ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Το καρτέλ του χρήματος (β)   Επτασφράγιστα τραπεζικά μυστικά Οι κίνδυνοι των κεντρικών τραπεζώ   Η τραπεζική παγίδα Η απληστία των τραπεζών Οι σκιώδεις τράπεζες και τα κραχ  Ο κανόνας του χρυσού  Το τραπεζικό καρτέλ και ο  σός    Τράπεζα διεθνών διακανονισμών    Τράπεζα της Αγγλίας
FED, Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ  Η FED, ΤΟ ΔΟΛΑΡΙΟ ΚΑΙ Η ΔΡΑΧΜΗ    Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ο τρόπος με τον όποιο δημιουργούνται χρήματα από το πουθενά, αυξάνοντας την ποσότητα τους, ή καίγονται σε μία χώρα, οπότε υποφέρει από έλλειψη ρευστότητας, μοιάζει με μαύρη μαγεία – η οποία οδήγησε τελικά την Ελλάδα στην κόλαση  

«Το σύγχρονο τραπεζικό σύστημα παράγει χρήματα από το πουθενά. Η συγκεκριμένη λειτουργία είναι το εντυπωσιακότερο ταχυδακτυλουργικό τρικ που έχει ποτέ εφευρεθεί» (L. Angas, βρετανός οικονομολόγος, 1937). «Η διαδικασία της δημιουργίας χρήματος μοιάζει με μαύρη μαγεία» (Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας, 2007).

.

Ανάλυση 

Η διαδικασία της δημιουργίας χρημάτων στις σημερινές, σύγχρονες οικονομίες, μπορεί να περιγραφεί με μία και μόνο φράση: «Τα δάνεια δημιουργούν καταθέσεις» (Loans make deposits).

Με απλά λόγια, όταν μία τράπεζα αποφασίζει πως κάποιος πελάτης της είναι φερέγγυος, εγκρίνοντας του ένα δάνειο, τότε το συγκεκριμένο ποσόν εγγράφεται στο λογαριασμό καταθέσεων του δανειολήπτη – ενώ την ίδια στιγμή αυξάνεται η ποσότητα χρήματος, η οποία σήμερα καθορίζεται κυρίως από τις τραπεζικές καταθέσεις (καθαρά δάνεια συν αποταμιεύσεις) των ανθρώπων (ανάλυση).

Οι καταθέσεις αυτές είναι λογιστικά χρήματα, τα οποία δεν υπάρχουν πουθενά ως πραγματικά, αλλά μόνο σαν ένας αριθμός σε κάποιο λογαριασμό. Ακριβώς για το λόγο αυτό αναφερόμαστε στη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά, αφού δεν απαιτείται καμία «φυσική παραγωγή» για να δημιουργηθούν – κανένας φυσικός πόρος ή ανθρώπινη εργασία, εάν εξαιρέσουμε τους μηχανισμούς που διαθέτουν οι τράπεζες για να εγκρίνουν τα δάνεια ή για να εξασφαλίσουν τις λειτουργικές υποδομές της κυκλοφορίας των χρημάτων.

Περαιτέρω, όταν η τράπεζα δανείζει έναν πελάτη της, δημιουργεί άμεσα νέα χρήματα, τα οποία αυξάνουν την ποσότητα που κυκλοφορεί στη συγκεκριμένη χώρα – ενώ, όταν τα δάνεια επιστρέφονται, «καίει» χρήματα, τα καταστρέφει δηλαδή, μειώνοντας παράλληλα την κυκλοφορούσα ποσότητα τους.

Σε σχέση λοιπόν με την ποσότητα χρήματος, με τη ρευστότητα όπως συνηθίζουμε να την αποκαλούμε στην Ελλάδα, διαπιστώνοντας πως μειώνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια, αυτό που έχει σημασία είναι η καθαρή παροχή δανείων – όπου, όταν οι τράπεζες δανείζουν περισσότερα χρήματα, από αυτά που τους επιστρέφονται, η «ρευστότητα» στην αγορά αυξάνεται ενώ, όταν επιστρέφονται (εξοφλούνται) περισσότερα από αυτά που δανείζουν, τότε συμβαίνει το αντίθετο.

Στα πλαίσια αυτά, σε μία οικονομία που αναπτύσσεται συνεχώς, η ποσότητα χρήματος αυξάνεται, επειδή οι τράπεζες δανείζουν όλο και περισσότερα χρήματα για τη διεξαγωγή επενδύσεων, για την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών κοκ. Αντίθετα, σε μία οικονομία που βρίσκεται σε διαρκή ύφεση, όπως η ελληνική μετά το 2008, με το ΑΕΠ να περιορίζεται σε σταθερή βάση, η ποσότητα χρήματος μειώνεται – με αποτέλεσμα να βυθίζεται στην παγίδα ρευστότητας, από την οποία πολύ δύσκολα μπορεί να «δραπετεύσει».

Το γεγονός αυτό φαίνεται στο γράφημα που ακολουθεί, συγκρίνοντας την ποσότητα χρήματος (Μ2) στην Ελλάδα, με αυτήν στη Γερμανία – ενώ για το συγκεκριμένο λόγο ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει, όταν πάψει κάποια στιγμή να αναπτύσσεται.

.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ελλάδα, Γερμανία, ρευστότητα

.

Περαιτέρω, τα χρήματα εμφανίζονται τότε μόνο στη φυσική τους μορφή, η οποία δεν υπόκειται στη δημιουργία τους από το πουθενά εκ μέρους των εμπορικών τραπεζών, αφού αποτελεί προνόμιο μόνο της κεντρικής, όταν οι αναλήψεις από τις τράπεζες είναι σε μετρητά – επεξηγώντας το βασικό λόγο, για τον οποίο γίνονται μεγάλες προσπάθειες να χρησιμοποιούνται πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες στις συναλλαγές, ενώ όλο και περισσότερες χώρες απαγορεύουν τις πληρωμές με μετρητά, πάνω από ένα ορισμένο ποσόν.

Σε κάθε περίπτωση τώρα, η παροχή δανείων δεν έχει καμία σχέση με τις αποταμιεύσεις των ανθρώπων, αφού τα χρήματα δημιουργούνται από τις τράπεζες – οι οποίες, για κάθε 100 € που δανείζουν, είναι υποχρεωμένες στην Ευρωζώνη να διαθέτουν εγγυήσεις στην ΕΚΤ μόλις 1 €. Εν τούτοις, δεν εισπράττουν τόκους για το 1 € που πραγματικά διαθέτουν, αλλά για τα 100 € – οπότε εύλογα χαρακτηρίζονται ως άκρως τοκογλυφική οργανισμοί (άρθρο «Η αποκάλυψη της τραπεζικής απάτης»).

.

Οι τραπεζικές καταθέσεις

Στο σημείο αυτό εύλογα αναρωτιέται κανείς, ειδικά εάν είναι τραπεζικός υπάλληλος, γιατί οι τράπεζες αναζητούν καταθέσεις, αφού δεν απαιτούνται για την παροχή δανείων, από τα οποία άλλωστε ζουν. Πόσο μάλλον όταν δεν τις χρειάζονται ούτε για τα πάγια που αγοράζουν, όπως είναι τα ομόλογα του δημοσίου, από τα οποία κερδίζουν διπλά – αφού τα χρησιμοποιούν αφενός μεν για την κάλυψη των εγγυητικών ποσών στην ΕΚΤ (1 € για κάθε 100 € δάνειο), αφετέρου για να εισπράττουν τόκους (κάτι που έχει απαγορευθεί επίσης στις ελληνικές τράπεζες).

Η αιτία είναι πως, παρά το ότι για το συνολικό χρηματοπιστωτικό σύστημα μίας χώρας δεν έχει κανένα νόημα σε ποιά τράπεζα καταθέτει κανείς τα χρήματα του, για την εκάστοτε είναι πολύ σημαντικό – όχι όμως για την παροχή δανείων, αλλά για τις μεταξύ τους συναλλαγές.

Για παράδειγμα, όταν αποσύρονται σε μεγάλο βαθμό οι καταθέσεις από την Πειραιώς, οδηγούμενες στην Εθνική, επειδή ίσως οι αποταμιευτές ή οι δανειολήπτες που διατηρούν τα χρήματα τους στους λογαριασμούς τους χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην Πειραιώς, τότε η Πειραιώς αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα.

Αυτό οφείλεται στο ότι, η Πειραιώς πρέπει να εμβάσει τα χρήματα στην Εθνική (ή να τα δώσει σε μετρητά στους καταθέτες, τα οποία όμως δεν δημιουργεί η ίδια από το πουθενά, αλλά τα «αγοράζει» από την ΕΚΤ), επειδή τα χρέη μεταξύ των τραπεζών δεν πληρώνονται με την απλή εγγραφή του ποσού σε κάποιον λογαριασμό. Με απλά λόγια, οι συναλλαγές των τραπεζών μεταξύ τους δεν διενεργούνται με χρήματα που δημιουργούνται από το πουθενά – αλλά με τα εγγυητικά κεφάλαια που η κάθε τράπεζα διατηρεί στην ΕΚΤ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι καταθέσεις των πελατών της.

Συνεχίζοντας, οι λογαριασμοί που διατηρούν οι εμπορικές τράπεζες στην ΕΚΤ εξυπηρετούν τις μεταξύ τους εκκαθαρίσεις (Clearing system), οι οποίες γίνονται στο τέλος της ημέρας. Για παράδειγμα, οι πελάτες της Πειραιώς εμβάζουν χρήματα στην Εθνική για να πληρωθεί κάποιος προμηθευτής τους που διατηρεί εκεί το λογαριασμό του – ενώ το ίδιο συμβαίνει με τους πελάτες της Εθνικής. Στο τέλος της ημέρας λοιπόν, εκκαθαρίζονται οι συναλλαγές αυτές, με αποτέλεσμα εάν η Εθνική είχε μεγαλύτερες εισροές εμβασμάτων από την Πειραιώς από ότι εκροές προς την Πειραιώς, τότε να πρέπει η Πειραιώς να πληρώσει τη διαφορά στην Εθνική.

Όσο περισσότερα χρήματα όμως οδηγούνται από την Πειραιώς στην Εθνική, τόσο μεγαλύτερες κεφαλαιακές ρεζέρβες χρειάζεται να έχει η Πειραιώς στην ΕΚΤ και τόσο λιγότερες η Εθνική – γεγονός που σημαίνει ότι, η Πειραιώς έχει ανάγκη υψηλότερων καταθέσεων εκ μέρους των πελατών της, συγκριτικά με την Εθνική. Όταν βέβαια και οι δύο συναλλασσόμενοι, πελάτες και προμηθευτές, διατηρούν το λογαριασμό τους στην ίδια τράπεζα, τότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα – αφού διενεργούνται απλά συμψηφιστικές εγγραφές μεταξύ τους.

Η απώλεια τώρα των καταθέσεων από μία τράπεζα, την υποχρεώνει να συμπληρώσει τις ρεζέρβες της στην κεντρική με άλλο τρόπο – είτε πουλώντας στοιχεία του ενεργητικού της, είτε δανειζόμενη από την κεντρική, είτε από τις άλλες τράπεζες. Κάτι τέτοιο όμως κοστίζει, αφού είναι αναγκασμένη να πληρώνει τόκους – επομένως, λειτουργεί αρνητικά ως προς την κερδοφορία της, οπότε το αποφεύγει.

Εν τούτοις, επειδή αυτήν την εποχή το επιτόκιο της ΕΚΤ είναι σχεδόν μηδενικό, ενώ οι τράπεζες «κολυμπούν» στα χρήματα λόγω των πακέτων ποσοτικής διευκόλυνσης (με μοναδική εξαίρεση την Ελλάδα), το ενδιαφέρον τους για καταθέσεις είναι αμελητέο. Το γεγονός αυτό επεξηγεί την κατακόρυφη μείωση των επιτοκίων καταθέσεων, καθώς επίσης τα αρνητικά επιτόκια που έχουν υιοθετήσει πρόσφατα κάποιες τράπεζες – όπου οι πελάτες τους πληρώνουν για να διατηρούν τα χρήματα στους λογαριασμούς τους (όπως αποφάσισε πρόσφατα μία ελβετική τράπεζα, για τις αρχές του 2016).

Η παγίδα ρευστότητας

Περαιτέρω, οι εκροές καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες σε άλλες του εξωτερικού, τους δημιούργησαν το ίδιο πρόβλημα, όπως στο παράδειγμα της Πειραιώς – ενώ ταυτόχρονα χάνουν τεράστια ποσά, από τα επισφαλή (κόκκινα, μη εξυπηρετούμενα) δάνεια τους.

Παράλληλα, η κρίση στην οικονομία της χώρας μας, η οποία έχει καταστήσει εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις αφερέγγυα, μαζί με το ίδιο το κράτος που αδυνατεί πλέον να εκδώσει ομόλογα, έχει περιορίσει δραστικά τη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά –  αφού αφενός μεν δεν εγκρίνονται νέα δάνεια, αφετέρου επιστρέφουν τα παλαιότερα, έστω με μικρό ρυθμό.

Αυτό έχει ως συνέπεια να καίγονται συνεχώς χρήματα, χωρίς να αναπληρώνονται από καινούργια – με αποτέλεσμα να μειώνεται διαρκώς η ποσότητα χρήματος στην ελληνική οικονομία, στραγγαλίζοντας την.

Ακριβώς αυτός είναι ο βασικός λόγος, για τον οποίο επιμένουμε πως η Ελλάδα χρειάζεται την ονομαστική διαγραφή μέρους των χρεών της (ανάλυση), έτσι ώστε να καταστεί εφικτή μία αντίστοιχη στον ιδιωτικό τομέα – αφού διαφορετικά θα παραμείνουν αφερέγγυα το κράτος, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, οι τράπεζες δεν θα μπορούν να δημιουργούν χρήματα από το πουθενά, όπως όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές και η ελληνική οικονομία θα πεθάνει από έλλειψη ρευστότητας.

.

Οι άλλες μορφές δημιουργίας χρημάτων

Οι εμπορικές τράπεζες δεν δημιουργούν χρήματα από το πουθενά μόνο με την παροχή δανείων αλλά, επίσης, μέσω της αγοράς στοιχείων του ενεργητικού τους (πηγή: Γερμανική Κεντρική Τράπεζα, 2007) – όπως είναι τα αξιόγραφα κάθε είδους (ομόλογα, μετοχές κλπ.), το συνάλλαγμα, ο χρυσός και τα ακίνητα, τα οποία όμως αγοράζουν από μη τράπεζες (λοιπό ιδιωτικό τομέα).

Για παράδειγμα, όταν το κράτος ή μία επιχείρηση πουλάει ομόλογα της στην τράπεζα, τότε αυτή τα αγοράζει με χρήματα που δημιουργεί εκείνη τη στιγμή από το πουθενά – γεγονός που σημαίνει ότι, εγγράφει το συγκεκριμένο ποσόν στο λογαριασμό του πωλητή, όπως ακριβώς όταν του δίνει ένα δάνειο.

Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται επίσης η ποσότητα χρήματος – ενώ με τον αντίθετο, όταν δηλαδή η τράπεζα πουλάει ομόλογα, χρυσό, ακίνητα κλπ. σε ιδιώτες, καίγονται χρήματα και μειώνεται η ποσότητα τους στην αγορά. Για εκείνο το χρονικό διάστημα λοιπόν που οι τράπεζες αγοράζουν περισσότερα πάγια από όσα πουλούν, αυξάνεται η ποσότητα χρήματος – κάτι που προφανώς δεν συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, οπότε η ρευστότητα περιορίζεται δραματικά με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Λόγω της παραπάνω διαδικασίας, τα δάνεια των τραπεζών στους ισολογισμούς τους δεν είναι σε άμεση σχέση με τη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά – αφού αυξάνονται επί πλέον από τις αγορές παγίων ή μειώνονται από τις πωλήσεις τους.

Περαιτέρω, οι εισροές χρημάτων από το εξωτερικό, οι οποίες αυξάνονταν συνεχώς στην Ελλάδα έως το 2007, προκαλούν επίσης τη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά στο εσωτερικό της χώρας. Για παράδειγμα, εάν μία ελληνική επιχείρηση λάβει ένα δάνειο από την Ελβετία σε ελβετικά φράγκα, χρησιμοποιώντας το για πληρωμές εντός της Ελλάδας, τότε θα πρέπει να ανταλλάξει τα ελβετικά φράγκα με ευρώ, μέσω μίας ελληνικής τράπεζας.

Ουσιαστικά λοιπόν πουλάει τα ελβετικά φράγκα στην τράπεζα, η οποία της δίνει ευρώ – γεγονός που οδηγεί στη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά στην Ελλάδα (κατ’ επέκταση στην Ευρωζώνη), καθώς επίσης στην καταστροφή ενός αντίστοιχου ποσού στην Ελβετία (ένας από τους λόγους που δεν προκαλείται πληθωρισμός στις Η.Π.Α., παρά τη συνεχή εκτύπωση νέων δολαρίων, είναι ο δανεισμός πολλών ξένων κρατών σε δολάρια)

Το ίδιο συμβαίνει όταν ένας Ελβετός επενδυτής αγοράζει μετοχές μίας ελληνικής επιχείρησης – αφού πρέπει να πουλήσει φράγκα σε μία τράπεζα, τα οποία οδηγούν σε μείωση των καταθέσεων του στην Ελβετία, οπότε στην καταστροφή χρημάτων. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει στην Ελλάδα (οπότε στην Ευρωζώνη), όπου η τράπεζα εγγράφει ευρώ στο λογαριασμό του, τα οποία δημιουργεί από το πουθενά.

Από το σημείο αυτό καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλη καταστροφή προκάλεσε στην Ελλάδα, καθώς επίσης στον τραπεζικό της τομέα, η μαζική έξοδος των επενδυτών από το χρηματιστήριο, η συνολική αξία του οποίου έχει μειωθεί κατά 200 δις € – επίσης από την πραγματική οικονομία, όταν δεν προσελκύονται ξένες επενδύσεις ή αποδημούν στο εξωτερικό οι υφιστάμενες.

Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται η εξέλιξη του ελληνικού χρηματιστηρίου συγκριτικά με το γερμανικό – η οποία ακολούθησε αντιστρόφως ανάλογη πορεία μετά το 2008, όταν προηγουμένως ήταν παρόμοια.

.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ελλάδα, Γερμανία, χρηματιστήριο

.

Ολοκληρώνοντας, απλά και μόνο από τη διαδικασία δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά, καθώς επίσης από το αντίθετο της, από το «κάψιμο» τους, κατανοούμε σε ποια οδυνηρή παγίδα έχει οδηγηθεί η χώρα μας – στην οποία δεν δόθηκε ένα έστω πικρό φάρμακο για να θεραπευθεί, αλλά ένα δηλητήριο για να μην μπορεί να αντιδράσει στη σχεδιαζόμενη λεηλασία της.

.

Επίλογος

Προφανώς οι ζημίες των ελληνικών τραπεζών δεν θα επιβαρύνουν μόνο τους μετόχους τους αλλά, κυρίως, τους Έλληνες Πολίτες – αφού τα πρώτα χρήματα για την κεφαλαιοποίηση τους επιβάρυναν τον προϋπολογισμό, τα σημερινά 25 δις € επίσης (οπότε θα αυξηθεί το χρέος), ενώ η καταστροφή χρημάτων που ευρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία έξι χρόνια στην Ελλάδα, δεν έχει κανένα ιστορικό προηγούμενο.

Εάν δε σε όλα αυτά προσθέσουμε τα 2 τρις € που χάθηκαν λόγω της πτώσης των τιμών της ακίνητης περιουσίας, τα 200 δις € του χρηματιστηρίου, τις τρομακτικές μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, το κλείσιμο εκατοντάδων χιλιάδων επιχειρήσεων, το τεράστιο κόστος της ανεργίας κοκ., θα κατανοήσουμε πως μόνο ένας ανόητος λαός μπορεί να συνεχίσει να τα ανέχεται – ένας λαός που πουλάει επί πλέον την πάμπλουτη χώρα του έναντι δανείων μόλις 316 δις € (άρθρο), τα οποία καν δεν εισπράττει, αλλά πρέπει να επιστρέψει έντοκα, επιβαρύνοντας ακόμη και τα παιδιά των παιδιών του!

Βιβλιογραφία: Bundesbank, Binswanger, Angas, Bank of England

Ο τραπεζικός νόμος του Peel, το μέγεθος και η ποσότητα του χρήματος, η σημασία των επιτοκίων, ο κεντρικά κατευθυνόμενος χρηματοπιστωτικός κλάδος, η εξέλιξη του πολέμου, καθώς επίσης ο φόβος μίας «σοβιετικού τύπου» Ευρώπης
.

“Εάν συνειδητοποιήσουμε ότι, η άνοδος της δύσης, η ανάπτυξη και η πρόοδος της, στηρίχθηκε στο τραπεζικό σύστημα, στην πίστωση καλύτερα, με την ταχυδακτυλουργική δημιουργία νέων χρημάτων από το πουθενά, ενδεχομένως να καταλάβουμε ότι τα θεμέλια, επάνω στα οποία οικοδομούμε αδιάκοπα το μέλλον μας, δεν είναι τόσο σίγουρα, όσο νομίζουμε. Ίσως δε κάποια στιγμή να πάψει ο πλανήτης να ανταλλάσσει τα χωρίς αντίκρισμα χρήματα, με τα «πραγματικά» προϊόντα της φύσης και με την εργασία, σε μη ισορροπημένες, «χειραγωγημένες» ισοτιμίες”.

Ο ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ PEEL

Ήδη από το 1844, έτος στο οποίο υιοθετήθηκε ο «τραπεζικός νόμος του Peel» στη Μ. Βρετανία (19. Ιουλίου), είχε γίνει διεθνώς αποδεκτό το ότι, η ουσιαστική αιτία πίσω από όλους τους «ανοδικούς και καθοδικούς οικονομικούς κύκλους», ήταν η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση – η αύξηση δηλαδή των πιστώσεων εκ μέρους των τραπεζών, η οποία δεν βασιζόταν στις πραγματικές αποταμιεύσεις των Πολιτών.

Εκείνη την εποχή, στην οποία δεν υπήρχαν ακόμη οι κεντρικές τράπεζες, τα εμπορικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εξέδιδαν χρήματα, κυρίως χαρτονομίσματα ή λογιστικές «υποσχετικές», σε ποσότητες οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ τα αποθέματα χρυσού που διατηρούσαν στα θησαυροφυλάκια τους. Με στόχο λοιπόν να καταπολεμηθεί αυτή η «διαστρέβλωση», ο νόμος του Peel υποχρέωσε τις τράπεζες να καλύπτουν κατά 100% τα νομίσματα που εξέδιδαν, μέσω των καταθέσεων τους(εγγυήσεις) – γεγονός που συμφωνούσε με τις βασικές αρχές του Ρωμαϊκού Δικαίου, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η πλαστογραφία, η χωρίς αντίκρισμα δηλαδή «έκδοση» χρημάτων.

Εν τούτοις, ο τραπεζικός νόμος του Peel περιορίσθηκε στα «τραπεζογραμμάτια» (μετρητά), χωρίς να λάβει υπ’ όψιν του τα λογιστικά χρήματα – τις «υποσχετικές» δηλαδή μελλοντικών πληρωμών (δάνεια, καταθέσεις κλπ), οι οποίες συνέχισαν να μην έχουν πραγματικό αντίκρισμα. Το αποτέλεσμα του νόμου ήταν δυστυχώς να μεταφέρουν οι τράπεζες το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών τους, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα – για τα οποία η υποχρέωση κάλυψης τους (fractionalreserve) ήταν και είναι ελάχιστη.

Έτσι λοιπόν συνεχίσθηκε η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση, η παραγωγή δηλαδή ακάλυπτων χρημάτων από τις τράπεζες, καθώς επίσης οι «ανοδικοί και καθοδικοί οικονομικοί κύκλοι» – αφού ο νόμος του Peel απλά «μετέβαλλε» τον τρόπο των συναλλαγών, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα. Η αποτυχία του συγκεκριμένου νόμου, ο οποίος θεσπίσθηκε με στόχο την ριζική αντιμετώπιση της τότε οικονομικής κρίσης (1844), χωρίς ποτέ να επιδιωχθεί η διόρθωση του, είχε σαν αποτέλεσμα να συνεχίζονται έκτοτε οι οικονομικές κρίσεις (φούσκες, υφέσεις, διασώσεις τραπεζών κλπ) στον πλανήτη – γεγονός που συμβαίνει μέχρι σήμερα.

Αργότερα ιδρύθηκαν οι κεντρικές τράπεζες (πρώτη η Fed το 1913), οι οποίες λειτούργησαν ως το τελευταίο καταφύγιο, ως οι «πιστωτές ανάγκης» δηλαδή των εμπορικών τραπεζών (lender of last resort), έχοντας σαν  βασικό αντικείμενο τη διάσωση τους – με τη βοήθεια της παροχής ρευστότητας σε περιόδους κρίσεων (κάτι ανάλογο ουσιαστικά με το ΔΝΤ, όσον αφορά τη «διάσωση» κρατών).

Οι δραστηριότητες δε των κεντρικών τραπεζών επεκτάθηκαν και στη διάσωση του δημοσίου τομέα τους, κρίνοντας τουλάχιστον από το ότι, στις 17. Νοεμβρίου του 2004, ο λογαριασμός (λογιστική εγγραφή) «US Treasury» της Fed αντιστοιχούσε στο 89,3% του συνολικού ενεργητικού του συστήματος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας. Αυτό σημαίνει ότι, τα συνολικά «κεντρικά χρήματα» των Η.Π.Α., στα οποία συμπεριλαμβάνονται επίσης τα μετρητά που ευρίσκονται στην κυκλοφορία, είναι καλυμμένα σχεδόν εξ ολοκλήρου από το δημόσιο χρέος της υπερδύναμης (!)  

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η κεντρική τράπεζα μίας χώρας είναι υπεύθυνη για την προμήθεια του τραπεζικού συστήματος με «κεντρικά» και μετρητά χρήματα – όπου τα «κεντρικά χρήματα» δημιουργούνται αφενός με την έγκριση δανείων προς τις εμπορικές τράπεζες (έναντι εγγυήσεων), αφετέρου δε με την αγορά συναλλάγματος, πολύτιμων μετάλλων, αξιόγραφων ή άλλων στοιχείων του ενεργητικού, από τις εμπορικές τράπεζες ή τα χρηματιστήρια. Όταν όμως απαιτείται επί πλέον ρευστότητα (τύπωμα χρημάτων) από το σύστημα, όπως συμβαίνει σήμερα (quantitative easing), τότε οι εμπορικές τράπεζες λαμβάνουν χρήματα από την κεντρική, απλά και μόνο με την λογιστική εγγραφή τους στο λογαριασμό που διατηρούν στην κεντρική.    

Συνεχίζοντας, «ο ιστός της αράχνης» ολοκληρώθηκε αργότερα (1930), όταν ιδρύθηκε η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) – στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετέχουν κεντρικές τράπεζες και κάποιοι «ανώνυμοι» ιδιώτες, με στόχο, μεταξύ άλλων, τη διάσωση των κεντρικών τραπεζών, σε περίπτωση ανάγκης. Στο τέλος, καταργήθηκε ο κανόνας του χρυσού (1971), με αποτέλεσμα να «εγκατασταθούν», να λειτουργούν δηλαδή διεθνώς «πλαστά» χρηματοπιστωτικά συστήματα –αφού δεν στηρίζονται σε πραγματικά χρήματα.

Πρόσφατα δε οι τράπεζες, με πιθανό στόχο την πλήρη «εξαέρωση» όλων των υποχρεώσεων τους, την παροχή εγγυήσεων δηλαδή για τα νομίσματα που εκδίδουν, επιδιώκουν να καταργήσουν εντελώς τα μετρητά χρήματα – όπως τουλάχιστον συμπεραίνεται ελεύθερα από την («πιλοτικά» στην Ελλάδα) απαίτηση της αποκρατικοποιημένης Πολιτείας να μην επιτρέπει πλέον συναλλαγές μετρητοίς, άνω των 3.000 €, δήθεν για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

.

Η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Όπως είναι γνωστό από την οικονομική θεωρεία, «Στα πλαίσια της διαδικασίας παραγωγής και ανταλλαγής αγαθών, τα χρήματα οφείλουν να φροντίζουν για την πληρωμή των αγαθών, για τις τιμές τους  (προσδιορισμός της αξίας τους), καθώς επίσης για τη διαχρονική διατήρηση της αξίας των αγαθών, των προϊόντων και των υπηρεσιών δηλαδή, σε χρήμα». Για να μπορούν όμως τα πάσης φύσεως χρήματα να ανταποκρίνονται στις λειτουργίες τους, ο υπεύθυνος για την «παραγωγή» τους θα πρέπει να εξασφαλίζει τις παρακάτω προϋποθέσεις:       

(α)  Να είναι το χρήμα υποχρεωτικά αποδεκτό από όλους όσους συναλλάσσονται μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας χρήματα με προϊόντα και υπηρεσίες

(β)  Να υπάρχει μία διαχρονικά σταθερή αγοραστική αξία του χρήματος, έτσι ώστε να μπορεί, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιηθεί αποταμιευτικά.

(γ) Να υφίσταται ένας υπεύθυνος, ο οποίος να εγγυάται απόλυτα για τα χρήματα που διακινούνται στην εκάστοτε αγορά.

Αυτός τώρα που εξασφαλίζει τις παραπάνω προϋποθέσεις, «ο παραγωγός του χρήματος» δηλαδή στις σύγχρονες Οικονομίες, δεν είναι άλλος από το κράτος – δια μέσου της Κεντρικής Τράπεζας του η οποία, σε συνεργασία με τις εμπορικές τράπεζες, φροντίζει να «τυπώνει» το απαραίτητο χρήμα, καθώς επίσης να εγγυάται για τη σωστή λειτουργία του.

Το συνολικό «μέγεθος» τώρα του χρήματος που κυκλοφορεί σε μία Οικονομία, είναι το γινόμενο (πολλαπλασιασμός) της ποσότητας του χρήματος που υπάρχει, επί την ταχύτητα της ημερήσιας κυκλοφορίας του – η οποία συνήθως θεωρείται σταθερή. Εάν δηλαδή έχουμε 100 €, τα οποία διακινούνται πέντε φορές την ημέρα, τότε το μέγεθος του χρήματος είναι 100Χ5 = 500 €.

Περαιτέρω, η «αγοραστική αξία» του χρήματος υπολογίζεται πάντοτε από τη ποσότητα των διαθεσίμων αγαθών, σε σχέση με το συνολικό «μέγεθος» του χρήματος που κυκλοφορεί (ποσότητα επί ταχύτητα).

Για παράδειγμα, εάν σε μία οικονομία η αγοραστική αξία του χρήματος παραμένει διαχρονικά σταθερή, τότε το ποσοστό αύξησης της παραγωγής χρήματος επί την ταχύτητα κυκλοφορίας του, συμβαδίζει με το ποσοστό αύξησης της παραγωγής αγαθών. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, έχουμε τόσα χρήματα στην αγορά, όσα και προϊόντα (ΑΕΠ).

Εάν όμως διαπιστωθεί ότι, η μέση ετήσια αγοραστική αξία του χρήματος μειώνεται, τότε αυτό σημαίνει ότι, στη συγκεκριμένη οικονομία η μέση ετήσια παραγωγή η/και η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος αυξάνεται γρηγορότερα, από ότι αυξάνει η μέση ετήσια παραγωγή αγαθών (πληθωρισμός). Είναι δυνατόν όμως να αυξάνεται η ποσότητα χρήματος από την κεντρική τράπεζα μίας χώρας, χωρίς να χάνει το χρήμα την αγοραστική αξία του βραχυπρόθεσμα, χωρίς να επακολουθεί πληθωρισμός δηλαδή, εάν μειώνεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του από τους Πολίτες – οι οποίοι «κινούν βραδύτερα» τα χρήματα που έχουν στη διάθεση τους, διαθέτοντας τα όχι τόσο συχνά στην κατανάλωση (όπως μάλλον συμβαίνει σήμερα στις Η.Π.Α.).

Ολοκληρώνοντας, από την παραπάνω μικρή περιγραφή τεκμηριώνεται ότι, η «διαχείριση» των ποσοτήτων του χρήματος σε μία Οικονομία είναι αποκλειστικό, «μονοπωλιακό» δηλαδή προνόμιο των τραπεζών – επομένως είναι μία ουσιαστικά κεντρικά κατευθυνόμενη διαδικασία, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάγεται στις αρχές της ελεύθερης αλλά της κεντρικά κατευθυνόμενης αγοράς (κομμουνισμός).

ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ 

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα σημερινά χρήματα είναι στην πραγματικότητα «ακάλυπτα» – αφού δημιουργούνται «μονοπωλιακά» από τις τράπεζες και την πίστωση , χωρίς να έχουν κανενός είδους αντίκρισμα. Το επιτόκιο τώρα, είναι ουσιαστικά το κέρδος που «χρεώνεται», για τη χρησιμοποίηση των δανειακών χρημάτων – με το «φυσιολογικό επιτόκιο» να ορίζεται ως αυτό που εξισορροπεί τις αποταμιεύσεις με τις επενδύσεις, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η διαχρονική σταθερότητα σε μία Οικονομία.

Ένα τέτοιο «φυσιολογικό επιτόκιο» όφειλε προφανώς να «επέκειτο» στους κανόνες τις ελεύθερης αγοράς, όπου το εκάστοτε μέγεθος του θα καθοριζόταν από την ισορροπία της ζήτησης με την προσφορά. Δηλαδή, εάν η ζήτηση για δανειακά χρήματα αυξανόταν (τα δάνεια πρέπει να έχουν στόχο τις επενδύσεις και ποτέ την κατανάλωση), υπερκαλύπτοντας την προσφορά (αποταμιεύσεις), τότε το επιτόκιο θα αυξανόταν ανάλογα, μέχρι το σημείο που η περεταίρω αύξηση του θα μείωνε τη ζήτηση – αφού οι επενδύσεις θα ήταν πια ασύμφορες.

Εν τούτοις, το επιτόκιο σήμερα δεν καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά, αλλά από τις κεντρικές τράπεζες (βασικό). Επομένως, η διαμόρφωση του είναι κεντρικά κατευθυνόμενη και μονοπωλιακή – όπως αυτή της ποσότητας των χρημάτων που κυκλοφορούν στις εκάστοτε Οικονομίες οι οποίες, τουλάχιστον όσον αφορά το χρήμα, είναι ουσιαστικά «κομμουνιστικές»(ερμηνεύοντας οικονομικά τον κομμουνισμό, ως ένα κεντρικά κατευθυνόμενο σύστημα).

Τα αποτελέσματα των κεντρικά κατευθυνόμενων επιτοκίων όσον αφορά τα δάνεια, τα οποία συνάπτονται με ένα τεχνητά χαμηλό επιτόκιο, είναι οι λανθασμένες επενδυτικές τοποθετήσεις – αφού εμφανίζονται συμφέρουσες λόγω του ότι το επιτόκιο είναι τεχνητά χαμηλό, ενώ με ένα «φυσιολογικό επιτόκιο» δεν θα γινόταν. Το γεγονός αυτό επεξηγεί παράλληλα την υπερχρέωση της Ελλάδας, η οποία ουσιαστικά προκλήθηκε από τα τεχνητά χαμηλά επιτόκια του δανεισμού της, λόγω της εισόδου της στην Ευρωζώνη – επίσης άλλων χωρών (Ιρλανδία, Ισπανία κλπ), οι οποίες επένδυσαν στην αγορά των ακινήτων, στηριζόμενες στα τεχνητά χαμηλά επιτόκια των τραπεζών.

Οι λανθασμένες λοιπόν επενδύσεις, λόγω των αδικαιολόγητα χαμηλών επιτοκίων,  οδηγούν τελικά σε «φούσκες» – οι οποίες «εκρήγνυνται», όταν οι κεντρικές τράπεζες αναγκασθούν να αυξήσουν τα επιτόκια, προς την κατεύθυνση του φυσιολογικού, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο υπερπληθωρισμός. Η υπερχρέωση ενός κράτους είναι ουσιαστικά επίσης μία «φούσκα», η οποία εκρήγνυται όταν αδυνατεί να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του – συνήθως λόγω της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού του, πέρα από τα «όρια» της αντοχής του (φοροδοτική ικανότητα των Πολιτών του κλπ). Στον Πίνακα Ι που ακολουθεί φαίνεται η διαχρονική υπερχρέωση των Η.Π.Α.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $, Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $

Έτος

Δημόσιο Χρέος

Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ

Έλλειμμα

       
1981

1,0

32,5%

-0,08

1985

1,8

43,8%

-0,21

1990

3,2

55,9%

-0,22

1995

4,9

67,0%

-0,16

2000

5,6

57,3%

+0,24

2005

7,9

63,5%

-0,32

2009

11,9

83,4%

-1,41

2010*

13,8

94,0%

-1,42

2011*

15,1

100,0%

-1,27

* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70.

Από τον Πίνακα Ι τεκμηριώνονται, μεταξύ άλλων, τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού, του κυρίαρχου δόγματος καλύτερα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. – από τον τότε πρόεδρο Ronald Reagan, για τον οποίο το κράτος δεν αποτελούσε τη λύση για τα προβλήματα, αλλά ήταν το ίδιο πρόβλημα (ως γνωστόν, «απελευθέρωσε» τις αγορές, άνοιξε τα κλειστά επαγγέλματα, αποκρατικοποίησε ακόμη και τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, ενίσχυσε τα μέγιστα το Κεφάλαιο, το οποίο σήμερα προσπαθεί να διαφύγει στην Ασία από την «έξοδο κινδύνου», μείωσε τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές από το 70% στο 28% κλπ). Στην εποχή του δόθηκε τεράστια σημασία στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος διπλασίασε έκτοτε την κερδοφορία του – ενώ πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση, το 40% των κερδών όλων των αμερικανικών επιχειρήσεων προερχόταν από τον τραπεζικό τομέα.

Κλείνοντας, όταν κανείς αντιληφθεί ότι, η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκε από την επεκτατική πιστωτική πολιτική της Fed, η οποία αύξησε την ποσότητα του χρήματος (κατά 10% περίπου ετήσια από το 2001 – διπλασιασμός σε επτά έτη) και διατήρησε τεχνητά χαμηλά τα επιτόκια, επιχειρείται να αντιμετωπισθεί με μία ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της ποσότητας των χρημάτων (quantitative easing), καθώς επίσης με ακόμη πιο «επιθετικά» χαμηλά, τεχνητά επιτόκια, καταλήγει εύκολα στο συμπέρασμα ότι, «υποδαυλίζεται» μία ακόμη μεγαλύτερη κρίση η οποία θα έχει ασύγκριτα πιο καταστροφικά αποτελέσματα.    

Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι η ΕΚΤ, η οποία πλέον ακολουθεί την ίδια «μονόπλευρη» πολιτική χρήματος με την Fed, καθώς επίσης με τις Τράπεζες της Ιαπωνίας και της Αγγλίας, αύξησε επίσης την ποσότητα χρήματος (Μ3) στην Ευρωζώνη κατά 116% (από 4,4 τρις € στην αρχή του 1999, στα 9,5 τρις € τέλη Απριλίου του 2009).

.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα δύσκολα μπορεί να διαφοροποιηθεί από τον τρόπο που θέλουμε να τα δούμε….Η καπιταλιστική «ανάπτυξη» δεν είναι σύμφυτη στον ίδιο τον καπιταλισμό (ο καπιταλισμός δεν είναι συνώνυμο της ελεύθερης αγοράς). Είναι η δυναμική της κοινωνίας, στα χέρια μίας καπιταλιστικής ελίτ – μίας ομάδας δηλαδή, στην οποία ανήκουν οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται από τα προσόντα της διάνοιας και της θέλησης άνω του κανονικού. Έτσι η ιστορία – για την ακρίβεια, η ιστορία ως μέσο καταγραφής των αλλαγών και των εξελίξεων – είναι η ιστορία της επίδρασης των ελίτ, επάνω στην αδρανή μάζα της κοινωνίας” (J. Schumpeter).

Μέχρι στιγμής, η παραγωγή του χρήματος είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας των κεντρικών με τις εμπορικές τράπεζες – επίσης ο καθορισμός των επιτοκίων, αφού οι κεντρικές τράπεζες αποφασίζουν μόνο για το εκάστοτε βασικό επιτόκιο.  Πρόκειται λοιπόν για μία κεντρικά κατευθυνόμενη, «κομμουνιστική» διαδικασία, η οποία δεν υπάγεται στους νόμους της ελεύθερης αγοράς.

Εάν τώρα οι εμπορικές τράπεζες υποχρεώνονταν στην κατά 100% κάλυψη των πιστώσεων προς τους πελάτες τους, εάν δηλαδή απαιτούταν η παροχή εγγυήσεων εκ μέρους τους όχι μόνο για τα μετρητά, αλλά και για τα λογιστικά χρήματα, όπως είχε ζητήσει ο υπέρμαχος του νεοφιλελευθερισμού (M.Friedman), τότε οι κεντρικές τράπεζες θα είχαν τον απόλυτο έλεγχο επί των ποσοτήτων (παραγωγής) χρήματος.

Κατ’ επέκταση, όποια χώρα ή όποια ελίτ-ομάδα κατόρθωνε να επιβάλλει στις εμπορικές τράπεζες την παραπάνω υποχρέωση, έχοντας ή αποκτώντας τον έλεγχο της κεντρικής, θα μπορούσε να αναδειχθεί στον απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού – αφού, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο M.A. Rothschild, αυτός που εκδίδει και ελέγχει τα χρήματα ενός κράτους (πόσο μάλλον μίας οικονομικής ζώνης), δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το ποιος ψηφίζει τους νόμους του.

Προφανώς δε, όπως συμπεραίνεται από την «απαίτηση» του M.Friedman, ο απώτερος σκοπός της νεοφιλελεύθερης «σχολής»δεν είναι βέβαια η ελεύθερη αγορά, αλλά η κεντρικά κατευθυνόμενη – όχι όμως από το «λαό», όπως πρεσβεύει ο κομουνισμός, αλλά από μία προνομιακή ελίτ, μέσω της εγκατάστασης μονοπωλιακών δομών σε μία Οικονομία (κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα).

ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ 

Σε μία χρηματιστηριακή αγορά, όσο μεγάλη και αν είναι,  οι μετοχές των εταιρειών που διαπραγματεύονται δημόσια, είναι δευτερεύουσας σημασίας. Τον πρώτο ρόλο διαδραματίζουν στην πραγματικότητα τα χρηματιστηριακά παράγωγα, τα οποία αποτελούν την «κορωνίδα» της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας – με συναλλαγές οι οποίες λαμβάνουν χώρα εκτός των χρηματιστηρίων, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Το συνολικό ποσόν σήμερα των χρηματιστηριακών παραγώγων υπολογίζεται στα 600 τρις $ – ένα μέγεθος δεκαπλάσιο του παγκοσμίου ΑΕΠ. Κανένας άλλος τομέας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό – ενώ τίποτα δεν απειλεί περισσότερο τον κόσμο, από αυτόν τον συγκεκριμένο «κλάδο». Πόσο μάλλον αφού δεν υπάρχει καμία κρατική Αρχή, η οποία να επιβλέπει την τεράστια αγορά των παραγώγων – πολύ περισσότερο να την ελέγχει.

Το μεγαλύτερο «κομμάτι» της «σκιώδους» αυτής αγοράς ευρίσκεται στα χέρια ελάχιστων τραπεζών – οι οποίες αγωνίζονται με κάθε τρόπο για να αποφύγουν τη διαφάνεια ή/και τη δημιουργία συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού, δαπανώντας εκατοντάδες εκατομμύρια σε «αμυντικά lobbies» (με στόχο να μην επιβληθούν ρυθμιστικοί κανόνες από την Πολιτεία).

Πρόκειται λοιπόν για ένα επόμενο, σκοτεινό τραπεζικό μονοπώλιο, το οποίο δεν λειτουργεί με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, όπως επίσης δεν λειτουργεί και η παραγωγή χρήματος. Στον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί εμφανίζονται τα έσοδα ορισμένων μεγάλων τραπεζών, μόνο από τις προμήθειες για τη συμμετοχή τους στις εξαγορές εταιρειών, καθώς επίσης για την εισαγωγή επιχειρήσεων στα χρηματιστήρια:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Προμήθειες των μεγαλύτερων επενδυτικών τραπεζών το 2010

ΤΡΑΠΕΖΑ

ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΣΕ ΔΙΣ $

   
J.P. Morgan Chase

4,14

Morgan Stanley

3,67

Goldman Sachs

3,60

Bank of America – Merrill Lync

2,91

Deutsche Bank

2,69

UBS

2,62

Credit Suisse

2,56

Πηγή: FTD

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ, τέσσερις αμερικανικές τράπεζες, μία γερμανική και δύο ελβετικές κυριαρχούν στην αγορά, η οποία έτσι έχει αποκτήσει μία αρκετά «ολιγοπωλιακή» δομή.

Συνεχίζοντας, οι συναλλαγές μέσω παραγώγων είναι στην ουσία στοιχήματα, τα οποία αφορούν προβλέψεις, σε σχέση με την μελλοντική εξέλιξη των τιμών των μετοχών, του συναλλάγματος, των πρώτων υλών, των εμπορευμάτων κλπ. Προφανώς δεν προβλέπουν μόνο, αλλά επηρεάζουν ταυτόχρονα τις αγορές, στις οποίες δραστηριοποιούνται.

Παρά το ότι λοιπόν η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 οφειλόταν στα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης, τα παράγωγα ήταν αυτά που τελικά προκάλεσαν τα καταστροφικά αποτελέσματα που βιώσαμε – ενώ αποφύγαμε την κατάρρευση του συστήματος την τελευταία στιγμή, με τη βοήθεια των κρατών και των χρημάτων των πολιτών τους.

Γνωρίζοντας τώρα ότι, μόλις πέντε μεγάλες τράπεζες κυριαρχούν στην τεράστια αυτή αγορά (οι τέσσερις πρώτες αμερικανικές του Πίνακα Ι, καθώς επίσης η HSBC), συμμετέχοντας στο 96% σχεδόν των συναλλαγών που διενεργούνται εκεί, συνειδητοποιούμε ότι είμαστε αντιμέτωποι με μία ακόμη μορφή τραπεζικού μονοπωλίου, η οποία λειτουργεί εκτός των πλαισίων της ελεύθερης αγοράς.

Τέλος, παρά το ότι η κυβέρνηση των Η.Π.Α. προσπαθεί να επιβάλλει κανόνες στη συγκεκριμένη αγορά, με τη βοήθεια της δημιουργίας μίας «υπηρεσίας» ως ενδιαμέσου διαπραγματευτή (Clearinghouse), ο οποίος θα μπορεί να ελέγχει και να εγγυάται τις συναλλαγές παραγώγων, οι τράπεζες, γνωρίζοντας ότι οι διαφανείς συναλλαγές αποφέρουν ελάχιστα, έχουν τοποθετηθεί εχθρικά απέναντι στις προθέσεις της κυβέρνησης. Έτσι, μη έχοντας τη δυνατότητα να εμποδίσουν τη δημιουργία του συγκεκριμένου οργανισμού, προσπαθούν να τον ιδιωτικοποιήσουν, αναλαμβάνοντας τη λειτουργία του οι ίδιες.

.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως διαπιστώνεται, ο πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Αφού πρώτη συνθηκολόγησε η Ελλάδα, χωρίς δυστυχώς να δώσει την παραμικρή μάχη, ενώ πιθανότατα άνοιξε την κερκόπορτα της ζώνης του Ευρώ στο ΔΝΤ, ακολούθησε η Ιρλανδία. Το πρόσφατο, άτυχο κατά την άποψη μας «θύμα», είναι η Πορτογαλία, την οποία μάλλον θα διαδεχθεί σύντομα το Βέλγιο (με κριτήριο τις πρόσφατες δηλώσεις του ΔΝΤ) – αργότερα η Ισπανία, η Ιταλία κλπ.

Όπως κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου ακουγόταν στα ραδιόφωνα η εισβολή της Γερμανίας στην Αυστρία, στην Πολωνία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία κλπ, έτσι και σήμερα ενημερωνόμαστε από τα ΜΜΕ – εν πρώτοις για την «πτώση» των χωρών της Α. Ευρώπης, στην οποία τότε δεν δόθηκε η απαιτούμενη σημασία.

Λίγο αργότερα όμως, όταν ακολούθησαν τα κράτη της Ευρωζώνης, παράλληλα με τις ευρύτερες, διεθνείς «συρράξεις» (μέσα στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης), όπως τις βίαιες συναλλαγματικές μάχες, τις εξεγέρσεις των πεινασμένων, την επέλαση της Κίνας κλπ, άλλαξε εντελώς η εικόνα.

Αντίθετα βέβαια με την εποχή του 2ου παγκοσμίου πολέμου, ο «επιτιθέμενος σήμερα, το Καρτέλ ουσιαστικά, δεν είναι τόσο εμφανής – ευρισκόμενος πολύ καλά κρυμμένος πίσω από τα όπλα μαζικής καταστροφής που διαθέτει: την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, τις εταιρείες αξιολόγησης, τα Hedge Fund, τις επενδυτικές τράπεζες κλπ.

Έχοντας αναλύσει στο παρελθόν όλους αυτούς τους «οργανισμούς», με επί πλέον «κριτήριο» το σύμφωνο ανταγωνιστικότητας που προωθείται σήμερα στην ΕΕ (κεντρικές αποφάσεις για μισθούς, φόρους, συντάξεις κλπ), θεωρούμε ότι αυτό που μάλλον επιδιώκεται τελικά, είναι η εγκατάσταση μίας κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας «σοβιετικού τύπου» στην Ευρώπη, με πρωτεύουσα τη Γερμανία – στην οποία θα ηγούνται οι διεθνείς τράπεζες και το ευρύτερο Καρτέλ.

Εν τούτοις, έχοντας την άποψη ότι, η εξέλιξη δεν είναι ποτέ γραμμική, ενώ ακόμη και οι πλέον σωστά οργανωμένες συνωμοσίες σπάνια επιτυγχάνουν το στόχο τους, θεωρούμε ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει – με την ελπίδα της «αλλαγής πορείας», έστω την τελευταία στιγμή, να παραμένει αμετακίνητη στη θέση της. Η ανοχή έχει τα όρια της, η αδιαμαρτύρητη υποταγή στους κυρίαρχους του σύμπαντος επίσης, ενώ δεν είναι δυνατόν να έχουν αδρανοποιηθεί εντελώς, να έχουν εξουδετερωθεί καλύτερα όλοι οι υγιείς, ανθρώπινοι μηχανισμοί αντίδρασης, αντίστασης και αυτοπροστασίας.

Black-Strip

 

Βασικά σημεία της μελέτης της τράπεζας της Αγγλίας :

  • Το χρήμα σήμερα είναι ένα είδος IOU (είδος εγγράφου που αναγνωρίζει χρέος. Επί λέξη «Σου Χρωστάω»: I Owe You).
  • Παρουσιάζονται τρεις κύριοι τύποι χρήματος: Νομίσματα (χαρτονομίσματα και κέρματα), τραπεζικές καταθέσεις και τα αποθεματικά της κεντρικής τράπεζας.
  • Η μεγαλύτερη ποσότητα χρήματος δημιουργείται από τις εμπορικές τράπεζες. Όταν μια τράπεζα εκδίδει δάνειο για έναν από τους πελάτες της, απλά πιστώνει το λογαριασμό του πελάτη της με ένα υψηλότερο υπόλοιπο (αυξάνονται οι καταθέσεις του). Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, δημιουργείται νέο χρήμα.
  • Το χρήμα σήμερα είναι μια μορφή χρέους, αλλά ένα ιδιαίτερο είδος χρέους που γίνεται αποδεκτό ως μέσο ανταλλαγής στην οικονομία.
  • Η κατάργηση του κανόνα του χρυσού.
  • Ο ρόλος των ηλεκτρονικών μορφών χρήματος, των τοπικών και των ψηφιακών νομισμάτων.

Περίληψη Α’ Μέρους:

Παρά τη σημασία και την ευρεία χρήση του χρήματος στη σύγχρονη οικονομία, δεν υπάρχει καθολική συμφωνία σχετικά με το τι πραγματικά είναι χρήμα. Αυτό συμβαίνει εν μέρει γιατί το τι αποτελεί χρήμα έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Το χρήμα σήμερα είναι ένα είδος IOU (υπόσχεση μελλοντικής πληρωμής – “I Owe You”)

Υπάρχουν τρεις κύριοι τύποι χρήματος: το νόμισμα, οι τραπεζικές καταθέσεις και τα αποθεματικά της κεντρικής τράπεζας. Κάθε ένα αντιπροσωπεύει ένα IOU από έναν τομέα της οικονομίας σε ένα άλλο. Τα περισσότερα χρήματα στη σύγχρονη οικονομία είναι υπό τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων, οι οποίες δημιουργούνται από τις ίδιες τις εμπορικές τράπεζες.

Ένας συνηθισμένος τρόπος να ορίζεται το χρήμα είναι μέσω των λειτουργιών που επιτελεί: μέσο αποθήκευσης αξίας, λογιστική μονάδα, μέσο ανταλλαγής.

Άρθρο των Michael McLeay, Amar Radia and Ryland Thomas της Διεύθυνσης Νομισματικής Ανάλυσης της Τράπεζας της Αγγλίας.

  • Το χρήμα είναι απαραίτητο στη λειτουργία της σύγχρονης οικονομίας, αλλά η φύση του έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Αυτό το άρθρο παρέχει μια εισαγωγή στο τι είναι το χρήμα σήμερα.
  • Το χρήμα σήμερα είναι ένα είδος IOU (σ.σ. είδος εγγράφου που αναγνωρίζει χρέος – επί λέξη «Σου Χρωστάω»: I Owe You -), αλλά έχει την ιδιαιτερότητα ότι γίνεται γενικά αποδεκτό από όλους στην οικονομία ως αντάλλαγμα για αγαθά και υπηρεσίες.
  • Υπάρχουν τρεις κύριοι τύποι χρήματος: το νόμισμα, οι τραπεζικές καταθέσεις και τα αποθεματικά της κεντρικής τράπεζας. Κάθε ένα αντιπροσωπεύει ένα IOU από έναν τομέα της οικονομίας σε ένα άλλο. Τα περισσότερα χρήματα στη σύγχρονη οικονομία είναι υπό τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων, οι οποίες δημιουργούνται από τις ίδιες τις εμπορικές τράπεζες.

MONEY - 1

Οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο χρησιμοποιούν κάποια μορφή χρήματος σε καθημερινή βάση για να αγοράσουν ή να πουλήσουν αγαθά και υπηρεσίες, για να πληρώσουν ή να πληρωθούν, είτε για να συντάξουν ή να διευθετήσουν συμβόλαια. Το χρήμα είναι κεντρικής σημασίας για τη λειτουργία μιας σύγχρονης οικονομίας.

Όμως, παρά τη σημασία και την ευρεία χρήση του, δεν υπάρχει καθολική συμφωνία σχετικά με το τι πραγματικά είναι χρήμα. Αυτό συμβαίνει εν μέρει γιατί το τι αποτελεί χρήμα έχει διαφοροποιηθεί με την πάροδο του χρόνου και από τόπο σε τόπο.

Αυτό το άρθρο παρέχει μια εισαγωγή για το ρόλο του χρήματος στη σύγχρονη οικονομία. Δεν προϋποθέτει κάποια προηγούμενη γνώση οικονομικών από τον αναγνώστη. Το άρθρο ξεκινάει με την εξήγηση της έννοιας του χρήματος και τι το κάνει ξεχωριστό. Στη συνέχεια, καθορίζει τι μετράει ως χρήμα σε μια σύγχρονη οικονομία, όπως του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου το 97% του χρήματος που βρίσκεται στην κατοχή του κοινού είναι υπό τη μορφή καταθέσεων σε τράπεζες, παρά σε νόμισμα.

Περιγράφει τους διάφορους τύπους χρήματος, από που παίρνουν την αξία τους και πώς δημιουργούνται. Ένας πίνακας περιγράφει συνοπτικά κάποιες πρόσφατες εξελίξεις στις τεχνολογίες πληρωμών.

Ένα συνοδευτικό άρθρο «Δημιουργία χρήματος στη σύγχρονη οικονομία» (‘Money creation in the modern economy’), περιγράφει τη διαδικασία δημιουργίας χρήματος με περισσότερη λεπτομέρεια [1], και συζητά τον ρόλο της νομισματικής πολιτικής και της κεντρικής τράπεζας σε αυτή τη διαδικασία. Για λόγους παρουσίασης αυτό το άρθρο επικεντρώνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά τα θέματα που αναλύονται είναι εξίσου σχετικά για τις περισσότερες οικονομίες σήμερα.

Ένα σύντομο βίντεο εξηγεί μερικά από τα βασικά θέματα που καλύπτονται σε αυτό το άρθρο.

Τι μετράει ως χρήμα;

Πολλά διαφορετικά αγαθά ή περιουσιακά στοιχεία έχουν χρησιμοποιηθεί ως χρήμα σε κάποια χρονική στιγμή ή σε κάποιο μέρος. Τα αγαθά είναι πράγματα που τους προσδίδουμε αξία επειδή ικανοποιούν ανθρώπινες ανάγκες ή επιθυμίες, όπως τρόφιμα, ρούχα ή βιβλία.

Ένα περιουσιακό στοιχείο, όπως είναι ο μηχανολογικός εξοπλισμός, είναι κάτι πολύτιμο, επειδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή άλλων αγαθών ή υπηρεσιών. Λοιπόν, ποια αγαθά ή περιουσιακά στοιχεία πρέπει να περιγράφονται ως χρήμα; Ένας συνηθισμένος τρόπος να ορίζεται το χρήμα είναι μέσω των λειτουργιών που επιτελεί. Αυτή η παραδοσιακή προσέγγιση προτείνει ότι το χρήμα θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε τρεις σημαντικούς ρόλους.

Ο πρώτος ρόλος του χρήματος είναι να αποτελεί μέσο αποθήκευσης αξίας – κάτι που αναμένεται να διατηρήσει την αξία του με έναν λογικά προβλέψιμο τρόπο στην πάροδο του χρόνου. Χρυσός ή ασήμι που εξορύχθηκαν εκατοντάδες χρόνια πριν, εξακολουθούν να είναι πολύτιμα σήμερα. Αλλά φθαρτά τρόφιμα χάνουν την αξία τους γρήγορα καθώς χαλάνε. Έτσι, ο χρυσός ή το ασήμι είναι καλά μέσα αποθήκευσης αξίας, αλλά τα φθαρτά τρόφιμα λιγότερο.

Ο δεύτερος ρόλος του χρήματος είναι να αποτελεί μια λογιστική μονάδα – το αντικείμενο έναντι του οποίου τιμολογούνται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, για παράδειγμα τα μενού των εστιατορίων, τα συμβόλαια ή οι ετικέτες των τιμών.

Στις σύγχρονες οικονομίες η λογιστική μονάδα είναι συνήθως ένα νόμισμα, για παράδειγμα, η λίρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά θα μπορούσε αντ’ αυτού να είναι ένα οποιοδήποτε αγαθό. Στο παρελθόν, τα αντικείμενα συχνά τιμολογούνταν έναντι κάτι πολύ κοινού, όπως βασικά είδη διατροφής («μπάλες σιταριού») ή εκτρεφόμενα ζώα.

Τρίτον, το χρήμα θα πρέπει να είναι μέσο ανταλλαγής – κάτι που οι άνθρωποι κατέχουν, επειδή σχεδιάζουν να το ανταλλάξουν με κάτι άλλο, και όχι επειδή θέλουν το ίδιο (ως αγαθό).

Για παράδειγμα, σε κάποια στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τα τσιγάρα έγιναν το μέσο ανταλλαγής εφόσον το χρήμα απουσίαζε. Ακόμη και οι μη-καπνιστές ήταν διατεθειμένοι να ανταλλάξουν αγαθά για τσιγάρα, όχι επειδή σχεδίαζαν να καπνίσουν τα τσιγάρα, αλλά επειδή αργότερα θα ήταν σε θέση να τα ανταλλάξουν με κάτι που χρειάζονταν.

Αυτές οι λειτουργίες είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ένα περιουσιακό στοιχείο είναι λιγότερο χρήσιμο ως μέσο ανταλλαγής αν δεν θα αξίζει το ίδιο αύριο – αν δεν είναι δηλαδή ένα καλό μέσο αποθήκευσης αξίας. Πράγματι, σε πολλές χώρες, όπου το παραδοσιακό νόμισμα έχει μετατραπεί σε ένα κακό μέσο αποθήκευσης αξίας εξαιτίας των πολύ υψηλών ποσοστών πληθωρισμού των τιμών, ή υπερπληθωρισμού, ξένα νομίσματα κατέληξαν να χρησιμοποιούνται ως εναλλακτικό μέσο ανταλλαγής.

Για παράδειγμα, στα πέντε χρόνια μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι τιμές των εμπορευμάτων σε γερμανικά μάρκα διπλασιάστηκαν 38 φορές – πράγμα που σημαίνει ότι κάτι που κόστιζε ένα μάρκο το 1918 θα είχε κόστος πάνω από 300 δις μάρκα το 1923. (Πηγή)

Ως αποτέλεσμα, μερικοί άνθρωποι στη Γερμανία εκείνη την περίοδο άρχισαν να χρησιμοποιούν άλλα νομίσματα, στη θέση του μάρκου, για να αγοράζουν και να πωλούν τα αγαθά. Για να διαβεβαιώσει ότι η στερλίνα δεν θα χάσει την ανταλλακτική της αξία, ένας από τους κύριους στόχους της Τράπεζας της Αγγλίας είναι να προστατεύει την αξία του νομίσματος.

Παρά το γεγονός ότι το μέσο ανταλλαγής πρέπει να είναι ένα καλό μέσο αποθήκευσης αξίας, υπάρχουν πολλά καλά μέσα αποθήκευσης αξίας που δεν είναι καλά μέσα ανταλλαγής [2]. Τα σπίτια, για παράδειγμα, τείνουν να παραμένουν πολύτιμα για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εύκολα ως μέσα πληρωμής.

Ομοίως, είναι συνήθως αποτελεσματικό για το μέσο ανταλλαγής στην οικονομία να λειτουργεί και ως η λογιστική μονάδα. Σε περίπτωση που τα μαγαζιά στο Ηνωμένο Βασίλειο τιμολογούσαν τα εμπορεύματα σε δολάρια ΗΠΑ, ενώ εξακολουθούσαν να αποδέχονταν πληρωμή μόνο σε λίρες Αγγλίας, οι πελάτες θα έπρεπε να γνωρίζουν τη συναλλαγματική ισοτιμία της λίρας έναντι του δολαρίου κάθε φορά που θα ήθελαν να αγοράσουν κάτι.

Αυτό θα απαιτούσε χρόνο και προσπάθεια από την πλευρά των καταναλωτών. Έτσι, στις περισσότερες χώρες σήμερα τα καταστήματα τιμολογούν με βάση το νόμισμα που χρησιμοποιείται ως μέσο ανταλλαγής: λίρες (στερλίνες) για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ιστορικά, ο ρόλος του χρήματος ως μέσον ανταλλαγής έχει συχνά θεωρηθεί ως η πιο σημαντική λειτουργία του από τους οικονομολόγους. Ο Adam Smith, ένας από τους ιδρυτές του πεδίου των οικονομικών και η τρέχουσα φιγούρα στο χαρτονόμισμα των £20 λιρών Αγγλίας, είδε τα χρήματα ως ένα αναγκαίο μέρος της μετάβασης από μια «οικονομία συντήρησης» ή αυτάρκειας, σε μια οικονομία ανταλλαγής/ανταλλακτική οικονομία.

Σε μια οικονομία συντήρησης, ο καθένας καταναλώνει μόνο ό,τι παράγει. Για παράδειγμα, ο Ροβινσώνας Κρούσος, εγκλωβισμένος μόνος σε ένα έρημο νησί, δεν έχει ανάγκη τα χρήματα καθώς τρώει μόνο τα μούρα που συγκεντρώνει και τα ζώα που κυνηγά. Αλλά είναι πιο αποτελεσματικό για τους ανθρώπους να εξειδικεύονται στην παραγωγή, παράγοντας μεγαλύτερες ποσότητες ενός αγαθού από ότι χρειάζονται οι ίδιοι και στη συνέχεια να τα ανταλλάσσουν μεταξύ τους.

Αν ο Ροβινσώνας Κρούσος είναι ένας φυσικός τροφοσυλλέκτης, για παράδειγμα, τότε θα μπορέσει να εστιάσει την προσπάθειά του για να μαζέψει μούρα, ενώ ο φίλος του ο Παρασκευάς, ως έμπειρος ψαράς, θα μπορούσε να αφιερώσει όλο του το χρόνο στην αλιεία. Οι δύο θα μπορούσαν στη συνέχεια να κάνουν ανταλλαγή μεταξύ τους και να καταναλώνουν ο καθένας περισσότερα μούρα και ψάρια από ότι αν ο καθένας από αυτούς είχε χωρίσει το χρόνο του μεταξύ του να μαζεύει μούρα και να ψαρεύει.

Πηγές:

Το άρθρο αποτελεί μετάφραση του κειμένου “Money in the modern economy: an introduction» της Τράπεζας της Αγγλίας. By Michael McLeay, Amar Radia and Ryland Thomas of the Bank’s Monetary Analysis Directorate.

  • [1] »Money creation in the modern economy» Άρθρο των Michael McLeay, Amar Radia and Ryland Thomas της Διεύθυνσης Νομισματικής Ανάλυσης της Τράπεζας της Αγγλίας. Άρθρο το οποίο επίσης θα δημοσιεύσουμε σε μετάφραση στο fekyou.info
  • [2] Ostroy, J and Starr, R (1990), ‘The transactions role of money’, in Friedman, B and Hahn, F (eds), Handbook of Monetary Economics, Vol. 1, pages 3–62

Σχετικά: