Όταν ακόμη οι Έλληνες στοχάζονταν τη δημοκρατία σε κρατικό περιβάλλον Οικουμενικής Κοσμόπολης.

Για να αντιληφθούμε επιτέλους ποιος είναι ο κακός δαίμων του νεοελληνικού κόσμου: Η ελληνική κοινωνία και οι κληρονομιές της όπως διατείνεται η καθεστωτική άμα και μηρυκαστική διανόηση και οι κρατοδίαιτες πολιτικοοικονομικές ελίτ ή το ολιγαρχικό και γι’αυτό δυναστικό κράτος της πρωτο-ανθρωποκεντρικής νεοτερικότητας;
Απόσπασμα από το βιβλίο, Γ.Κοντογιώργης, Η «Ελληνική Δημοκρατία» του Ρήγα Βελεστινλή, Εκδόσεις Παρουσία/Αρμός, Αθήνα, 2008, σελ. 110-113.

«Η καθολική ελευθερία ως υπόβαθρο της «Ελληνικής Δημοκρατίας»

Σε κάθε περίπτωση, η Πολιτεία του Φεραίου διανοητή λαμβάνει ως δεδομένη την ανθρωποκεντρική φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας. Στο μέτρο, μάλιστα, που η ελευθερία στο Ρήγα δεν είναι η απλώς ατομική, στην οποία αποβλέπουν οι κοινωνίες που εστιάζουν το πρόταγμά τους στην απόσειση της φεουδαρχίας,1 επιβεβαιώνεται η πρωταρχική μου διαπίστωση ότι έχει επίγνωση του ανθρωποκεντρικού γινομένου των ελληνικών κοινωνιών και είναι πλήρως εναρμονισμένος με το οικουμενικό τους στάδιο.

Αρκεί, ως προς αυτό, να επικαλεσθούμε ορισμένα παραδείγματα σε ό,τι αφορά στο κράτος του Ρήγα. Ο Φεραίος διανοητής δηλώνει ρητά ότι το κράτος του είναι ένα («με όλον οπού συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον του διάφορα γένη»2) και αδιαίρετο («με όλον οπού ποταμοί και πελάγη διαχωρίζουν τες επαρχίες του»3). Δεν είναι όμως πολιτειακά ενιαίο ούτε και πολιτικά κυρίαρχο. Η διαφορά είναι κεφαλαιώδης. Η έννοια του ενός και αδιαιρέτου κράτους υποδηλώνει την ενότητα της επικράτειας, όχι όμως την ενιαία πολιτειακή της συγκρότηση και, μάλιστα, εν είδει κράτους που ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα. Το ενιαίο πολιτειακά και πολιτικά κυρίαρχο κράτος ανάγεται στην πρώιμη φάση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος κατά την οποία αυτό συγκεντρώνει στα χέρια του το σύνολο της καθολικής πολιτικής αρμοδιότητας. Το κράτος αυτό, προσφιλές στους θιασώτες του Διαφωτισμού4, απορρίπτεται καθ’ολοκληρίαν από τον Ρήγα, του οποίου το Σύνταγμα διακρίνει ρητώς το πολιτικό σύστημα από το κράτος, καθώς και την πολιτειακή πολυσημία της επικράτειας.

Η πολιτεία του αρθρώνεται στη βάση δυο καταστατικών προϋποθέσεων: η μια εισάγει ένα πλέγμα πολιτειακών αυτονομιών που απαντούν στην πολιτισμική πολυσημία του έθνους. Η άλλη προτάσσει την έννοια του «αυτοκράτορα λαού», ο οποίος, μεταλλαγμένος σε πολιτειακό φορέα, αναγνωρίζεται ως ο μόνος που «ημπορεί να προστάζει δι’όλα χωρίς κανένα εμπόδιον»5. Ο Ρήγας αναφέρεται εδώ στο λαό της σύνολης πολιτείας όπου [δηλαδή στο επίπεδο της οποίας] μόνον ως ολότητα, «αδιαίρετος», «ημπορεί να προστάζει, και όχι ένα μέρος ανθρώπων ή μια πόλις»6. Συγχρόνως στο πλαίσιο των κοινών/πόλεων και στις συμπολιτειακές τους συσσωματώσεις ως λαός ορίζεται το σύνολο των πολιτών τους, οι οποίοι συντεταγμένοι πολιτειακά (δηλαδή ως δήμοι) κατέχουν την καθολική πολιτική αρμοδιότητα.

Οι προϋποθέσεις αυτές συνεκτιμούν πρωταρχικά τις δυο θεμελιωτικές του ταυτοτικού γεγονότος ελευθερίες: την ατομική ελευθερία ενός εκάστου των μελών του κοινωνικού συνόλου, δια της οποίας υποστασιοποιείται η συνείδηση του «είναι» και του «άλλου». Και την εξωτερική ελευθερία του σύνολου Γένους, δια της οποίας αυτό αποκτά πολιτειακό πρόσημο και, κατ’επέκταση, πολιτική ανεξαρτησία ως συνείδηση κοινωνίας.

Συγχρόνως, όμως, υπεισέρχονται οι ποιοτικές διαστάσεις της ελευθερίας που, αφενός ανασυγκροτούν το έθνος της σύνολης κοινωνίας κατά συνεκτίμηση της πολιτισμικής του πολυσημίας και, αφετέρου υποτάσσουν τη σχέση του κοινωνικού σώματος με το οικονομικό και το πολιτικό σύστημα στο διατακτικό της κοινωνικής και της πολιτικής ελευθερίας. Στη σωρευτική τους εκδοχή οι τέσσαρες αυτές διαστάσεις της ελευθερίας απαντώνται μόνο στην τελική φάση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος7.

Κατά τούτο, αξίζει να προσεχθεί ότι, εν αντιθέσει προς τη δυτικο-ευρωπαϊκή πραγματικότητα, στη Νέα Πολιτική Διοίκηση του Ρήγα, αλλά και γενικότερα στην ελληνική διανόηση της εποχής, το ζήτημα της ιδιοκτησίας (η αναδιανομή του φεουδαλικού πεδίου υπέρ των δουλοπαροίκων) και της εργασίας, δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Συγχρόνως, η κοινωνική αντιπαλότητα στις ελληνικές κοινωνίες εστιάζεται στις εφαρμογές του δημοσιονομικού συστήματος, σε δυσμορφίες της οικονομικής αγοράς και, υπό μια άλλη έννοια, στις κοινωνικές προεκτάσεις του εθνικού και του πολιτικού προβλήματος.

Η επισήμανση αυτή αφορά στο σύνολο του ελληνικού κόσμου της εποχής. Είτε πρόκειται για τις αντιθέσεις στο πλαίσιο των κοινών/πόλεων στις οποίες αναφέρονται οι αποφάσεις τους, είτε στις έγγραφες διαμαρτυρίες των χωρικών είτε στις τοποθετήσεις της διανόησης, το κοινωνικό πρόβλημα δεν επικεντρώνεται στην ιδιοκτησία ούτε στη σχέση εργασίας και εργοδοσίας, καθώς η μεν πρώτη είναι ανθρωποκεντρικά συγκροτημένη η δε δεύτερη υποστασιοποιείται σε εταιρική βάση και, συνεπώς, δεν αποτελεί παραγωγικό παράγοντα του κοινωνικού προβλήματος. Με την εξαίρεση του τσιφλικιού, που αποτελεί επιμέρους δυσμενή εκδήλωση της εταιρικής σχέσης στον τομέα της αγροτικής παραγωγής8, στον ελληνικό κόσμο οι αντιθέσεις εστιάζονται κατά κανόνα στο ύψος της φορολογίας ή στην υπέρβαση της φορολογικής οφειλής, στις συνθήκες του δανεισμού, στις τιμές των προϊόντων και, συχνά, στις αυθαιρεσίες των αρχών της οθωμανοκρατίας9.

Αυτή ακριβώς είναι η βάση του κοινωνικού προβλήματος που εγείρεται μεταξύ των άλλων και από τον Ανώνυμο συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας. Για να κατανοηθεί η διαφοροποίηση του ελληνικού έναντι του δυτικο-ευρωπαϊκού κόσμου, πρέπει να έχουμε διαρκώς κατά νουν το γεγονός, που αγνοεί η νεοτερικότητα, ότι το οικονομικό σύστημα στη φάση αυτή του ελληνικού κόσμου είναι εταιρικά συντεταγμένο. Αντί να ανήκει δηλαδή στον ιδιοκτήτη των μέσων της παραγωγής, αποσπάται από αυτόν και περιέρχεται στους συντελεστές της εργασίας ή, εφόσον παρεμβάλλεται το κεφάλαιο, αποδίδει το αρθρωτικό αποτέλεσμα της σχέσης του με τους φορείς της εργασίας.10

1 Όπως στις περιπτώσεις του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης ή, έστω, της πρωτο-ανθρωποκεντρικής περιόδου

2 Άρθρο 1 Συντάγματος.

3 Όπ.παρ. «Αι οποίαι [επαρχίαι] όλαι είναι ένα συνεσφυγμένον αδιάλυτον σώμα».

4 Θα έλεγα δε της νεοτερικότητας στο σύνολό της, δηλαδή και στις μέρες μας. Το κράτος της νεοτερικότητας παραμένει καθολικό ως προς τη λογική της εξουσίας και τη δομή του. Η μετρίαση της καθολικής του ιδιοκτησίας επί του πολιτικού συστήματος, επιχειρείται στις μέρες μας με τη συνάντηση των «στοιχείων» της κοινωνίας μαζί του στο επίπεδο της εξω-πολιτειακής πολιτικής δυναμικής.

5 Άρθρο 25 Διακήρυξης.

6 Όπ.παρ.

7 Εξού και οι δυο αυτές ποιοτικές διαστάσεις της ελευθερίας είναι άγνωστες στη νεοτερικότητα. Περισσότερα για το σωρευτικό αυτό γινόμενο της ελευθερίας και την ανάπτυξή τους στο πλαίσιο της εξελικτικής δυναμικής του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, βλέπε τα έργα μου, Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ. και Το ελληνικό κοσμοσύστημα, όπ.παρ.….

8 Δυσμενή καθόσον η συνάντηση στον τομέα της αγροτικής παραγωγής του πραγματικού ιδιοκτήτη με τον άκληρο καλλιεργητή είναι επιβαρυντική για τους συσχετισμούς.

9 Περισσότερα για το χαρακτηριστικό αυτό ζήτημα στο έργο μου, Κοινωνική δυναμική…, σελ.67 επ.

10 Βλέπε τα έργα μου, «Τα οικονομικά συστήματα και η νεοτερικότητα», όπ.παρ., Πολίτης και πόλις…, όπ.παρ.

Publié par George Contogeorgis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s