Kοινοβουλευτισμός

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

«…. και όνομα μεν διά το μη ες ολίγους αλλά ες πλείονας οικείν
δημοκρατία κέκληται…».
ΠΕΡΙΚΛΗΣ1
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

Ένα θεσμικό σύστημα που δεν μας ταιριάζει

Κάθε πολιτικό θεσμικό σύστημα παρουσιάζει σημεία παρακμής, πολύ δε περισσότερο όταν μέσα του φέρνει το σπέρμα της συντήρησης και όχι τη δυνατότητα αλλαγής. Το σύστημα αυτό, όταν ειδικά ευνοεί την ανεξαρτησία του πολιτικού στοιχείου από την κοινωνική πραγματικότητα, οδηγείται οπωσδήποτε σε παρακμή και η διατήρηση του είναι επιζήμια. Ένα πολιτικό σύστημα σε παρακμή διαφθείρει και τους πολιτικούς και την κοινωνία.
Πρέπει να γίνει κατανοητό πως ένα πολιτικό θεσμικό σύστημα πετυχαίνει ή αποτυχαίνει ανάλογα με το αν ταιριάζει στη συγκεκριμένη κοινωνική συγκρότηση και δυναμική. Και επιπλέον, να παρουσιάζει μια τέτοια προσαρμοστικότητα, που να βρίσκεται σε ευθεία αναλογία με την ετοιμότητα και τη δυνατότητα που έχουν τα ζωντανά κύτταρα της κοινωνίας, δηλαδή τα ίδια τα άτομα, να αντιμετωπίζουν, μέσα από διαδικασίες αυτοπροσδιορισμού, τα κοινωνικά προβλήματα.
Όμως, το δικό μας «δημοκρατικό» πολιτικό σύστημα μαζί με εκείνα τα πολιτικά δικαιώματα και εκείνες τις πολιτικές ελευθερίες που αναγνωρίζει στα άτομα, εξασφαλίζει τη μία και μοναδική πραγματικότητα: Πως αυτά τα ίδια τα άτομα ποτέ δεν πρόκειται να έχουν τη δυνατότητα παρέμβασης στις πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις. Επόμενο είναι τα άτομα να αισθάνονται απομονωμένα και αδύναμα και να αντιμετωπίζουν την ίδια την κοινωνία σαν ένα ξένο σώμα.
Πολλές φορές, κατά το παρελθόν, κατηγορήθηκαν οι πολιτικοί ως πρόσωπα. Σήμερα, πάλι, αναζητούνται λύσεις μόνο μέσω της λογικής της ανανέωσης προσώπων. Αυτό φυσικά είναι λάθος και οδηγεί το λαό σε μια βολική ύπνωση. Θα επαναληφθεί, για μια ακόμη φορά, πως το πρόβλημα δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά το εξουσιαστικό σύστημα. Αυτό διατηρεί στην πολιτική ζωή πολιτικά «απολιθώματα». Αυτό αναπαράγει ένα παλαιοκομματικό, κλειστό και ρουσφετολογικό πολιτικό κατεστημένο και αυτό ενσταλάζει μέσα στην ψυχή των νέων που ασχολούνται με την πολιτική μια γερασμένη και αντίθετη με τα συμφέροντα του λαού πολιτική νοοτροπία. Οποιοσδήποτε, αν τύχει και εισέλθει σ’ αυτό το πολιτικό κατεστημένο, δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Δεν αποτέλεσαν εξαίρεση ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ανδρέας Παπανδρέου κ.λ.π.
Το πολιτικό μας σύστημα δίνει την εντύπωση δημοκρατικού συστήματος, ενώ στην ουσία δεν είναι. Στην πραγματικότητα, παραμένει μόνο η εντύπωση. Και αυτή η εντύπωση γεννιέται από το γεγονός πως το σύστημα αυτό είναι, θα παρατηρούσε κάποιος, δημοκρατικό μόνο στην κορυφή, ενώ σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα είναι στην ουσία ένα ολοκληρωτικό σύστημα. Εξασφαλίζει, δηλαδή, εκείνες τις δημοκρατικές διαδικασίες, προκειμένου να επιτυγχάνεται μια ομαλή εναλλαγή στην εξουσία των διαφόρων ομάδων που συναπαρτίζουν το πολιτικό κατεστημένο, γεγονός άλλωστε που διασφαλίζει ταυτόχρονα και την επιβίωση αυτού του κατεστημένου.
Τι γίνεται όμως ανάμεσα στην κορυφή και το κοινωνικό σώμα; Τι γίνεται μέσα στο ίδιο το κοινωνικό σώμα; Υπάρχει εδώ δημοκρατία; Οπωσδήποτε όχι. Για παράδειγμα, το άτομο καλείται μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια, να ψηφίσει τους υποψήφιους βουλευτές, που ανήκουν στις διάφορες πολιτικές ομάδες. Ποιος όμως τους έχρισε υποψήφιους βουλευτές; Μήπως τα απλά μέλη της αντίστοιχης κομματικής βάσης; Όχι. Μήπως άραγε τον αρχηγό κάποιου από τα κόμματά μας τον εξέλεξαν τα ίδια τα απλά μέλη της αντίστοιχης κομματικής βάσης; Όχι. Εδώ σημειώνεται η θετική εξέλιξη στο ΠΑΣΟΚ που αναφέρθηκε στην εισαγωγή. Απλά γεννιέται η απορία για πόσο άραγε θα διατηρηθεί αυτό; Ποιος, αλήθεια, χρίζει υποψήφιους δημάρχους και προέδρους κοινοτήτων; Μήπως τα απλά μέλη της αντίστοιχης κοινωνικής ομάδας; Όχι. Ποιος χρίζει τις υποψήφιες ηγεσίες στο συνδικαλιστικό χώρο; Μήπως οι εργαζόμενοι που είναι και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι; Όχι. Τότε ποιος, επιτέλους, κάνει τις αντίστοιχες επιλογές και ποιον αλήθεια ρόλο παίζει μέσα στο «δημοκρατικό» μας σύστημα η λαϊκή βάση; Μα, θα μπορούσε να απαντήσει κάποιος, ο λαός έχει τον τελευταίο λόγο, αφού είναι εκείνος που θα κάνει και τις τελικές επιλογές. Ναι, αλλά ποιες επιλογές θα κάνει; Τις ήδη προκαθορισθείσες από αλλού και υπό την επίδραση των ψυχολογικών συνδρόμων που καλλιεργεί το πολιτικό κατεστημένο στο πλαίσιο και τη λογική του δικομματισμού;
Το πρόβλημα λοιπόν είναι με ποιον τρόπο θα βρει ουσιαστική έκφραση η πολιτική ελευθερία και η δημοκρατική συμμετοχή, σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικοπολιτικής συγκρότησης. Πώς θα ικανοποιηθεί η βαθιά ριζωμένη μέσα στον άνθρωπο ανάγκη για ελεύθερη και αυτοπροσδιοριζόμενη προσωπικότητα, η προσπάθεια για την ικανοποίηση της οποίας γέννησε τη δημοκρατία. Όταν αυτό πραγματοποιηθεί, τότε μόνο το αδύναμο και απομονωμένο άτομο θα βγει από το περιθώριο και μέσα από την πρακτική άσκηση της δημοκρατίας θα αποκτήσει συνείδηση των ευθυνών του και της βαρύτητας των αποφάσεων και των πράξεων του στο κοινωνικό γίγνεσθαι, που αφορά άμεσα και την προσωπική κατάσταση του ίδιου. Μόνο με τον τρόπο αυτό, της αναζωογόνησης των κυττάρων του κοινωνικού ιστού, μπορεί να επιτευχθεί αύξηση του κοινωνικού αποτελέσματος.
Είναι γνωστό πως το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι αποτέλεσμα της συνδρομής και αλληλεπίδρασης πολλών παραγόντων. Όμως, είναι απολύτως βέβαιο πως η αποκέντρωση της εξουσίας και η μεταφορά της στα χέρια του απλού ατόμου θα μετατοπίσουν βαθμιαία το κέντρο βάρους της κοινωνίας προς το άτομο, προς την ανθρώπινη προσωπικότητα, συμπαρασύροντας ταυτόχρονα και όλους τους άλλους παράγοντες διαμόρφωσης του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Το Σύνταγμά μας έχει κατηγορηθεί πως είναι συντηρητικό. Όχι μόνο είναι συντηρητικό, αλλά είναι και ο βασικότερος ανασταλτικός παράγοντας προόδου της ελληνικής κοινωνίας.
Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, που προβλέπεται και στο δικό μας Σύνταγμα, γεννήθηκε μέσα σε καπιταλιστικές-αστικές κοινωνίες και λειτούργησε σ’ ένα περιβάλλον «δημοκρατίας προκρίτων» με την έννοια μιας ολιγαρχίας των οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών. Παρόμοια κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα δεν υπήρξε στη χώρα μας ούτε κατά την αρχική εισαγωγή θεσμών αστικής δημοκρατίας ούτε και μετέπειτα. Έτσι, τη δημοκρατία των προκρίτων-αστών υποκατέστησε και υποκαθιστά στη χώρα μας η «δημοκρατία» των αυτονομημένων πολιτικών φατριών που δεν στηρίζονται ούτε σε ίδιες οικονομικές δυνάμεις ούτε σε κοινωνικές βάσεις.

Μάλιστα, για να έλθουμε στην πολύ πρόσφατη ιστορία, το ΠΑΣΟΚ που στην αρχή στηρίχθηκε σε κοινωνικά στρώματα για να ανέλθει στην εξουσία, στη συνέχεια τα παραμέρισε, αυτονομήθηκε και έγινε αντίτυπο της Νέας Δημοκρατίας. «Ξέχασε», εκτός των άλλων και την θέσπιση της απλής αναλογικής που επαγγελόταν γιατί θα έμπλεκε και το ίδιο σε περιπέτειες στο κυνήγι της εξουσίας.
Η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των αυτονομημένων πολιτικών φατριών δεν είχε και δεν έχει αντικείμενο προβλήματα που ανακύπτουν από κοινωνικές ταξικές διαφορές ούτε από οποιεσδήποτε άλλες κοινωνικές δυναμικές και εξελίξεις. Δεν έχει, φυσικά, η αντιπαράθεση αυτή σήμερα αντικείμενο καμία ουσιαστική ιδεολογική διαφορά. Στην πραγματικότητα, η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των διαφόρων πολιτικών ομάδων και των συμφερόντων που τις στηρίζουν έχει μοναδικό στόχο την κατάληψη της εξουσίας και των προνομίων της.
Το κοινοβουλευτικό σύστημα, ως κυβερνητικό σύστημα ειδικότερα, δοκιμάστηκε στον τόπο μας και απέτυχε εντυπωσιακά. Εκατόν τριάντα περίπου χρόνια μετά την εφαρμογή του και δεν έχουμε βρει ακόμη το δρόμο μας. Το κοινοβουλευτικό σύστημα αντιμετωπίζεται σήμερα με προβληματισμό σε όλη τη Δυτική Ευρώπη, ακόμη και στη γενέτειρα του, τη Μ. Βρετανία2. Στην Ιταλία πριν μερικά χρόνια παρακολουθήσαμε έκπληκτοι ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα οδήγησε το εκεί πολιτικό κατεστημένο στα έσχατα σημεία διαφθοράς του. Δημιούργησε τον κίνδυνο διαίρεσης της Ιταλίας και επαναφοράς του φασισμού.
Το Σύνταγμα του 1975 έχει ξεπεραστεί από τα γεγονότα. Δεν διαθέτει την ικανότητα προσαρμογής, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις. Έχει «κατασκευαστεί» από το πολιτικό κατεστημένο, που επέστρεψε μετά τη μεταπολίτευση πάνω στη φιλοσοφία της ισχυρής και υπερσυγκεντρωτικής κεντρικής εξουσίας. Αυτή η υπέρσυγκέντρωση εξουσιών στα χέρια ενός κατεστημένου, που αγωνίζεται με κάθε μέσο για την επιβίωση του, κατέπνιξε την κοινωνία και τις ζωντανές δυνάμεις της και οδηγεί στο μαρασμό. Είναι ολοφάνερη στο Σύνταγμα του 1975, αλλά και στη μεταγενέστερη τροποποίηση του, από άλλη πτέρυγα της πολιτικής ελίτ, η εμμονή στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος του Κοινοβουλίου.

Μειονεκτήματα του κοινοβουλευτικού συστήματος γενικά και ειδικότερα στη χώρα μας

Όπως είδαμε, η εισαγωγή στη χώρα μας του δυτικοευρωπαϊκού κοινοβουλευτικού καθεστώτος δεν έλαβε υπόψη της τις μεγάλες ανομοιότητες ανάμεσα στην κοινωνικο-οι-κονομική και πολιτική υποδομή της χώρας μας με εκείνη των αναπτυγμένων δυτικών χωρών. Η παραγνώριση αυτή αναφέρεται τόσο στις διαφορές των πρώτων μεταπελευθερωτικών χρόνων όσο και στις σημερινές.
Σήμερα, στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης ίσως να μην παρουσιάζονται τόσο έντονες ταξικές κοινωνικές συγκρούσεις, όμοιες με εκείνες των πρώτων αστικών δημοκρατιών που γέννησαν τον κοινοβουλευτισμό. Όμως, η εικόνα που παρουσιάζουν σήμερα οι κοινωνίες αυτές δεν εμφανίζονται, αντίστοιχα, και στη δική μας κοινωνία. Στις κοινωνίες αυτές, ως επακόλουθο της μεγάλης βιομηχανικής ανάπτυξης, έκαναν την εμφάνιση τους νέες ισχυρότατες κοινωνικές δυνάμεις. Αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις, που ισχυροποιήθηκαν μέσα από σκληρούς αγώνες, αντιμάχονται σκληρά το πολιτικό στοιχείο και το αναγκάζουν να ακολουθεί κατά πολύ μεγάλο μέρος τις κοινωνικές δυναμικές.
Δηλαδή, βλέπουμε πως η εμφάνιση οργανωμένων κοινωνικών συμφερόντων στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες άλλαξε τον τρόπο λειτουργίας του κοινοβουλευτικού καθεστώτος.
Σήμερα, η κεντρική σύλληψη των υποστηρικτών του κοινοβουλευτικού καθεστώτος για τις σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες είναι εκείνη που προσδίδει στο κράτος το ρόλο ενός τρίτου ουδέτερου διαιτητή ανάμεσα στα ανταγωνιζόμενα κοινωνικά συμφέροντα. Το πόσο όμως μπορεί στην πραγματικότητα το κράτος να παραμείνει ουδέτερο εξαρτάται από την ισχύ των κοινωνικών δυνάμεων, οι οποίες είναι φορείς των συγκεκριμένων κοινωνικών συμφερόντων.
Όταν οι ενδιαφερόμενες κοινωνικές δυνάμεις, όπως για παράδειγμα στη χώρα μας, είναι αδύναμες και προπάντων χειραγωγημένες από το πολιτικό στοιχείο, είναι επόμενο το κράτος να μην περιορίζεται στο ρόλο του απλού ρυθμιστή. Στις περιπτώσεις αυτές, το κράτος χρησιμοποιείται από το πολιτικό στοιχείο ως εργαλείο εξουδετέρωσης των κοινωνικών δυνάμεων και δυνατοτήτων. Έτσι, το κοινωνικό σώμα μένει ακρωτηριασμένο και ακίνδυνο.
Επομένως, η διατήρηση στη χώρα μας του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, όταν δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες κοινωνικές δυνάμεις παρέμβασης στη χάραξη της πολιτικής και στο δημοκρατικό έλεγχο, συνεχίζει να καταλύει στην ουσία τη δημοκρατία και να ευνοεί την αυτοκαθοριζόμενη και ανεξέλεγκτη δράση του πολιτικού στοιχείου.
Οι ίδιοι οι απολογητές του κοινοβουλευτικού καθεστώτος παραδέχονται πως για να μπορέσει να λειτουργήσει αυτό το πολιτικό σύστημα, θα πρέπει το απλό άτομο να παραμείνει πολιτικά παθητικό ή αδιάφορο.
Η μη συμμετοχή των απλών ατόμων στα κέντρα λήψης των αποφάσεων δεν εξισορροπείται στη χώρα μας από την εμφάνιση αχειραγώγητων μαζικών κοινωνικών δυνάμεων αμφισβήτησης των υπερεξουσιών του πολιτικού στοιχείου, όπως παρατηρήσαμε να συμβαίνει στις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες. Είναι αλήθεια πως και στις κοινωνίες αυτές, όπου ισχύει το κοινοβουλευτικό καθεστώς, δεν παρατηρείται επίσης ουσιαστική συμμετοχή των απλών ατόμων στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, που είναι και η ουσία της δημοκρατίας. Επιπλέον, παρατηρείται κι εκεί το ίδιο με μας φαινόμενο του ουσιαστικού παροπλισμού του Κοινοβουλίου.
Όμως, ναι μεν και στις κοινωνίες αυτές δεν υπάρχει πραγματική δημοκρατία, αλλά αφ’ ενός τα απλά άτομα προστατεύονται εκεί αποτελεσματικά από τους ισχυρούς συλλογικούς φορείς τους κι έτσι δεν αναγκάζονται να ζητήσουν «προστασία» από πολιτικά πρόσωπα, αφ’ ετέρου η κύρια αποστολή του Κοινοβουλίου ως οργάνου εκπροσώπησης των διαφόρων κοινωνικών τάξεων και δυνάμεων δεν έχει λόγο ύπαρξης, αφού οι ισχυρές συλλογικές κοινωνικές δυνάμεις διαπραγματεύονται μεταξύ τους, με διαιτητή το κράτος, τα σημεία ισορροπίας των συμφερόντων τους.
Δηλαδή, από το να μην υπάρχει καθόλου δημοκρατία, είναι τουλάχιστον κάποιο κέρδος όταν οι πολιτικές πρωτοβουλίες και δυνατότητες μεταφέρονται προς την πλευρά των κοινωνικών δυνάμεων, έστω και με τον τρόπο αυτό, με αντίστοιχη μείωση της αυτονομίας του πολιτικού στοιχείου.
Αντιθέτως, στη χώρα μας, όπως είναι γνωστό, δεν παρατηρείται αυτή η μεταφορά και με δεδομένη την κοινωνικοοικονομική συγκρότηση της κοινωνίας, είναι αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο στο μέλλον. Επομένως, ο μόνος δρόμος που μας απομένει είναι ένας και μοναδικός: η ουσιαστική δημοκρατία.
Η αδυναμία των απλών ατόμων να συμμετέχουν ενεργά στις πολιτικές εξελίξεις, σε συνδυασμό και με την ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, που θέλει να έχει άποψη, τα οδηγεί σε μια υπερπολιτικοποίηση τύπου «καφενείου», που καταντά υποπολιτικοποίηση, γιατί είναι άναρθρη και συγκινησιακή, αφού δεν εκφράζεται μέσα από επίσημα θεσμοθετημένα όργανα. Η κατάσταση αυτή χειροτερεύει με πρωτοβουλία του πολιτικού στοιχείου, το οποίο, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα, υποθάλπει και εκμεταλλεύεται αυτά τα συγκινησιακά στοιχεία.
Διαφορετικά όμως θα ήταν τα πράγματα αν, αντί για πολιτική τύπου «καφενείου», τα άτομα συμμετείχαν ενεργά σε θεσμοθετημένα συλλογικά όργανα με αρμοδιότητα λήψης ουσιαστικών πολιτικών αποφάσεων.
Στην κοινοβουλευτική μας ζωή η Βουλή είναι δέσμια της κυβέρνησης και ανίσχυρη. Και αυτή ακόμη, η πιο σπουδαία, αρμοδιότητα της Βουλής, η νομοθετική, έχει στην ουσία υποστεί μια πλήρη μετάθεση από την αρμόδια Βουλή προς την κυβέρνηση. Ο κλασικός διαχωρισμός μεταξύ νομοθετικού και εκτελεστικού δεν υπάρχει πια. Το Κοινοβούλιο υποβιβάστηκε εκ των πραγμάτων και υποβαθμίστηκε. Χρησιμεύει απλώς για τη νομιμοποίηση, κάτω από κάποια δημοκρατική κάλυψη, των συμφερόντων που δρουν έξω και πέρα από αυτό.
Σε ένα αυστηρά και τεχνητά διατηρούμενο πειθαρχημένο κομματικό σύστημα, όπως συμβαίνει σε μας, οι νομοθετικές συζητήσεις στη Βουλή δεν έχουν καμία αξία. Είναι μεν αναγκαίες για το θεσμό, πλην όμως στην ουσία αποτελούν ένα είδος κατευθυνόμενων μονολόγων. Αλλά και στον τομέα του ελέγχου τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Ενώ θα έπρεπε να ασκείται αυστηρότατος έλεγχος από το Κοινοβούλιο στην κυβέρνηση, αντιθέτως το Κοινοβούλιο έγινε θεσμός κενός και ουσιαστικά είναι απολύτως ελεγχόμενο και καθοδηγούμενο από τις κομματικές ηγεσίες.
Το πολιτικό μας σύστημα δεν διαθέτει δημοκρατικές ασφαλιστικές δικλίδες παροπλισμού του αποτυχημένου επαγγελματία πολιτικού. Αντιθέτως, το πρόσωπο αυτό, εκμεταλλευόμενο τις αδυναμίες του πολιτικού μας συστήματος και των υπαρχόντων κομματικών διαρθρώσεων, καταφέρνει με κατάλληλους χειρισμούς και υποστηριζόμενο από διάφορα συμφέροντα να επιτυγχάνει μακρόχρονη πολιτική παρουσία, χωρίς καμία προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Η συνεχής και μακρόχρονη πολιτική παρουσία, όταν αυτή δεν εξαρτάται από ουσιαστική δημοκρατική στήριξη και δεν υπόκειται σε ουσιαστικό έλεγχο, οδηγεί σε συνειδησιακή άμβλυνση και, τελικώς, σε άνομες συναλλαγές ερήμην των ανύποπτων ψηφοφόρων, με φυσικό επακόλουθο την υποθήκευση των συμφερόντων και του μέλλοντος των κοινωνικών δυνάμεων.
Την πολιτική στη χώρα μας τη χαρακτηρίζει στην ολότητα της ένας ηγετισμός, που γεννιέται μέσα από το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Όπως είδαμε, οι πολιτικές διαμάχες είναι στην πραγματικότητα διαμάχες πολιτικών ηγεσιών, που χαρακτηρίζουν μια δημοκρατία κορυφής, η οποία δεν αφορά το κοινωνικό σώμα.
Όταν μια κομματική ηγετική ομάδα αναρριχηθεί στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας κι έχει τη δυνατότητα, μέσα από τα υπάρχοντα θεσμικά ελλείμματα, να διορίζει και να ελέγχει στην κυριολεξία τα πάντα, από τις ηγεσίες της Βουλής και της Δικαιοσύνης μέχρι και τον τελευταίο ωρομίσθιο υπάλληλο, να εξουσιάζει πλήρως όλο το πλέγμα των οικονομικών δραστηριοτήτων της κοινωνίας, καθώς και να διαθέτει πληθώρα άλλων δυνατοτήτων ελέγχου, που απλώνονται σε όλο το εύρος του κοινωνικού σώματος, είναι φυσικό επόμενο η ηγεσία αυτή να χρησιμοποιήσει κάποια στιγμή όλες αυτές τις δυνατότητες για τον εαυτό της και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω της, σε βάρος αυτού του ίδιου του κοινωνικού σώματος.
Αν επιπλέον προστεθεί η εύλογη παρατήρηση πως με το υπάρχον πολιτικοκομματικό σύστημα και την υπερσυγκεντρωτική δομή του στην ουσία κάθε φορά στη χώρα μας οι τύχες όλων εξαρτώνται από ένα μόνο πρόσωπο και τον περίγυρο του, με όλα τα μειονεκτήματα που μπορεί να συνεπάγεται αυτό  τότε οι προοπτικές και οι ελπίδες γίνονται εφιάλτες.
Στο πολιτικό μας σύστημα, με δεδομένο τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας των κομμάτων, οι βουλευτές δεν είναι στην πραγματικότητα αντιπρόσωποι του λαού, αλλά αντιπρόσωποι της αντίστοιχης κομματικής ηγεσίας. Είναι στην ουσία απολογητές και πειθήνια όργανα της τελευταίας, από τη βούληση της οποίας εξαρτάται η πολιτική τους ύπαρξη.
Αν όμως η πολιτική ανάδειξη και ύπαρξη του βουλευτή εξαρτηθεί, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, αποκλειστικά από τα απλά μέλη της αντίστοιχης κομματικής βάσης, τότε είναι μαθηματικά βέβαιο πως ο βουλευτής αυτός θα απεγκλωβιστεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της ηγεσίας και ως ελεύθερη πλέον και αυτοπροσδιοριζόμενη προσωπικότητα θα δρα στο εξής, όχι με γνώμονα την ικανοποίηση των συμφερόντων της κομματικής ηγεσίας, αλλά την ικανοποίηση των συμφερόντων των πολιτών.
Παρόμοια ισχύουν και στην περίπτωση της υπουργοποίησης των βουλευτών. Στην ουσία, το Κοινοβούλιο σήμερα είναι μια «δεξαμενή» μελλοντικών υπουργών. Η προσμονή από μέρους των βουλευτών για μελλοντική υπουργοποίηση και απόλαυση των συναφών προνομίων, είτε αυτοί ανήκουν στην πλευρά της συμπολίτευσης είτε στην πλευρά της αντιπολίτευσης, τους εξαρτά ακόμη περισσότερο από τις επιθυμίες της αντίστοιχης κομματικής ηγεσίας. Πέρα όμως από αυτό, αυτή η προσμονή για υπουργοποίηση ψυχολογικά εντάσσει το βουλευτή προς την πλευρά της εκτελεστικής εξουσίας και τον ωθεί να βλέπει τα πράγματα από την πλευρά της κυβέρνησης και όχι από την πλευρά του λαού, τον οποίο υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.
Αυτά τα θεσμικά ελλείμματα μπορούν να εξαλειφθούν στο πλαίσιο της αρχής της διάκρισης των εξουσιών με τη θεσμοθέτηση του ασυμβίβαστου της κατάληψης από μέρους του βουλευτή κυβερνητικής θέσης για το χρονικό διάστημα που εκλέχθηκε να εκπροσωπεί το λαό.

 

Προς ένα νέο δημοκρατικό θεσμικό σύστημα

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά ελλείμματα της πολιτικής ζωής στη χώρα μας σήμερα εξακολουθούν να είναι η αυτονομία του πολιτικού στοιχείου και η δημοκρατία κορυφής. Επομένως, ένα νέο θεσμικό σύστημα θα πρέπει αφ’ ενός να περιέχει συγκεκριμένα σημεία που θα εξασφαλίζουν την πρόσδεση του πολιτικού στοιχείου στις κοινωνικές εξελίξεις και αφ’ ετέρου να προβλέπει εκείνες τις διαδικασίες που θα επεκτείνουν τη δημοκρατία σε όλη την κλίμακα του κοινωνικού σώματος και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω. Εκείνο δηλαδή που έχουμε ανάγκη, είναι μια μαχόμενη δημοκρατία βάσης και όχι μια παθητική δημοκρατία κορυφής.
Πρέπει όμως να σημειωθεί και η πιθανότητα πως κάτι τέτοιο, όταν εφαρμοστεί ξαφνικά, μπορεί να αποτύχει και τούτο γιατί ο λαός μας δεν είναι συνηθισμένος σε γνήσιες δημοκρατικές διαδικασίες. Είναι επόμενο τόσα χρόνια στο περιθώριο, χωρίς να έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα την πραγματική πολιτική ελευθερία, να του έχουν δημιουργήσει μια ψυχολογία δύσκολα ανατρέψιμη. Θα πρέπει, για οποιαδήποτε αλλαγή του θεσμικού πλαισίου, πρώτα να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη της από τους απλούς πολίτες και έπειτα να αρχίσει σταδιακά η εφαρμογή της. Θα πρέπει δηλαδή πρακτικά πρώτα να προηγηθεί μια συνειδησιακή επανάσταση και μετά να αρχίσει η εφαρμογή σε ώριμο έδαφος.
Ένα νέο Σύνταγμα δεν θα πρέπει να αναλώνεται και να αυτοπραγματώνεται μέσα σε ένα άτεγκτο πλέγμα μιας νομικίστικης τεχνικής, που είναι στην ουσία μια ψυχρή κατασκευή, ξένη προς την κοινωνική ζωή. Θα πρέπει να διαθέτει τέτοια λειτουργική μορφή και να είναι τόσο ευέλικτο και προσαρμόσιμο στις κοινωνικές εξελίξεις και ανάγκες, σε βαθμό που να μην απαιτείται προς τούτο η αναθεώρηση του, η οποία φυσικά και αυτή θα προβλέπεται.
Με λίγα λόγια, έχουμε ανάγκη από ένα νέο θεσμικό σύστημα που θα υπηρετεί το λαό και όχι ο λαός να είναι στην υπηρεσία του συστήματος. Ένα νέο θεσμικό πλαίσιο που θα παρέχει τη δυνατότητα σε όλους τους Έλληνες να συμμετέχουν αποφασιστικά στη ρύθμιση της τύχης τους.
Η συνεχής συμμετοχή, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, στην άσκηση της εξουσίας θα οδηγήσει το άτομο στην κοινωνική ολοκλήρωση, γεγονός που με τη σειρά του θα αποτελέσει αντίδοτο στην αλλοτρίωση και την πτώση. Πρέπει η δημοκρατία να καταστεί βίωμα, τρόπος ζωής. Να παρέχονται ίσες ευκαιρίες, έτσι ώστε να μπορεί το απλό άτομο, με μοναδικό εφόδιο την προσωπική αξία του και την κοινωνική προσφορά του, να ανεβαίνει μέχρι τα ανώτατα αξιώματα που η ίδια η κοινωνία αναγνωρίζει.
Η αλλαγή του θεσμικού συστήματος θα οδηγήσει αυτομάτως στην κατάρρευση του παλαιοκομματισμού. Ο λαός θα ελευθερωθεί πολιτικά και ελεύθερος πλέον μπορεί μόνος του να βρει τα δικά του σημεία ισορροπίας. Όταν οι συμβιβαστικές λύσεις, που θα διαχέουν ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, είναι αποτέλεσμα ορθολογικών, αυτοπροσδιοριζόμενων και συνειδητών επιλογών, τότε η ενότητα της κοινωνίας και η πρόοδος της είναι εξασφαλισμένες. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η -σοφή- αντίληψη των αρχαίων για τη διατήρηση της δημοκρατίας ήταν το μέτρο.
Στη χώρα μας, εξαιτίας της πολιτικής πρακτικής που κατάφερε κατ’ επανάληψη να χωρίσει το λαό σε νικητές και ηττημένους, να τον βάλει σε «μαντριά» και να ξεχωρίσει και αυτά τα καφενεία σε «μπλε» και «πράσινα», η έννοια του συμβιβασμού και η αποδοχή της αντίθετης άποψης θεωρούνται ακατανόητες. Το γεγονός αυτό αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της διαπίστωσης ότι οι Έλληνες απέχουν πολύ από το να ζουν δημοκρατικά. Η επιδοκιμασία της πλειοψηφίας του λαού δεν πρέπει να δίνει στην άρχουσα ηγετική κομματική ομάδα τη δύναμη να αντιμετωπίζει το μέρος εκείνο του λαού που μειοψήφησε, ως ηττημένο, που πρέπει να λαφυραγωγηθεί.
Είδαμε και σε άλλο σημείο του βιβλίου αυτού πως ο σεβασμός προς κάθε αξία στην Ελλάδα σήμερα έχει χαθεί. Και αυτό είναι αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, του γεγονότος πως και αυτές οι ίδιες οι αξίες τις περισσότερες φορές είναι κίβδηλες. Αν όμως εξασφαλίζονταν οι κατάλληλες και αποδεκτές εκείνες διαδικασίες ανάδειξης και προβολής της πραγματικής αξίας, τότε και η αξία θα γινόταν αποδεκτή και σεβαστή και θα παρέχονταν τα κίνητρα εκείνα και οι ανάλογες ηθικές πιέσεις για τη διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού προτύπου.
Κινητήρια δύναμη προόδου μιας κοινωνίας είναι, χωρίς αμφιβολία, οι ίδιοι οι άνθρωποι. Δεν γίνονται μεγάλες κοινωνίες χωρίς μεγάλους ανθρώπους, χωρίς ανθρώπους με προσωπικότητα, χωρίς, σε τελική ανάλυση, ανθρώπους των οποίων οι προσπάθειες θα αναγνωρίζονται από τους συνανθρώπους τους.
Το νέο Σύνταγμα θα πρέπει να ανθρωποκεντρικό. Να θεσμοθετεί ένα ανοικτό πολιτικό σύστημα, στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο θα παίζουν η ανθρώπινη προσωπικότητα και η πρωτοβουλία, η ανθρώπινη αξία και η αξιοπρέπεια. Ένα σύστημα ανοικτό από κάτω προς τα πάνω, που δεν θα βάζει φραγμούς στα ικανά άτομα ούτε θα ευνοεί τη δημιουργία προσωπικού κατεστημένου. Ένα σύστημα που θα απεχθάνεται τη μάζα και θα ευνοεί την ανθρώπινη κοινωνία.
Θα πρέπει τα διάφορα συλλογικά όργανα σε όλη την πολιτική κλίμακα να είναι διαρθρωμένα θεσμικά έτσι ώστε να μην παρατηρείται απώλεια της ατομικής εμβέλειας, αλλά η ατομική προσωπικότητα να έχει ουσιαστικό βάρος και να επηρεάζει τη λήψη συλλογικών αποφάσεων.
Είναι ανάγκη να γίνει απολύτως κατανοητό πως η δημοκρατία αφορά την ίδια την ψυχική ολοκλήρωση του ανθρώπου και σε καμία περίπτωση δεν είναι θεωρήσιμη ή διαπραγματεύσιμη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. «Επιτάφιος», Θουκυδίδη, βιβλίο Β, σελ. 37.
2. Βλ. σχετικά Roy Mcridis «Σύγχρονα πολιτικά συστήματα (Ευρώπη)» (1981), εκδ. Παπαζήση, τ.Α, σελ. 56.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s