ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ

Η θεμελιώδης εξίσωση της ζωής είναι αυτή: αγαπώ, άρα υπάρχω. Αν ρωτήσουμε ένα βιολόγο ή κάποιον ιατρό να μας πει πότε και πώς θεωρεί ότι ζει κάθε έμβιο ον είτε πρόκειται για τον άνθρωπο είτε για οποιοδήποτε μέλος του ζωικού βασιλείου από τα μικρότερα μέχρι τα μεγαλύτερα, θα απαντήσει ότι τοφαινόμενο της ζωής τεκμαίρεται, τεκμηριώνεται, αποδεικνύεται με επιστημονικά τεκμήρια, δηλαδή με αδιάψευστα στοιχεία, όταν υπάρχουν δυο δεδομένα: η σχέση και η ενέργεια. Κάθε ζωντανός οργανισμός ενεργεί και σχετίζεται: ανταλλάσσει ενέργεια με το περιβάλλον του, επικοινωνεί με τον περίγυρο του, βρίσκεται σε σχέση με καθετί το διαφορετικό από αυτόν τον ίδιο, συμμετέχει, δηλαδή μετέχει μαζί του, συνευρίσκεται (βρίσκεται μαζί) το ένα με το άλλο.

Η ζωή είναι ένα σύνολο ενεργούμενων σχέσεων. Ζει μόνο ό,τι σχετίζεται κι ενεργεί. Μάλιστα ζει τόσο χρόνο όσο ακριβώς βρίσκεται σε σχέση κι ενέργεια. Κάθε έμβιο ον στερείται αυτές τις δυο θεμελιώδεις ιδιότητες της ζωής, δηλαδή τη σχέση και την ενέργεια, όταν βρίσκεται στα δυο όρια του βίου του, πριν την αρχή και μετά το τέλος της ζωής. Από τη σύλληψη του, πριν γεννηθεί κι ενόσω βρίσκεται ακόμη μέσα στην κοιλιά της μάνας του, δε σχετίζεται συνειδητά με άλλους ανθρώπους. Αλλά κι όταν πάψει πια να αντικρίζει το φως αυτού του κόσμου, δηλαδή όταν τελευτήσει κι έχει πεθάνει, τότε πάλι στερείται τη σχέση και την ενέργεια.

Πέρα όμως από αυτή τη διαπίστωση, για την Εκκλησία η ζωή αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο. Είναι δωρεά του Θεού και χάρισμα. Η ζωή ανήκει στο δημιουργό και ο άνθρωπος έχει την υποχρέωση ως «καλός οικονόμος» να διαφυλάξει αυτό το χάρισμα, να το προστατέψει και, «ως τάλαντο», να το αξιοποιήσει μέσα στα πλαίσια του σκοπού της ζωής που έχει θέσει ο δημιουργός του, δηλαδή το «καθ’ όμοίωσιν».

Ο άνθρωπος είναι ένα ον με δύο διαφορετικά φύλα, καθένα από τα οποία έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, σωματικά και ψυχικά. Αυτό σημαίνει ότι όλα τα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου γένους δε βρίσκονται στον άντρα από μόνο του, ούτε στη γυναίκα από μόνη της. Από μόνοι τους, είναι «μισά» όντα, που αποζητούν την ολοκλήρωση και την αλληλοσυμπλήρωση. Η συμπλήρωση του καθενός επιτυγχάνεται με τη συνάντηση με το αντίθετο φύλο, δηλαδή με το άνοιγμα σε έναν άλλον κόσμο, διαφορετικό, που έχει να προσφέρει διαστάσεις άγνωστες στην ατομικότητα του δικού του φύλου. Υπ’ αυτή την έννοια, πλήρης άνθρωπος δεν είναι ο άντρας από μόνος του ούτε η γυναίκα από μόνη της, αλλά το ζευγάρι. pic310 (θα γίνουν οι δυο τους ένας άνθρωπος), λέει η Αγία Γραφή. Αυτά είναι μέρος από τα λόγια που είπε ο Αδάμ όταν πρωτοαντίκρισε την Εύα (Γεν. 2:24). Τα επανέλαβε ο απόστολος Παύλος μιλώντας για την ένωση που επιτυγχάνεται με το γάμο (Εφεσ. 5: 31) και διαβάζονται σήμερα στην Ακολουθία του Γάμου.

Για να πραγματοποιηθεί όντως αλληλοσυμπλήρωση, πρέπει να πρόκειται για μια ένωση με αγάπη, ειλικρίνεια και αμοιβαίο σεβασμό, αλλιώς δεν έχουμε να κάνουμε με συνάντηση προσώπων, αλλά με υστερόβουλη και εγωκεντρική χρήση του άλλου ως εργαλείου.* Η σεξουαλικότητα είναι μια από τις έμφυτες δυνάμεις του ανθρώπου και βεβαίως δεν είναι ούτε κακή ούτε αμαρτωλή αφ’ εαυτής. Αυτό το έχουν διευκρινίσει οι Πατέρες της Εκκλησίας1. Ο άνθρωπος καλείται όμως να μην την αφήνει τυφλή και απρόσωπη, αλλά να την προσανατολίσει προςσυγκεκριμένο πρόσωπο. Δεν είναι απλώς τρόπος ικανοποίησης μιας ατομικής βιολογικής ορμής, αλλά γίνεται οδός για την πραγμάτωση μιας προσωπικής (δηλαδή μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων), ερωτικής κοινωνίας, όπως την σκιαγραφήσαμε παραπάνω.

Σήμερα η λέξη έρωτας χρησιμοποιείται συγκεχυμένα. Άλλοτε υποβαθμίζεται για να δηλώσει μόνο τη σεξουαλική, σαρκική πράξη, κι άλλοτε ευρύνεται για να σημάνει τον ψυχικό πόθο για κάποιον. Στην εκκλησιαστική παράδοση ο έρωτας κατέχει κεντρική θέση και σηματοδοτεί όχι μια επιμέρους δραστηριότητα, αλλά έναν τρόπο ζωής. Έχει την έννοια της πύρινης αγάπης, του ολόψυχου δοσίματος στον άλλον και του γεμίσματος από τον άλλον. Ο άνθρωπος όχι μόνο δεν καλείται να καταστείλει τον έρωτα, αλλά, αντίθετα, καλείται να διαποτίσει ολόκληρη τη ζωή του μ’ αυτόν. Η εγωιστική ύπαρξη είναι ανέραστη ύπαρξη. Πηγή και του θείου έρωτα (του ανοίγματος προς τον Θεό) και του ανθρώπινου έρωτα (του ανοίγματος προς τον άνθρωπο) είναι ο ίδιος ο τρόπος ύπαρξης του Θεού, που είναι αγαπητική κοινωνία προσώπων και που σαρκώθηκε από τον πόθο ένωσής του με τον άνθρωπο.

Για την Εκκλησία, αυτή η προσωπική, ερωτική κοινωνία πραγματώνεται στο μυστήριο του γάμου. Αυτό δε γίνεται εύκολα κατανοητό, διότι σήμερα για πολλούς ανθρώπους ο γάμος είναι απλώς μια τυπική τελετή, ένας νομικός θεσμός ή μια υποχρέωση προς τους συγγενείς, που, είτε γίνει είτε δε γίνει, δεν αλλάζει σε τίποτα την ουσία των πραγμάτων, δηλαδή τον δεσμό που ήδη υπάρχει. Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε ότι το μυστήριο του γάμου δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά, αλλά κάτι που όντως αφορά την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου και τον δεσμό του.

Ο δεσμός ενός νέου και μιας νέας που δεν έχουν τελέσει το μυστήριο του γάμου μπορεί να είναι είτε κακής είτε καλής ποιότητας. Κακής είναι όταν ο ένας αντιμετωπίζει τον άλλον ως ένα τυχαίο εργαλείο για την ατομική του ικανοποίηση, τη θέση του οποίου μπορεί να πάρει οποτεδήποτε οποιοδήποτε άλλο. Καλής ποιότητας είναι όταν ο ένας είναι για τον άλλον μια μοναδική προσωπικότητα και μεταξύ τους υπάρχει αφοσίωση και πιστότητα. Αυτός ο δεσμός, δηλαδή, ούτε ανήθικος ούτε πορνικός μπορεί να χαρακτηριστεί. Το πρόβλημά του, για την Εκκλησία, είναι άλλης τάξεως. Ό,τι μένει έξω από το Σώμα της Εκκλησίας δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, είναι όμως φθαρτό. Πεθαίνει όταν πεθάνουν οι συντελεστές του.

Η Εκκλησία επιθυμεί όχι την κατάργηση του αληθινού έρωτα, αλλά – ακριβώς επειδή δέχεται την ομορφιά και τη σπουδαιότητά του – την αφθαρτοποίησή του, το μπόλιασμά του στην πηγή της Ζωής. Αυτό απεργάζεται το μυστήριο του γάμου. Εισάγει τους δύο ανθρώπους, όχι ως μεμονωμένα άτομα αλλά ως ζευγάρι, ως σχέση μοναδικών κι ανεπανάληπτων προσώπων, στο Σώμα του Χριστού. Στο μυστήριο αυτό, δηλαδή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι συντελείται κάτι αντίστοιχο προς το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας: Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι το ψωμί είναι σημαντικό για τη ζωή. Είναι όμως φθαρτό και μετά από μερικές μέρες θα σαπίσει. Η Εκκλησία δεν το καταργεί, αλλά το εισάγει στον χώρο της και το μεταβάλλει σε Σώμα Χριστού, το κάνει άφθαρτο.

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι το μυστήριο του γάμου εντάσσει το ζευγάρι μέσα σε μια κοινότητα. Όπως κάθε μυστήριο, έτσι και το μυστήριο του γάμου δεν είναι μια ατομική διαδικασία ή μια κοσμική τελετή ή (όπως δυστυχώς συχνά συμβαίνει στην πράξη) ευκαιρία για επίδειξη, αλλά κάτι πολύ ουσιαστικότερο: είναι μια γιορτή, μια χαρά στην οποία συμμετέχουν όχι μόνο οι συγγενείς και οι προσκεκλημένοι, αλλά όλο το σώμα της Εκκλησίας, και εικονίζει πώς θα είναι η Εκκλησία στη Βασιλεία. Γι’ αυτό, άλλωστε, αρχικά το μυστήριο ήταν συνδεδεμένο με την τέλεση της θείας Ευχαριστίας. Το ζευγάρι, δηλαδή, καλείται από την Εκκλησία να υπερβεί κάθε μορφή ατομικισμού και συμφεροντολογίας.

Στη ζωή της Εκκλησίας δεν υπάρχουν αυτοματισμοί ούτε μαγικές τελετές. Το μυστήριο του γάμου είναι για το ζευγάρι η έναρξη μιας πορείας, ενός συνειδητού αγώνα, μιας διαρκούς άσκησης στην αγάπη. Αυτό φαίνεται έντονα και από το απόσπασμα της επιστολής του Παύλου που διαβάζεται στην ιερολογία του γάμου (Εφεσ. 5,20-33), όπου ο γάμος παραλληλίζεται προς τη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία και επισημαίνεται το χρέος αμοιβαίας αγάπης και φροντίδας (η περιβόητη φράση: pic314έπεται μιας ολόκληρης σειράς συστάσεων και προς τον άντρα, και βέβαια δεν μιλάει για φόβο, αλλά για σεβασμό!).
«Τίποτα ας μην είναι για τη γυναίκα πολυτιμότερο από τον άντρα της, κι ο άντρας ας μην ποθεί τίποτα περισσότερο από τη γυναίκα του… Τίποτα δεν συγκροτεί τόσο αρμονικά τη ζωή μας, όσο ο έρωτας του άντρα και της γυναίκας»1. Θα μπορούσαν να είναι λόγια ενός σύγχρονου ποιητή ή τραγουδοποιού. Είναι όμως λόγια του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Το φύλο τραυματίζει βαθιά το εγώ που είναι δίφυλο, που μέσα στην ακεραιότητά του και την πληρότητα του θα ήταν και αρσενικό και θηλυκό, ανδρόγυνο… Από μόνο το γεγονός της ύπαρξης του, το φύλο είναι διαχωρισμός, έλλειψη, νοσταλγία, πόθος να ανοιχτεί στον άλλο… Η αγάπη είναι ακριβώς αυτό που καταργεί τη μοναξιά, αυτό που φέρνει το εγώ στον άλλο… Μια απρόσωπη αγάπη που δε θα απευθυνόταν σε καμιά ατομική μορφή δε θα λεγόταν αγάπη.

Η οικογένεια είναι η βασικότερη από τις ομάδες που συνθέτουν την ανθρώπινη κοινωνία. Αποτελεί ταυτόχρονα την αφετηρία και τον κύριο παράγοντα για τη διαμόρφωση και την κοινωνικοποίηση του ανθρώπου. Η οικογένεια υφαίνεται γύρω από το γεγονός της συνάντησης δύο προσώπων, του άντρα και της γυναίκας και μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, ανάλογα με τον συγκεκριμένο πολιτισμό. Σε γενικές γραμμές, μπορεί να αποτελεί πυρηνική ή μικρή οικογένεια (αποτελούμενη από το ζευγάρι και τα παιδιά τους), ή ευρεία (η οποία συμπεριλαμβάνει και τρίτη γενιά, τους γονείς του ζευγαριού). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η οικογένεια είναι η μήτρα και το σταυροδρόμι πλήθους σχέσεων -προσωπικών, βιολογικών, κοινωνικών, νομικών κτλ.-, πράγμα το οποίο δείχνει και τη νευραλγικότητά της.

Η Εκκλησία δε βλέπει τον άνθρωπο ως μεμονωμένο άτομο, ούτε ως στατική ύπαρξη, αλλά ως πρόσωπο που διαρκώς αναπτύσσεται ως κοινωνός ενός πλέγματος σχέσεων. Γι’ αυτό ενδιαφέρεται για το ποιόν και για την κατεύθυνση αυτών των σχέσεων.Για την Εκκλησία η οικογένεια καλείται να δομηθεί πάνω σε δυο θεμελιώδεις άξονες: 1. Στην αγαπητική συνύπαρξη. Η οικογένεια δεν αποτελεί συμφεροντολογικό συνεταιρισμό ούτε άθροισμα ατομικισμών. Για να μιλάμε πραγματικά για οικογένεια δεν αρκεί η συστέγαση ορισμένων ατόμων. Συστέγαση έχουμε και αλλού, π.χ. σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά αυτό απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί οικογένεια! Η οικογένεια (οφείλει να) είναι ουσιαστική συνύπαρξη, δηλαδή αγαπητική μετοχή από κοινού σε όλα τα γεγονότα της ζωής – στη γέννηση ενός νέου μέλους της και στον θάνατο άλλου, στις χαρές του ενός και στις οδύνες του άλλου, κ.ο.κ.
2. Στη μοναδικότητα του κάθε προσώπου. Στη συνύπαρξη που προαναφέραμε, κανένα μέλος (είτε μεγάλο είτε μικρό σε ηλικία) δεν απορροφάται σε μια απρόσωπη μάζα, ούτε ζει στη σκιά άλλου. Η οικογένεια είναι το εργαστήρι όπου η προσωπικότητα του καθενός, μοναδική κι ανεπανάληπτη, αναδεικνύεται και καλλιεργείται με αγάπη, σεβασμό και αμοιβαιότητα.

Για την Εκκλησία, η νομική και βιολογική συγκρότηση της οικογένειας δε σημαίνει αυτομάτως λειτουργία της αληθινά ως οικογένειας. Αυτή η λειτουργία είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί με άσκηση και υπευθυνότητα (γι’ αυτό, άλλωστε, αποκαλέσαμε την οικογένεια «πείραμα»). Η οικογένεια, με δυο λόγια, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια υποδιαίρεση του κοινωνικού συνόλου, ή από μια μονάδα κατανάλωσης. Είναι ο χώρος ενός θαυμαστού πειράματος: της εφαρμοσμένης αγάπης και ελευθερίας, που είναι ουσιώδη χαρακτηριστικά της ίδιας της Εκκλησίας.

Η απόφαση ενός ζευγαριού να κάνει παιδιά είναι εξαιρετικά καίρια και πρέπει να συνοδεύεται από την επίγνωση πλήθους ευθυνών – επικοινωνιακών, παιδαγωγικών, οικονομικών, κοινωνικών κ.ο.κ.. Ο μεγάλος κίνδυνος είναι να ξεκινάει κανείς να κάνει οικογένεια επειδή «έτσι κάνει όλος ο κόσμος», δίχως δηλαδή ο ίδιος να το έχει θελήσει συνειδητά και ξεκάθαρα. Συχνά, μάλιστα, η επιδίωξη να δημιουργηθεί οικογένεια και να γεννηθούν παιδιά, ρίχνει σε δεύτερη μοίρα το πρόσωπο του/της συζύγου, σαν να μην είναι αυτός/αυτή παρά ένα έμψυχο εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η μεταξύ των συζύγων αγάπη είναι το θεμέλιο των ενδοοικογενειακών σχέσεων και το καλύτερο, έμπρακτο παράδειγμα για τα παιδιά. Η γέννηση των παιδιών (οφείλει να) είναι καρπός της συζυγικής αγάπης, κι όχι κάτι άλλο, π.χ. απεγνωσμένη προσπάθεια να αποκτήσει νόημα στη ζωή του ένας άνθρωπος, που δε βρίσκει νόημα στον ίδιο του τον συζυγικό δεσμό και στο πρόσωπο του συντρόφου του. Σ’ αυτή την περίπτωση δημιουργούνται προβληματικές εξαρτήσεις του γονιού από το παιδί, και αντίστροφα, που εμποδίζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Ο κοινωνικός ψυχολόγος Έριχ Φρομ (1900-1980) επισημαίνει ότι στη ζωή του ανθρώπου πρέπει να πραγματοποιηθούν διαδοχικά τρεις έξοδοι: από τη μήτρα της μητέρας του, από το στήθος της και από την αγκαλιά της1. Η τρίτη έξοδος σημαίνει τη συγκρότηση του παιδιού σε ξεχωριστή προσωπικότητα που δεν θα είναι εξάρτημα της γονεϊκής ύπαρξης. Η έξοδος αυτή, μολονότι είναι εξαιρετικά σημαντική για την ψυχική υγεία, δεν επιτυγχάνεται πάντα και απ’ όλους. Συχνά δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι η εξάρτηση από τον γονιό φέρει το ευγενέστερο προσωπείο: το προσωπείο της αγάπης. Σε τέτοια περίπτωση όμως πρόκειται για μια «αγάπη» κτητική. Ο άλλος δεν αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή ύπαρξη, αλλά σαν ιδιοκτησία. Κι έτσι, αντί να είναι στόχος της διαπαιδαγώγησης η διαμόρφωση του νέου ανθρώπου σε ελεύθερη και αληθινή προσωπικότητα είναι η διατήρηση αυτής της εξάρτησης.

Στην παράδοση της Εκκλησίας αυτός ο κίνδυνος έχει επισημανθεί έντονα. Στο ευαγγέλιο π.χ. σημειώνεται ότι η γυναίκα ξεχνά τους πόνους του τοκετού όταν γεννηθεί το παιδί, «από τη χαρά της που έφερε έναν άνθρωπο στον κόσμο» (Ιω. 16:21) -κι όχι επειδή λ.χ. «απέκτησε» παιδί. Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι το κεφαλαιώδες δεν είναι η τεκνογονία (αυτό είναι κυρίως μια βιολογική λειτουργία που μπορεί να γίνει και ανεπίγνωστα, όπως στα ζώα), αλλά η τεκνοτροφία, η σωστή διαπαιδαγώγηση1. Και στην ιερολογία του γάμου ακούμε τον Παύλο να επισημαίνει ότι, προκειμένου να κάνει κάποιος έναν υγιή γάμο, καλείται να αφήσει τους γονείς του και να ενωθεί με τον σύντροφο του (Εφεσ.5:31).

Από την άλλη, τα παιδιά είναι νεαρές υπάρξεις που έχουν ανάγκη την πείρα των γονιών τους, δίχως να έχουν την εγωιστική ψευδαίσθηση ότι όλα και όλοι γύρω τους υπάρχουν για να είναι δικοί τους υπηρέτες. Και η αποσύνδεση που προαναφέραμε, σε καμία περίπτωση δε σημαίνει έλλειψη σεβασμού ή έχθρα προς τους γονείς. Την αμοιβαιότητα που πρέπει να υπάρχει, την επεσήμανε ο απόστολος Παύλος που ζήτησε από τα παιδιά να τιμούν τους γονείς τους, κι από τους γονείς να μην παροργίζουν τα παιδιά τους (Εφεσ. 6: 1-4). Το ποθούμενο είναι να οικοδομηθεί μια σχέση διαλόγου.

 Ζούμε στην «εποχή της ανθρώπινης απομόνωσης», σύμφωνα με την προφητική ρήση του κλασικού της παγκόσμιας λογοτεχνίας Ντοστογιέφσκι. Ας ακούσουμε την περιγραφή του που ταιριάζει σήμερα, εκατό χρόνια μετά την κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Αδελφοί Καραμαζώφ»: «Όλοι στον αιώνα μας χώρισαν και γίνανε μονάδες, ο καθένας αποτραβιέται στη μοναξιά του, ο καθένας απομακρύνεται απ’ τον άλλον, κρύβεται και κρύβει το έχει του και καταλήγει ν’ απωθεί τους ομοίους τον και ν’ απωθείται απ’ αυτούς». Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι μοναδικός και μοναχικός: ως αξία θεωρείται μοναδικός κι ανεπανάληπτος, αλλά ως ύπαρξη παραμένει μοναχικός. Έσπασε τα δεσμά που του στερούσαν την ελευθερία του, αλλά έχασε τους δεσμούς που τον συνέδεαν με το περιβάλλον του. Η γονική μέριμνα μοιάζει τυραννία στα μάτια κάθε νέου ανθρώπου, γι’ αυτό αποδεσμεύεται από την οικογενειακή εστία σε πρώτη ευκαιρία. Σπάζει δεσμά, μα κόβει δεσμούς κιόλας, αφού μένει μόνος του. Η μοναξιά είναι το τίμημα της ελευθερίας. Μιας ελευθερίας που δε δέχεται δεσμούς, που κινείται όμως στα πλαίσια ενός ατομοκεντρισμού ξένου προς τη χριστιανική αντίληψη και παράδοση.

Το ίδιο συμβαίνει στις προσωπικές σχέσεις κάθε ζευγαριού. Η αγάπη φαίνεται να δεσμεύει τους συντρόφους με την υπερβολή της, γι’ αυτό αναζητά την ατομική ελευθερία του ο ένας από τον άλλο. Το διαζύγιο, η διάσταση, ο χωρισμός χαρίζουν ελευθερία στερώντας την αγάπη, σπάζοντας δεσμά και κόβοντας δεσμούς. Μοναξιά κι ελευθερία παρομοιάζονται με την «καλή» και με την «ανάποδη» ενός ρούχου ή τις δυο όψεις κάθε νομίσματος. Ένας ίσον κανένας! Κάθε άνθρωπος γεννιέται για να ζει μαζί με άλλους συνανθρώπους του. Επειδή κάτι τέτοιο ανήκει στην ανθρώπινη φύση, γι’ αυτό η μοναξιά είναι αφόρητη. Παρόλο που χαρίζει ελευθερία, ωστόσο ποτέ κανείς δεν ένιωσε ευτυχισμένος σαν βρεθεί μοναχός του. Ένας άνθρωπος είναι κανένας άνθρωπος.

1 Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμαζώφ, Β, 6, II. (μετ. Αρη Αλεξάνδρου), Εκό. Γκοβόστη τ. 2, σ. 164.

Ίσως τελικά να μην υπάρχει άνθρωπος, αλλά συνάνθρωπος, αφού κανείς ποτέ δε ζει μόνος του, αλλά πάντα υπάρχει μαζί με άλλους ανθρώπους, δηλαδή συνανθρώπους. Έτσι λοιπόν αυτό που γνωρίζουμε δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά ο συνάνθρωπος. Από τη μοναξιά προέρχεται το άγχος, η αγωνία δηλαδή για την ταυτότητα: ποιος είμαι, τι θέλω, πού πάω, από πού έρχομαι, πού και πώς θα καταλήξω; Αγωνιώδη υπαρξιακά ερωτήματα υψώνονται ολόγυρά μας, όχι σαν τα τείχη που μας προστατεύουν, μα σαν τους τοίχους που μας φυλακίζουν. Η μοναξιά γεννά ανασφάλεια, αβεβαιότητα, αστάθεια. Καρπός τους είναι το άγχος της ύπαρξης και η συναίσθηση του κενού στο νόημα της ζωής.

Άνδρας και γυναίκα, μητριαρχία και πατριαρχεία, ο πόλεμος των αντιθέτων, υποταγή και κυριαρχία, ψεύδος και χειραγώγηση, αγάπη, έρως, sex, ζηλοφθονία, σαδισμός, εργατικότητα, δημιουργικότητα και παρασιτισμός, φως και σκότος, αρμονία και χάος και ας ελπίσουμε εκ του πολέμου των αντιθέτων να παραχθεί η αρμονία, η οικογενειακή, η κοινωνική και η ατομική.

Όπως και να είναι, αν δεν σμίξουν αυτά τα δυο το άρρεν και το θύλη ζωή δεν δημιουργείται. Ας σμίξουν λοιπόν με αλληλοσεβασμό και αλληλοκατανόηση, με αλληλεγγύη, με ερωτα για να γεννήσουν ζωές από ερωτα και επομένως υγιείς απογόνους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s