Kοινοβουλευτισμός

ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Στα προηγούμενα κεφάλαια έγινε μια γενική θεώρηση των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας που έχουν άμεση σχέση με την πολιτική εξουσία και διατυπώθηκαν γενικές σκέψεις για μια πολιτικοκοινωνική ζωή με σημείο αναφοράς τον άνθρωπο. Έχοντας υπόψη τη γενική αυτή θεώρηση, στα κεφάλαια που ακολουθούν, επιχειρείται αφ’ ενός μεν μια ειδικότερη προσέγγιση των επιμέρους θεσμών, όπως τα κόμματα, η Βουλή, η Κυβέρνηση, η Δικαιοσύνη κ.λπ., σε ό,τι αφορά τα προβλήματά τους και τα προβλήματα που δημιουργούν στην ελληνική κοινωνία και αφ’ ετέρου αναπτύσσονται κάποιες συγκεκριμένες σκέψεις και διατυπώνονται προτάσεις για αλλαγή των θεσμών αυτών, ώστε από ελλειμματικοί να καταστούν μοχλοί δημοκρατίας, ανάπτυξης και προόδου.

«… Υπάρχουν πάντα κι άλλες και ολοένα πιο νέες δυνατότητες,
που γίνονται φανερές μόνον όταν απελευθερωθεί κάποιος από το
θανάσιμο εναγκαλισμό των κλισέ και αφήσει να ακουστεί η φωνή
του ανθρωπισμού και της λογικής. Η αρχή του «μικρότερου κακού»
είναι η αρχή της απελπισίας».

Τα κόμματα σήμερα είναι παράγοντες αντι-δημοκρατίας

Όπως είδαμε, κατά το 19ο αιώνα δεν υπήρχε στη χώρα μας κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικό μόρφωμα με μία άρχουσα (με βάση τον τρόπο παραγωγής) τάξη, η οποία φυσικά θα κατείχε και την πολιτική εξουσία. Ο λαός μας, έπειτα από μια μακρόχρονη σκλαβιά αλλά και έναν εξαντλητικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, χωρίς μάλιστα σαφείς κοινωνικές οροθετήσεις και κοινωνικούς προσανατολισμούς, δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει και να απαιτήσει ο ίδιος την εξουσία που του αναγνωρίζει η δημοκρατία. Έτσι, η πολιτική εξουσία πέρασε, στην κυριολεξία κατά έναν μονοπωλιακό τρόπο, στα χέρια ορισμένων οικογενειών, απογόνων των κοτζαμπάσηδων, τα λεγόμενα «τζάκια». Τα πρώτα πολιτικά κόμματα δεν ήταν φυσικά τίποτε άλλο από ομάδες προσωπικοτήτων, ως επί το πλείστον μελών αυτών των οικογενειών, που ήταν επικεφαλής εκτεταμένων δικτύων πολιτικής πελατείας, χωρίς ουσιαστικές ιδεολογικές ή κοινωνικές διαφορές μεταξύ τους.
Αυτά λοιπόν τα άτομα, που μέσα από τα δίκτυα πατρωνείας έλεγχαν τους ψηφοφόρους τους, αποκτούσαν πολύ μεγάλη προσωπική πολιτική δύναμη και ως εκ τούτου διέθεταν μεγάλη αυτονομία πολιτικών κινήσεων απέναντι στις κομματικές ηγεσίες. Αργότερα όμως, με την άνοδο των μεσαίων τάξεων και την άνοδο του Ε. Βενιζέλου, αλλά και με την ακόμη πιο μεγάλη αύξηση της συγκεντρωτικής κρατικής γραφειοκρατίας, άρχισε να αποκτά ισχύ η κεντρική κομματική οργάνωση και φυσικά η κομματική ηγεσία, σε
βάρος των τοπικών προυχόντων. Αν και μετά το 1922 οι πολιτικές διαμάχες προσέλαβαν και κάποια στοιχεία ταξικής απόχρωσης, εντούτοις το σύστημα της πολιτικής πελατείας, ως βασικός τρόπος ένταξης των μαζών στην πολιτική, δεν έπαψε να υπάρχει.2 Αντιθέτως, συνέχισε να λειτουργεί και η κατάσταση αυτή, με διάφορες κατά καιρούς παραλλαγές, φτάνει μέχρι σήμερα.
Σήμερα, οι πραγματικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων εκείνων που αντιπροσωπεύουν αυτόν τον κακέκτυπο παλαιοκομματισμό, εστιάζονται κυρίως στη μέθοδο που χρησιμοποιούν για να καταλάβουν οι ηγεσίες τους την εξουσία. Δηλαδή, στα τεχνάσματα που έχει επιλέξει το κάθε κόμμα, για να καταφέρει να πλειοδοτήσει σε εξαπάτηση, κάτω από συνθήματα, και να επιτύχει την εκλογική νίκη που θα του επιτρέψει να καταλάβει την εξουσία και να διαχειριστεί «ελέω κομματικής ηγεσίας» το δημόσιο χρήμα. Η εξουσία λοιπόν έχει γίνει αυτοσκοπός κι εκείνο που προβληματίζει πλέον είναι το «μάρκετινγκ» του πολιτικού προϊόντος που πρέπει να καταναλώσει ο πελάτης ψηφοφόρος, προκειμένου να του αποσπάσουν την πολυπόθητη εξουσία.
Στον ορίζοντα και τους ρυθμούς αυτής της νόθας πολιτικής κατάστασης, τα απλά μέλη των κομμάτων, φανατισμένα κατάλληλα (και με την προσδοκία, τις περισσότερες φορές, κάποιου προσωπικού οφέλους), σκιές του εαυτού τους, αγωνίζονται με πάθος, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να γνωρίζουν τι κάνουν. Έτσι όπως είναι συγκροτημένα και λειτουργούν τα κόμματα του παλαιοκομματικού κατεστημένου στη χώρα μας σήμερα (δηλαδή χωρίς εσωκομματικό δημοκρατικό διάλογο και συμμετοχή των μελών τους στη λήψη των αποφάσεων) στην πράξη τα απλά μέλη αγωνίζονται να διεκπεραιώσουν τις εντολές της κομματικής ηγεσίας, γεγονός που στην ουσία αποβαίνει σε βάρος τους, σε βάρος των εσωκομματικών δημοκρατικών διαδικασιών και τελικώς, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Ισοπεδωμένα, ομοιομορφοποιημένα, ατομικά αδύναμα και φανατισμένα, τα κομματικά μέλη στην πραγματικότητα αγωνίζονται για συμφέροντα που αγνοούν.
Μετά όμως την κατάληψη της εξουσίας από μια κομματική ελίτ, τα μέλη του συγκεκριμένου κόμματος αντιλαμβάνονται, αργά πλέον, ότι οι αγώνες και οι θυσίες που έκαναν δεν ωφέλησαν, όχι μόνο την «ιδεολογία» που μπορεί να πίστευαν, αλλά ούτε καν αυτά τα ίδια. Αδύναμοι επαίτες, πλέον, τα κομματικά μέλη της βάσης με δουλοπρέπεια συνωστίζονται στα γραφεία των μελών της κομματικής ολιγαρχίας για να εξαργυρώσουν τις αγωνιστικές τους περγαμηνές με ένα ρουσφέτι. Όμως κι εκεί διαπιστώνουν ότι προηγούνται και προτιμούνται εκείνοι που αγωνίστηκαν, όχι με γνώμονα την ιδεολογία και την κομματική νομιμοφροσύνη τους, αλλά εκείνοι που αγωνίστηκαν στο πλαίσιο της ομαδούλας-μαγαζάκι του κάθε πάτρωνα πολιτικού.
Παρατηρώντας αυτή την κατάσταση, τα δημοκρατικά σκεπτόμενα κομματικά μέλη συνειδητοποιούν ότι αγωνίστηκαν λάθος και οπωσδήποτε ο αγώνας τους εξυπηρέτησε προσωπικά συμφέροντα άλλων. Πολλοί απελπίζονται και αποχωρούν με αποστροφή. Αλλά αυτό δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα για το πολιτικό κατεστημένο. Αντιθέτως, η συνειδητή από μέρους του κομματικού κατεστημένου οργανωμένη επίθεση απελπισίας εναντίον των σκεπτόμενων απλών κομματικών μελών το απαλλάσσει από την «ενοχλητική» τους παρουσία. Πίσω τους έρχονται στρατιές καινούριων, παρθένο έδαφος για εκμετάλλευση.
Δεν θα υπεισέλθουμε στα θέματα των όποιων τέλος πάντων ιδεολογιών επικαλούνται τα κόμματα. Το βιβλίο αυτό δεν διεκδικεί την κατάργηση του πλουραλισμού ούτε το αλάθητο της μίας και μοναδικής «αλήθειας». Εκείνο όμως που θα κάνει, είναι να ασχοληθεί με την εσωκομματική δημοκρατία των ελληνικών κομμάτων και με το αν και κατά πόσον τα κομματικά μέλη της βάσης είναι πραγματικά μέλη, όπως απαιτεί η έννοια της δημοκρατίας, ή απλοί βαστάζοι μιας ολιγαρχικής κομματικής παρέας.
Το κομματικό μας σύστημα, έτσι όπως λειτουργεί στο περιβάλλον του ισχύοντος στη χώρα μας κοινοβουλευτικού καθεστώτος, εξασφαλίζει σε ορισμένα άτομα κάποιας μορφής μονιμότητα στην κορυφή της κομματικής πυραμίδας και κατ’ επέκταση στην πολιτική ηγεσία του τόπου. Αυτά τα άτομα, που μονίμως είναι βουλευτές, ανώτατα κομματικά στελέχη κ.λπ., είναι απολύτως φυσικό να μην μπορούν να αγνοήσουν την προσωπική τους πολιτική ύπαρξη και επιβίωση και ως εκ τούτου να αγωνίζονται πρώτα και κύρια για το σκοπό αυτό, αποκτώντας και μέσα από τον αγώνα τους, τα παράλληλα συμφέροντά τους και την κοινή αγωνία τους, την ομαδική ψυχολογία που είδαμε πιο πάνω. Το γεγονός αυτό οδηγεί τα μέλη της κομματικής ελίτ στο να συσπειρώνονται κάθε φορά γύρω από ένα μέλος αυτής της ελίτ, το οποίο θεωρούν ικανό να διατηρήσει την υπάρχουσα κατάσταση ή και να την «προάγει» και το εκλέγουν αρχηγό.
Αυτές οι ομάδες κορυφής των διαφόρων κομμάτων είναι στεγανές. Δεν αφήνουν ανεξέλεγκτα την είσοδο νέων κομματικών στελεχών, έστω και πιο ικανών και κυρίως αυτών. Μην τρέφει επομένως κάποιος αυταπάτες πως τα μέλη των κομματικών ολιγαρχιών θα παραδώσουν από μόνα τους τα προνόμιά τους.
Με τη βοήθεια της υπάρχουσας σε όλα τα κόμματα εσωκομματικής θεσμικής συγκρότησης, η οποία καθορίζεται από την ηγεσία, η τελευταία σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να επιτρέψει την ελεύθερη εσωκομματική κριτική και ουσιαστική συζήτηση, που μοιραία θα οδηγούσε στην αναθεώρηση όλου του παλαιοκομματικού συστήματος προς όφελος της κομματικής βάσης. Τα μέλη όμως της πολιτικής ολιγαρχίας εύκολα μπορούν να αλλάξουν στρατόπεδο, όπως οι ποδοσφαιριστές ομάδα, οι καλλιτέχνες θίασο κ.λπ., ή και να ανταλλάξουν την εξουσία, την οποία με τη βοήθεια του εξουσιαστικού συστήματος έχουν αποσπάσει αναγκαστικά από τους πολίτες, προκειμένου τα άτομα αυτά να επιτύχουν την πολιτική τους επιβίωση ή ακόμη και οικονομικά οφέλη.
Αυτή η έντονα συσπειρωμένη κοινωνική ομάδα, η πολιτική ολιγαρχία, που αποτελείται, ανεξάρτητα και πέρα από ταμπέλες, από όλες τις πολιτικές ηγετικές φατρίες, στην προσπάθειά της να διατηρήσει τα προνόμιά της, θέτει φραγμούς στην ελεύθερη ουσιαστική έκφραση, όχι μόνο μέσα στα κόμματα, αλλά και μέσα στο κοινωνικό σώμα, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη και να οδηγείται η κοινωνία στην παρακμή.
Την ολιγαρχία αυτή την καταλαβαίνει εύκολα ο Έλληνας υπήκοος (και όχι πολίτης), καθόσον τα προνόμιά της, αλλά και η επαφή μαζί της είναι απαγορευτικά γι’ αυτόν. Την καταλαβαίνει όμως καλύτερα το απλό, αλλά δραστήριο μέλος ενός κόμματος στην προσπάθειά του για κομματική άνοδο, επαφή με την κορυφή ή διατύπωση των απόψεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το μέλος αυτό βλέπει τις προσπάθειες του να τορπιλίζονται, άγνωστο πώς! Η προσπέλαση προς τα πάνω γίνεται αδύνατη, τα ίχνη χάνονται, η επαφή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και η έκφραση της γνώμης καταλήγει ηχώ στα αυτιά εκείνου που την εξέφρασε.
Το κομματικό μέλος υπάρχει σήμερα μόνο για να φανατίζεται και να φανατίζει. Υπάρχει μόνο για να εκτελεί τις ντιρεκτίβες της κομματικής ηγεσίας. Όπου, παρ’ όλα αυτά, μέσα σε ένα κόμμα παρατηρείται μια έντονη δραστηριότητα και γενικότερες ανησυχίες σε κάποιο από τα κατώτερα όργανα του, τότε αμέσως ακολουθούν διαγραφές ή με διάφορα προσχήματα γίνεται αντικατάσταση από δοτό όργανο.
Η κομματική βάση δεν έχει κανέναν ουσιαστικό λόγο, ούτε και γι’ αυτά τα πρόσωπα των υποψήφιων βουλευτών, τα οποία, υποτίθεται, θα εκπροσωπήσουν το κόμμα στο λαό. Ο καθορισμός των υποψηφιοτήτων γίνεται από την κομματική ηγεσία. Παρ’ ότι τα χρόνια που ακολούθησαν μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου αυτού, παρατηρείται στα καταστατικά αυτών των κομμάτων κάποια τυπική παραχώρηση προς την κομματική βάση, για συμμετοχή στην επιλογή ενός μέρους των υποψήφιων βουλευτών, στην πράξη πάντα περνά η γραμμή της ηγεσίας σε ό,τι αφορά τα υποψήφια πρόσωπα. Ακόμη και αν κάποια πρόσωπα, μη αρεστά στην κομματική ηγεσία, ξεφύγουν και μπουν στα ψηφοδέλτια του κόμματος, ακόμη και τότε, με διάφορες τεχνικές της ηγεσίας, είτε υπάρχει λίστα είτε σταυρός προτίμησης, εκλέγονται με μικρές αποκλίσεις βουλευτές τα πρόσωπα που θέλει η ηγεσία και τα οποία, φυσικά, εξασφαλίζουν, εκτός απροόπτου, την πολιτική επιβίωση της ίδιας.
Στη χώρα μας πλέον σήμερα, τα κόμματα του πολιτικού κατεστημένου είναι προσωποπαγή και αρχηγικά, όχι με την έννοια της ηγετικής και έντονης προσωπικότητας του  αρχηγού που ίσχυε άλλοτε, αλλά με την ακόλουθη έννοια: Επιλέγεται από τις κομματικές ελίτ για αρχηγός, εκείνος που μπορεί πρωτίστως να διαφυλάξει την ενότητά της και φυσικά τα συμφέροντά της απέναντι ιδιαίτερα στην κομματική βάση. Όταν δηλαδή ακούμε κορώνες για ενότητα, αυτές έχουν για στόχο την ενότητα της πολιτικής ελίτ και την πολιτική της επιβίωση. Κανείς από αυτούς που μιλούν για ενότητα δεν έχει στο μυαλό του, ούτε νοιάζεται για την ενότητα και τα συμφέροντα των απλών κομματικών μελών ούτε φυσικά, πολύ περισσότερο των ψηφοφόρων του συγκεκριμένου κόμματος. Στη συνέχεια, όλοι τίθενται κάτω από τις εντολές του όποιου αρχηγού, δίνουν τους αγώνες τους με γνώμονα τα λόγια του αρχηγού και τελικώς οι επιθυμίες του αρχηγού γίνονται πολιτικός λόγος και ιδεολογία του κόμματος. Η κομματική βάση βάλλεται συνεχώς από ψευδεπίγραφες θεωρίες ενότητας, που στην ουσία καταλύουν την εσωκομματική δημοκρατία, εγκλωβίζουν την κομματική βάση στη λογική του «μαντριού» και την οδηγούν στην εκμετάλλευσή της για προσωπικά οφέλη. Παρουσιάζεται δε από τις κομματικές προπαγανδίσεις η κατάσταση τόσο σοβαρή, ώστε να τείνει να πιστέψει κάποιος πως αν κάποια μέλη μιας κομματικής βάσης είχαν προσωπικές απόψεις και διαφωνίες για λόγους συνείδησης, ακόμη και αν προσχωρούσαν σε κάποιον άλλο κομματικό σχηματισμό, θα καταστρέφονταν η Ελλάδα ή η ίδια η κοινωνία. Φυσικά, στην πραγματικότητα η αγωνία προσωπικής πολιτικής ύπαρξης διακατέχει μόνον τους εκμεταλλευτές του κομματικού κατεστημένου.
Οι προσχεδιασμένες διαφωνίες και αντιδικίες μεταξύ παραγόντων κάποιας παλαιοκομματικής ολιγαρχίας, που προς στιγμήν αναπτερώνουν ελπίδες στα ανήσυχα μέλη της κομματικής βάσης για αλλαγή πορείας και καλυτέρευση, οδηγούν και πάλι σε προσχεδιασμένους εναγκαλισμούς, συνοδευόμενους από κροκοδείλια δάκρυα «ενότητας» μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ή σε πανηγυρική πλειοδοσία δηλώσεων «ενότητας» και δήθεν αποδοχής της άλλης πλευράς. Αυτές οι «σικέ» εσωκομματικές αντιδικίες και στη συνέχεια οι «σικέ» συμμαχίες, χάριν της «ενότητας», συντρίβουν κάθε ελπίδα στην αντίστοιχη κομματική βάση για απαλλαγή από το βραχνά της εσωκομματικής αντιδημοκρατίας, που οδηγεί στην καταπίεση της συνείδησης.

Όσοι πιστεύουν ότι το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να διασπαστεί, αυτές τις μέρες, κατά τη διαδικασία της εκλογής νέου αρχηγού και κάνουν όνειρα για άνοιγμα του πολιτικού παιχνιδιού σε νέες κοινωνικές δυνάμεις, κάνουν μεγάλο λάθος. Θα επιλεγεί ως αρχηγός εκείνος που η κομματική ελίτ πιστεύει ότι μπορεί να της εξασφαλίσει την πολιτική της επιβίωση. Μετά την εκλογή όλοι θα δηλώσουν πίστη στην ενότητα. Βλέπουμε στα τηλεοπτικά παράθυρα να αντιμάχονται εκείνοι που αποτελούν τα επιτελεία των υποψηφίων αρχηγών καθώς και εκείνοι που έχουν τελειώσει πολιτικά και επενδύουν αυτόκλητοι στη μία ή στην άλλη πλευρά προκειμένου να γίνει το πολιτικό θαύμα της επανάκαμψής τους. Η μεγάλη πλειοψηφία των κομματικών στελεχών και κυρίως των νεοεκλεγέντων βουλευτών, δεν εκδηλώνεται. Οι πανηγυρικές δηλώσεις όλων αυτών θα γίνουν μετά την εκλογή του νέου αρχηγού και φυσικά υπέρ του. Βέβαια τα πράγματα περιπλέκονται λίγο κατά το ότι η εκλογή του αρχηγού γίνεται από την κομματική βάση. Όμως γι’ αυτό θα φροντίσουν τα ΜΜΕ, ώστε να μη γίνει κάποιο λάθος και ξεφύγει η κατάσταση. Κάποιος θα παρουσιαστεί σαν ο πιο ικανός να νικήσει τον νυν πρωθυπουργό. Αυτόν φυσικά θα ψηφίσουν «ελεύθερα» τα κομματικά μέλη. Το ζητούμενο όμως δεν είναι ποιος είναι ικανός να νικήσει τον νυν πρωθυπουργό, για να έχουμε μια απλή αλλαγή των κομματικών ελίτ στην εξουσία, αλλά το ποιος είναι ο ικανότερος να επιφέρει αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Φυσικά τέτοιος υποψήφιος δεν υπάρχει αλλά και αν υπήρχε δεν θα στηριζόταν.
Μέσα στο κόμμα και χάριν της επιβίωσης της κομματικής ολιγαρχίας ο νέος αρχηγός είναι παντοδύναμος. Οποιαδήποτε αντίθετη φωνή έχει εκ προοιμίου εξουδετερωθεί. Εδώ όμως θα πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός. Αν η αντίθετη άποψη διατυπώνεται από ένα ισχυρό μέλος της πολιτικής ολιγαρχίας και εφόσον φυσικά αυτή η διαφοροποίηση δεν είναι «σικέ», με την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω, τότε τίποτε δεν συμβαίνει. Ο αρχηγός ή κάνει πως δεν ακούει ή συνδιαλέγεται προσεκτικά μαζί του. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που το μέλος αυτό υφίσταται συνέπειες και πάντως για να συμβεί αυτό, θα πρέπει το συγκεκριμένο μέλος να βρίσκεται σε εξασθενημένη θέση έναντι του αρχηγού. Αν όμως ένα κατώτερο μέλος του κόμματος διατυπώσει αντίθετη άποψη, τότε η διαγραφή, τουλάχιστον, είναι βέβαιη, για να μη μιλήσουμε και για άλλες «τιμωρίες», όπως εξευτελισμός μέσω ιδιαίτερα των φιλικών προς την ηγεσία ΜΜΕ κ.λπ. Είναι αυτό για το οποίο μιλήσαμε σε άλλο σημείο, ότι δηλαδή στην Ελλάδα έχουμε μόνο δημοκρατία κορυφής, όχι πλήρη δημοκρατία.
Αυτή η κομματική «αριστοκρατία» είναι στην πραγματικότητα μια μικρή και ασήμαντη μειοψηφία, που κατορθώνει όμως, με τη βοήθεια των συμφερόντων που τη στηρίζουν, να προβάλλει ως ισχυρή και να κρατά στα χέρια της με συγκεντρωτικές μεθόδους πάγια ολόκληρη την κομματική και κατ’ επέκταση την πολιτική εξουσία. Οι παλαιοκομματικές ηγετικές ομάδες φροντίζουν να διατηρούν τα κόμματα τους στη χώρα μας, όχι σε κατάσταση δημοκρατικά οργανωμένων κοινωνικών ομάδων, αλλά, όπως και ολόκληρο το λαό, σε κατάσταση μάζας.
Μέσα σε κάθε κόμμα, εκτός από τους δελφίνους της κορυφής που επιβιώνουν, γιατί το ίδιο το σύστημα τους προορίζει ως εγγυητές του και γιατί και οι ίδιοι είναι ήδη ικανοποιημένοι με το σύστημα που τους εξέθρεψε και δεν σκοπεύουν να το ανατρέψουν, υπάρχουν και άτομα με επαναστατημένες συνειδήσεις, που βλέπουν τον εξελισσόμενο παραλογισμό. Αυτά τα άτομα, όπως είδαμε και πιο πάνω, τείνουν να ξεχωρίσουν από την κομματική μάζα και να αποτελέσουν συνισταμένες έλξης της κομματικής βάσης. Αυτά τα πραγματικά στελέχη, οι επαναστάτες συνείδησης, οι πραγματικά ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι, αποτελούν το μοναδικό κίνδυνο για το κομματικό κατεστημένο και «αποψιλώνονται» με διάφορους τρόπους. Έτσι, η κομματική βάση, χωρίς συνισταμένες δυναμικής μορφοποίησης, παραμένει άμορφη μάζα και εύκολη λεία στα χέρια του κομματικού κατεστημένου.
Όπως κάθε ολιγομελής ομάδα που θέλει να επιβληθεί στο πλήθος, έτσι και οι κομματικές φατρίες χρησιμοποιούν τα δύο πανάρχαια μέσα, τον εκφοβισμό και τη διαίρεση, ώστε να μη δημιουργούνται συλλογικές φωνές «αντίδρασης».
Μπροστά στο άγχος της πολιτικής επιβίωσης τους και της ικανοποίησης των συμφερόντων τους, οι ολιγαρχίες του κομματικού κατεστημένου θέτουν πρώτο στόχο να εμποδίσουν την ανεξέλεγκτη ανανέωση των ηγετικών στελεχών από άλλα ικανά στελέχη της κομματικής βάσης. Για να το επιτύχουν αυτό, χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους και τεχνάσματα. Έτσι, ανίσχυρα πλέον, τα ικανά αυτά άτομα της κομματικής βάσης παραμένουν στην άκρη με το παράπονο του παραγκωνισμένου. Αντιθέτως, στην πολιτική ολιγαρχία εισέρχονται οι γόνοι, οι ευνοούμενοι και οι ελεγχόμενοι. Αυτή η «γήρανση», τουλάχιστον στο επίπεδο των ιδεών και των πρακτικών, αποτελεί παράγοντα συντήρησης ή και οπισθοδρόμησης, αντιμαχόμενη τις δυνάμεις υπέρβασης των κατεστημένων δομών και προόδου.
Έχει γίνει πλέον φανερό πως οι κομματικές ηγεσίες φοβούνται και δεν εμπιστεύονται την κομματική βάση. Γι’ αυτό αντιστρατεύονται και δεν προωθούν τη δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων τους. Για παράδειγμα, εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος: Γιατί ο αρχηγός κάποιου από τα παλαιά κόμματα δεν προβλέπεται να εκλέγεται από όλα τα απλά μέλη της αντίστοιχης κομματικής βάσης με μυστική ψηφοφορία;
(Σημειώνεται και πάλι ότι εξαίρεση αποτελεί σήμερα το ΠΑΣΟΚ, αλλά σε πολλούς δεν άρεσε αυτό ούτε ο εμπνευστής του και μάλλον θα αλλάξουν και τα δύο). Γιατί οι υποψήφιοι βουλευτές δεν εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία από το σύνολο των απλών μελών της κομματικής βάσης; Μήπως οι διαδικασίες αυτές δεν είναι απολύτως δημοκρατικές; Γιατί η παλαιοκομματική ολιγαρχία φοβάται την ετυμηγορία της κομματικής βάσης; Μα είναι πολύ απλό, γιατί έτσι θα διαλυόταν αυτομάτως το πολιτικό κατεστημένο. (Αλήθεια γιατί δεν άρεσε η πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για ψηφοφορία στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος; από πότε άρχισαν να ενοχλούν οι δημοκρατικές διαδικασίες ένα δημοκρατικό κόμμα;)
Τα κόμματα όμως που δεν στηρίζονται στην κομματική βάση τους, είναι μαθηματικά βέβαιο πως στηρίζονται σε άλλες δυνάμεις, πίσω από τις οποίες κρύβονται αδιαφανή συμφέροντα. Αυτή η στήριξη, που είναι έξω και πέρα από τη δύναμη της δημοκρατικής συνείδησης των κομματικών μελών, οδηγεί αναπότρεπτα πλέον ολόκληρα τα κόμματα στο να γίνονται όμηροι στα χέρια των συμφερόντων αυτών. Οποιοσδήποτε όμως επηρεασμός της πολιτικής δράσης ενός κόμματος από αδιαφανή βούληση (πέρα από αυτή που δημοκρατικά πρέπει να διαμορφώνεται μέσα σε ένα κόμμα) είναι σύμπτωμα επικίνδυνου ολοκληρωτισμού, που οδηγεί κατευθείαν στη νομή της ίδιας της κοινωνίας.
Σήμερα ειδικά, που ο πολιτικός αγώνας διεξάγεται κυρίως με τα ΜΜΕ, τις δημόσιες σχέσεις και τη διαφήμιση, (για παράδειγμα, εκτός των άλλων και αυτή η αφισοκόλληση με γιγαντοαφίσες κ.λπ. γίνεται επαγγελματικά, από ειδικευμένες εταιρείες), η πολιτική δράση των απλών μελών της κομματικής βάσης έχει καταστεί κυριολεκτικά άχρηστη. Η ύπαρξη κομματικών μελών είναι αναγκαία μόνο για τη νομιμοποίηση της ύπαρξης της κάθε κομματικής ολιγαρχίας, για την επίδειξη δύναμης με τον όγκο των εγγεγραμμένων μελών και για τη δυνατότητα πραγματοποίησης μεγάλων συγκεντρώσεων, με μεταφερόμενους δυστυχείς από όλη την Ελλάδα, για διαφημιστικούς λόγους. Γι’ αυτό και ο φανατισμός, ο εμπαιγμός και η εξαπάτηση πρώτα των μελών της κομματικής βάσης και έπειτα της κοινωνίας στο σύνολό της έχουν γίνει ο «οδηγός του επιτυχημένου πολιτικού».
Η κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτονόμηση του πολιτικού στοιχείου από τις ίδιες τις αντίστοιχες κομματικές βάσεις είναι ένας από τους παράγοντες που εξασφαλίζει πολύ εύκολα την αυτονόμησή του από ολόκληρη την κοινωνία, την οποία υποτίθεται πως υπηρετεί. Έτσι, στην πράξη έχουμε μια «κοινοβουλευτική ολιγαρχία» των παλαιοκομματικής νοοτροπίας ηγετικών ομάδων, που νέμονται και μοιράζονται την εξουσία μεταξύ τους, χωρίς να ενδιαφέρονται καθόλου για τη θέληση των πολιτών, τους οποίους θεωρούν υπηκόους τους. Ναι μεν οι κομματικές ελίτ καταφέρνουν με τους μηχανισμούς που έχουν αναπτύξει, να διατηρούν την αυτονομία τους από τις αντίστοιχες κομματικές βάσεις και από την κοινωνία στο σύνολό της, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτή η αυτονομία καλλιεργήθηκε και άνθησε πάνω σε πρόσφορο έδαφος, καθόσον στη χώρα μας τα πολιτικά κόμματα δεν στηρίχτηκαν ποτέ ούτε στηρίζονται σε διαφορετικές ή και αντίπαλες κοινωνικές δυνάμεις. Δεν συνέπεσαν ποτέ ούτε συμπίπτουν και σήμερα οι κομματικές αντιθέσεις με βαθύτερες κοινωνικές αντιθέσεις. Αυτή τη «δυσλειτουργία» του κοινωνικού σώματος την εκμεταλλεύτηκε και την εκμεταλλεύεται το πολιτικό κατεστημένο, χάρις στη βοήθεια που προσφέρει το ξένο προς την ελληνική πραγματικότητα κοινοβουλευτικό καθεστώς.

Έπειτα από αυτά δημιουργείται αρνητική διάθεση και απροθυμία στα σοβαρά και ικανά άτομα να στελεχώσουν τους κομματικούς μηχανισμούς, συμμετέχοντας στα μεσαία και κατώτερα κλιμάκια της κομματικής πυραμίδας. Στα κλιμάκια αυτά συμμετέχουν άτομα μετριότατης έως ανύπαρκτης ικανότητας και υπόληψης, που ως γνήσιοι βαστάζοι της αντίστοιχης παλαιοκομματικής ομάδας, αισθάνονται και συμπεριφέρονται ως καρεκλοκένταυροι, καταπιέζοντας και κρατώντας στο σκοτάδι (αφού και τα ίδια φυσικά δεν ζουν στο φως) την αντίστοιχη κομματική βάση, στο όνομα της ανυπαρξίας τους, με τον «κουτσομπολίστικο» παραγοντισμό τους. Προς τα πάνω υπάρχει διαχωριστική γραμμή. Υπάρχει μια κλειστή ελίτ, η συμμετοχή στην οποία είναι αδιανόητη με δημοκρατικές διαδικασίες.
Μετά τις διαπιστώσεις αυτές, γίνεται πλέον φανερό πως τα κόμματα που εκπροσωπούν τον παλαιοκομματισμό στη χώρα μας, δεν λειτουργούν ως συντελεστές υπέρβασης των κατεστημένων δομών, αλλά ως ανασταλτικές δυνάμεις συντήρησης ενός αναχρονιστικού πολιτικού συστήματος, που ευνοεί την ανεξαρτησία του πολιτικού στοιχείου και εξασφαλίζει τη συνέχιση της υποδούλωσης και της καταπίεσης της κοινωνίας από το κράτος. Επομένως, η παλαιά άποψη ότι τα κόμματα λειτουργούν ως μηχανισμοί εκπροσώπησης της βούλησης της λαϊκής βάσης προς τα κέντρα λήψης των αποφάσεων δεν ισχύει στη χώρα μας, τουλάχιστον με την υπάρχουσα παλαιοκομματική συγκρότηση και νοοτροπία.


Πώς τα κόμματα στη χώρα μας μπορούν να γίνουν παράγοντες δημοκρατίας και προόδου

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση αποκλειστικός στόχος και επιδίωξη κάθε κόμματος να είναι η με κάθε μέσο και θυσία κατάληψη της εξουσίας. Δηλαδή, η εξουσία δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός. Η κατάληψη της εξουσίας θα πρέπει να είναι το μέσον για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου. Και στρατηγικός στόχος κάθε κόμματος θα πρέπει να είναι η υλοποίηση των όποιων ιδεών του, που φυσικά εννοείται ότι θα κατατείνουν προς την πραγμάτωση της ουσίας της δημοκρατίας και την εξάλειψη της καταδυνάστευσης της κοινωνίας από το κράτος, με παράλληλη καθοδήγηση του πολιτικού στοιχείου από τις κοινωνικές εξελίξεις και δυναμικές.
Όλα αυτά όμως δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ευχολόγιο. Τι θα πρέπει να γίνει πρακτικά; Πρακτικά αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον αν με κάποιες θεσμικές αλλαγές ο αποφασιστικός λόγος φύγει από τα χέρια των κομματικών ηγετικών ομάδων που προτάσσουν το προσωπικό συμφέρον και περάσει στα χέρια της κομματικής βάσης, που είναι μια ζωντανή κοινωνική ομάδα και είναι φυσικό να προτάσσει το κοινωνικό συμφέρον.
Η χειρότερη εξέλιξη σε ένα πολιτικό σύστημα είναι η έπαρση της ισοβιότητας στην «καρέκλα» της εξουσίας. Θα πρέπει, αν θέλουμε να περάσουμε σε εκδημοκρατισμό των κομμάτων και κατ’ επέκταση σε εκδημοκρατισμό ολόκληρης της πολιτικής ζωής, σε πρώτη φάση να «σπάσουμε» αφ’ ενός τις διαδικασίες που δημιουργούν μονιμότητα των ηγετικών στελεχών και αφ’ ετέρου να αποκεντρώσουμε την εξουσία μέσα στο κόμμα. Πρώτος στόχος θα είναι η εσωκομματική δημοκρατική αποκέντρωση. Θα πρέπει τα πολιτικοποιημένα μέλη της κομματικής βάσης να μπορούν να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της κομματικής βούλησης και πράξης μέσα από γνήσιες δημοκρατικές εσωκομματικές διαδικασίες και με τον τρόπο αυτό να μετέχουν άμεσα στον καθορισμό της συνολικής πολιτειακής βούλησης.
Είναι πίστη αυτού του βιβλίου ότι τίποτε δεν θα πρέπει να αφεθεί στην τύχη και τον πατριωτισμό. Θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ενιαίος τρόπος δημοκρατικής οργάνωσης και λειτουργίας των κομμάτων. Σε διαφορετική περίπτωση, οποιαδήποτε προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Μια δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνική ομάδα παρουσιάζει διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και δυναμική από μια οργανωμένη μάζα. Οποιαδήποτε μονομερής πρωτοβουλία προς την πρώτη κατεύθυνση θα ήταν, λόγω της παλαιοκομματικής νοοτροπίας που επικρατεί, αλλά και της δυναμικής των πολλαπλών συμφερόντων που καθορίζουν τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού σήμερα, καταδικασμένη απέναντι σε οργανωμένες μάζες με επικεφαλής αλαλάζοντες δημαγωγούς, που υποστηρίζονται από αφανή συμφέροντα.
Στην περίπτωση αυτή η προσπάθεια ανταγωνισμού για την κατάληψη της εξουσίας θα οδηγούσε μοιραία στην πολιτική εξαπάτηση, στη φθορά και τελικώς στο ίδιο το σημερινό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, καμία κομματική ολιγαρχία δεν τολμάει, πρώτη αυτή, να καταργήσει τις πολυέξοδες και ανούσιες μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις και φιέστες, αν δεν θέλει να μειώσει την εκλογική της δύναμη. Γενικώς, καμία κατεστημένη πολιτική ολιγαρχία δεν «αυτοκτονεί» απεμπολώντας τη δυνατότητα απόλαυσης της εξουσίας. Αλλά και καμία καινούρια πολιτική δύναμη, με υγιείς δημοκρατικούς στόχους, δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν «παίξει» με τους ίδιους κανόνες παιχνιδιού, οι οποίοι είναι ήδη καθορισμένοι από το κατεστημένο. Ο δρόμος όμως για την εξουσία είναι μακρύς και δύσκολος, γεμάτος παγίδες. Η δυναμική αφομοίωσης και εξομοίωσης με το σύστημα είναι πάντα παρούσα. Γι’ αυτό το λόγο ό,τι γίνει θα πρέπει να είναι ενιαίο. Ο νέος θεσμός θα πρέπει να είναι γενικός και υποχρεωτικός.
Πολλά Συντάγματα σε όλο τον κόσμο, όπως και το δικό μας, δεν αναφέρουν τίποτε το συγκεκριμένο για τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κομμάτων. Το δικό μας Σύνταγμα ορίζει ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων οφείλουν να υπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Όμως, τα παλαιά ελληνικά κόμματα είναι εκείνα τα κατ’ εξοχήν εργαλεία που χρησιμοποιεί η πολιτική ελίτ για να επιβάλλεται στο κοινωνικό σώμα και να διαιωνίζει την παραμονή των μελών της στα εξουσιαστικά κέντρα, εμποδίζοντας τον εκδημοκρατισμό. Επομένως, η γενικόλογη συνταγματική επιταγή είναι άχρηστη και πρέπει να αλλάξει.
Οι οικονομικά αναπτυγμένες χώρες έχουν συνήθως οργανωμένη κοινωνία, ανεβασμένο πολιτιστικό επίπεδο, βαθιά και υγιή κομματική παράδοση, έχουν βρει τις δικές τους ισορροπίες και δεν αντιμετωπίζουν ενδεχομένως άμεσο πρόβλημα προς το παρόν. Η δική μας όμως χώρα, που παρουσιάζει κοινωνικές «δυσλειτουργίες» και διαθέτει ένα αρρωστημένο πολιτικο-κομματικό σύστημα, πρέπει να εξαλείψει τα θεσμικά ελλείμματα της το ταχύτερο. Επίσης, στο ενιαίο αυτό νομικό πλαίσιο θα πρέπει επιτέλους να προβλέπονται διατάξεις για αναγκαστική δημοσιοποίηση από μέρους των κομμάτων των εσόδων τους, καθώς και των δαπανών τους, για να μπορεί ο λαός να πληροφορείται τις πηγές χρηματοδότησης και ποιοι κρύβονται πίσω από τα κόμματα.
Βασικός πυρήνας και πρωτογενής πηγή εξουσίας μέσα σε οποιοδήποτε κόμμα θα πρέπει να είναι τα απλά μέλη, τα οποία θα είναι οργανωμένα σε τοπικές οργανώσεις, με ουσιαστικές όμως αρμοδιότητες.
Ο αρχηγός του κάθε κόμματος θα πρέπει να εκλέγεται με γενικές, εσωκομματικές εκλογές από όλα τα μέλη του κόμματος με μυστική ψηφοφορία. Ο τρόπος αυτός εκλογής του αρχηγού του κόμματος, καθώς και η ενδεχόμενη εκλογή του στη συνέχεια από το λαό κατευθείαν ως αρχηγού του κράτους, θα καθρεφτίζει την ουσιαστική δημοκρατία.
Αυτές οι πρώτες μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν στην εξάλειψη του ηγετισμού και την αποφυγή της αντιπολίτευσης με προσωπικούς τόνους και για προσωπικούς λόγους, που οδηγεί στο φανατισμό και τη με κάθε μέσο απόκτηση της εξουσίας. Οποιαδήποτε προσωπική κατάσταση, η οποία τείνει να παγιωθεί μακριά από τη συνεχή αναβάπτιση μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, πρέπει να εκλείψει.
Η πραγματική κομματική ενότητα, που ψευδώς επικαλείται η κατεστημένη κομματική ελίτ, συγκαλύπτοντας στην ουσία τη μέθοδο του «μαντριού», επιτυγχάνεται, όχι με την άνευ κρίσεως υποταγή στις επιθυμίες της κομματικής ηγεσίας, αλλά με την ελεύθερη ουσιαστική συζήτηση, συναπόφαση και διαφωνία, που μπορεί να φτάνει ώς και την προσωπική αποχή από την εφαρμογή αποφάσεων, για λόγους συνείδησης.
Ένα κόμμα αρχών δεν θα πρέπει να βασίζεται σε τυχαίους «οπαδούς», αλλά σε συνειδητοποιημένα μέλη. Και τα μέλη αυτά δεν είναι δυνατόν παρά να ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διαμόρφωση της κομματικής και ιδεολογικής ζωής του κόμματος, διαφορετικά δεν μετέχουν στο κόμμα, απλώς το ακολουθούν, ενώ το κόμμα είναι ξένο σώμα προς αυτά. Ο συνειδητοποιημένος πολίτης που συμμετέχει σε ένα κόμμα, δεν δέχεται να χρησιμοποιείται, αλλά θέλει να έχει την αίσθηση της ουσιαστικής συμμετοχής στη χάραξη της ιστορίας αυτού του τόπου.
Η εσωκομματική δημοκρατία θα πρέπει να γίνει τρόπος ζωής. Εκείνο που πρέπει να επιδιωχθεί πάνω απ’ όλα είναι το οποιοδήποτε κομματικό μέλος να αισθάνεται ολοκληρωμένο μέσα στον κομματικό χώρο του. Και αυτή η εσωτερική κομματική ζωή θα αποτελέσει το σχολείο για την εκπαίδευση ολόκληρου του λαού πάνω σε ασκήσεις αυτοπεποίθησης και πίστης στις ικανότητές του ότι μπορεί να γίνει ο ίδιος κυρίαρχος της Ιστορίας του.4
Πρέπει τα κόμματα παράλληλα να λειτουργούν ως φυτώρια νέων πολιτικών προσωπικοτήτων μέσα από ουσιαστικές συνελεύσεις αποφασιστικών συλλογικών κομματικών οργάνων, όπου θα γίνονται προτάσεις και ομιλίες. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να προωθούνται οι ευνοούμενοι της όποιας ηγετικής ομάδας, αλλά οι ικανότεροι.
Αρχηγός του οποιουδήποτε κόμματος και βουλευτές δεν θα πρέπει να έχουν καμία σχέση εξάρτησης και διορισμού μεταξύ τους.
Οι υποψήφιοι βουλευτές, άσχετα με υπάρχουσα ήδη βουλευτική ιδιότητα ή όχι, θα πρέπει να εξασφαλίζουν το χρίσμα μόνο με την εκλογή ή την επανεκλογή τους κατευθείαν από τη βάση του κόμματος. Έτσι, οι βουλευτές δεν θα είναι υποταγμένοι στις επιθυμίες του αρχηγού, αλλά θα αναπτύσσουν δικές τους απόψεις ως ελεύθερες προσωπικότητες και θα κρίνονται και πάλι μόνον από την κομματική βάση.
Ούτε φυσικά και η εκλογή του αρχηγού θα γίνεται από τους βουλευτές ή τους επηρεαζόμενους από αυτούς εκλέκτορες, αλλά μόνον από τα μέλη του κόμματος, τα οποία θα εκλέγουν τον αρχηγό τους με μυστική ψηφοφορία.
Οι γνήσιες εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη του αρχηγού, των βουλευτών, αλλά και όλων των κομματικών οργάνων τελικώς θα αποδειχθούν πιο χρήσιμες για τη δημοκρατία και από τις γενικές εκλογές.
Εκεί που φτάσαμε πλέον έχουμε δύο επιλογές: ΄Η δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων με την παραπάνω έννοια ή συνέχιση της πολιτικής απάθειας έως την πλήρη αποπολιτικοποίηση των ατόμων και τη μαζικοποίηση του λαού, με απροσδιόριστους κινδύνους για το μέλλον της ευαίσθητης, έστω και κατ’ ευφημισμόν, δημοκρατίας στη χώρα μας.
Το άνοιγμα των εσωκομματικών δημοκρατικών διαδικασιών αποτελεί έμπρακτη απόδειξη της πίστης ενός κόμματος στο λαό και τις δυνατότητές του για αυτοπροσδιορισμό. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η πίστη αυτή λειτουργεί καταλυτικά στη συνείδηση του λαού. Ιδιαίτερα ενός λαού που του αμφισβητείται από την κομματική του ηγεσία η ωριμότητα και η ικανότητα να αυτοκυβερνηθεί.5

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Για πλήρη ανάλυση βλ. John Petropoulos «Πολιτική και συγκρό
τηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843)», (1985), εκδ.
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας.
2. Εκτενέστερα βλ. Ν. Μουγέλη «Ταξική δομή και σύστημα πολι
τικής πελατείας: Η περίπτωση της Ελλάδος», στο βιβλίο της
Ε.Ε.Π.Ε. «Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα» (1977), εκδ. Εξάντας, σελ. 136 επ.
3. Αναλυτικότερα βλ. Α. Ρήγο «Πολιτικές εκφράσεις στη Β’
Ελληνική Δημοκρατία», στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε. «Κοινωνικές
και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα» (1977), εκδ. Εξάντας,
σελ. 210-211.
4. Σχετικά βλ. Β. Φίλια. «Το πρόβλημα της οργάνωσης των κομ
μάτων στην Ελλάδα», στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε. «Κοινωνικές
και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα» (1977), εκδ. Εξάντας
σελ. 254.
5. Σχετικά βλ. Β. Φίλια, όπ. αν., σελ. 252.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s