ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ο πολιτισμός είναι έργο του ανθρώπου, του ανθρώπινου εγκεφάλου. Όσο περισσότεροι άνθρωποι, ανθρώπινοι εγκέφαλοι, συμμετέχουν στο έργο αυτό, τόσο ο πολιτισμός ανθεί περισσότερο. Για να γίνει όμως το συμμετοχικό πλήθος των ανθρώπινων εγκεφάλων μεγάλο, χρειάζεται κάποιο πολίτευμα που να δημιουργεί πολίτες. Δεν είναι τυχαίο που η λέξη «πολιτισμός» προϋποθέτει τη λέξη «πολίτης». Ο πολίτης όμως δεν είναι δημιούργημα παρά ενός και μόνου πολιτεύματος: της Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία στάθηκε το κύριο στοιχείο, η ειδοποιά διαφορά, που έκανε τον Ελληνικό Πολιτισμό μοναδικό. Η Δημοκρατία, αυτή μόνη, διαφοροποίησε τον Ελληνικό Πολιτισμό από όλους τους άλλους. Τίποτε άλλο. Ούτε το κλίμα ούτε η γεωγραφική θέση. Η Δημοκρατία είναι και αρχαιολογικά διαπιστωμένη στον Ελληνικό Χώρο, στην Πολιόχνη της Λήμνου, από το 3000 π.Χ. περίπου. Μόνο οι Έλληνες, λόγω της Δημοκρατίας, δημιούργησαν πολίτες. Και ίσως μόνο το Ελληνικό Επίτευγμα μπορεί να χαρακτηρισθεί «πολιτισμός», μια και η έννοια «πολιτισμός» προϋποθέτει την έννοια «πολίτες». Ανώτατο πολιτειακό όργανο και κυρίαρχος θεσμός της Δημοκρατίας ήταν η Εκκλησία του Δήμου· στη Σπάρτη το όργανο αυτό ονομαζόταν Απέλλα. Ο δεύτερος θεμελιώδης θεσμός της Δημοκρατίας ήταν η ενιαύσια και μη επαναλήψιμη θητεία των αρχόντων, καθώς και η λογοδοσία τους μετά το πέρας της θητείας τους. Οι πολίτες υπήρξαν το δημιούργημα αυτών των δύο θεσμών. Αν δεν υπάρχουν αυτοί οι δύο θεσμοί, δεν υπάρχουν και πολίτες· υπάρχουν μόνο υπήκοοι. Οι κατάλογοι των Ολυμπιονικών αποδείχνουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες που δεν είχαν θεσμοθετημένους αυτούς τους δύο θεσμούς δε γίνονταν δεκτοί, στα Ολύμπια και κατά συνέπεια και στους άλλους Πανελλήνιους Αγώνες, τα Ίσθμια, τα Νέμεα, τα Πύθια. Τόση σημασία δινόταν από τους αρχαίους Έλληνες στο δημοκρατικό πολίτευμα. Αποκορύφωμα της Δημοκρατίας ήταν η ανάδειξη των περισσότερων από τα 99% των αρχόντων με κλήρωση. Η Σπάρτη δεν είχε την κλήρωση σαν τρόπο ανάδειξης των αρχόντων αλλά την εκλογή· γι’ αυτό ο Αριστοτέλης τη θεωρεί Ολιγαρχία, ο Θουκυδίδης την αποκαλεί «Ισόνομη Ολιγαρχία» που σημαίνει «Δημοκρατική (!) Ολιγαρχία», μια και με το ουσιαστικό «ισονομία» εννοούσαν, όπως φαίνεται στον Ηρόδοτο, το δημοκρατικό πολίτευμα, πριν χρησιμοποιηθεί και γενικευθεί η λέξη «δημοκρατία»· συνεπώς το αντίστοιχο επίθετο «ισόνομος» ισοδυναμούσε με το «δημοκρατικός». Η δική μου πάντως άποψη είναι πως το πολίτευμα της Σπάρτης, εφόσον είχε τους δύο βασικούς θεσμούς, πρέπει να ονομάζεται «Συρρικνωμένη Δημοκρατία». Όλοι οι άλλοι λαοί ήσαν και είναι υπήκοοι· ποτέ πολίτες. Και οι Έλληνες από πολίτες κατάντησαν κι εκείνοι υπήκοοι εξαιτίας της επικράτησης του μοναρχικού πολιτεύματος μετά τη Μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ

Διαβάστε ολο το άρθρο για την ιστορική διαδρομή και εξέλιξη της αθηναϊκής δημοκρατίας πατώντας  εδώ

Διαβάστε ολο το άρθρο για την ιστορική διαδρομή και εξέλιξη του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα πατώντας εδώ

Με τον όρο Ρωμαϊκή Δημοκρατία (Λατιν.: Res publica Romanorum) εννοούμε εκείνη την περίοδο της ρωμαϊκής ιστορίας κατά την οποία οι Ρωμαίοι εκδιώκοντας τον τελευταίο βασιλιά τους τον Ετρούσκο Λεύκιο Ταρκύνιο, εγκαθίδρυσαν παράλληλα το πολίτευμα της res publica. Η περίοδος αυτή της δημοκρατίας, ή ρεπουμπλικανική περίοδος ξεκινά με την εκθρόνιση του τελευταίου Ετρούσκου βασιλιά της Ρώμης, του Ταρκύνιου του Υπερήφανου (Tarquinius Superbus), το 509 π.Χ. και τελειώνει με την επικράτηση του Οκταβιανού επί του Μάρκου Αντώνιου στη ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ.

Με τον όρο res publica αναφερόμαστε γενικά στη μορφή διακυβέρνησης του ρωμαϊκού κράτους από το 509 π.Χ. έως το 27 π.Χ., όταν ο Οκταβιανός περιβάλλεται με μοναρχική εξουσία και τον τίτλο του Αugustus (Σεβαστός), γεγονός το οποίο, ωστόσο, προβλήθηκε ως η αναβίωση της res publica. Ο όρος αυτός, πάντως, δεν περιγράφει απλώς τους πολιτικούς θεσμούς του κράτους, αλλά ένα ευρύτερο σύνολο κοινωνικών θεσμών που ρυθμίζουν τη λειτουργία του, δηλαδή:

  • τον τρόπο δόμησης του πολιτεύματος με τις σύνθετες κοινωνικές διαβαθμίσεις
  • τους θεσμούς της ρωμαϊκής οικογένειας, της familia
  • τους θρησκευτικούς θεσμούς και
  • τις παραδοσιακές ηθικές αξίες, γνωστές με τον όρο mos maiorum.

Φυσικά, η μορφή διακυβέρνησης δεν παρέμεινε στατική, αλλά υπέστη αλλαγές και μετατροπές, καθώς η μεγέθυνση του ρωμαϊκού κράτους, επέφερε θεαματική μεταβολή συνθηκών και την ανάδυση νέων προκλήσεων, η μη ανταπόκριση στις οποίες οδήγησε, τελικά, στην κατάρρευση του κυβερνητικού συστήματος, καθώς οι θεσμοί μιας πόλης ήταν ανεπαρκείς για την αυτοκρατορική διακυβέρνηση την οποία ασκούσε η Ρώμη.

Παρά την ανεπάρκεια και την αναξιοπιστία των πηγών των πρώιμων αιώνων της περιόδου αυτής, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τρία ήταν τα στοιχεία της πολιτικής εξουσίας: οι ύπατοι (consules), η σύγκλητος (senatus) και ο λαός (populus). Οι consules, δύο τον αριθμό, ήταν οι ανώτατοι άρχοντες, των οποίων η θητεία διαρκούσε ένα έτος και ήταν οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, του imperium. Στις μείζονες αποφάσεις τους, όμως, ακολουθούσαν τη σύγκλητο. Οι προτάσεις των υπάτων (;) υποβάλλονταν σε ψηφοφορία στις λαϊκές συνελεύσεις, τα committia, προκειμένου να καταστούν νόμοι του κράτους.

Ο ιστορικός Πολύβιος θαύμαζε τη σταθερότητα του ρωμαϊκού πολιτεύματος, η οποία κατά τη γνώμη του οφειλόταν στην ισορροπία των δικαιωμάτων των τριών ομάδων (ύπατοι, σύγκλητος, λαός), καθεμία από τις οποίες αντιπροσώπευε και ένα είδος διακυβέρνησης (μοναρχία, αριστοκρατία, δημοκρατία). Δεν κατανόησε ο Πολύβιος ότι η σταθερότητα δεν οφειλόταν σε αυτό, αλλά στην επικράτηση της αριστοκρατίας. Για τους Ρωμαίους, το κύρος, η αυθεντία της συγκλήτου (auctoritas senatus), αποτελούσε κύριο στοιχείο της πολιτικής ζωής.

Η περιγραφή αυτή του συστήματος διακυβέρνησης, όμως, δεν αποδίδει την πραγματική κατάσταση, διότι τα τρία στοιχεία δεν διατελούσαν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Και αυτό γιατί η σύγκλητος, τα μέλη της οποίας προέρχονταν από την παραδοσιακή αριστοκρατία, ήταν που εξέλεγε τους υπάτους. Έτσι αυτοί, λόγω της σύντομης διάρκειας της θητείας τους και του ότι ήταν και οι ίδιοι μέλη της συγκλήτου, συνήθως λειτουργούσαν ως εκτελεστικά όργανα της τελευταίας. Ακόμα και οι λαϊκές συνελεύσεις ελέγχονταν από την παραδοσιακή αριστοκρατία, εξαιτίας αφενός του τρόπου στάθμισης των ψήφων, σύμφωνα με τον οποίο η ψήφος των πλουσίων είχε πολλαπλάσιο βάρος από εκείνη των φτωχότερων, και αφετέρου των δικτύων πατρωνίας, μέσω των οποίων οι πλούσιοι λειτουργούσαν ως προστάτες των οικονομικά ασθενέστερων με αντάλλαγμα την εξαγορά ψήφων. Ουσιαστικά η παραδοσιακή αριστοκρατία (nobilitas) ασκούσε επομένως απόλυτο έλεγχο στο πολιτικό σύστημα, κάτι που εκφραζόταν με τη μεγάλη ισχύ της συγκλήτου.

Για περισσότερα στοιχεία δείτε την ενότητα Ζητήματα άμεσης δημοκρατίας στην αρχαία Ρώμη του άρθρου άμεση δημοκρατία.

Παράλληλα με την κλασική δημοκρατία είχε αναπτυχθεί στην Ιταλία και η ρωμαϊκή δημοκρατία (res publica), μετά την εκθρόνιση του τελευταίου βασιλέα της Ρώμης. Όμως, παρά την σύγχρονη απόδοσή του ονόματός της στα ελληνικά, δεν επρόκειτο για δημοκρατικό σύστημα αλλά για μία «λαϊκή» αριστοκρατία με πολύπλοκους μηχανισμούς ελέγχου και εξισορρόπησης συμφερόντων που αναπτύχθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Οι εκτελεστικοί άρχοντες της πόλης εκλέγονταν για ετήσιες θητείες από τις γραμμές των παλαιών, «καθαρόαιμων» και αριστοκρατικών ρωμαϊκών φατριών, των «πατρικίων», ενώ η μεγάλη μάζα του λαού της πόλης, οι «πληβείοι» που προήλθαν από τις επιμειξίες με ξένους πληθυσμούς, δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι παρά μόνο για το αξίωμα των δημάρχων, από το οποίο οι πατρίκιοι αποκλείονταν. Οι άρχοντες εκλέγονταν από άτυπες λαϊκές συνελεύσεις, τις δύο εκκλησίες του δήμου όπου συμμετείχαν όλοι οι πολίτες και οι οποίες είχαν διευρυμένες νομοθετικές και δικαστικές αρμοδιότητες. Σε κάθε εκκλησία συμμετείχε διαφορετικό υποσύνολο των πολιτών, ανάλογα με την οικονομική τους επιφάνεια και την κατάστασή τους ως πληβείων ή πατρικίων, υπό την προεδρία των εκτελεστικών αρχόντων.

Στις εκκλησίες λάμβαναν χώρα δημοψηφίσματα για επίκαιρα σοβαρά θέματα, επικυρώνονταν οι αποφάσεις της Συγκλήτου και ψηφίζονταν νομοσχέδια, αλλά μόνον οι αρμόδιοι άρχοντες είχαν δικαίωμα να συζητήσουν ή να εισηγηθούν επί τόπου νέους νόμους. Η Σύγκλητος με τον καιρό απέκτησε διευρυμένες αρμοδιότητες, πέρα από τις αυστηρώς δημοσιονομικές. Οι συγκλητικοί αποτελούσαν την πλουσιότερη και πιο ευγενή κοινωνική τάξη, με μέλη μεγάλους γαιοκτήμονες που δέσποζαν στην αγροτική ρωμαϊκή οικονομία, έχαιραν μεγάλου κύρους και, καθώς αποτελούσαν φορολογικά καθορισμένη ομάδα, η «θητεία» τους στη Σύγκλητο ήταν ισόβια· μόνον οι τιμητές μπορούσαν να τους αφαιρέσουν τη συγκλητική ιδιότητα λόγω μείωσης του πλούτου τους ή ασέβειας προς τα παραδοσιακά ήθη. Το πολιτικό αυτό σύστημα μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή έπεσε σε μεγάλη παρακμή, για να αντικατασταθεί από το απολυταρχικό πολίτευμα της Ηγεμονίας μετά τον θάνατο του Ιουλίου Καίσαρα.

Εξετάζοντας την κατάσταση ιστορικά, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς εύλογα ότι ο ρωμαϊκός λαός ασκούσε άμεση επιρροή στη διαμόρφωση της νομοθεσίας, στην κήρυξη πολέμου, αλλά και την αποδοχή των αξιωματούχων, γεγονός που ερμηνεύει την ανάγκη των αρχηγών και των διάφορων υποδεέστερων αξιωματούχων να ενημερώνουν τον λαό σε δημόσιες συναντήσεις. Από την άλλη η αρχαία Ρώμη ήταν αριστοκρατική κοινωνία, στην οποία η πολιτική ελίτ ήλεγχε όλους τους οικονομικούς πόρους και μονοπωλούσε τα δημόσια αξιώματα πολιτικά στρατιωτικά και θρησκευτικά, εμποδίζοντας οποιαδήποτε μορφή άμεσης δημοκρατικής συμμετοχής των κατώτερων στρωμάτων[7]. Η Σύγκλητος με τη σειρά της ενσωματώνοντας όλη την πολιτική και τη θρησκευτική εμπειρία της ρωμαϊκής πολιτείας διαμόρφωνε το πολιτειακό γίγνεσθαι με την επιρροή της. Τούτη η επιρροή αυξήθηκε σημαντικά μετά την επιτυχή ηγεσία της στην κατάκτηση της Ιταλίας και της Μεσογείου. Τούτη η αμφισημία είναι εμφανής στους αρχαίους συγγραφείς, που από τη μία αναφέρουν ότι ο Καίσαρας επεδίωκε τη συναίνεση και την εύνοια των πληβείων[8] και από την άλλη πιστοποιούν πιστοποιούν οι κρατικές αποφάσεις αποφασίζονταν από λίγους αυθαίρετα (paucorum arbitrio)[9], γεγονός που υποχρεωτικά σχεδόν οδήγησε τη σύγχρονη έρευνα στο ερώτημα πώς αυτά τα δύο αντιφατικά συστήματα, δηλαδή η άτυπη άμεση συμμετοχή και η επίσημη ολιγαρχική εκδοχή του συστήματος συνυπήρχαν και μάλιστα για μακρό χρονικό διάστημα.

Σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των νόμων είναι γεγονός πως αν η πλειονότητα της φυλής (tribus) αποδεχόταν μια νομοθετική πρόταση, τότε εκείνη γινόταν νόμος και μάλιστα δεσμευτικός για το σύνολο των Ρωμαίων πολιτών. Τούτο ώθησε τους σύγχρονους ερευνητές σε πολλές περιπτώσεις να δουν τη διαδικασία ως «άμεση δημοκρατία επί το έργον». Αν και το σύστημα είναι αναμφίβολα άμεσο στη δομή του, παραμένει γεγονός προς εξέταση πόσο δημοκρατικές ήταν ως δομές οι ίδιες οι συνελεύσεις[10]. Οπωσδήποτε σε ένα μεικτό σύστημα διακυβέρνησης όπως αυτό του ρωμαϊκού τύπου υπάρχει μια εγγενής άρνηση του δικαιώματος του λαού να ασκεί την κυριαρχία του χωρίς περιορισμούς[11]. Στην αρχαία Ρώμη ο αποχρών λόγος πίσω από το πολιτικό σύστημα εξυπηρετούσε την αριστοκρατική πρόθεση του μετριασμού της λαϊκής φωνής μέσω της συγκλήτου και των ισχυρών τάξεων. Τούτο αποδεικνύεται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι δεν έγινε ποτέ η παραμικρή προσπάθεια να ληφθούν μέτρα για την ώθηση των πληβείων σε μεγάλης κλίμακας συμμετοχή, που είναι ζωτική για ένα σύστημα άμεσης δημοκρατίας που βασίζεται στην προσωπική παρακολούθηση και την ενεργό συμμετοχή[10].

Σύστημα Γουεστμίνστερ

Το σύστημα Γουεστμίνστερ είναι ένα δημοκρατικό, κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης που διαμορφώθηκε από το Βρετανικό σύστημα, όπως λειτουργεί αυτό στο παλάτι του Γουεστμίνστερ, την έδρα του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου. Το σύστημα είναι μια σειρά διαδικασιών ενός νομοθετικού σώματος. Χρησιμοποιείται, ή χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, στα εθνικά νομοθετικά σώματα ή στα τοπικά νομοθετικά σώματα των περισσότερων (νύν ή πρώην) εθνών της Κοινοπολιτείας , αρχίζοντας από τις καναδικές επαρχίες στο μέσο του 19ου αιώνα. Χρησιμοποιείται επίσης στην Αυστραλία, την Ινδία, την Ιρλανδία, την Τζαμάικα, τη Μαλαισία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Σινγκαπούρη,τη Μάλτα κ.α.

Βασικά χαρακτηριστικά

Τα σημαντικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του συστήματος του Γουστμίνστερ περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

  • Ένας Αρχηγός Κράτους – που είναι ο ονομαστικός ή ο θεωρητικά κάτοχος της εκτελεστικής δύναμης, και κρατά πολυάριθμες κατ΄ όνομα και για ώρες ανάγκης εξουσίες – ο οποίος τα καθημερινά καθήκοντά του αφορούν κυρίως την εκτέλεση ενός εθιμοτυπικού ρόλου. Παραδείγματα είναι ο Βρετανός Μονάρχης, ο Πρόεδρος της Ινδίας ή ο Υποδιοικητής της Καναδικής επαρχίας του Οντάριο.
  • Ένας de facto Επικεφαλής της Κυβέρνησης , γνωστός ως Πρωθυπουργός ή Πρώτος Υπουργός, ο οποίος διορίζεται επίσημα από τον Αρχηγό Κράτους. Στην πράξη, ο Επικεφαλής της Κυβέρνησης είναι σχεδόν πάντα ο ηγέτης του μεγαλύτερου εκλεγμένου μέρους στο Κοινοβούλιο.
  • Ένας de facto εκτελεστικός κλάδος που αποτελείται συνήθως από μέλη του νομοθετικού σώματος, τα οποία συγκροτούν το Υπουργικό Συμβούλιο που έχει ως Αρχηγό τον Επικεφαλής της Κυβέρνησης . Αυτά τα μέλη,( Υπουργοί, Γραμματείς ) εκτελούν την εκτελεστική αρχή εξ ονόματος της ονομαστικής ή θεωρητικής εκτελεστικής αρχής.
  • Η παρουσία κομμάτων της αντιπολίτευσης.
  • Ένα εκλεγμένο νομοθετικό σώμα, που ονομάζεται Κοινοβούλιο, με μία ή δύο Βουλές από τις οποίες τουλάχιστον η μία εκλέγεται από το λαό.
  • Η δυνατότητα της Κάτω Βουλής (εκλεγμένης) του Κοινοβουλίου, εξ ορισμού, να απομακρύνει μια κυβέρνηση με το να αποσύρει την εμπιστοσύνη (ή καταψιφήζοντάς την στη ψηφοφορία για έναν προϋπολογισμό), να περνά μια πρόταση δυσπιστίας , ή να δίνει ψήφο εμπιστοσύνης. Το σύστημα του Γουέστμινστερ επιτρέπει στο να νικηθεί μια κυβέρνηση και να οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές, για την επιλογή νέας κυβέρνησης.
  • Η δυνατότητα να διαλύεται το Κοινοβούλιο και να γίνονται οι εκλογές οποιαδήποτε στιγμή.
  • Μια έννοια του κοινοβουλευτικού προνομίου είναι να επιτρέπει στο νομοθετικό σώμα να συζητήσει οποιοδήποτε ζήτημα που κρίνεται ότι είναι σχετικό, χωρίς φόβο των συνεπειών που προέρχονται από τις δυσφημιστικές δηλώσεις ή τα αρχεία επ’ αυτής της συζητήσεως.
  • Καταχωρημένη η συνεδρίαση του νομοθετικού σώματος σε πρακτικά, αλλά και δυνατότητα αποχής.

Το Σύστημα Γουεστμίνστερ είναι η μητέρα του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού, της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Υιοθετήθηκε από τις περισσότερες Ευρωπαικές χώρες με μικρές παραλλαγές καθώς και από τα περισσότερα έθνη της Κοινοπολιτείας, ως αποικίες ή ως ανεξάρτητα κράτη.

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κυβερνούν οι αντιπρόσωποι του λαού. Ο λαός μπορεί και εκλέγει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αναλόγως με τον ακριβή τύπο του πολιτεύματος, πρόεδρο, πρωθυπουργό, βουλευτές κλπ. Οι αντιπρόσωποι ασκούν είτε την εκτελεστική, είτε τη νομοθετική εξουσία. Οι εκλογές ανάδειξης αντιπροσώπων αποτελούν συνήθως την κύρια μέθοδο συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων, σε αντιδιαστολή με την άμεση δημοκρατία.

Ιστορικά σημαντικό παράδειγμα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, σε κάποιον περιορισμένο βαθμό, αποτελεί η ρωμαϊκή δημοκρατία (res publica), μία αριστοκρατία με λαϊκή επικύρωση. Το πολίτευμα αυτό τερματίστηκε με την εμφάνιση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατά τον πρώτο αιώνα π.Χ..

Κατά τον 18ο αιώνα στην ευρωπαϊκή διανόηση άρχισε να επικρατεί ο φιλελευθερισμός, ένα φιλοσοφικό κίνημα το πολιτικό σκέλος του οποίου υποστήριζε μία συνταγματική μοναρχία, με τους πολίτες να αποτελούν φορείς προκαθορισμένων ατομικών δικαιωμάτων, με τη δυνατότητα παρέμβασης του κράτους στον βίο τους να είναι περιορισμένη και με ισορροπημένη διάκριση των εξουσιών μεταξύ διαφορετικών πολιτικών οργάνων. Εν μέσω του Διαφωτισμού, πρώτα με την Αμερικανική και στη συνέχεια με τη Γαλλική Επανάσταση, τέθηκε σε φιλελεύθερο πλαίσιο το αίτημα της κατάργησης της μοναρχίας και της διακυβέρνησης από πολιτικούς αντιπροσώπους, εκλεγμένους από μία μερίδα του λαού με δικαίωμα ψήφου. Οι εν λόγω αντιπρόσωποι θα μπορούσαν να εκφράζουν ανταγωνιζόμενα συμφέροντα και αντιλήψεις στο εσωτερικό της κοινωνίας, μέσω της προσκόλλησής τους σε διαφορετικά πολιτικά κόμματα.

Πλάθοντας το σύστημα αυτό, οι θεμελιωτές του κράτους των ΗΠΑ απέρριψαν ρητά την άμεση δημοκρατία ως επιλογή, πιστεύοντας ότι θα οδηγούσε στην υπερίσχυση των πολυπληθέστερων κατώτερων κοινωνικών τάξεων ή σε χαοτική αταξία[1], και διαμόρφωσαν την αντιπροσωπευτική δημοκρατία ονομάζοντας το νέο πολίτευμα «ρεπουμπλικανικό» και όχι «δημοκρατικό», ώστε να παραπέμπει στο ρωμαϊκό κράτος της ελληνιστικής περιόδου[2][3]. Καθώς παράλληλα εξαπλωνόταν και ο εθνικισμός, στη Γαλλική Επανάσταση η επίσης αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα Εθνοσυνέλευση προβλήθηκε ως ενσάρκωση της βούλησης του έθνους. Στη συνέχεια, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, υπό την πίεση εθνικιστικών, σοσιαλιστικών, φεμινιστικών και άλλων κινημάτων, το δικαίωμα ψήφου για ανάδειξη αντιπροσώπων επεκτάθηκε σταδιακά σχεδόν στο σύνολο του πληθυσμού μίας χώρας, με κατάργηση περιορισμών κατώτατου ορίου εισοδήματος, φύλου, καταγωγής κλπ[3]. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η αντιπροσωπευτική σύνθεση που επικράτησε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα στον δυτικό κόσμο και καλείται σήμερα φιλελεύθερη δημοκρατία[3].

Λίγο καιρό μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, υπό αντίξοες συνθήκες έλλειψης καταναλωτικών αγαθών και εμφυλίου πολέμου, οι Μπολσεβίκοι μέχρι το 1922 είχαν αλλάξει τη δομή και λειτουργία των αμεσοδημοκρατικού χαρακτήρα[4] σοβιέτ, μετατρέποντάς τα κατ’ ορισμένους σε εντολοδόχους της κεντρικής κυβέρνησης που, σταδιακά, τέθηκαν υπό τον πλήρη έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος[5][6]. Το νέο κράτος που προέκυψε, η Σοβιετική Ένωση, ιδρύθηκε ως ένας καινούργιος τύπος αντιπροσωπευτικής αλλά μη φιλελεύθερης δημοκρατίας: μία λαϊκή δημοκρατία. Το γεγονός αυτό οι ελευθεριακοί σοσιαλιστές (και αργότερα ορισμένοι τροτσκιστές) το επέκριναν δριμύτατα· εκεί εντοπίζεται η οριστική απομάκρυνσή τους από τους λενινιστές. Οι φιλελεύθεροι από την πρώτη στιγμή θεώρησαν τη Σοβιετική Ένωση ψευδεπίγραφη δημοκρατία λόγω του μονοκομματικού της χαρακτήρα και της έλλειψης πλήρων εγγυήσεων για φιλελεύθερου τύπου ατομικά δικαιώματα.

Παρά τη σαφή ιστορική σύνδεση μεταξύ φιλελευθερισμού και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν κάνει την εμφάνισή τους προσπάθειες για εισαγωγή αμεσοδημοκρατικών μέτρων σε πλαίσιο φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθώς έχουν εκφραστεί φόβοι για την αυξανόμενη επαγγελματοποίηση των εκλεγμένων αντιπροσώπων και αδιαφορία της ευρύτερης κοινωνίας για την πολιτική[7]. Οι προσπάθειες αυτές στοχεύουν στη λεγόμενη συμμετοχική δημοκρατία, αν και συνήθως δεν θεωρείται εφικτή η ευρεία εισαγωγή στοιχείων άμεσης δημοκρατίας σε ένα φιλελεύθερο κράτος[2].

Πολλές χώρες πάντως όπου εφαρμόζεται αντιπροσωπευτική δημοκρατία επιτρέπουν τρεις τύπους πολιτικής δράσης που παρέχουν περιορισμένη πρόσβαση στην άμεση δημοκρατία: νομοθετική πρωτοβουλία (κατόπιν συλλογής υπογραφών), δημοψήφισμα και ανάκληση αιρετών. Τα δημοψηφίσματα μπορούν να παρέχουν τη δυνατότητα για δεσμευτικές αποφάσεις, κατά πόσο δηλαδή ένας νόμος θα απορριφθεί ή όχι. Αυτό δίνει στον λαό ένα αποτελεσματικό μέσο για άσκηση βέτο στη νομοθεσία της κυβέρνησης. Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες, που προωθούνται πολλές φορές από τον λαό, εξαναγκάζουν τις κυβερνήσεις στην αναθεώρηση των νόμων και των τροποποιήσεων (συνήθως με ένα δημοψήφισμα που επακολουθεί), χωρίς τη συναίνεση των εκλεγμένων αξιωματούχων και πολλές φορές ενάντια στη θέλησή τους. Οι ανακλήσεις δίνουν στον λαό το δικαίωμα να απομακρύνει εκλεγμένους αξιωματούχους από τη θέση τους πριν από το τέλος της θητείας τους, αν και αυτό είναι πολύ σπάνιο στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Στοιχειώδες παράδειγμα συμμετοχικής δημοκρατίας αποτελεί κατ’ ορισμένους η Ελβετία[8].

Κριτική

 
Οι επαναστάσεις του 1848 αποτέλεσαν σημείο καμπής για την πολιτική σύγκρουση μεταξύ συντηρητικών και φιλελεύθερων στην Ευρώπη.

Η κριτική που έχει ασκηθεί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις κατηγορίες. Την κριτική των συντηρητικών και των οπαδών του παλαιού φεουδαρχικού κατεστημένου (η οποία είχε σημαντική απήχηση περίπου από τις αρχές του 19ου αιώνα ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο), την κριτική των φιλελεύθερων από τη σκοπιά της συμμετοχικής δημοκρατίας, και την κριτική των σοσιαλιστών. Οι συντηρητικοί θεωρούσαν συνήθως πως η δημοκρατία αποτελούσε σύμπτωμα εκφυλισμού του κράτους, ενώ οδηγούσε σε χαοτική αταξία και ανικανότητα σταθερής διακυβέρνησης λόγω της διαρκούς διένεξης μεταξύ αντικρουόμενων συμφερόντων. Κατά τον Μεσοπόλεμο πολλοί είχαν μία τεχνοκρατική, απολιτική και νομικίστικη αντίληψη για το κοινοβουλευτικό κράτος την οποία ελάχιστοι έβρισκαν ελκυστική, ενώ σε ορισμένες χώρες χωρίς παράδοση κομματικού κοινοβουλευτικού διαλόγου οι πολιτικές παρατάξεις έφταναν στα άκρα προκειμένου να υπερασπίσουν αντίθετα ταξικά ή εθνικά συμφέροντα (ενδεικτικά, στη Γερμανία της δεκαετίας του 1920 τα περισσότερα πολιτικά κόμματα διατηρούσαν παράνομες παραστρατιωτικές οργανώσεις με τις οποίες τρομοκρατούσαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, ενώ το επίσημο κράτος αναγκαζόταν συνήθως να περιορίζεται στον ρόλο του διαιτητή)[9]. Αυτή η αντίληψη για την κοινοβουλευτική δημοκρατία, ανάμεσα σε άλλους παράγοντες, οδήγησε στην άνοδο του φασισμού.

Ορισμένοι φιλελεύθεροι, υποστηρικτές συνήθως της συμμετοχικής δημοκρατίας, έχουν κατά καιρούς χαρακτηρίσει ανεπαρκή την κλασική αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Οι λόγοι είναι κυρίως δύο: α) της αποδίδουν ότι δεν είναι δυνατόν οι αντιπρόσωποι να χαρακτηρίζουν χιλιάδες – και πολλές φορές εκατομμύρια – ψηφοφόρους χωρίς να επικρατεί υπεργενίκευση θέσεων ή απομάκρυνση θέσεων. β) Ο νεποτισμός και κατά δεύτερο λόγο το ρουσφέτι αποδίδονται πολλές φορές στο περιβάλλον που αναπτύσσεται γύρω από ιεραρχικά καθεστώτα όπως της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Οι υποστηρικτές της προς απάντηση τέτοιων επιχειρημάτων, συνήθως προσφέρουν δύο απαντήσεις: πως α) είναι αδύνατον να λειτουργήσει η άμεση δημοκρατία στις σύγχρονες κοινωνίες των εκατομμυρίων (τουλάχιστον χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνολογίας), άρα μια εκδοχή του μη χείρον βέλτιστο και β) κάποιοι υποστηρίζουν πως ο μέσος πολίτης ίσως να μην είναι ικανός να αποφασίσει χωρίς την βοήθεια κάποιου ειδικού-αντιπροσώπου. Οι υποστηρικτές της συμμετοχικής δημοκρατίας ανταπαντούν ότι α) δεν έχει ελεγχθεί στη σύγχρονη κοινωνία αν ο απλός πολίτης είναι ικανός να αποφασίσει άμεσα άρα ισχυρισμοί για το αντίθετο παραμένουν εικασίες, β) είναι δυνατόν το ίδιο το περιβάλλον άμεσης δημοκρατίας να κάνει τον πολίτη ωριμότερο πολιτικά μιας και τώρα δεν είναι υποχρεωμένος αφού ειδικοί είναι στο τιμόνι, γ) είναι δυνατόν η τεχνολογία του αύριο να επιτρέψει φθηνότερη, πιο οργανωμένη και ασφαλέστερη διαδικασία άμεσης δημοκρατίας, άρα να είναι όντως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία το μη χείρον βέλτιστο μα μόνο προς το παρόν.

Οι σοσιαλιστές, από τον 19ο αιώνα ακόμη, θεωρούν τη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία «δικτατορία της αστικής τάξης», η οποία θα αντικατασταθεί χάρη σε μία σοσιαλιστική επανάσταση από μία «πραγματική δημοκρατία», εστιασμένη συνήθως σε κατανεμημένα, αμεσοδημοκρατικά εργατικά συμβούλια τα οποία θα διευθύνουν πλήρως την οικονομική παραγωγή και θα λαμβάνουν όλες τις πολιτικές αποφάσεις[10][11]. Μετά τον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο οι λενινιστές πρότειναν εναλλακτικά την πιο συγκεντρωτική λαϊκή δημοκρατία ως μοντέλο μετεπαναστατικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας, την οποία οι φιλελεύθεροι θεωρούν συνήθως ολοκληρωτικό καθεστώς. Ωστόσο οι παλαιότεροι σοσιαλδημοκράτες (αργότερα και οι ευρωκομμουνιστές) υποστήριζαν πως μία πραγματική σοσιαλιστική δημοκρατία μπορούσε να εγκαθιδρυθεί σταδιακά και χωρίς επανάσταση, δίχως επομένως απότομες ρήξεις με το αντιπροσωπευτικό φιλελεύθερο σύστημα. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι σοσιαλδημοκράτες εγκατέλειψαν πλήρως κάθε ιδέα σταδιακού μετασχηματισμού του τελευταίου (στο πλαίσιο της οριστικής ρήξης τους με τον μαρξισμό), ενώ από την άλλη ο ελευθεριακός σοσιαλιστής Κορνήλιος Καστοριάδης χαρακτήρισε την αντιπροσωπευτική δημοκρατία φιλελεύθερη ολιγαρχία[12].