψηλότερης συμμετοχής στις δαπάνες από τους πλουσίους.

    Φαίνεται λοιπόν ότι οι Αθηναίοι είχαν θέσει τις βάσεις για την αντιμετώπιση και τη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων. Ο Αριστοτέλης αναφερόμενος στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης διατυπώνει ότι «αδικία σημαίνει το να παίρνει κάποιος περισσότερα απ’ ό,τι θα έπρεπε από τα αγαθά και λιγότερα από τα κακά» («Ηθικά Νικομάχεια», 1134a 30)1.
    Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πειστικά ότι η αρχική σύλληψη της ιδέας των αμοιβαίων κεφαλαίων έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα.

    Μετά τη νικηφόρα για τους Έλληνες έκβαση των Περσικών Πολέμων, ιδρύθηκε η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία ή Συμμαχία της Δήλου (478 π.Χ.), με τη συγκέντρωση μιας κοινής περιουσίας με βασικό σκοπό την προστασία των πόλεων που συμμετείχαν στη συμμαχία από μελλοντικές επιθέσεις. Για τον λόγο αυτόν, τα πρώτα αμοιβαία κεφάλαια στην Ελλάδα είχαν ονομασία από την αρχαιότητα, όπως Ερμής (Εμπορική, 1972), Δήλος (Εθνική, 1973) και Δελφοί (Κτηματική, 1975) .

    Έδρα της Συμμαχίας ήταν η ιερή νήσος Δήλος, όπου βρισκόταν το συμμαχικό ταμείο μέχρι το 454 π.Χ., όπου το κοινό ταμείο μεταφέρθηκε τελικά στην Αθήνα από τον Περικλή, μετατρέποντας ουσιαστικά τη Συμμαχία σε Αθηναϊκή Ηγεμονία. Θεωρείται μάλιστα ότι το συμμαχικό ταμείο αποτέλεσε το οικονομικό υπόβαθρο του «χρυσού αιώνα».

    O 5ος αιώνας π.Χ. χαρακτηρίζεται και ως «ο χρυσός αιώνας του Περικλή», με βασικούς στόχους της διακυβέρνησής του την ενίσχυση της αθηναϊκής δημοκρατίας και κυριαρχίας αλλά και τη δόξα της πόλης. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Περικλή σημειώθηκε τεράστια πρόοδος στη διακυβέρνηση, στη φιλοσοφία, στις τέχνες αλλά και στην ανάδειξη της δημοκρατίας, με την Αθήνα να γίνεται σπουδαίο εμπορικό κέντρο.

    Φαίνεται λοιπόν ότι ο Περικλής έκανε πράξη το ρητό που συνήθιζε να λέει στους Αθηναίους «οι καιροί ου μενετοί» (οι ευκαιρίες δεν περιμένουν), όπως έχει καταγράψει ο ιστορικός Θουκυδίδης. Αυτήν την περίοδο, λοιπόν, η Αθήνα κυριαρχεί στον ελληνικό κόσμο, πνευματικά, στρατιωτικά, πολιτικά αλλά και οικονομικά. Οι πόροι χρηματοδότησης αυτής της ανάπτυξης προέρχονταν από φόρους, κυρίως των πιο πλουσίων, και από την εκμετάλλευση των μεταλλείων του Λαυρίου, όπου η παραγωγή χρυσού και άλλων πολύτιμων μετάλλων ήταν συνεχής.

    Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη δραστηριοποίηση των τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα εντοπίζεται τον 6ο αι. π.Χ. Η ύπαρξη πλήθους ανόμοιων νομισμάτων έκανε επιτακτική την ύπαρξη των αργυραμοιβών, ατόμων που αναλάμβαναν να ανταλλάξουν τα διάφορα νομίσματα, να ελέγξουν την ποιότητά τους κ.λπ. Την ίδια περίοδο, ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν χρήματα στα αρχαία ελληνικά ιερά προς φύλαξη, π.χ. στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς και στη Δήλο.

    Η κατάθεση των χρημάτων σε ιερά παρείχε μεν φύλαξη, αλλά περιορίστηκε με το πέρασμα των χρόνων από την παρουσία ιδιωτών «τραπεζιτών», που προσέφεραν τόκο. Οι τράπεζες της αρχαίας Αθήνας, αν και δεν λειτουργούσαν με τη σημερινή τους μορφή, θεωρούνται πρόδρομοι των σημερινών τραπεζών και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην οικονομική ζωή. Έτσι, λοιπόν, οι τραπεζίτες κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. αντικατέστησαν τους αργυραμοιβούς και παράλληλα δέχονταν ιδιωτικές και δημόσιες καταθέσεις, παραχωρούσαν δάνεια, διαχειρίζονταν περιουσίες, έδιναν εντολές πληρωμής προς τρίτους κ.λπ., θέτοντας τις βάσεις του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

    Ακόμη και οι ρίζες των παραγώγων προϊόντων εντοπίζονται στην εποχή του Θαλή του Μιλήσιου. Σύμφωνα με αναφορές του Αριστοτέλη (Πολιτικά, Ι,11, 1259α 10), ο Θαλής ο Μιλήσιος (624 – 546 π.Χ.), χρησιμοποιώντας τις γνώσεις του στην αστρολογία για να προβλέψει τις χρονιές που θα είχαν αυξημένη σοδειά τα ελαιόδεντρα, πλήρωνε προκαταβολή στα ελαιοτριβεία της Χίου και της Μιλήτου για να εξασφαλίσει το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης των ελαιοτριβείων την περίοδο της συγκομιδής. Σε περίπτωση όπου επαληθεύονταν οι προβλέψεις του, πωλούσε αυτά τα δικαιώματα σε άλλους παραγωγούς ακριβότερα λόγω της αυξημένης ζήτησης και απεκόμιζε σημαντικά κέρδη.

    Παράδειγμα για τις σύγχρονες κοινωνίες θα πρέπει να αποτελέσει και η διαφάνεια και η καταπολέμηση της διαφθοράς στον δημόσιο βίο. Απαραίτητη προϋπόθεση (μεταξύ άλλων) για να εκλεγεί ένας Αθηναίος πολίτης βουλευτής τον 5ο αιώνα π.Χ. ήταν να καταγραφεί όλη η περιουσία του, οικογενειακή και ιδιωτική, ακόμη και τα σανδάλια που φορούσε. Μετά τη λήξη της θητείας του ο απερχόμενος βουλευτής λογοδοτούσε για τα πεπραγμένα του.

    Εάν κατά τη διάρκεια της θητείας του πρότεινε και ψηφίστηκε νόμος που ήταν αποδεδειγμένα ζημιογόνος για την Αθήνα, έπρεπε να κατασχεθεί από την καταγεγραμμένη περιουσία του όλο το ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε οικονομικά η πόλη και εάν δεν επαρκούσε η περιουσία του, τότε έπρεπε να καλύψει το υπόλοιπο ποσό δουλεύοντας σε δημόσια έργα.

    Η πολιτική, η κοινωνική αλλά και η οικονομική ανάπτυξη της αρχαίας Ελλάδας και της Αθήνας της Κλασικής Περιόδου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός σημαντικού πολιτισμού που έθεσε τις βάσεις των περισσότερων επιστημών, αλλά ιδιαίτερα της δημοκρατίας.

    Ατυχώς, φαίνεται ότι δεν διδαχτήκαμε πολλά για την οικονομία από τη σοφία των προγόνων μας.

    *Ο κ. Νικόλαος Φίλιππας είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

  2. “…Ένα από τα πρώτα μέτρα που έλαβε ο Λυκούργος ήταν η κατάργηση του νομίσματος και η αντικατάστασή του με δύσχρηστα ογκώδη σιδερένια νομίσματα. Χιλιάδες χρόνια αργότερα, ένας μεγάλος του πνεύματος και της τέχνης, ο Ριχάρδος Βάγκνερ, τοποθετούσε στον χρυσό του Ρήνου όλα τα κακά του κόσμου. Το χρήμα ήταν το κακό και αυτό ο Λυκούργος το είχε διαπιστώσει πριν από 28 ολόκληρους αιώνες.

    “Δεύτερο έργο του Λυκούργου, και το πιο τολμηρό απ’ όλα, είναι ο αναδασμός της γης. Υπήρχε τότε φοβερή ανισότητα και έρχονταν στην πόλη πολλοί ακτήμονες και άποροι επειδή τα πλούτη είχαν συσσωρευτή σε ελάχιστους. Γι’ αυτό, πολεμώντας την αναισχυντία και το φθόνο και το έγκλημα και την τρυφηλότητα και τα δύο άλλα νοσήματα της πολιτείας, που είναι παλαιότερα και σοβαρότερα, τον πλούτο και τη φτώχεια, έπεισε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες να τα βάλουν όλα στη μέση για να γίνη αναδασμός και να ζουν μεταξύ τους όλοι ίσοι και μ ε ίση περιουσία, επιδιώκοντας να πρωτεύουν στην αρετή, σαν να μην υπήρχε καμιά άλλη ανάμεσά τους διαφορά και ανισότητα παρά αυτή που την ορίζει η καταδίκη του κακού και ο έπαινος του καλού πολίτη. Και κάνοντας πράξη το έργο του μοίρασε την άλλη λακωνική γη σε τριάντα χιλιάδες κλήρους για τους περιοίκους κι αυτήν που αποτελούσε την Σπάρτη σε εννιά χιλιάδες (γιατί τόσοι έγιναν οι κλήροι των Σπαρτιατών).»

    ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ – ΒΙΟΣ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

    «Λένε πως όταν κάποτε ο Λυκούργος, χρόνια πολλά μετά τον αναδασμό της γης, γύριζε από ένα ταξίδι και είδε να έχουν πριν λίγο θερίσει στους αγρούς, καμαρώνοντας τους σωρούς, ίσους τον ένα δίπλα στον άλλο, χαμογέλασε και είπε σ’ αυ­τούς που ήταν μαζί του, πως η Λακωνική ολόκλη­ρη μοιάζει με χώρα που ανήκει σε αδέλφια, που μόλις έκαναν τη μοιρασιά».

    ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ – ΒΙΟΣ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

    Πρώτος ο Λυκούργος, πρώτη η Αρχαία Σπάρτη αντελήφθη αυτό που αργότερα έγινε η μά­στιγα της ανθρωπότητας, την δουλεία του χρήμα­τος! Κάποτε οι ισχυροί είχαν τον έλεγχο των υλικών αγαθών, σήμερα τα πράγματα έχουν αντι­στραφεί, αυτοί που έχουν τον έλεγχο των υλικών αγαθών είναι και οι ισχυροί. Αυτήν την αντιστρο­φή των πραγμάτων, αυτόν τον βιασμό της φύσης που επέρχετο προσπάθησε να προλάβει ο Λυκούρ­γος περιορίζοντας στο ελάχιστο την κοινωνική αδικία, εγκαθιστώντας μια κατάσταση οικονο­μικής ισότητας μεταξύ των πολιτών και προχω­ρώντας σε ένα πρακτικό μέτρο για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Στην κατάργηση των χρυσών και αργυρών νομισμάτων και στην αντικατάστα­ση τους με δυσκίνητα σιδερένια νομίσματα ούτως ώστε όταν καθιερώθηκε αυτό το μέτρο, όπως ανα­φέρει ο Πλούταρχος, πολλών ειδών αδικήματα εξηφανίσθησαν από την Λακεδαίμονα. Πρώτος, δηλαδή ό Λυκούργος, πρώτη η Αρχαία Σπάρτη ήταν η Πολιτεία εκείνη που κατήργησε τον χρυ­σό από βάση της οικονομίας της.”

  3. Η οικονομία στην Αρχαιότητα

    Ο Έλληνας Άνθρωπος και η Οικονομία (241)
    Ο αρχαϊκός και κλασικός κόσμος ήταν κόσμος χωρικών και ο πολίτης ζούσε από τη γη. Η γεωργία ήταν η κύρια οικονομική δραστηριότητα και η κατοχή γης συνδεόταν άμεσα με την πολιτική ιδιότητα. Οι άλλες οικονομικές δραστηριότητες δεν ήταν τόσο σημαντικές, ακόμη κι όταν εμφανίστηκε το νόμισμα ως μέσο συναλλαγών.
    Η εσωτερική δομή και οργάνωση της πόλης – κράτους μεταβάλλεται από τον 4ο αι. και μετά με συνέπειες και στην οικονομία. Έτσι αναπτύσσονται κι άλλες πηγές εισοδήματος, πέρα από την εκμετάλλευση της γης. Αυξάνεται η σημασία του χρήματος και των οικονομικών και επιβεβαιώνεται το νόμισμα.

    Η Νομισματική Δραστηριότητα κατά την Αρχαιότητα (243)
    Η εμφάνιση του νομίσματος (τέλη 7ου, αρχές 6ου αι.) άλλαξε πολύ την αρχαία ελληνική οικονομία. Διευκόλυνε τις συναλλαγές και επέτρεψε τον πλουτισμό πόλεων και πολιτών.

    Η Οικονομία πριν από το Νόμισμα
    Πρώτο μέλημα του ανθρώπου ήταν η εξεύρεση αγαθών για την επιβίωσή του. Οι πρώτες κοινωνίες στηρίζονταν στην αυτονομία της παραγωγής. Αρχαίοι συγγραφείς και φιλόσοφοι θεωρούν ευτυχή τον άνθρωπο που παράγει μόνος του ότι χρειάζεται. Η έννοια της οικονομίας ήταν συνώνυμη με αυτήν του οίκου και σκοπός μιας πόλης ήταν η αυτάρκεια (Αριστοτέλης). Με την πάροδο των ετών ο άνθρωπος συνειδητοποίησε πως ο καταμερισμός της εργασίας ήταν πιο αποδοτικός, καθώς παραγόταν πλεόνασμα που μπορούσε να ανταλλαχθεί με άλλα προϊόντα. Έτσι γεννήθηκε το εμπόριο. Στην αρχή γινόταν με ανταλλαγή προϊόντων «αντιπραγματισμός». Η αξία ενός προϊόντος καθοριζόταν από τη χρησιμότητα και τη σπανιότητά του. Η συγκριτική αξία καθοριζόταν από το κύριο προϊόν κάθε χώρου.

    Μειονεκτήματα του αντιπραγματισμού : (244)
    – η παραγωγή αγαθών και βοσκημάτων δε συμπίπτει πάντα με τις ανάγκες ανταλλαγής
    – οι έμποροι πρέπει να έχουν χρήσιμα αγαθά για να ανταλλάξουν
    – το εμπόρευμα πρέπει να είναι ισάξιο με το ανταλλάξιμο προϊόν.
    – Το μέτρο προσδιορισμού της αξίας πρέπει να είναι αποδεκτό από όλους.

    Μονάδες Αξίας πριν από την Εμφάνιση του Νομίσματος
    Στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο αρχικά χρησιμοποιήθηκαν τα σιτηρά και κατόπιν τα μέταλλα. (κώδικας του Χαμουραμπί) (245) Το μέταλλο χυνόταν σε λεπτό σύρμα για να διευκολυνθεί το ζύγισμα. Για αυτό η χρήση της ζυγαριάς ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη. Το μέταλλο ως μονάδα μέτρησης ήταν πιο εύχρηστο, καθώς
    – είχε πραγματική αξία
    – ήταν μικρό σε όγκο
    – μπορούσε να υποδιαιρεθεί σε μικρότερες αξίες χωρίς να υποστεί ζημιά
    – φυλασσόταν εύκολα χωρίς να φθείρεται
    – δε χρειαζόταν συντήρηση και διατήρηση
    Τόσο η Αίγυπτος όσο και η Μεσοποταμία είχαν υιοθετήσει τον κανόνα, ένα μέτρο αξίας και σύγκρισης προϊόντων. Αρχικά ο κανόνας βασιζόταν στα σιτηρά και κατόπιν σε κάποιο πολύτιμο μέταλλο. Όμως μέταλλα δεν υπάρχουν παντού. Τα βασίλεια που δεν είχαν μεταλλεία, έπρεπε να τα εισάγουν, να τα αποκτούν ως λάφυρα ή να τα εισπράττουν ως φόρο υποτέλειας.
    Οι ίδιες συνθήκες επικρατούσαν και στην Ελλάδα. Το ανάκτορο – η κεντρική εξουσία – συγκέντρωνε και διένειμε τα προϊόντα μέχρι το 12ο αι.
    Εδώ γεννιέται το ερώτημα, ποιοι ήταν οι κάτοχοι μετάλλου και ποιοι το διαχειριζόντουσαν. Φαίνεται πως ήταν λίγοι, καθώς κυριαρχούσε η αναδιανομή και όχι η ιδιωτική πρωτοβουλία. Στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία τα αγαθά συλλέγονταν (246) από τις αρχές και μετά μοιράζονταν στο λαό. Σύμφωνα με ευρήματα, τα αρχεία πληρωμών και δανείων φυλάσσονταν μαζί με τα επίσημα σταθμά.
    Συμπέρασμα : Η οικονομία αυτών των κοινωνιών χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία μιας κεντρικής εξουσίας που αναδιανέμει τα προϊόντα ανάλογα με την κοινωνική θέση και το επάγγελμα του καθενός.

    Η Οικονομία κατά τους Ομηρικούς Χρόνους
    Πυρήνας ήταν ο οίκος που είχε ευρύτερη έννοια από τη σημερινή. Εκτός από τους συγγενείς εξ αίματος, στον οίκο ανήκουν τόσο οι εργάτες όσο και οι δούλοι της οικογένειας. Όλα τα μέλη υπακούν στον αρχηγό που συγκεντρώνει και διανέμει τα αγαθά.
    Ως μέτρο αξίας, υιοθετήθηκαν διάφορα αντικείμενα. Στην αρχή ήταν τα βόδια και ο πλούτος στηρίζεται στα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Υπολογίζεται σε κεφαλές ζώων, πολύτιμα αντικείμενα, υφάσματα και μέταλλα.
    Γύρω στον 8ο αι. με την εμφάνιση της πόλης κράτους γίνονται ριζικές αλλαγές. (247) το επίκεντρο της οικονομίας στηρίζεται στην κτηματική ιδιοκτησία, ενώ παράλληλα αναπτύσσεται η βιοτεχνία και το εμπόριο. Το ρόλο του αρχηγού ενός οίκου, τον παίζουν οι αριστοκρατικές οικογένειες. Παρατηρείται επίσης μεγάλη αύξηση του πληθυσμού και καταμερισμός της εργασίας. Έτσι δημιουργούνται νέες ανάγκες. Η λύση είναι εκτός από τους πολέμους, η ανάπτυξη του εμπορίου και οι αποικίες.
    Οι πρώτες εμπορικές συναλλαγές αναφέρονται από τον Όμηρο. Η επαφή με άλλους πολιτισμούς ήταν ωφέλιμη τόσο υλικά όσο και πολιτιστικά (π.χ. το αλφάβητο των Φοινίκων).
    Γύρω στο 10 αι. ο ελλαδικός χώρος υιοθέτησε τη χρήση μετάλλου. Οι μεσοποτάμιες μονάδες βάρους ‘μνα’ και ‘σέκελ’ έφτασαν και εδώ. Τα μέταλλα έγιναν λέβητες, τρίποδες και πέλεκεις, ως σκεύη-νομίσματα. Μια άλλη μορφή, είναι το τάλαντο.
    Στην Πελοπόννησο χρησιμοποιήθηκε ο σιδερένιος οβελός, αφιερωμένος από τον τύραννο του Άργους Φείδωνα, στη θεά Ήρα.
    Η Σπάρτη (248) διατηρεί τη δύσχρηστη μορφή του σκεύους νομίσματος και μετά την εμφάνιση του νομίσματος στην Ελλάδα, στους πελάνορες. Αυτό συνέβαινε για να αποφευχθεί η δημιουργία μεγάλης περιουσίας.

    Η Επινόηση του Νομίσματος
    Σύμφωνα με τα (249) ευρήματα ο πρώτος ‘θησαυρός’ νομισμάτων προέρχεται από το Αρτεμίσιο της Εφέσου. Οι πρώτες νομισματικές κοπές χρονολογούνται γύρω στο 625 – 600 π.Χ. Δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τους εφευρέτες του νομίσματος (Ίωνες ή Λυδοί) καθώς δεν υπάρχουν αποδείξεις πάνω στα νομίσματα. Πάντως, ανεξάρτητα από το χώρο εφεύρεσης, η διάδοσή του μπορεί να θεωρηθεί ελληνικό φαινόμενο καθώς οι ιωνικές πόλεις άρχισαν να εκδίδουν και να χρησιμοποιούν νομίσματα.
    Η (250) επικρατέστερη θεωρία είναι του Cook και του Kraay που θεωρούν πως το νόμισμα χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή μισθοφόρων και γενικότερα για συναλλαγές του κράτους. Οι πηγές πάντως δεν το πιστοποιούν.
    Δεν ξέρουμε ποιος εφάρμοσε πρώτος τα νομίσματα από ήλεκτρο. Μπορεί να είναι δυνάστες, βασιλείς ή υπεύθυνοι της κοπής. Ο Κροίσος της Λυδίας ήταν αυτός που εγκαινίασε το διμεταλλικό σύστημα (νομίσματα χρυσού – αργύρου).
    Η χρήση του εξαπλώθηκε μέσω των αποικιών σε όλη τη Μ. Ασία. Το νόμισμα έχει ρίζες στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική άνοδο της πόλης. Η ανάπτυξη του νομίσματος δεν έχει μόνο σχέση με το εμπόριο και τον πλούτο αλλά και με τις διαφοροποιήσεις των πόλεων – κρατών. Από το 800 π.Χ. δημιουργούνται στα κέντρα των πόλεων αγορές, κέντρα διοίκησης (251) δικαιοσύνης και λατρείας. Ίσως από αυτή τη σχέση να βγαίνει και η λέξη νόμισμα – νόμος. Η πορεία του νομίσματος συνδέεται με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας από το ανακτορικό, μυκηναϊκό σύστημα, και το φεουδαρχικό της Μεσοποταμίας, στο πολιτειακό σύστημα των πόλεων – κρατών.
    Το κράτος χρησιμοποιεί το νόμισμα για πληρωμές. Η αύξηση της παραγωγής μπορεί να συνδέεται με στρατιωτικές εκστρατείες. Με νόμισμα πληρώνονται επίσης οι δημόσιοι υπάλληλοι, δίνονται εισφορές, δώρα και άλλα.
    Γύρω στον 6ο αι. οι πόλεις του ελλαδικού χώρου εκδίδουν νομίσματα.

    Η Εξάπλωση του Νομίσματος ως Μέσο Συναλλαγής
    Πρώτη η Αίγινα έκοψε αργυρά νομίσματα, κατόπιν η Κόρινθος και η Αθήνα για να ακολουθήσει και ο υπόλοιπος ελλαδικός χώρος. Με το νόμισμα, η πόλη – κράτος επιβεβαιώνει την αυτονομία (252) και πιστοποιεί την ύπαρξή της. Έχει κέρδος καθώς εισπράττει 5% φόρο επί της ονομαστικής του αξίας όπως επίσης κερδίζει και από το συνάλλαγμα στο οποίο υπόκεινται οι ξένοι. Το νόμισμα γίνεται τόσο αποδεκτό που σύντομα κόβονται νομίσματα μικρών υποδιαιρέσεων για τις καθημερινές συναλλαγές. Λόγω της δυσχρηστίας τους όμως, σύντομα αρχίζουν να κόβονται χάλκινα νομίσματα με ψεύτικη ονομαστική αξία που δεν υιοθετήθηκαν ταυτόχρονα από τις πόλεις.
    Πάντως το κρατικό χρυσό νόμισμα είναι σπάνιο. Ο χρυσός χρησιμοποιούνταν για άλλα αντικείμενα (αγάλματα) ή φυλασσόταν για περιπτώσεις ανάγκης καθώς η αξία του ήταν πολύ μεγάλη. Μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου τα χρυσά νομίσματα κατακλύζουν τις αγορές.
    5ος αι. : το διεθνές νόμισμα ήταν τα αθηναϊκά τετράδραχμα, απομιμήσεις των οποίων συναντάμε στην Αραβία, τη Συρία, τη Βαβυλώνα και την Αίγυπτο.

    Η Μέθοδος της Νομισματοκοπίας και η Εξεύρεση του Μετάλλου (253)
    Τα μέταλλα χύνονταν και γίνονταν νομίσματα στο νομισματοκοπείο (δεν έχουμε πληροφορίες για αυτό). Σε πόλεις όπου η νομισματοκοπία είναι διαρκής, πρέπει να υπήρχε σταθερό, μόνιμο κτίριο. Στις άλλες, η νομισματοκοπία ήταν περιοδική.
    Υπήρχαν πόλεις που έκοβαν νομίσματα για λογαριασμό άλλων αν και τις περισσότερες φορές, κάθε πόλη έκοβε τα δικά της.
    Τα νομίσματα ήταν παιστά (ένα θερμασμένο στρογγυλό πέταλο χτυπιόταν ανάμεσα σε δύο μήτρες, τον οπισθότυπο και τον εμπροσθότυπο).
    Τα μεγάλου μεγέθους ήταν χυτά σε μήτρες (254). Λίγες έχουν βρεθεί, μάλλον διότι μετά την παραγωγή τις κατέστρεφαν για την αποφυγή παραχαράξεων.
    Όπως είπαμε, δεν είχαν όλες οι πόλεις μεταλλεία. Έτσι γίνονταν εισαγωγές μετάλλου.

    Οι Νομισματικοί Τύποι (255)
    Α. το ομιλόν σύμβολο της πόλης (π.χ. ένα μήλο στη Μήλο)
    Β. αντικατοπτρίζει τον πλούτο της πόλης (ένα στάχυ στη Λευκανία)
    Γ. αναπαράσταση του προστάτη – θεού
    Δ. αναφορά σε κάποιο μύθο της πόλης
    Ε. υπόδειξη πολιτικών αλλαγών (θαλάσσια χελώνα για την Αίγινα αρχικά, χερσαία χελώνα όταν κατακτήθηκε από τους Αθηναίους ) (256)
    Στ. απεικόνιση πορτρέτου κάποιου θνητού. Τα πορτρέτα στα νομίσματα, εδραιώνονται από τους διαδόχους του Μ. Αλεξάνδρου
    Σπάνιες είναι (257) οι αναπαραστάσεις ιστορικών σκηνών που σχετίζονται με την επίδραση της Ανατολής. Το αντίθετο συνέβη στους ρωμαϊκούς χρόνους, όπου λόγω προπαγάνδας απεικονίζονται οι αρετές και οι άθλοι του εκάστοτε αυτοκράτορα.

    Η Οικονομία της Αθήνας (257)
    Η Αθήνα, ήταν μια από τις ισχυρότερες πόλεις – κράτη και φυσικά υπήρξε μια από τις πρώτες που έκοψαν νόμισμα.
    Ο πλούτος της προερχόταν από την αγροτική – κτηνοτροφική παραγωγή, το εμπόριο, τη βιοτεχνία, τους φόρους και τα πλούσια μεταλλεία του Λαυρίου. Επίσης, ως ‘υπερδύναμη’ συνέλεγε φόρους υποτέλειας και από άλλες πόλεις. Η κυριαρχία αυτή υπήρξε μακρόχρονη. Ο Πειραιάς ήταν κέντρο εμπορικών επαφών καθώς το θαλάσσιο εμπόριο είχε μεγάλη ανάπτυξη, λόγω των δύσβατων χερσαίων δρόμων. Το οδικό δίκτυο παρέμενε κακό, για προστασία από επιδρομές.
    Ο πληθυσμός αποτελούνταν από πολίτες, μέτοικους και σκλάβους. Μόνον οι πρώτοι μπορούσαν να έχουν έγγεια περιουσία. Λόγω του εμπορίου, αναπτύχθηκαν οι έμποροι και οι βιοτέχνες, που μαζί με τους αγρότες και τους φτωχούς, συμμαχούσαν εναντίον των αριστοκρατών. Σημειώνουμε πως ο πλουτισμός με κινητή περιουσία είναι γνώρισμα των αναπτυγμένων κοινωνιών, καθώς στην αρχή μιας πόλης, το μόνο περιουσιακό στοιχείο ήταν η γη.
    Ο Σόλωνας προχώρησε (258) σε μεταρρυθμίσεις για να μειώσει τις διαφορές μεταξύ πολιτών και αριστοκρατών. Η οικονομική μεταρρύθμιση όμως δεν είναι νομισματική καθώς τα πρώτα αθηναϊκά νομίσματα εμφανίστηκαν μετά την εποχή του. Αφορούσε μόνον μέτρα και σταθμά.
    Ο Σόλων διαχώρισε τους πολίτες ανάλογα με το εισόδημά τους, με μονάδα μέτρησης το μέδιμνο, ελαφρύτερη μονάδα από την προηγούμενη. Ανάλογα με τα έσοδα, ορίστηκε ο φόρος που μπορούσε να καταβάλλει ο κάθε πολίτης, όπως και τα αξιώματα που μπορούσε να αναλάβει. Έτσι, ακόμα και οι θήτες μπορούσαν να μετέχουν στη διακυβέρνηση. Η μετρική αυτή μεταρρύθμιση διευκόλυνε και το εμπόριο.
    Μετά το Σόλωνα ανέλαβε ο Πεισίστρατος και οι αριστοκράτες. Η Αθήνα απέκτησε μεγάλη οικονομική και πολιτική ώθηση. Το κράτος αναπτύσσεται κι έχουμε εισοδηματική πολιτική, ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του εξαγωγικού εμπορίου. Η Αθήνα εξάγει προϊόντα. Ο Σόλωνας δίνει κτήματα στους ακτήμονες και πιστώσεις στους παραγωγούς, ενισχύοντας τη μικρή ιδιοκτησία.
    Η Αθήνα κόβει νομίσματα το 570. μπροστά φέρουν διάφορα εμβλήματα και πίσω έγκοιλο τετράγωνο. Ο Πεισίστρατος καθορίζει το βάρος (8,35 γρ.).
    (259) Οι γαιοκτήμονες αντιδρούν και ο Κλεισθένης εφάρμοσε ένα μετριοπαθέστερο πρόγραμμα. Η πόλη όμως, είχε ήδη αποκτήσει δημοκρατικό πολίτευμα.
    Τα πρώτα αθηναϊκά τετράδραχμα φέρουν την Αθηνά και την κουκουβάγια κι εμφανίζονται στην εποχή του Ιππία. Οι ‘γλαύκες’ επιβάλλονται στις διεθνείς αγορές καθώς γίνονται παντού αποδεκτές. Την πρώτη ύλη δίνουν τα κρατικά μεταλλεία του Λαυρίου.

    Η Οικονομική Ζωή της Πόλης (260)
    Το νόμισμα χρησιμοποιήθηκε στην καθημερινή ζωή από νωρίς. Από τον 6ο αι. η πόλη νοικιάζει μεταλλεία και κτήματα σε φρατρίες, δήμους και οργανώσεις, καθώς και ακίνητα που της ανήκουν σε ξένους, μέτοικους και απελεύθερους δούλους. Οι πολίτες χρησιμοποιούσαν το νόμισμα στην καθημερινή ζωή, στην πληρωμή φόρων, εισφορών κλπ. Το ίδιο έκαναν και οι αγρότες.
    Οι αγορές της Αττικής ήταν στην Αθήνα, στον Πειραιά και στο Σούνιο. Βέβαια, ο αντιπραγματισμός διατηρήθηκε στην ύπαιθρο, έστω και σε λανθάνουσα μορφή κάτι που ο Αριστοτέλης θεωρούσε απολίτιστο. Ίσως να μη μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ακριβώς το μέγεθος της χρήσης του νομίσματος, ο μεγάλος αριθμός τους όμως, αποδεικνύει το εύρος τους.
    Η Αθήνα είχε το πιο αναπτυγμένο σύστημα εισόδων – εξόδων από τον 5ο έως τον 4ο αι. υπό την έγκριση της Εκκλησίας του Δήμου. Το εξέθετε κάθε μήνα ο αντιγραφεύς. Σώζεται μάλιστα πληθώρα επιγραφών με αναφορές στα οικονομικά της πόλης. (Ακολουθούν παραδείγματα στη σελ. 261).
    Πέραν των τακτικών εξόδων (261) υπήρχαν και οι έκτακτες δαπάνες. Οι μεγαλύτερες, έγιναν για δημόσια έργα την εποχή του Περικλή.
    Τα έσοδα της πόλης ήταν μεγαλύτερα από τα έξοδά της, λόγω των φόρων και των μονοπωλίων σε προϊόντα, τράπεζες, τα μεταλλεία του Λαυρίου και τη νομισματοκοπία. Οι άμεσοι φόροι των πολιτών ήταν τακτικοί και έκτακτοι.
    Τακτικοί : ήταν μόνο η εισφορά, καθώς θεωρούσαν πως ο κεφαλικός, ο φόρος ιδιοκτησίας και εργασίας έπλητταν την ελευθερία του ατόμου. Επίσης υπήρχαν οι λειτουργίες, όπως η χορηγία, η γυμνασιαρχία και η ιπποτροφία που ήταν τακτές.
    Έκτακτοι : η τριηραρχία και η αρχιθεωρία
    Οι μέτοικοι πλήρωναν 12 δραχμές το χρόνο σε άμεσους φόρους, όπως και οι ξένοι. Όταν δε μπορούσαν να πληρώσουν, πωλούνταν ως δούλοι.
    Έμμεσοι φόροι : η εκποίηση περιουσίας της πόλης, οι δημεύσεις περιουσιών, τα δικαστικά έξοδοι, τα τέλη και οι δασμοί, διάφοροι φόροι κλπ.
    Για τη συλλογή των εσόδων, οι πόλη είχε ειδικούς εισπράκτορες με στρατιωτικές δυνάμεις, που επέβαλλαν κυρώσεις στους λαθρεμπόρους. Υπήρχαν επίσης κρατικοί λειτουργοί που επέβλεπαν τις τιμές.
    Ένα από τα κυριότερα έσοδα των Αθηνών ήταν οι εισφορές των συμμάχων αλλά και γενικότερα τα έσοδά της ήταν πολλά. Έτσι κατάφερε να είναι ένα από τα πλουσιότερα κράτη για δύο αιώνες, προσελκύοντας μέτοικους. Τον 5ο αι. προσπάθησε ανεπιτυχώς να επιβάλλει το νόμισμά της σε όλη την επικράτεια. Πάντως, η Αθήνα κατάφερε να έχει μεγάλη συγκέντρωση κεφαλαίου καταφέρνοντας έτσι να κυριαρχεί, μέχρι την έλευση των Μακεδόνων. Με το Μ. Αλέξανδρο η ελληνική κυριαρχία φτάνει στο απόγειό της και επιβάλλει το νόμισμά της που είναι σύμφωνο με τον αττικό κανόνα τον οποίο ήδη αποδέχονταν οι περισσότερες περιοχές.

    Οικονομική κρίση στην Αθήνα (263)
    Τον 5ο και 4ο αι. η Αθήνα έχει όλο και περισσότερους πολίτες που δεν είναι ιδιοκτήτες γης ενώ οι μικροϊδιοκτήτες εξαρτιόνταν από τους πλούσιους γαιοκτήμονες με συνέπεια το δανεισμό.
    Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, οι αντιθέσεις οξύνθηκαν και η οικονομία παρουσίασε κάμψη. Σταμάτησε η εισροή φόρων υποτέλειας, εξασθένησε το εμπόριο και η πόλη δεν είχε πρόσβαση στα μεταλλεία του Λαυρίου. Χιλιάδες δούλοι δραπέτευσαν, το κράτος βρέθηκε ταπί, αδυνατούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις του και κατέφυγε σε έκτακτα οικονομικά μέτρα :
    – τέθηκαν σε κυκλοφορία χρυσά νομίσματα 12πλάσιας αξίας. Το μέταλλό τους προήλθε από επτά επιχρυσωμένα αγάλματα Νικών που είχαν φτιαχτεί για αυτό το σκοπό. Τα χρυσά νομίσματα γρήγορα βγήκαν από την κυκλοφορία κι η πόλη κυκλοφόρησε χάλκινα. Οι Αθηναίοι δεν το αποδέχτηκαν εύκολα αυτό. Και αυτά αντικαταστάθηκαν με αργυρά. Το αθηναϊκό νόμισμα επανεκδίδεται το 391 με το ίδιο βάρος και τύπο. Έχουμε επίσης πληθώρα υποδιαιρέσεων για τις καθημερινές συναλλαγές (264).
    Η νομισματική παραγωγή ελαττώνεται από τα μέσα του 4ου αι. λόγω των νομισμάτων του Φιλίππου Β και κυρίως του Αλέξανδρου Γ. Ακόμα κι έτσι όμως, η Αθήνα κράτησε σταθερό το βάρος και την ποιότητα του μετάλλου της, χωρίς να καταφύγει στην υποτίμηση.

    Η Οικονομική Πολιτική των Σελευκιδών (265)
    Στο βασίλειο αυτό, κυκλοφορούσαν εκτός από τα νομίσματα των βασιλέων, νομίσματα του Αλέξανδρου και των διαδόχων του. Αυτά μάλιστα του Αλέξανδρου καλύπτουν το 80% της κυκλοφορίας καθώς τα δέχονται κυρίως οι μισθοφόροι, η Συρία και η Παλαιστίνη.
    Οι αρχικές εκδόσεις του Σέλευκου φέρουν το όνομα του Αλέξανδρου και έχουν τους ίδιους τύπους. Δικά του νομίσματα έκοψε προς το τέλος της βασιλείας του. Ο διάδοχός του Αντίοχος Α καθιέρωσε το πορτραίτο στο νόμισμα, κρατώντας και αυτός το αττικό βάρος. Άλλωστε το κράτος του βρισκόταν μέσα σε μια περιοχή όπου κυκλοφορούσαν διάφορα νομίσματα, ίδιου σταθμητικού κανόνα, του αττικού.
    Η νομισματική πολιτική των Σελευκιδών φαίνεται ανοικτή, βασισμένη στο εμπόριο. Ήταν όμως στην ουσία η συνέχεια μιας πρακτικής που προϋπήρχε καθώς γενικά, οι Σελευκίδες δεν έκαναν πολλές αλλαγές και το σύστημά τους παρέμεινε σταθερό μέχρι την κατάκτησή τους από τους Ρωμαίους. Είχαν όμως δύο μειονεκτήματα :
    – το βασίλειο έχανε κέρδη, καθώς οι έμποροι και οι ξένοι δεν χρειαζόταν να κάνουν συνάλλαγμα
    – το βασίλειο δε μπορούσε να ελέγξει το πλήθος των νομισμάτων και μπορούσε να βρεθεί σε έλλειψη ή πληθώρα νομισμάτων, κάτι που δημιουργεί πληθωρισμό.
    Βέβαια, η πολιτική αυτή είχε και πλεονεκτήματα :
    – τα νομίσματα ήταν ισχυρά και με αξία στις διεθνείς αγορές και είχαν καλή τιμή αλλαγής
    – οι επιχειρήσεις ανθούσαν όπως και το εμπόριο, η βιοτεχνία και η αγροτική παραγωγή
    Συμπέρασμα : Οι Σελευκίδες επέλεξαν να έχουν πλούσιους πολίτες για να μπορούν να έχουν πλούσιο κράτος.

    Η Οικονομική Πολιτική των Πτολεμαίων
    Η Αίγυπτος των Πτολεμαίων διέθετε φυσικά σύνορα κάτι που διευκόλυνε την προστασία της. Ο πληθυσμός της ήταν κυρίως αγροτικός και ζούσε κατά μήκος του Νείλου. Ο πλούτος της βασιζόταν στις εξαγωγές της. Η οικονομία των Πτολεμαίων ήταν κλειστή, με την επιβολή και κυκλοφορία αποκλειστικά του βασιλικού νομίσματος.
    Ο Πτολεμαίος ο Α είναι ο πρώτος που σταματά τα αλεξάνδρεια νομίσματα. Τα νέα 4δραχμα φέρουν έμπροσθεν το πορτρέτο του και όπισθεν έναν αετό.
    Από τους Θησαυρούς καταλαβαίνουμε πως ο Πτολεμαίος όχι μόνο εκδίδει νομίσματα δικά του, αλλά επιβάλλει αυτό το μονοπώλιο και σε άλλες κτήσεις. Από ευρήματα του ελλαδικού χώρου, συμπεραίνουμε πως τα πτολεμαϊκά νομίσματα κυκλοφορούσαν παράλληλα με αυτά άλλων χωρών, αν και έχουν κατώτερη αξία.
    Από έναν πάπυρο, μαθαίνουμε πως οι ξένοι έμποροι όταν έφθαναν στην Αίγυπτο ήταν υποχρεωμένοι να αλλάξουν τα χρήματά τους με πτολεμαϊκά. Όσοι είχαν νομίσματα αττικού κανόνα, έχαναν ένα 17-18% της αξίας τους. Έτσι το κράτος κέρδιζε περισσότερο. Προφανώς οι έμποροι το δέχονταν αυτό, λόγω των κατώτερων τιμών των προϊόντων καθώς και της πληθώρας προϊόντων και ποιότητας. (269) Οι τιμές διατηρούνταν χαμηλές λόγω του μονοπωλίου, αυξάνονταν όμως οι έμποροι και τα νομίσματα που κυκλοφορούσαν. Για την αποφυγή πληθωρισμού, οι Πτολεμαίοι :
    – κυκλοφορούσαν ελεγχόμενη ποσότητα χρήματος. Έκοβαν μόνον όσα χρειάζονταν για τις συναλλαγές τους.
    – Στο εσωτερικό της Αιγύπτου, κυκλοφορούσαν μόνο χάλκινα νομίσματα με υπερτιμημένη αξία, με τα οποία αγόραζαν χρυσά ή αργυρά, κερδίζοντας επιπλέον. Άλλωστε, η επιβολή μονοπωλίου προϋπήρχε στην Αίγυπτο.
    – Πριν από τους Πτολεμαίους, δεν υπήρχαν πολλές ελληνικές πόλεις, άρα η νομισματική παραγωγή ήταν μικρή. Στη χώρα (270) δεν κυκλοφορούσαν νομίσματα και στην ύπαιθρο γινόταν χρήση του αντιπραγματισμού. Άρα δεν υπήρχε νομισματική παράδοση, κάτι που άφηνε το πεδίο ελεύθερο.

    http://eapilektoi.blogspot.com/2011/03/20.html

  4. Η οικονομική οργάνωση της Αθηναϊκής κοινωνίας του Περικλή τον

    (από την Κωνσταντίνα-Ελένη Αγγελοπούλου, οικονομολόγο)

    Εισαγωγή
    Η Αθήνα, παράλληλα με την πολιτιστική ανάπτυξη που γνωρίζει την κλασική περίοδο συμπαρασύρεται και σε μια οικονομική, η οποία υποβοηθά ουσιαστικά την πολυεπίπεδη άνθησή της. Καθώς ήταν το οικονομικό κέντρο της ανατολικής Μεσογείου διέθετε μεγάλη πολιτική επιρροή.

    Η οικονομική ανάπτυξη

    Ο αντίκτυπος της οικονομικής ευρωστίας αποτυπώνεται υπεράνω όλων στην κοινωνική πρόνοια που δύναται να προσφέρει, μέσω της ανάπτυξης θεσμών κοινωνικής προστασίας όπως είναι τα θεωρικά. Με αυτό τον τρόπο δινόταν η δυνατότητα ακόμα και στους άπορους να γίνονται κοινωνοί της τέχνης καθώς η κοινωνία είχε εξασφαλίσει το αντίτιμο του εισιτηρίου τους για την είσοδό τους στο θέατρο. Η οικονομική ευρωστία διαφαίνεται ακόμη και στις προσπάθειες οικοδόμησης μεγάλων δημοσίων έργων που λαμβάνουν χώρα, προκειμένου όχι μόνο να βελτιωθεί το επίπεδο διαβίωσης και να αλλάξει όψη η πόλη, αλλά και να δημιουργηθούν πολυάριθμες θέσεις εργασίας.

    Οι λειτουργίες

    Η επίτευξη των στόχων συνδεόταν άμεσα με την ύπαρξη μιας συνεχούς και αδιάκοπης οικονομικής στήριξης που μπορούσε να προσφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά. Η κύρια κρατική πηγή εσόδων, λοιπόν, ήταν το φορολογικό σύστημα εκτάκτων προσόδων που καλούνταν λειτουργίες. Το σύστημα ήταν ιδιαίτερα ευφυές αλλά και πρωτότυπο καθώς υποχρέωνε τους οικονομικά ισχυρούς να προσφέρουν τα κονδύλια. Αρχικά είχαν εθελοντικό χαρακτήρα, στην πορεία όμως έλαβαν μορφή θεσμού μέσω του οποίου οι πλούσιοι καλούνταν να δείξουν τη γενναιοδωρία τους και το ότι ο ιδιωτικός πλούτος ήταν στην υπηρεσία της κοινότητας. Οι λειτουργίες είχαν γίνει αποδεκτές από τους φορολογούμενους διότι, ενώ βοηθούσαν την πολιτεία, συγχρόνως εκπλήρωναν τις φιλοδοξίες τους και ικανοποιούνταν από την προσωπική προβολή, ισχυροποιώντας το κύρος τους καθώς τους τιμούσαν με αναμνηστικά μνημεία σε περίπτωση νίκης της ομάδας που υποστήριζαν χρηματικά σε γυμνικούς ή δραματικούς αγώνες.

    Οι λειτουργίες κατηγοριοποιούνταν ανάλογα με την χρήση των ποσών που δαπανούνταν. Η λειτουργία της οποίας τα ποσά προορίζονταν για συντήρηση κρατικών πλοίων ονομαζόταν τριηραρχία. Χορηγία ήταν τα ποσά που διατίθεντο για θεατρικές παραστάσεις που θα συμμετείχαν σε δραματικούς αγώνες, ενώ γυμνασιαρχία τα ποσά για την εκγύμναση και διατροφή των αθλητών που ελάμβαναν μέρος σε γυμνικούς αγώνες. Ακόμη μια γνωστή λειτουργία ήταν η εστίαση, όπου ο φορολογούμενος παρείχε χρήματα για να παραθέσει δημόσιο γεύμα στα μέλη της φυλής του σε περίοδο αγώνων ή εορτών.

    Οι τακτικές πρόσοδοι

    Εκτός όμως από τις έκτατες προσόδους, όπου ανήκαν οι λειτουργίες, υπήρχαν και οι τακτικές. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονταν τα πρόστιμα από τα δικαστήρια και άλλα δικαστικά έσοδα καθώς και τα ποσά από την εκμίσθωση χώρων κρατικής ιδιοκτησίας. Η πιο προσοδοφόρα εκμίσθωση ήταν αυτή των μεταλλείων του Λαυρίου. Όταν έπαψε η εκμετάλλευσή τους σε συνδυασμό με την κάμψη του εμπορίου, τα έσοδα της πολιτείας μειώθηκαν δραστικά, σε σημείο που οδήγησε στην έντονη εκδήλωση της κοινωνικής διάστασης των πλουσίων και των φτωχών. Τη στήριξη του κρατικού μηχανισμού συμπλήρωναν και οι φόροι σε σχέση με το εμπόριο, όπως η πεντηκοστή, που επιβαλλόταν στα εισαγόμενα και εξαγόμενα αγαθά, αλλά και το επώνιον, που συσχετιζόταν με την αξία των πωλούμενων εμπορευμάτων. Επίσης, στην Αθήνα κατοικούσαν πολίτες και άλλων ελληνικών πόλεων, οι οποίοι ήταν υπόχρεοι στην καταβολή ενός κατά κεφαλή φόρου (μετοίκιον). Πέρα από τους μέτοικους, όμως, υπήρχαν και αυτοί που παρεπιδημούσαν και πλήρωναν έναν ανάλογο φόρο που ονομαζόταν ξενικόν. Λέγεται δε ότι η τακτική που ακολουθούσε η Αθήνα και οι πολιτικοί της ήταν ιδιαίτερα φιλική προς αυτούς και θέσπιζε θεσμούς που τους ευνοούσαν προκειμένου να προσελκύεται μεγάλος πλήθος το οποίο θα επωμιζόταν και τα φορολογικά βάρη. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ υπήρχαν οι προαναφερόμενοι άμεσοι φόροι δεν ίσχυαν και αντίστοιχοι για τους ελεύθερους Αθηναίους πολίτες, και αυτό διότι υπήρχε η αντίληψη ότι η άμεση φορολογία είναι ιδιαίτερα προσβλητική.

    Η είσπραξη των φόρων

    Όσον αφορά τον τρόπο είσπραξης υπήρχαν δύο μέθοδοι. Αν το ποσό ήταν μικρό, όπως στην περίπτωση των δικαστικών, τότε το κράτος αναλάμβανε το ίδιο την είσπραξη. Η συνήθης τακτική όμως ήταν η εκμίσθωση των προσόδων σε ιδιώτες που ονομάζονταν τελώνες. Αυτό διευκόλυνε το κράτος, ειδικά όταν η είσπραξη ενός μεγάλου φόρου έπρεπε να γίνει άμεσα καθώς ήταν υποχρεωμένοι να προπληρώνουν το σύνολο του φόρου. Το κράτος, ύστερα, παραχωρούσε το δικαίωμα στους τελώνες να δρουν με όποιο τρόπο έκριναν προκειμένου να εισπράττουν την οφειλή που αναλογούσε στον κάθε πολίτη.

    Ο ρόλος των μετοίκων και των δούλων στο οικονομικό σύστημα

    Ο τρόπος φορολόγησης, όμως, ήταν μια όψη του νομίσματος. Η εξέταση και της άλλης όψης είναι απαραίτητη καθώς θα πρέπει να γίνουν γνωστές οι πηγές των χρηματικών ποσών που καλούνταν οι φορολογούμενοι να καταβάλλουν. Οι μέτοικοι ασχολούνταν με το εμπόριο και τις χειρονακτικές εργασίες. Μάλιστα ήταν υποχρεωμένοι, πέρα από το μετοίκιον, να καταβάλλουν και ένα ποσό για την άδεια άσκησης εμπορίου στην αγορά. Εκτός αυτού, δραστηριοποιούνταν κι ως διαχειριστές, γραμματείς και φύλακες. Εν γένει, η συμβολή των ξένων εμπόρων και των μετοίκων στην οικονομική ζωή της πόλης έπαιζε μεγάλο ρόλο, καθώς το εμπόριο εκείνη την εποχή ήταν σε άνθηση και ειδικά το εμπόριο σιτηρών ήταν θέμα επιβίωσης. Το εμπόριο κατά κύριο λόγο ήταν μια προσοδοφόρα δραστηριότητα. Όσοι όμως δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα για να πραγματοποιούν τις μεταφορές των εμπορευμάτων, δανείζονταν από τους εισοδηματίες και πλήρωναν ένα αντίτιμο στους πλούσιους ναυκλήρους για να μπορούν να τα μεταφέρουν. Τις επικίνδυνες εργασίες, όπως την εξόρυξη στα ορυχεία αναλάμβαναν οι σκλάβοι. Φυσικά όσοι εργάζονταν στα χωράφια των πλουσίων τύχαιναν καλύτερης μοίρας. Οι γαιοκτήμονες εισέπρατταν ένα εισόδημα από την εκμετάλλευση των εκτάσεων. Προκειμένου, όμως, να ενισχυθεί η αγροτική παραγωγή συχνά ιδιοκτήτες και δούλοι εργάζονταν ταυτόχρονα. Οι δούλοι μπορεί να αναλάμβαναν και ρόλο οικονόμου ή επιστάτη όταν υπήρχε καταμερισμός εργασίας και ήταν αφοσιωμένοι στους ιδιοκτήτες. Ορισμένοι από αυτούς αποκτούσαν και εξειδίκευση και εργάζονταν ως τεχνίτες σε «εργαστήρια» και βιοτεχνίες μαζί με μετοίκους. Συχνά καλούνταν να καταβάλλουν στον ιδιοκτήτη ένα αντίτιμο για την εκμετάλλευση και τα υπόλοιπα έσοδα μπορούσαν να τα επωφεληθούν οι ίδιοι.

    Επίλογος

    Η οικονομική οργάνωση της Αθήνας του Περικλή, τον καιρό της Μύρτιδος, αποτελεί ένα διαχρονικό πρότυπο σοφής διαχείρισης και καταμερισμού των εξόδων και των πόρων, αλλά και ένα ενδεικτικό παράδειγμα του πώς μία ισχυρή πολιτισμική ανάπτυξη συμπαρασύρει και σε μία αναλόγως εξαιρετική οικονομική, κοινωνική και πολιτική.

    Ενδεικτική Βιβλιογραφία

    Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Αρχαία Ιστορία. Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 2009.
    de Ste. Croix GEM. Ο Ταξικός Αγώνας στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο: από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση, μτφ. Γ. Κρητικός. Ράππα, Αθήνα 1998.
    Guisepi R. Economy and Society in Classical Greece. World History Project, USA 1998.
    Mosse C. Πολιτική και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, μτφ. Κ. Μπούρας. Σαββάλας, Αθήνα 2003.
    Seewald K. Handel und Wirtschaft im alten Griechenland. Verlag, 1995.

    http://www.myrtis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=219&Itemid=246&lang=el

  5. Η Οικονομία στην Πόλη Κράτος

    Ένα οικοδομικό τετράγωνο έχει επιφάνεια 80μ ×80μ= 6400 τετρ.μ. Σ’ αυτόν θα βρίσκονται, 8 κατοικίες δηλαδή 32 άτομα κατά κανόνα. Οι πολίτες θα μπορούν να τον αξιοποιούν συλλογικά, αν θέλουν, ή και οικογενειακά. Η πόλη βέβαια θα ευνοεί τη συλλογική καλλιέργεια, γιατί και πιο οικονομική και πιο αποτελεσματική θα είναι. Κι έπειτα
    αναπτύσσει το πνεύμα της φιλίας και της συνεργασίας που είναι απαραίτητα για να ζήσει η πόλη. Και είναι βέβαια σωστό πως οκτώ οικογένειες θα μπορούν να αξιοποιούν το χώρο καλύτερα.

    Η γύρω από την πόλη περιοχή. Η γύρω από την πόλη περιοχή χωρίζεται σε τρεις ζώνες: την πλησιόχωρη γεωργική, την απομακρυσμένη γεωργική και τη βιομηχανική. Υπάρχει βέβαια διαφοροποίηση ανάλογα με την περιοχή και ιδιαίτερα στην παραθαλάσσια και νησιώτικη Ελλάδα, όπου η θάλασσα παίζει μεγάλο, πολλαπλό και ποικίλο ρόλο.

    Για κάθε μέλος της οικογένειας η πολιτεία διαθέτει ανάλογη γαιοκτησία για αγροτική εκμετάλλευση στην πλησιόχωρη και στην απομακρυσμένη ζώνη της πόλης. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να του διατεθεί και να αγοράσει από την πόλη κατοικία και αγρόκτημα στην πλησιόχωρη και στην απομακρυσμένη περιοχή ανάλογα με τα μέλη της οικογένειάς του. Οι δύο αυτές περιοχές χωρίζονται σε αγροτεμάχια και διανέμονται με κλήρο στους πολίτες και τα παιδιά τους. Σε κάθε πολίτη και σε κάθε παιδί του ανήκει ένα αγροτεμάχιο από την πλησιόχωρη κι ένα από την απομακρυσμένη.

    Στην αγροτική ζώνη μόνο οι πολίτες έχουν δικαίωμα ιδιοκτησίας. Τα αγροτεμάχια κληροδοτούνται μόνο στα τέκνα των πολιτών` διαφορετικά επανέρχονται στην πόλη με τη φυσική ή κοινωνικο-πολιτική αποχώρηση του ιδιοκτήτη.

    Στη βιομηχανική ζώνη έχουν δικαίωμα να ιδρύσουν βιοτεχνία/μηχανία και μη πολίτες. Η γη όμως πάντα ανήκει στην πόλη. Τα κτίσματα της βιομηχανικής ζώνης που ανήκουν σε μη πολίτες μπορούν να κληροδοτηθούν στα τέκνα των ιδρυτών των βιοτεχνιών/μηχανιών με τον όρο ότι θα τα αξιοποιούν· διαφορετικά περιέρχονται στην πόλη. Οι βιοτεχνίες/μηχανίες που ανήκουν σε πολίτες κληροδοτούνται στα τέκνα τους αρκεί να αξιοποιούνται` διαφορετικά περιέρχονται στην πόλη. Φυσικά ο τρόπος και ο τόπος εγκατάστασης των βιοτεχνιών/μηχανιών, όπως και κάθε τι που αφορά την πόλη ρυθμίζεται από την Εκκλησία του Δήμου. Εδώ μόνο κάποιες προτάσεις παραθέτονται.

    Αν ο επίδοξος πολίτης δεν έχει την οικονομική ευρωστία να αποκτήσει το ακίνητό του, τού παρέχονται ευκολίες πληρωμής και εξόφλησης.

    Η παραγωγή. Ό,τι παράγεται στην περιοχή της πόλης πρώτα χρησιμοποιείται για τις ανάγκες όλων των κατοίκων της γενικά, μόνιμων και μη μόνιμων, και εξάγεται ό,τι περισσέψει. Φυσικά ευνοείται και υποστηρίζεται η εμπορευματική παραγωγή αλλά προέχει η ευζωία των κατοίκων.

    Χειρωνακτική και πνευματική εργασία. Στην αυτόνομη πόλη δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη χειρωνακτική και την πνευματική εργασία. Όλοι και όλες εθίζονται και στις δύο. Ο χώρος και μέσα και έξω από την πόλη καλλιεργείται. Υπάρχουν εργοστάσια ούτε πολύ μακριά αλλά ούτε και πολύ κοντά στην πόλη, στα οποία θα εργάζονται εναλλακτικά πολλοί και από πολλές πόλεις. Στις υπηρεσίες της πόλης εναλλάσσονται όλοι οι πολίτες/ισσες. Να θυμίσουμε πως στην αρχαία Αθήνα με 30.000 πολίτες οι 20.000 τρέφονταν από το δημόσιο ταμείο, παρέχοντας υπηρεσίες στην πόλη, κατά εισήγηση του Αριστείδη του Δίκαιου (Αριστοτέλης Αθην. Πολιτ. 24). Να επισημάνουμε πως, ενώ η εργασία, η απασχόληση και η διατροφή αυτών των 20.000 πολιτών και των οικογενειών τους ήταν εξασφαλισμένες, η θέση τους δεν ήταν μόνιμη, γιατί οι πολίτες εναλλάσσονταν στις διάφορες θέσεις με κλήρωση στο τέλος κάθε χρονιάς, κατά τα δημοκρατικά θέσμια των Αθηναίων. Κανείς δεν έμενε σε κάποια υπηρεσία πάνω από ένα χρόνο και ποτέ στη ζωή του δε θα επανερχόταν στην ίδια υπηρεσία, αλλά και ποτέ δεν έμενε χωρίς δουλειά ή οικονομικό βοήθημα σε περίπτωση ανικανότητας για εργασία. Έτσι δεν υπήρξε ποτέ ο κίνδυνος να δημιουργηθεί κάποια γραφειοκρατική μερίδα του πληθυσμού, αλλά και δεν υπήρχε πρόβλημα ανεργίας. Και τελικά στη δημοκρατική Αθήνα, ενώ υπήρχαν τα καλά της υπηρεσίας στο δημόσιο, δεν υπήρχαν τα δεινά.

    Στη μικρή πόλη λοιπόν όλα ρυθμίζονται πιο εύκολα και ελέγχονται πιο αποτελεσματικά. Στη μικρή πόλη πετυχαίνεται σε μεγάλο βαθμό η αυτάρκεια, που είναι ο θεμέλιος λίθος της δημοκρατικής οικονομικής θεωρίας, και ο άνθρωπος χρησιμοποιεί απλώς την τεχνολογία, χωρίς να γίνεται δούλος της. Η μικρή πόλη προστατεύεται πιο εύκολα από πλημμύρες, ανομβρία και άλλες καταστροφές. Δεν υπάρχει πείνα ή ανεργία και τόσο η ασφάλεια όσο και η ασφάλιση εξασφαλίζονται ευχερέστερα σ’ αυτή. Στη μικρή πόλη εξανεμίζεται κάθε αντικοινωνική διάθεση και φυσικά ελέγχεται πιο εύκολα κάθε αντικοινωνική συμπεριφορά και απόπειρα. Στη μικρή πόλη, εάν διοικείται σύμφωνα με τα αθηναϊκά θέσμια, κανένα είδος τρομοκρατίας δεν είναι δυνατό να αναφυεί.

    Η διατροφή όλων των ανθρώπων, σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της Υφηλίου, ανεξάρτητα από το πολίτευμα, βασίζεται κυρίως στην καλλιέργεια της γης του κάθε τόπου, είτε άμεσα είτε έμμεσα· είτε τρώμε ψωμί, χόρτα, λαχανικά ζαρζαβατικά, καρπούς φρέσκους ή ξερούς κ.ά. είτε τρώμε κοτόπουλα, μοσχαράκια, πρόβατα, γίδια κ.λπ., όλα προέρχονται, σε τελευταία ανάλυση, από τη γη. Ο πρωτογενής τομέας ποτέ δε χάνει την αξία του και δε μειώνεται καθόλου η συνεισφορά του στη διατροφή μας, όσο κι αν πολλά προϊόντα του τυχαίνει να τα επεξεργάζεται ο δευτερογενής τομέας. Όμως στις μικρές κλίμακες ενδημούν οι πολυκαλλιέργειες και η παραγωγή είναι πιο κοντά στη φύση και τη σέβεται, αν όχι απόλυτα, πάντως περισσότερο. Και έχουμε πια αρχίσει να καταλαβαίνουμε πόσο βλαβερό για μας τους ίδιους είναι το να μη σεβόμαστε τη φύση. Κι ακόμα στη μικρή πόλη η λίπανση του εδάφους μπορεί να επιτευχθεί πιο εύκολα με φυσική λίπανση, έτσι ώστε να καταργηθούν τα τεχνητά λιπάσματα που συχνά -αν όχι πάντα- είναι καρκινογόνα. Κι έπειτα η ενασχόληση με ατομικά κηπάρια θα λύσει σε μεγάλο βαθμό και το πρόβλημα και της απασχόλησης αλλά και της ασφάλισης και της διατροφής.

    A. KONTOΣ

    φιλόλογος-γλωσσολόγος, νομικός, κοινωνιολόγος.
    http://www.dimokratia.org/html/oikonomia_polis_kratos.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s