Γιώργος Κοντογιώργης: Ο ελληνισμός, ο χριστιανισμός, η οικουμένη και ο νεότερος κόσμος (Mέρος Πρώτο)

Του Γιώργου Κοντογιώργη*
  1. Το ερώτημα τι είναι πράγματι ο ελληνισμός και ποια η σχέση του με την οικουμένη και τον χριστιανισμό, οφείλει να απαντηθεί συγχρόνως με τη διερώτηση γιατί ο νεότερος κόσμος ασχολείται συστηματικά μαζί του και όχι με άλλους ιστορικούς λαούς, όπως λ.χ. με τους Κινέζους. Γιατί, με άλλα λόγια, ο ελληνισμός διατηρεί στις ημέρες μας μια τόσο σημαίνουσα επικαιρότητα; Η ίδια αυτή διερώτηση μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα εξίσου αδιαμφισβήτητο γεγονός: ότι ο ελληνισμός έχει να επιδείξει μια μεγαλειώδη διαδρομή στην κοσμοϊστορία, η οποία όμως δεν αφορά απλώς στο παρελθόν. Συγκροτεί από μόνος του ένα, όπως θα λέγαμε, παράδειγμα, που ανάγεται, υπό μια έννοια, στο μέλλον της ανθρωπότητας. Εξού και φαίνεται να είναι αξεπέραστος.
Όντως, ο ελληνικός κόσμος αποτελεί το μόνο ιστορικό παράδειγμα που ορίζεται όχι περιοριστικά ως έθνος, ως ένας μεταξύ των άλλων λαών (εθνών ή εθνοτήτων), αλλά ως γένος, ως ένα συνεκτικό και αύταρκες εξ επόψεως ιδιοσυστασίας και εξελικτικής λογικής σύνολο κοινωνιών των οποίων το διακριτικό γνώρισμα υπήρξε η συγκρότησή τους με όρους ελευθερίας. Για πρώτη φορά ένας ολόκληρος κόσμος, ο ελληνικός, κινείται στην ιστορία με γνώμονα την ελευθερία του ανθρώπου (το κοινωνικό-οικονομικό και πολιτικό, θεσμικό, αξιακό, πολιτισμικό φορτίο της ελευθερίας) και όχι ως πρωτόγονη ορδή ή ως δεσποτική (υπόδουλη, δουλική ή δουλοπαροικιακή) κοινωνία. Από την εμφάνιση του ελληνισμού στο ιστορικό προσκήνιο η ανθρωπότητα εισέρχεται σε μια νέα εποχή κατά την οποία αλλάζει δραματικά η έννοια του «κοινωνικού ανθρώπου».
Η κοσμοϊστορία περιοδολογείται εφεξής με μέτρο την κοσμοσυστημική της σημειολογία, που στο βάθος αναγγέλλει το τέλος της δεσποτείας. Η κατάληξη «…ισμός», που χρησιμοποιείται στις ημέρες μας για να ορίσει τον ελληνικό κόσμο, χωρίς ίσως συνείδηση του γεγονότος, αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα αποδίδει. Ευθεία προέκταση, δηλαδή δημιούργημα του ελληνικού κοσμοσυστημικού παραδείγματος, αποτελεί ο πολιτισμός της ελευθερίας που βιώνουμε στις ημέρες μας κατά το μάλλον ή ήττον στο σύνολο του πλανήτη. Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι οι Έλληνες συγκροτήθηκαν ως κοσμοσύστημα, σε ένα πλήθος κοινωνιών/κρατών, με πρόσημο τις πόλεις, αποτέλεσαν μόνοι τους ένα κοσμοσύστημα ανθρωποκεντρικού τύπου. Ενώ σήμερα οι λαοί συγκροτούν όλοι μαζί το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα. Το ελληνικό και το εθνοκρατικό ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα διαφέρουν ως προς την κλίμακα. Το ένα δομήθηκε μα βάση τη μικρή κλίμακα της πόλης, το άλλο με τη μεγάλη κλίμακα του λεγόμενου κράτους έθνους. Εξού και κάθε έθνος στεγάζεται καταρχήν σε ένα και μοναδικό κράτος.
Μια άλλη διαφορά που διακρίνει τον ελληνικό κόσμο από τον σημερινό κόσμο αναφέρεται στην ωριμότητά τους. Ο σημερινός κόσμος διανύει προφανώς τη βρεφική περίοδο της ανθρωποκεντρικής του ιστορίας, σε αντίθεση με τον ελληνικό κόσμο ο οποίος διέτρεξε το σύνολο της εφικτής ανθρωποκεντρικής εξελικτικής διαδρομής έως την ολοκλήρωσή της.
Τέλος, η ιδιαιτερότητα του γεγονότος ότι ο ελληνισμός ενσάρκωσε κατά τρόπο μοναδικό το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα -επειδή αυτός το δημιούργησε και το ανέπτυξε στη διάρκεια της κοσμοϊστορίας- είχε ως συνέπεια η προσέλευση των άλλων ανθρώπων ή λαών να οδηγήσει στην εξομοίωσή τους με την έννοια του Έλληνα. Όσο περισσότερο προσήρχοντο στον ανθρωποκεντρικό τρόπο του βίου, τόσο προσομοίαζαν στον Έλληνα άνθρωπο.
Οι ανωτέρω ολίγες επισημάνσεις διευκρινίζουν τους λόγους που οι νεότεροι εξακολουθούν να δείχνουν τέτοια προσήνεια στον ελληνικό πολιτισμό. Τον θαυμάζουν όχι με την έννοια της επιστροφής σ’αυτόν, δηλαδή με την αναβίωσή του, όπως πίστεψαν οι πρώτοι ανθρωποκεντρικοί θύλακες της εποχής της Αναγέννησης, αλλά ως την πατρογονική πηγή τους πρωταρχικά, ως παράδειγμα του τρόπου του βίου με πρόσημο τον ελεύθερο άνθρωπο επίσης και, προφανώς, γιατί στην πνευματική του γραμματεία ανακαλύπτει κανείς θαυμαστές και αξεπέραστες δημιουργίες.
Παρόλον όμως ότι πολλοί νομίζουν ότι ο ελληνικός κόσμος έχει πια ξεπερασθεί, συμβαίνει πράγματι η επικαιρότητά του να επεκτείνει διαρκώς τον βίο της, με την έννοια ότι όσο εξελίσσεται ο νεότερος κόσμος τόσο διαπιστώνει ότι τα βήματά του προσομοιάζουν με εκείνα που διέδραμε ο ελληνισμός. Τι είναι άραγε αυτό που συντελεί ώστε ο βηματισμός του νεότερου ανθρώπου να γίνεται στα χνάρια του ελληνικού κόσμου. Το γεγονός ακριβώς που επισήμανα ήδη, ότι ο ελληνισμός ως κοσμοσύστημα έχει να επιδείξει μια πλήρη διαδρομή με γνώμονα το ανάπτυγμα της ελευθερίας στο ατομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, εν αντιθέσει προς τον νεότερο κόσμο που βιώνει μόλις την πρώιμη περίοδο της ανθρωποκεντρικής του ιστορίας (της ατομικής ελευθερίας). Όσο και αν η μετάβαση από την μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, από την πόλη κράτος στο κράτος έθνος, άλλαξε δραματικά τα δεδομένα, δεν παύει ο νεότερος άνθρωπος να διάγει την βρεφική ανθρωποκεντρική του ηλικία.
  1. Για να αντιληφθούμε τη διαφορά αυτή, για να κατανοήσουμε την ουσία του ελληνισμού και, κατά τούτο, το γιατί της επικαιρότητάς του στις ημέρες μας, θα πρέπει να σταθούμε στην ουσία του, να αναζητήσουμε τα θεμέλια «αξιακά φορτία» του.
Επισημάναμε ήδη ότι τα «φορτία» αυτά εξισώνονται με εκείνα του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού που οικοδόμησε και ενσάρκωσε στη διάρκεια της ιστορίας ο ελληνικός κόσμος, μέχρι τους νεότερους χρόνους. Θα αναφερθώ όλως ενδεικτικά σε ορισμένα από αυτά.
Πρώτον, η έννοια της κοινωνικής ή ταυτοτικής συλλογικότητας που εδράζεται όχι στο πρόσωπο ενός ιδιοκτήτη ανθρώπων, αλλά στο κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο στο οποίο συναντώνται οι άνθρωποι με πρόσημο την ελευθερία. Το συνανήκειν στη συλλογικότητα και όχι στην ιδιοκτησία τρίτου τινός. Αυτό συμβαίνει από τη στιγμή που οι κοινωνίες συγκροτούνται με όρους ελευθερίας, δεδομένου ότι μόνον ο ελεύθερος άνθρωπος ταξινομεί εαυτόν ως ταυτοτική οντότητα, δηλαδή ως κοινωνική ατομικότητα. Η συνείδηση του ανήκειν σε μια κοινωνία ανθρώπων είναι η πολιτισμική βάση του συλλογικού υποκειμένου. Εάν στην πολιτισμική αυτή «συγγένεια» παρεμβληθεί η έννοια της ελευθερίας, η βούληση των μελών που απαρτίζουν την κοινωνική συλλογικότητα θα αξιώσει την αυτονομία της. Οπότε θα αναδυθεί η έννοια του έθνους. Το έθνος είναι σήμερα το μεγάλο πολιτικό σπίτι μιας πολιτισμικά συνεκτικής κοινωνικής συλλογικότητας. Χωρίς τον πολιτικό αυτοκαθορισμό της εθνικής συλλογικότητας, δεν είναι εφικτή η ύπαρξη των άλλων επιμέρους ελευθεριών. Δεν δύναται επομένως να υπάρξει ελευθερία χωρίς το έθνος, την πολιτική αυτοκαθοριστική βούληση έναντι του «άλλου». Μέσα στο έθνος συγκροτούνται ως ελεύθεροι οι άνθρωποι και σ’αυτό επιβεβαιώνεται το καθεστώς τους δια της ιδιότητας του πολίτη. Το είδος του πολίτη επικυρώνει το συμβατικό γεγονός της ελευθερίας και το εύρος της: εάν θα αφορά μόνο στην ατομική ή και στην πολιτική ελευθερία. Με άλλα λόγια, η έννοια του έθνους διδάσκει ότι είμαστε ως άτομα, μέλη της κοινωνίας, αλλά και ως συλλογικότητα ελεύθεροι. Αυτό το μέγιστο επίτευγμα του ελληνισμού, το έθνος, υπαινιχθήκαμε ήδη ότι δομήθηκε με γνώμονα τον τρόπο της πολιτικής του συγκρότησης, την μικρή κλίμακας της ανθρωποκεντρικής του σημειολογίας, δηλαδή ως έθνος κοσμοσύστημα και όχι ως έθνος κράτος. Η αντιμετώπιση των μειζόνων εθνικών κινδύνων γινόταν στη βάση συνέργειας των πόλεων, δηλαδή με κοινές πολιτικές δράσεις. Αυτό συνέβη για παράδειγμα στα τρωικά ή στα περσικά. Αργότερα όμως, όπως θα δούμε, το σύνολο έθνος εκφράσθηκε πολιτικά μέσω ενός νέου τύπου κράτους, της κοσμόπολης.
Όμως, η προσάρτηση στην εθνική συλλογικότητα της ατομικής και της σύνολης έναντι του «άλλου» ελευθερίας, μπορεί να ικανοποιεί τα μέλη της όταν διάγουν το βρεφικό στάδιο της ανθρωποκεντρικής τους εξέλιξης. Δεν αρκεί όμως, περαιτέρω, δηλαδή στο στάδιο της ωριμότητάς της. Εν προκειμένω, θα εγερθεί το ερώτημα της ευθύνης για το έθνος, ποιος έχει την ευθύνη για τη διακυβέρνηση της κοινωνικής συλλογικότητας. Θα αφεθεί να την κυβερνάει, να αποφασίζει για την ατομική ενός εκάστου των μελών και για τη συλλογική της μοίρα, ένας ή ολίγοι ή θα αναλάβουν από κοινού την ευθύνη της, να αυτοκυβερνηθούν; Το κορυφαίο σύστημα που καταξιώνει την ελευθερία της κοινωνικής συλλογικότητας, του έθνους, στην πιο ολοκληρωμένη της μορφή είναι η δημοκρατία. Η δημοκρατία δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργήθηκε τον 5ο αιώνα πΧ και όχι νωρίτερα. Είναι η φάση της ωριμότητας του ελληνικού κόσμου. Όλοι πιστεύουν σήμερα ότι η δημοκρατία υπήρξε υπόθεση δύο μόλις αιώνων και ότι επίσης δημιουργήθηκε χάρη στους δούλους. Και οι δύο αυτές εντυπώσεις είναι ψευδείς. Οι νεότεροι αγνοούν ότι αυτή η δημοκρατία αποτέλεσε ιστορικό βίωμα του ελληνικού κόσμου μέχρι τις παρυφές του 20ου αιώνα, μαζί με την θεμελιώδη κοινωνία του ελληνισμού, τα κοινά/πόλεις. Και ότι, μετά από μια στιγμή, η δουλεία, σταδιακά μέχρι τις απαρχές του Βυζαντίου, ουσιαστικά εξέπεσε και όλα τα μέλη της πόλης ήσαν πολίτες, δηλαδή ελεύθεροι.
Από την άλλη, η πολιτεία που σήμερα αποκαλούμε δημοκρατία δεν είναι ούτε κατά μικρόν δημοκρατία ούτε καν αντιπροσώπευση. Ο ισχυρισμός ότι το σημερινό σύστημα είναι συνάμα δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό, ενώ δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο και, φυσικά, δεν είναι δυνατόν να είναι ταυτόχρονα και τα δύο, αποτελεί ιδεολογικό βιασμό της αλήθειας του πράγματος. Παρόλ’αυτά, κομίζει την υπόσχεση ότι στο μέλλον θα πλησιάσει κάποια στιγμή τη δημοκρατία, σε αυτό που ήταν η ελληνική δημοκρατία. Για τον ευρωπαίο, για τον νεότερο άνθρωπο, η δημοκρατία είναι ένα άπιαστο όνειρο, ένα ιδεώδες. Γι’αυτό και άλλοι πιστεύουν ότι η δημοκρατία είναι μια πολιτεία ξεπερασμένη ή έστω ανέφικτη στην εποχή μας. Όντως, η δημοκρατία δεν συνάδει με την εποχή μας, όχι διότι ανάγεται στο παρελθόν της ανθρωπότητας, αλλά επειδή είναι ασύμβατη με το στάδιο της πρωτο-ανθρωποκεντρικής ανάπτυξης που διέρχεται ο κόσμος σήμερα. Με διαφορετική διατύπωση, η δημοκρατία έχει τον δικό της χρόνο στην κοσμοσυστημική ιστορία, όπως κάθε άλλη πολιτεία. Και αυτός ο χρόνος τοποθετείται στο μέλλον, στο τέλος της διαδικασίας ωρίμανσης των ανθρωποκεντρικών συνθηκών όχι στο πρώιμο στάδιό της. Για τον λόγο αυτόν ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει εγγράψει τη δημοκρατία στο αξιακό του οπλοστάσιο. Εννοώ με αυτό, τον σκοπό της δημοκρατίας, δηλαδή την καθολική (ατομική, κοινωνική και πολιτική) ελευθερία. Διότι η πολιτεία της δημοκρατίας δεν αποτελεί αυτοσκοπό, είναι το μέσον για την πραγμάτωση του σκοπού της ολοκληρωμένης ανθρωποκεντρικά κοινωνίας, που είναι η πλήρης ελευθερία.
Έχει μάλιστα ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι το διακύβευμα της δημοκρατίας -ως σκοπός και ως σύστημα- απουσιάζει στην ολότητά του από τη συζήτηση που διεξάγεται σήμερα μεταξύ των πλέον διακεκριμένων φορέων της διανόησης. Στον αντίποδα, δείχνουν να εφησυχάζουν ορίζοντας ένα κατεξοχήν πρώιμο ολιγαρχικό πολιτειακό σύστημα ως δημοκρατία. Παρόλ’αυτά, η φιλοσοφία γεννήθηκε στην προσπάθεια του ανθρώπου να εξηγήσει τα φαινόμενα, να κατανοήσει τον σύνθετο βίο που συνεπάγεται η κοινωνική του υπόσταση ως ελεύθερη οντότητα: τη σχέση του με την φύση, την αντίληψη της φύσης του κόσμου, τη συγκρότηση του κοινωνικού ανθρώπου και την ερμηνεία του εξελικτικού του γίγνεσθαι. Η αναζήτηση της αρμονίας και του μέτρου των ανθρωπίνων σχέσεων αποτέλεσε την πρώτη προτεραιότητα της ελληνικής φιλοσοφίας σε έναν κόσμο που είχε ροπή προς την ύβρη. Γιατί άραγε, μας παραγγέλλει ο φιλόσοφος, πρέπει να έχουμε μέτρο και αρμονία στα ανθρώπινα; Διότι εάν υπερβούμε τις αρχές αυτές θα αδικήσουμε, θα σκοντάψουμε καθοδόν, θα δημιουργήσουμε την ύβρη, την ανισορροπία και τις ανισότητες στις κοινωνικές μας σχέσεις, εντέλει την καταστροφή. Η αναζήτηση της αιτίας των πραγμάτων, των κοινωνικών φαινομένων, ανήκει στη φιλοσοφία, το κατεξοχήν δημιούργημα του ανθρωποκεντρικού, δηλαδή του ελληνικού πολιτισμού.    Η φιλοσοφία επίσης θα δώσει απάντηση στο γιατί οι κοινωνίες με ελευθερία γεννούν μεγαλύτερες ανάγκες στον άνθρωπο από ό,τι οι δεσποτικές κοινωνίες. Γιατί, με άλλα λόγια, ο Έλληνας άνθρωπος κλήθηκε να κινητοποιήσει το μυαλό του, να σκεφθεί αφενός πώς θα συγκροτήσει μια ελεύθερη κοινωνία, να εξηγήσει τις κοινωνικές σχέσεις, να κατανοήσει την εξέλιξη και αφετέρου, να δώσει λύσεις για την ικανοποίηση των νέων αναγκών που δημιουργεί η δυναμική της ελεύθερης συμβίωσης των ανθρώπων. Περαιτέρω, μια μείζονος σημασίας κατάκτηση του ελληνικού πολιτισμού είναι οι επιστήμες.: τα μαθηματικά, η αστρονομία, η ναυπηγική, η πολεοδομία, η γεωγραφία κ.α. κλήθηκαν να ικανοποιήσουν τον σκοπό αυτόν. Και επίσης οι τέχνες που θεραπεύουν την αισθητική περιέργεια του ελεύθερου ανθρώπου. Επομένως εάν ο Έλληνας άνθρωπος είναι στη βάση όλου αυτού του πνευματικού, αισθητικού και υλικού πολιτισμού είναι διότι υποστασιοποιήθηκε ανθρωποκεντρικά, δημιούργησε μια νέα αντίληψη για τον άνθρωπο, βασισμένη στην ελευθερία. Κατά λογική ακολουθία, αφού η νεότερη εποχή είναι το αποτέλεσμα της μετακένωσης του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού σ’αυτήν με αφετηρία την Εσπερία, και τα δημιουργήματά του ήταν αναπόφευκτο να κληθούν να συμβάλουν στη γένεση του νέου ανθρωποκεντρικού κόσμου. Ώστε, δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα το ουσιώδες της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής ορολογίας, της τέχνης, των επιστημών, της φιλοσοφίας, έχουν ελληνική προέλευση, έμπνευση ή ρίζα. Ακόμη και η ονοματολογία των Ηπείρων, περιοχών του πλανήτη, χωρών ή λαών ανάγονται ή έγινε γνωστή στον νεότερο άνθρωπο από την ελληνική γραμματεία.
Μια άλλη διάσταση κορυφαία, της ελληνικής κληρονομιάς, η οποία ορίζει την φύση της ζωής μας, διότι είναι θεμέλια για την υποστασιοποίηση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, είναι η νομισματική οικονομία. Η εισαγωγή του νομίσματος λειτούργησε ως καταλύτης για την μετάβαση του ελληνικού κόσμου από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό. Αντί να ανταλλάσουμε προϊόντα μεταξύ μας, όπως γινόταν έως τότε και όπως συνέβαινε στον υπόλοιπο δεσποτικό κόσμο που ήταν έξω από την ελληνική επιρροή, μέχρι τους νεότερους χρόνους, οι Έλληνες εισήγαγαν το νόμισμα στις συναλλαγές τους. Το νόμισμα αλλάζει άρδην την φύση της κοινωνίας. Την κάνει ανθρωποκεντρική. Διευκολύνει επίσης την ανταλλαγή, την ανάπτυξη της παραγωγικής οικονομίας, την συσσώρευση πλούτου, αλλά και τις χρήσεις του για την άσκηση κοινωνικής επιρροής ή εξουσίας. Αλλάζει ολότελα τις κοινωνικές σχέσεις, καθώς διαμορφώνει μια νέα παράμετρο στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης ή αργότερα ο Λέων ο Σοφός, η οποία κινείται πέραν της δεσποτικής εξάρτησης. Η ανάγκη να ρυθμισθεί η θέση και η λειτουργία της νομισματικής οικονομίας, προκειμένου να ισορροπούνται οι κοινωνικές σχέσεις ώστε να μην οδηγούν σε εξαρτήσεις ή σε δυσβάστακτες ανισότητες για τον ελεύθερο άνθρωπο ή που ακυρώνουν την ελευθερία του και να υπηρετήσει το κοινό συμφέρον, αποτέλεσε την μείζονα συμβολή του Έλληνα ανθρώπου. Ως προς αυτό, μας έδωσε εξέχουσας σημασίας παραδείγματα, τα οποία αποκρυσταλλώθηκαν σε οικονομικά συστήματα, που όμως αποτελούν ακόμη και θα αποτελούν για πολύ ζητούμενο για την πρωτο-ανθρωποκεντρική νεοτερικότητα.
Θα προσθέσω την κεφαλαιώδη σημασία της ελληνικής γλώσσας και των ελληνικών αλφαβήτων. Η ελληνική γλώσσα ως φορέας νοηματοδοτήσεων και επικοινωνίας του ανθρωποκεντρικού κόσμου κλήθηκε να αποδώσει φαινόμενα, δηλαδή έννοιες καθοδόν προς την ανθρωποκεντρική της ολοκλήρωση, που ακόμη και σήμερα τις περισσότερες από αυτές, ο νεότερος κόσμος αδυνατεί να κατανοήσει, τις παραφράζει ή τις παραποιεί, καθώς δεν έχει ακόμη βιώσει αντίστοιχες παραστάσεις τους.
Το αλφάβητο, στο πλαίσιο αυτό, είναι το όχημα για την αποτύπωση των εννοιών, του στοχασμού, της σκέψης και της γνώσης, αλλά και της μέτρησης των πραγμάτων, των ανταλλαγών κλπ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα τρία σημαίνοντα αλφάβητα της ανθρωποκεντρικής πρωτοπορίας του νεότερου κόσμου, το αττικό (το και ελληνικό καλούμενο), το χαλκιδικό (το και λατινικό καλούμενο) και το κυριλλικό (το και σλαβικό καλούμενο) είναι ελληνικά.
Η ελληνική γλώσσα είναι ένας μεγαλειώδης μάρτυρας, αλλά και κομιστής πολιτισμού, με τα προϊόντα της οποίας μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την κοσμοϊστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Γλώσσα και αλφάβητο είναι δύο φορείς πολιτισμού που σε σημαντικό βαθμό μετακενώνουν το περιεχόμενο τους εκεί όπου διακτινώνονται.
Οι σημερινές γλώσσες είναι ακριβώς αποδεικτικές της πρώιμης ανθρωποκεντρικής φάσης που διέρχεται ο νεότερος κόσμος. Αφού προσέγγισαν ως μητρική, αμέσως ή εμμέσως, την ελληνική, για να αντλήσουν από αυτήν τις ανθρωποκεντρικές έννοιες, τις οικειοποιήθηκαν εντούτοις κατά τρόπο μερικό. Πρώτον, επέλεξαν να υιοθετήσουν τις έννοιες εκείνες που ανάγονται στα βιώματα της πρωτο-ανθρωποκεντρικής εποχής που διέρχονται. Τούτο είναι απολύτως φυσικό. Δεν δύναται κανείς να αξιώσει από ένα βρέφος να κατανοεί και να ενδύεται με τα θεσμικά υποστατικά του ενήλικου ανθρώπου. Παρέλαβε όμως και έννοιες των επόμενων εξελικτικών διαδρομών/φάσεων του ανθρωποκεντρικού γίγνεσθαι, τις οποίες αποκένωσε από το περιεχόμενό τους και, μάλιστα, πολλές τις επικαλέσθηκε για να μεθερμηνεύσει ή να συγκαλύψει την πραγματική φύση των φαινομένων της εποχής της. Χαρακτηριστικά παραδείγματα προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση, αποτελούν οι θεμελιώδεις πολιτικές έννοιες, όπως η δημοκρατία, η αντιπροσώπευση, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ισότητα, η πολιτεία, η πολιτειότης, το κράτος, το πολιτικό σύστημα, η κοσμόπολη, ο κοσμοπολίτης κλπ.
  1. Αυτό είναι εν ολίγοις το περίγραμμα μιας πρότασης πολιτισμού που δημιουργήθηκε και διακινήθηκε στην ιστορία από τον ελληνικό κόσμο από τις απαρχές του μέχρι τους νεότερους χρόνους. Βεβαίως καθοδόν προσήλθαν και άλλοι λαοί στο ελληνικό ανθρωποκεντρικό κεκτημένο έως ότου σήμερα με τη μετάβαση στη μεγάλη κλίμακα, να κατακτήσει το σύνολο του πλανήτη.
Όταν όμως μιλάμε για ένα τόσο μεγάλο ιστορικό διάστημα με τόσες κεφαλαιώδους σημασίας μεταβολές, που αντιστοιχούν σε ισάριθμες φάσεις του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, είναι φυσικό να διερωτηθούμε εάν όλο αυτό το διάστημα ήμασταν Έλληνες, εάν δηλαδή είχαμε συνείδηση κοινωνίας Ελλήνων και εάν επίσης βιώναμε απαρέγκλιτα το ανθρωποκεντρικό καθεστώς της ελευθερίας. Ποιο ήταν άραγε το καθεστώς των Ελλήνων σε εποχές που υπέκυψαν σε δεσπότες κατακτητές; Παρέμειναν οι Έλληνες υπό ένα ανθρωποκεντρικό καθεστώς, μολονότι εθνικά ήσαν υπόδουλοι, ή περιήλθαν σε ένα καθεστώς κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής δεσποτείας; Οπότε, ήταν φυσικό να απολέσουν και την εθνική τους συνείδηση; Θα λέγαμε αβιάστως ναι. Η ελευθερία παρέμεινε ως σταθερά και αντιτείνονταν στον εθνικό κατακτητή, που αναγκάσθηκε να αποδεχθεί και να συμβιώσει με την ανθρωποκεντρική βάση του ελληνικού κόσμου, καθώς αυτή ήταν προϋπόθεση για την άντληση από αυτόν πλούτου. Έτσι έγινε κατά τους ρωμαϊκούς και τους οθωμανικούς χρόνους.
Από την άλλη, οι μεγάλες αλλαγές που έφεραν νέες πτυχώσεις στον ανθρωποκεντρικό πολιτισμό δεν αλλοίωσαν την θεμέλια βάση της ελληνικής ταυτότητας στον χρόνο. Βεβαίως ο ελληνισμός της πόλης κράτους και εκείνος της οικουμένης, της Αθήνας, της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινούπολης, δεν είναι ίδιος ως προς τις φάσεις τους που αντιπροσωπεύουν, είναι όμως ελληνισμός. Κατά την ίδια έννοια που ένας άνθρωπος από τη στιγμή που γεννιέται έως τη στιγμή που περατώνει τον βίο του υφίσταται οβιδιακές μεταβολές όμως κανείς δεν διανοείται να αρνηθεί ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο με την ίδια συνείδηση ταυτότητας. Οι πηγές καταδεικνύουν ότι ουδέποτε οι Έλληνες έπαψαν να δηλώνουν την ελληνικότητά τους.
Βασικές σταθερές που συγκροτούν την έννοια της συνέχειας του ελληνισμού είναι ο ανθρωποκεντρικά διατεταγμένος χαρακτήρας του και η συνείδηση συλλογικής ταυτότητας ή, αλλιώς, κοινωνίας, που δηλώνει την αναγνωρισιμότητά της στο ελληνικό ιδίωμα. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι διανοητό να διαπιστώνεται η ελληνική συνέχεια έως μια ορισμένη περίοδο, να την διακόπτουμε στη συνέχεια και μετά από έναν ορισμένο χρόνο να την επανευρίσκουμε ενώπιόν μας. Κατά την ίδια έννοια που δεν γίνεται να αρνούμεθα την δήλωση ταυτότητας σε μια κοινωνική συλλογικότητα, επειδή αυτή δεν προσομοιάζει με εκείνη της εποχής μας.
Μια άλλη κεφαλαιώδης παράμετρος της επικαιρότητας και της σημασίας του ελληνικού κόσμου αφορά στις φάσεις που διαγράφονται δίκην πανοράματος στην ανθρωποκεντρική εξέλιξη. Η εποχή μας δεν γνωρίζει παρά την πρώιμη ανθρωποκεντρική εποχή κατά την οποία το σύνολο κοσμοσύστημα προσλαμβάνεται ως το άθροισμα των κρατών που το απαρτίζουν. Επιπλέον, και εντός του κράτους στο στάδιο αυτό οι κοινωνίες βιώνουν παραδειγματικά μια αυστηρή όπως είδαμε ολιγαρχική πολιτεία. Επομένως, ο ελληνικός κόσμος, επειδή ολοκλήρωσε μια πλήρη ανθρωποκεντρική σταδιοδρομία, μας πληροφορεί όχι μόνο για τις έννοιες/φαινόμενα και το χρόνο τους εντός του κράτους/κρατοκεντρισμού, αλλά και για μια κοσμοϊστορικής σημασίας φάση, την μετα-κρατοκεντρική οικουμένη.

(Τέλος πρώτου μέρους)
*Παραινετική ομιλία προς τους νέους, μαθητές των εκπαιδευτηρίων Γείτονα (27/11/2-13), απο τον Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργο Κοντογιώργη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s