Μια σύντομη ιστορία του ISIS

Στον απόηχο των επιθέσεων της 13ης Νοέμβρη στο Παρίσι, μεγάλο μέρος της Αριστεράς έχει συνδέσει την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας (ISIS) με την όξυνση της ιμπεριαλιστικής βίας στη Μέση Ανατολή.

Ο πόλεμος και ο ιμπεριαλισμός, από τη μία πλευρά, και η επέκταση της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας, από την άλλη, συνδέονται με έναν αμφίδρομο εναγκαλισμό της βίας και της καταστροφής. «Η ιμπεριαλιστική αγριότητα και η ισλαμική αγριότητα, τρέφουν η μια την άλλη», υποστήριξε αμέσως μετά τις επιθέσεις του Παρισιού το γαλλικό Νέο Αντικαπιταλιστικό κόμμα (NPA). Για να σπάσει αυτή η αλληλουχία μηδενιστικού θανάτου, θα πρέπει να αντιταχθούμε στις ξένες επεμβάσεις, να θέσουμε τέλος στην ιμπεριαλιστική βία και να σταματήσουμε τη συνεχιζόμενη λεηλασία του πλούτου των χωρών της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και οπουδήποτε αλλού.

Αναμφίβολα, η βασική λογική αυτού του επιχειρήματος είναι εντυπωσιακή. Όμως όσον αφορά την ερμηνευτική και αναλυτική της αξία, αυτού του είδους η ανάλυση δεν μας οδηγεί πολύ μακριά. Πάσχει από τη γενικολογία και την αφαιρετικότητα – μας λέει λίγα πράγματα για την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ή τη φύση του ISIS ως κίνημα. Αποδίδοντας στο ISISχαρακτηριστικά αυτοματισμού ή θεωρώντας το μια αντανάκλαση του ιμπεριαλισμού, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ουσία, δηλαδή το πλαίσιο και την ιστορία που έχει διαμορφωθεί από τη θεαματική ανάπτυξη της οργάνωσης.

Γιατί η απάντηση στην επιθετικότητα της Δύσης και στην κατάσταση στο Ιράκ, τη Συρία, και αλλού στη γύρω περιοχή παίρνει αυτή την ξεχωριστή ιδεολογική και πολιτική μορφή; Τι εξηγεί τη στήριξη που βρίσκει το ISIS τόσο στο έδαφος του Αραβικού κόσμου όσο και της Ευρώπης; Εν ολίγοις: γιατί τώρα και γιατί με αυτόν τον τρόπο;

Η πραγματική ημερομηνία γέννησης της ανόδου του ισλαμικού κράτους πρέπει να εντοπιστεί στη διαδρομή των αραβικών εξεγέρσεων που ξέσπασαν τη διετία 2011-2012. Αυτές οι εξεγέρσεις αντανακλούσαν μια τεράστια ελπίδα, μια ελπίδα που πρέπει να συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε. Ήρθαν αντιμέτωπες με την καταστολή και τελικά με την ανατροπή τους, αδυνατώντας να εμβαθύνουν σε θεμελιώδη ζητήματα. Πάνω σε αυτό το ρήγμα πάτησαν οι ισλαμικές ομάδες. Η άνοδός τους πήρε τη μορφή απόκρουσης αυτών των εξεγέρσεων καθώς και των λαϊκών δημοκρατικών διεκδικήσεων που οι ίδιες (οι εξεγέρσεις) αντιπροσώπευαν.

Η εξέλιξη δεν ήταν νομοτελειακή. Το αντίθετο μάλιστα, καθώς τα εμπόδια που αντιμετώπισαν οι εξεγέρσεις, δημιούργησαν ένα κενό που αναγκαστικά καλύφθηκε από κάτι άλλο.

Η κοσμοθεωρία του ISIS είναι μια ιδεολογική έκφραση αυτής της νέας πραγματικότητας. Για να είμαστε σαφείς, η άνοδος του ISIS δεν μπορεί να εξηγηθεί απλά ως αποτέλεσμα της ιδεολογίας ή της θρησκείας, όπως πολλοί δυτικοί σχολιαστές φαίνεται να πιστεύουν. Υπάρχουν ουσιαστικές κοινωνικές και πολιτικές ρίζες που εξηγούν την ανάπτυξη της οργάνωσης.

Μια σοβαρή ανάλυση αυτής της ιδεολογικής έκφρασης, θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε πώς οι διάφοροι αλληλοδιαπλεκόμενοι παράγοντες – η καταστροφική εξάπλωση του θρησκευτικού σεχταρισμού, η ισοπεδωτική καταστολή στη Συρία και το Ιράκ, καθώς και τα συμφέροντα των διαφόρων περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή – έχουν επωάσει από κοινού την άνοδο του ISIS.

Πρόκειται για τη διαλεκτική μιας υποχώρησης: η ανάπτυξη του ISIS τροφοδοτήθηκε -και ταυτόχρονα τροφοδότησε- από την αδυναμία υλοποίησης των φιλοδοξιών του 2011, καθώς η περιοχή είχε φτάσει στο ναδίρ πολλαπλών και βαθιών κρίσεων. Ενώ είναι προφανές ότι το ISIS έχει δημιουργήσει μια παραπλανητική ιδεολογική πλαισίωση αυτών των κρίσεων, την ίδια στιγμή είναι αυτή ακριβώς η πλαισίωση που, για κάποιους, αντηχεί βιωμένες εμπειρίες και μια αντίληψη του κόσμου που νοηματοδοτεί την έκδηλη αίσθηση του χάους και της καταστροφής. Οι αλληλοτροφοδοτούμενες πτυχές αυτής της διαδικασίας είναι που καθιστούν τη συγκυρία εξαιρετικά επικίνδυνη.

Τα φαντάσματα του 2011

Οι ανακατατάξεις που ξεκίνησαν με τις διαδηλώσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο το 2010 και το 2011, και στη συνέχεια εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή, αποτέλεσαν τις πιο σημαντικές εξεγέρσεις στη Μέση Ανατολή των τελευταίων πενήντα χρόνων. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου την αρχική υπόσχεση που περιείχαν αυτά τα κινήματα, σε μια εποχή που τόσοι πολλοί σπεύδουν να τα απορρίψουν ως εκ των προτέρων καταδικασμένα – ή ακόμη χειρότερα τα αντιμετωπίζουν ως αποτέλεσμα υποκινούμενων εξωτερικών συνομωσιών.

Οι διαμαρτυρίες αυτές προσέλκυσαν εκατομμύρια κόσμου σε μαζικές πολιτικές δράσεις, για πρώτη φορά εδώ και πολλές γενιές, κλονίζοντας βαθιά τις κατεστημένες δομές του κράτους και τους δεσμούς με τα καταπιεστικά καθεστώτα που υποστηρίζονται από τη Δύση. Ακόμα περισσότερο, από τη στιγμή που αυτά τα κινήματα είχαν τοπικό χαρακτήρα ο οποίος υποδήλωνε τις ομοιότητες και τις κοινές εμπειρίες των λαών της Μέσης Ανατολής. Η επίδρασή τους στην πολιτική συνείδηση και στις μορφές οργάνωσης παραμένει αισθητή σε ολόκληρο τον κόσμο.

Από την έναρξη αυτών των εξεγέρσεων, ήταν σαφές ότι τα ζητήματα που διακυβεύονταν ξεπερνούσαν κατά πολύ το απλουστευτικό σχήμα που πολλοί σχολιαστές επαναλάμβαναν: «δημοκρατία εναντίον δικτατορίας». Οι βαθύτεροι λόγοι που οδήγησαν τους ανθρώπους στο δρόμο ήταν στενά συνδεδεμένοι με τις μορφές του καπιταλισμού στην περιοχή: δεκαετίες νεοφιλελεύθερης οικονομικής αναδιάρθρωσης, οι επιπτώσεις της παγκόσμιας κρίσης, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους τα αραβικά κράτη κυβερνήθηκαν από αυταρχικά, αστυνομικά και στρατιωτικά καθεστώτα υποστηριζόμενα για καιρό από τη Δύση.

Οι παράγοντες αυτοί πρέπει να εξεταστούν στο σύνολό τους, όχι ως μεμονωμένες ή ασύνδετες μεταξύ τους αιτίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διαδηλωτές άρθρωσαν ρητά το σύνολο αυτών των λόγων ως αφορμή του θυμού τους. Οι υποβόσκουσες αιτίες έδειχναν όμως ότι τα βαθιά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο αραβικός κόσμος δεν θα μπορούσαν ποτέ να λυθούν μέσω της απλής αντικατάστασης του κάθε μονάρχη.

Από την άλλη πλευρά, η προσπάθεια επικεντρώθηκε στο να αποτραπεί οποιαδήποτε απειλή για τις πολιτικές και οικονομικές δομές, στις οποίες πρόστρεξαν οι ελίτ –υποστηριζόμενες από τις δυτικές δυνάμεις και τους τοπικούς τους συμμάχους- επιδιώκοντας να αποσοβήσουν κάθε πιθανότητα αλλαγής. Αυτό έγινε με ποικίλα μέσα, με μια σειρά από πολιτικά πρόσωπα που ήρθαν να διαμορφώσουν τις αντεπαναστατικές διαδικασίες με διαφορετικό τρόπο σε κάθε χώρα.

Στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής, οι αλλαγές ήταν ελάχιστες, με τους χορηγούς από τη Δύση και τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιμένουν στη συνέχιση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμιστικών μέτρων σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία, το Μαρόκο και η Ιορδανία. Προϋπόθεση για τη συνέχιση αυτής της οικονομικής πολιτικής, ήταν η δημιουργία νέων νόμων και αποφάσεων έκτακτης ανάγκης που απαγόρευαν διαμαρτυρίες, απεργίες, και πολιτικά κινήματα.

Ταυτόχρονα, η πολιτική και στρατιωτική επέμβαση στην περιοχή επεκτάθηκε γρήγορα. Ο τεμαχισμός της Λιβύης που επήλθε μετά τη στρατιωτική επέμβαση της Δύσης και η υποκινούμενη από τη Σαουδική Αραβία συντριβή της εξέγερσης του Μπαχρέιν, υπήρξαν δύο γεγονότα κομβικής σημασίας αυτής της διαδικασίας. Το στρατιωτικό πραξικόπημα της Αιγύπτου τον Ιούλιο του 2013 σηματοδότησε επίσης ένα κρίσιμο σημείο στην ανασύσταση των παλαιών κρατικών δομών, και επιβεβαίωσε τον ολέθριο ρόλο των κρατών του Κόλπου στην απόκρουση των επαναστατικών διαδικασιών στην Αίγυπτο.

Ίσως ακόμα πιο σημαντικός παράγοντας (για την ενίσχυση του ISIS) υπήρξε το ότι η κοινωνική και φυσική καταστροφή που προκλήθηκε από το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, συμπεριλαμβανομένων των εκατοντάδων χιλιάδων θανάτων και των εκατομμυρίων ανθρώπων που εκτοπίστηκαν εντός και εκτός συνόρων, ενίσχυσε περαιτέρω σε ολόκληρη την περιοχή την αίσθηση της απελπισίας που αντικατέστησε την αρχική αισιοδοξία του 2011.

Το ISIS και οι πρώιμες εκφάνσεις του παρέμεναν κατά κύριο λόγο ασύνδετοι με τις πρώτες φάσεις των εν λόγω εξεγέρσεων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τις απεργίες και τα δημιουργικά κινήματα διαμαρτυρίας που συγκλόνισαν όλες τις αραβικές χώρες κατά τη διάρκεια του 2011. Πράγματι, το μόνο σχόλιο που το ISIS (εκείνη την εποχή γνωστό ως Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ) θα μπορούσε να κάνει μετά την ανατροπή του Αιγύπτιου δικτάτορα Χόσνι Μουμπάρακ ήταν μια δήλωση προειδοποίησης εναντίον του κοσμικού κράτους, της δημοκρατίας, και του εθνικισμού, παροτρύνοντας τους Αιγύπτιους να μην «αντικαταστήσουν αυτό που είναι καλύτερο με αυτό που είναι χειρότερο.»

Ωστόσο, δεδομένου ότι οι αρχικές προσδοκίες για πραγματική αλλαγή φάνηκαν να εκμηδενίζονται, το ISIS και άλλες ομάδες τζιχαντιστών αναδείχθηκαν ως σύμπτωμα της απόκρουσης (της εξέγερσης), μια έκφραση της φαινομενικής υποχώρησης της επαναστατικής διαδικασίας και της αυξανόμενης αίσθησης του χάους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις αιτίες αυτής της συνθήκης, είναι απαραίτητο να κάνουμε μια σύντομη ανασκόπηση στην ιδεολογία και την κοσμοθεωρία του ISIS.

Αυθεντικότητα, κτηνωδία, ουτοπία

Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός ορίζεται συχνά ως η επιθυμία επαναφοράς ενός υπέροχου παρελθόντος, που υποτίθεται ότι αντικατοπτρίζει (κατά τη σουνίτικη κοσμοθεωρία) τις πρώτες γενιές χαλίφηδων που ήρθαν στην εξουσία μετά το θάνατο του προφήτη Μωάμεθ. Το Ισλαμικό Κράτος ομολογεί αυτό το στόχο, φιλοδοξώντας να κυβερνήσει με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, σε ό,τι αφορά την κοινωνική πρακτική και το θρησκευτικό νόμο.

Αλλά αν συρρικνώσει κανείς το ISIS απλώς στον αλυτρωτισμό του 7ου μ.Χ. αιώνα διαπράττει ένα σοβαρό λάθος. Η οργάνωση παίρνει στα σοβαρά το έργο της οικοδόμησης του κράτους, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για τη δημιουργία των διαφόρων οικονομικών, νομικών και διοικητικών δομών σε όλες τις περιοχές που ελέγχει αυτή τη στιγμή. Παρά το γεγονός ότι τα σύνορα των περιοχών αυτών βρίσκονται σε συνεχή κινητικότητα και υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις για το τι σημαίνει «υπό τον έλεγχο», το ISIS ελέγχει μια ιδιαίτερα εκτεταμένη εδαφική επικράτεια και σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, πάνω από 10 εκατομμύρια ανθρώπους.

Ως μέρος αυτού του εξαιρετικά εκσυγχρονιστικού προγράμματος, η οργάνωση έχει θέσει ως ύψιστη προτεραιότητα την ανάπτυξη ενός εξελιγμένου δικτύου μέσων ενημέρωσης και προπαγάνδας, κάτι που τη διαφοροποιεί ποιοτικά από τα άλλα παραδείγματα της ισλαμικής εξουσίας, όπως τους Ταλιμπάν που ελέγχουν το Αφγανιστάν, εκεί όπου τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 κυριαρχούσαν εικόνες όπως αυτές με τις τηλεοράσεις να είναι κρεμασμένες από δέντρα και να προβάλλονται «εικονικές» εκτελέσεις.

Σύμφωνα με έρευνες έχει υπολογιστεί ότι η μονάδα πολυμέσων του ISIS δημιουργεί σχεδόν σαράντα μοναδικά ηχητικά ή τηλεοπτικά αρχεία κάθε μέρα, συμπεριλαμβανομένων βίντεο, φωτογραφιών, άρθρων και ηχογραφημένων εκπομπών σε πολλές διαφορετικές γλώσσες. Αυτό το επίπεδο παραγωγής ανταγωνίζεται οποιοδήποτε άλλο τηλεοπτικό δίκτυο, και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το παλαιότερο μοντέλο της Αλ-Κάιντα που στηρίχθηκε στις παλιομοδίτικες βιντεοκασέτες VHS που έφταναν λαθραία από τα βουνά του Αφγανιστάν στο Al Jazeera και στη συνέχεια έπεφταν στα χέρια περίεργων και εχθρικών τηλεοπτικών δικτύων και μυστικών υπηρεσιών.

Το αποκεντρωμένο δίκτυο μέσω του οποίου διαδίδεται η προπαγάνδα του ISIS είναι επίσης μοναδικό. Χρησιμοποιεί πλήθος λογαριασμών στο Twitter και ανώνυμες ιστοσελίδες όπως η justpaste.it και η archive.org για να φιλοξενούν τα μέσα ενημέρωσής της οργάνωσης. Ο Αμπντέλ Μπάρι Άτβαν, ένας Άραβας δημοσιογράφος του οποίου η μελέτη για την άνοδο του ISIS αξιοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες, ισχυρίζεται ότι η οργάνωση ελέγχει πάνω από εκατό χιλιάδες λογαριασμούς Twitter και στέλνει καθημερινά έναν καταιγισμό από πενήντα χιλιάδες tweets. Αυτή και άλλες μορφές κοινωνικών δικτύων είναι οι δίαυλοι μέσω των οποίων το ISIS στρατολογεί νεοσύλλεκτους και διαδίδει τα μηνύματα του.

H τεχνο-γκατζετίστικη πλευρά του ISIS έχει αναγνωριστεί ευρέως, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την απλουστευτική περιγραφή του Ομπάμα που έκανε λόγο για «ένα μάτσο δολοφόνων με καλή χρήση των κοινωνικών δικτύων». Αλλά η αποτελεσματική χρήση της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης του ισλαμικού κράτους θα πρέπει να ιδωθεί ως κάτι περισσότερο από ένα ζήτημα τεχνικών δεξιοτήτων, ή απλά μια απάντηση σε συνθήκες μυστικότητας και συνεχούς επιτήρησης. Αντίθετα, η υψηλή προτεραιότητα που το ISIS θέτει στα κοινωνικά δίκτυα και την τεχνολογία βασίζεται στο εμμονικό ενδιαφέρον της οργάνωσης για την αποτελεσματικότητα και την αυτοπροβολή της.

Πράγματι, είναι δύσκολο να σκεφτούμε κάποια άλλη πολιτική ή θρησκευτική οντότητα στην περιοχή που παίρνει τόσο σοβαρά το ζήτημα του «branding» και προβάλλει μια συγκεκριμένη εικόνα του εαυτού προς της προς τον έξω κόσμο.

Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό κήρυγμα, τρία είναι τα στοιχεία που δίνουν τον τόνο. Το πρώτο είναι ένα αυτονόητο χαρακτηριστικό κάθε φονταμενταλιστικού κινήματος: η θρησκευτική αυθεντικότητα ή αλλιώς η ανάγκη να διεκδικείται και να αποδεικνύεται διαρκώς η πιστότητα στο θρησκευτικό κείμενο. Στο πλαίσιο αυτό, η «αυθεντικότητα» είναι κάτι που πρέπει συνεχώς να βεβαιώνεται, να επιτελείται και υποστηρίζεται σε αντιπαράθεση προς τις αντίπαλες προτάσεις.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που καταδεικνύουν το ενδιαφέρον του ISIS για την αυθεντικότητα. Πολλοί σχολιαστές, για παράδειγμα, έχουν επισημάνει τη φαινομενικά περίεργη έμφαση της οργάνωσης στη μικρή και μάλλον ασήμαντη πόλη Νταμπίκ (Dabiq) που βρίσκεται στη βόρεια Συρία. Το Νταμπίκ δεν έχει καμία στρατηγική αξία ή φυσικούς πόρους. Παρόλα αυτά, το διαδικτυακό περιοδικό του ISIS πήρε το όνομά του από αυτό το σημείο, και η οργάνωση ανακοίνωσε την αθρόα εισροή νεοσυλλέκτων, όταν προανήγγειλε τη μάχη για την κατάληψη της πόλης.

Ο λόγος; To Nταμπίκ κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ισλαμική εσχατολογία, ως το σημείο της μελλοντικής μάχης μεταξύ απίστων και Μουσουλμάνων που θα σημάνει την απαρχή της Αποκάλυψης. Έχοντας την κυριαρχία αυτής της μικρής συριακής πόλης, το ISIS προβάλλει τον εαυτό του ως πιστό οδοιπόρο ενός μονοπατιού που έχει προφητεύσει αιώνες πριν ο Μωάμεθ. Στο ίδιο πνεύμα, η αναγγελία ότι η πόλη της Ράκα (Raqqa) θα αποτελεί τη δυτική έδρα της οργάνωσης είχε τρομερή απήχηση στον κόσμο των Αράβων μουσουλμάνων. Η πόλη ήταν το σπίτι του Χαρούν αλ Ρασίντ, χαλίφη κατά την πέμπτη δυναστεία των Αββασιδών, η οποία θεωρείται από πολλούς ως μια χρυσή εποχή για το Ισλάμ.

Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της προπαγάνδας του ISIS είναι η ίδια η «κτηνωδία»: αποκεφαλισμοί σε ζωντανή λήψη, εκτελέσεις και άλλες σοκαριστικές εικόνες με τις οποίες έχει βομβαρδίσει η οργάνωση την τηλεόραση και τις οθόνες των υπολογιστών σε όλο τον κόσμο. Το σκόπιμα τρομακτικό υλικό εγγυάται τόσο την προνομιακή κάλυψη από τα ΜΜΕ όσο και την αστραπιαία δημοσιότητα.

Ας συγκριθεί αυτή η πρακτική με την Αλ Κάιντα, η οποία χρειάστηκε δεκαετίες αλλά και τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου προκειμένου να αποκτήσει αντίστοιχη φήμη. Η βιαιότητα, ωστόσο, είναι κάτι πολύ περισσότερο από πιασάρικος τίτλος. Χρησιμοποιείται σκόπιμα ώστε να προκαλέσει το φόβο.

Η στρατηγική αυτή υπήρξε εξαιρετικά επιτυχής – όταν το ISIS πλησίαζε την πόλη της Μοσούλης, τον Ιούνιο του 2014, ο ιρακινός στρατός απλά ξεγυμνώθηκε, παράτησε τα όπλα του και το ‘βαλε στα πόδια, επιτρέποντας στους τζιχαντιστές να προμηθευτούν ανυπολόγιστη ποσότητα όπλων και στρατιωτικών οχημάτων μεταφοράς, καθώς και 400 εκατομμύρια δολάρια από την ιρακινή Κεντρική Τράπεζα (αν και αυτή η πληροφορία αμφισβητείται).

Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό, η εφαρμογή υπερβολικής βίας είναι μια συνειδητή πρακτική αυτού που το ISIS περιγράφει ως στρατηγική της «πόλωσης» – γίνεται με στόχο την εξάπλωση αιματηρών σεχταριστικών πολέμων που υποβοηθούν την επέλαση του ISIS σε ολόκληρη την περιοχή.

Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με τα στερεότυπα που διαδίδονται από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, το κύριο περιεχόμενο της τζιχαντιστικής προπαγάνδας αποτελείται στην πραγματικότητα από στοιχεία πολύ πιο γήινα σε σχέση με τη βία για την οποία η ομάδα είναι περισσότερο γνωστή. Πρόκειται για το τρίτο από τα ιδεολογικά στοιχεία της οργάνωσης: οι ουτοπικές απεικονίσεις συμβάλλουν στο να καταδειχτούν οι υποτιθέμενες απολαύσεις που θα έχει ο κόσμος μέσα στο «χαλιφάτο», μεταξύ των οποίων η οικονομική αφθονία, τα όμορφα τοπία και η σταθερότητα της ζωής.

Μια εμπεριστατωμένη μελέτη που βασίστηκε στις δημοσιεύσεις που έκαναν όλα τα μέσα ενημέρωσης του ISIS από τα μέσα Ιουλίου έως τα μέσα Αύγουστου του 2015 επισήμανε ότι πάνω από το μισό αυτού του υλικού εστίαζε σε τέτοιους είδους ουτοπικές αναφορές. Ομοίως, το προαναφερθέν περιοδικό, Νταμπίκ, είναι γεμάτο από τη συγκεκριμένη θεματολογία. Αυτό είναι το περισσότερο ακατανόητο στοιχείο, και ίσως το σημαντικότερο, αναφορικά με την αυτοπροβολή της οργάνωσης στον αραβικό κόσμο. Ο προσανατολισμός αυτός φαίνεται να κατευθύνεται κατεξοχήν στο αραβικό κοινό.

Μια ματιά στους λογαριασμούς Twitter που σχετίζονται με το ISIS στην αραβική γλώσσα μας δείχνει συνεχείς συνομιλίες που ασχολούνται με τη φαινομενικά ανούσια και βαρετή καθημερινότητα της ζωής στο Ισλαμικό Κράτος: επισκευές στο δίκτυο ύδρευσης, αγορές που σφύζουν από χρωματιστά φρούτα και λαχανικά, φρέσκο ψωμί και νέες οδοντιατρικές κλινικές .

Αυτή η παρατήρηση δείχνει το αναμφισβήτητο γεγονός ότι το ISIS παρουσιάζεται συνειδητά ως νησίδα σταθερότητας και ειρήνης μέσα σε μια περιοχή χάους, πολέμου και αναταραχής. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό για την κατανόηση της έλξης που ασκεί το ISIS σε ορισμένα στρώματα του πληθυσμού. Σε μια συγκυρία βαθιάς κρίσης, η υπόσχεση για κάποιο επίπεδο ασφάλειας συνιστά μέρος της εξήγησης για τι κάνει ελκυστικό το ISIS (ή τουλάχιστον, τη λιγότερο κακή επιλογή).

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε το πώς έχει καταφέρει αυτή η οργάνωση να επεκταθεί τα προηγούμενα χρόνια, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη αυτής της υπόσχεσης για μια ουτοπία. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει φυσικά ότι ο χαρακτήρας του ISIS δεν είναι βάναυσος ή καταπιεστικός, ιδιαίτερα για εκείνους που βιώνουν την ολοκλήρωση της θρησκευτικής βίας. Αντίθετα καταδεικνύει ότι μέσα από την κενότητα μιας ουτοπικής υπόσχεσης προβάλλει μια χαραμάδα ελπίδας.

Βάζοντας τάξη στο «άγριο χάος»

Αυτό το τρίπτυχο της προπαγάνδας του ISIS – θρησκευτική αυθεντικότητα, κτηνωδία και ουτοπία – αποτελεί ταυτόχρονα την αντανάκλαση μιας ευρύτερης εσχατολογίας: μια περιοδολόγηση της ιστορίας και του μέλλοντος με ορίζοντα τους έσχατους καιρούς που πλησιάζουν. Πρόκειται για μείζονα διαφορά ανάμεσα στο ISIS και τις άλλες τζιχαντιστικές ομάδες όπως η Αλ Κάιντα.

Σε αντίθεση με την Αλ Κάιντα, το Ισλαμικό Κράτος τείνει να τονίσει περισσότερο τη διαδοχική εξέλιξη των ιστορικών φάσεων που σχετίζονται με τα προαναφερθέντα προφητικά στιγμιότυπα (ενδεικτική είναι η περίπτωση του Νταμπίκ). Αυτός είναι ο λόγος που το ζήτημα της αυθεντικότητας τοποθετείται τόσο ψηλά στην προπαγάνδα της οργάνωσης. Λιγότερο προφανές είναι, ωστόσο, ότι αυτή η εσχατολογία παρέχει επίσης μια εξήγηση για τις αλληγορίες της κτηνωδίας και της ουτοπίας στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω.

Η πιο δηλωτική αποτύπωση αυτής της διαπίστωσης βρίσκεται σε ένα δημοφιλές σημείο αναφοράς για τη τζιχαντιστική στρατηγική: το βιβλίο Διοίκηση της βαρβαρότητας:Το κρισιμότερο στάδιο που θα πρέπει να περάσει το ισλαμικό έθνος (Administration of Savagery: The Most Critical Stage through which the Islamic Nation Will Pass, εφεξής: AoS), το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε διαδικτυακό τόπο στα αραβικά, το 2004, με το ψευδώνυμο ενός Αμπού Μπακρ Nάτζι. Το βιβλίο δεν θα πρέπει να θεωρηθεί (όπως έχει γίνει από ορισμένους δημοσιογράφους) ως ένα εγχειρίδιο στρατηγικής για τζιχαντιστικές ομάδες. Πρόκειται μάλλον για ένα κείμενο του οποίου η υψηλή δημοφιλία σε αυτούς τους κύκλους αποκαλύπτει στοιχεία της κοσμοθεωρίας που συγκροτεί τη τζιχαντιστική σκέψη.

Επιγραμματικά, βασικός στόχος του ΑοS είναι να εξηγήσει τα βήματα που πρέπει να πραγματοποιηθούν προκειμένου να τερματιστεί η κυριαρχία των «μεγάλων δυνάμεων» (κυρίως των Ηνωμένων Πολιτείων) στην περιοχή και να δημιουργηθεί ένα κράτος σύμφωνα με τις ισλαμικές αρχές. Το AοS σκιαγραφεί δύο διακριτές ιστορικές φάσεις μέσα από τις οποίες πρέπει να περάσει πριν εδραιωθεί το Ισλαμικό Κράτος.

Η πρώτη, η φάση της «παρενόχλησης και εξάντλησης», είναι το στάδιο στο οποίο βρισκόταν ο αραβικός κόσμος, σύμφωνα με το συντάκτη, την περίοδο συγγραφής του κειμένου (αρχές του 2000). Κατά το στάδιο αυτό, στόχος ήταν να παρενοχλείται και να αποσταθεροποιείται ο εχθρός μέσα από «επιχειρήσεις ενόχλησης», με ενέργειες όπως οι βομβιστικές επιθέσεις σε τουριστικά θέρετρα και περιοχές οικονομικού ενδιαφέροντος (ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται με το πετρέλαιο).

Οι δράσεις αυτές θα ανάγκαζαν τις αραβικές κυβερνήσεις να διασπείρουν τις δυνάμεις ασφαλείας τους σε μεγάλες εκτάσεις, σε μια δαπανηρή επιχείρηση που αναπόφευκτα θα άφηνε εκτεθειμένους νέους στόχους. Επιπλέον, η προφανής ικανότητα των τζιχαντιστών να αναλαμβάνουν ανάλογες δράσεις χωρίς αντίποινα θα ενεργούσε ως ένα είδος έμπρακτης προπαγάνδας και θα συνέβαλε στην στρατολόγηση νέων μελών.

Ο απώτερος στόχος αυτών των ενεργειών ήταν να προκληθεί μια κατάσταση ταραχής και κατάρρευσης των κρατικών δομών, την οποία ο συγγραφέας περιγράφει ως «άγριο χάους». Η περίοδος αυτή οδηγεί σε έντονη αύξηση ατομικής και κοινωνικής ανασφάλειας, έλλειψη βασικών κοινωνικών αγαθών, καθώς και με μια περίοδο έντασης κάθε μορφής κοινωνικής βίας. Δεν πρόκειται απλώς για το φυσικό επακόλουθο της εξουδετέρωσης και κατάρρευσης των κρατικών δομών. Η έναρξη αυτής της φάσης αξιολογείται θετικά για τις τζιχαντιστιστικές ομάδες. Πατώντας πάνω στο χάος που έχει προκύψει, οι τζιχαντιστές αναλαμβάνουν την ευθύνη να διαχειριστούν την κατάσταση και να «βάλουν τάξη ή να διοικήσουν τη βαρβαρότητα».

Πιο συγκεκριμένα, αυτό συνεπάγεται την παροχή υπηρεσιών όπως «τροφή και ιατρική περίθαλψη, διαφύλαξη της ασφάλειας και της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων που ζουν σε περιοχές που επικρατεί αγριότητα, διασφάλιση των συνόρων με τη βοήθεια των ομάδων που αποθαρρύνουν όποιον προσπαθεί να επιτεθεί στις ίδιες περιοχές, καθώς και τη δημιουργία αμυντικών οχυρώσεων».

Αυτή η πλευρά της «διαχείρισης της αγριότητας» αντανακλά με ευκρίνεια το πώς αντιλαμβάνεται το ISIS το σημερινό του ρόλο στον αραβικό κόσμο (κυρίως στο Ιράκ και Συρία) και μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί το ουτοπικό στοιχείο είναι κυρίαρχο στην προπαγάνδα του.

Επιπλέον, στην περιγραφή που κάνει το Administration of Savagery (AoS), ο ρόλος της βίας είναι εξίσου σημαντικός. Απηχώντας τους τρόπους με τους οποίους το ISIS μεταχειρίζεται την κτηνωδία, το AoS μιλά για μια βία σκόπιμα υπερβολική και εξαιρετικά παραστατική. «Με τις σφαγές του εχθρού και με την πρόκληση του τρόμου» θα καταφέρουμε «να το σκέφτεται (ο εχθρός) χίλιες φορές πριν επιτεθελι». Αυτή η στρατηγική περιλαμβάνει επίσης τις επονομαζόμενες δράσεις «πληρωμής του τιμήματος», που αποσκοπούν στην αποθάρρυνση εξαπόλυσης νέων επιθέσεων από τους εχθρούς υπό το φόβο αντιποίνων.

Ομοίως, όλες οι δράσεις πρέπει να στοχεύουν στη δημιουργία κοινωνικής «πόλωσης» μέσω της χρήσης ασύμμετρης βίας. Όπως σημειώνει ο συντάκτης του ΑοS:

«Το να σύρεις τις μάζες στη μάχη προϋποθέτει περισσότερες ενέργειες που θα πυροδοτήσουν εκείνη την αντίδραση η οποία θα κάνει τους ανθρώπους να εκούσια ή ακούσια στη μάχη, αφού πλέον κάθε άτομο θα πρέπει να πάει στην πλευρά που υποστηρίζει. Πρέπει να κάνουμε αυτή τη μάχη τόσο βίαιη, έτσι ο θάνατος να απέχει μια ανάσα ώστε τα δύο στρατόπεδα να συνειδητοποιήσουν ότι η συμμετοχή σε αυτήν θα οδηγεί συχνά σε θάνατο.»

Μέσα στην παραπάνω διατύπωση κρύβεται ένας ακαταμάχητος αφορισμός: όσο χειρότερη γίνεται η κατάσταση, τόσο το καλύτερο. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει (και επικροτεί) αυτήν την αυτοεκπληρούμενη προφητεία, σημειώνοντας ότι ακόμη και αν η ομάδα των τζιχαντιστών αποτύγχανε στην άμεση διευθέτηση της αγριότητας, τότε τα αποτελέσματα θα παρέμεναν θετικά: η αποτυχία, όπως λέγεται, «δεν σημαίνει τέλος της υπόθεσης/ ακόμα καλύτερα, αυτή η αποτυχία θα οδηγήσει σε αύξηση της αγριότητας.»

Εδώ λοιπόν εδραιώνεται, με λίγα λόγια, μια αναπόδραστη τελεολογία που ευδοκιμεί σε βαθιά αρνητικές καταστάσεις. Η ίδια η ύπαρξη των αλληλοτροφοδοτούμενων και διαρκώς εντεινόμενων κύκλων βίας συνιστά και την απόδειξη της ορθότητας αυτού του σχήματος.

Ο σεχταρισμός και το μετακατοχικό Ιράκ

Η σχέση μεταξύ της κοσμοθεωρίας του ISIS και της καταστροφικής αύξησης του σεχταρισμού σε όλη την περιοχή είναι πρόδηλη. Παρά το γεγονός ότι ο συντάκτης του AoS και οι ηγέτες των προηγούμενων ομάδων τζιχαντιστών ήταν προσεκτικοί ώστε να αποφευχθούν θρησκευτικές κυρώσεις για ενδο-μουσουλμανική βία, καταδικάζοντας κάθε σκόπιμη στοχοποίηση άλλων μουσουλμάνων, αυτό αλλάξει με την εμφάνιση της Αλ-Κάιντα στο Ιράκ (AQI) στα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Με επικεφαλής τον Ιορδανό Αμπού Μουσάμπ Ζαρκάουι, η AQI θεώρησε το βομβαρδισμό των θρησκευτικών τελετών και των θεσμών ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά αποτελεσματικά εργαλεία πόλωσης. Στο Ιράκ, ο Ζαρκάουι προσπάθησε συνειδητά να πυροδοτήσει έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ σιιτών και σουνιτών, μέσω μιας μεθοδευμένης σειράς από καταστροφικές επιθέσεις σε σιιτικές κοινότητες.

Οι δραστηριότητες αυτές, σε συνδυασμό με τα φρικιαστικά βίντεο αποκεφαλισμού που του χάρισαν την ονομασία «Σεΐχης των σφαγέων» κλιμάκωσαν την οργή έναντι της παλαιότερης ηγεσίας της Αλ-Κάιντα, του Οσάμα Μπιν Λάντεν και του Αϊμάν αλ Ζαουάχρι. Πράγματι, ο τελευταίος έγραψε την γνωστή επιστολή προς τον Ζαρκάουι το 2005, επικρίνοντας τον Ιορδανό ηγέτη και περιγράφοντας «τις σκηνές σφαγής των ομήρων» και τις επιθέσεις του Ζαρκάουι σε σιίτες στο Ιράκ ως τακτικές που θα αποξενώσουν την Αλ -Κάιντα από την απαραίτητη υποστήριξη της βάσης της.

Παρά τις διαμαρτυρίες του Ζαουάχρι, μια σειρά από άλλους παράγοντες, που λίγη σχέση είχαν με τον Ζαρκάουι, καλλιέργησαν το έδαφος του σεχταρισμού. Πρώτον, η περιβόητη πολιτική της από-μπααθικοποίησης που εφαρμόστηκε από τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, οδήγησε σε εκτεταμένη περιθωριοποίηση το σουνιτικό πληθυσμό της χώρας. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, κάθε πρόσωπο που ήταν μέλος του κόμματος Μπάαθ του Σαντάμ Χουσεΐν απολύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τη θέση του, στερήθηκε οποιασδήποτε άλλης απασχόλησης στο δημόσιο τομέα και αποκλείστηκε από τη συνταξιοδότηση.

Όπως πολλοί αναλυτές επεσήμαναν σε εκείνη τη συγκυρία, αυτό ήταν μια συνταγή καταστροφής. Η ένταξη στο κόμμα Μπάαθ ισοδυναμούσε, στα χρόνια της δικτατορίας του Σαντάμ Χουσεϊν με την προοπτική εύρεσης εργασίας, έτσι αυτή η πολιτική των ΗΠΑ οδήγησε σε μαζική απόλυση χιλιάδες εκπαιδευτικούς, γιατρούς, αστυνομικούς και χαμηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους. Αποδιοργανώνοντας με αυτόν τον τρόπο το κράτος, οι Ηνωμένες Πολιτείες οδηγούνταν με ακρίβεια στην κατάρρευση των βασικών κοινωνικών υπηρεσιών – μια καταστροφική προοπτική για μια κοινωνία την ώρα που βγαίνει από μια δεκαετία οικονομικών κυρώσεων και πολέμων.

Η περιθωριοποίηση των Σουνιτών δεν έγινε αισθητή μόνο στη σφαίρα της οικονομίας. Οι αμερικανικές δυνάμεις ηγούνταν επιθέσεων εναντίον κατοικημένων πόλεων και χωριών των Σουνιτών, ενώ δεκάδες χιλιάδες φυλακίστηκαν στις ΗΠΑ, εκεί όπου η απομόνωση, τα βασανιστήρια και ο «τεϊλορισμός της κράτησης», χρησιμοποιήθηκαν επανειλλημένα για να ενισχύσουν την κατοχή.

Η πιο διαβόητη από αυτές τις φυλακές ήταν το κέντρο κράτησης στο Αμπού Γκράιμπ, το οποίο απαξιώθηκε εντελώς στη δυτική συνείδηση το 2003, μετά την διαρροή φωτογραφιών που έδειχναν το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό να βασανίζει κρατούμενους. Στον απόηχο αυτού του σκανδάλου, πολλοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν από το Αμπού Γκράιμπ σε άλλη φυλακή, στο στρατόπεδο Μπούκα. Ήταν εδώ που ένας κρατούμενος, αργότερα γνωστός ως Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι, δημιούργησε στενές σχέσεις με μια κλίκα πρώην αξιωματικών του στρατού του Μπάαθ που είχαν περάσει από το Αμπού Γκράιμπ.

Σήμερα, βέβαια, ο αλ-Μπαγκντάντι είναι ο ηγέτης του ISIS, και αυτοί οι ίδιοι αξιωματικοί του Μπάαθ είναι τώρα οι πιο κοντινοί του σύμβουλοι. Με αυτό τον τρόπο, η εμπειρία των σουνιτών κρατουμένων στα χέρια του αμερικάνικου στρατού των ΗΠΑ, όχι μόνο βάθυνε περαιτέρω τις αναδυόμενες θρησκευτικές αντιπαλότητες στη χώρα, αλλά κατά μία έννοια, σφυρηλάτησε στην πραγματικότητα το ίδιο το Ισλαμικό Κράτος.

Οι σεχταριστικές ρήξεις συνέχισαν να βαθαίνουν μετά το 2006, όταν οι ΗΠΑ, σε σιωπηρή συμφωνία με το Ιράν, επιχείρησαν να θεσμοθετήσουν ένα σιιτικό κράτος που θα υποστηριζόταν από μια στρατιά σιιτικής πολιτοφυλακής. Η κατάσταση επιδεινωνόταν διαρκώς μετά και την επίσημη αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ το 2011. Σε συνδυασμό με τα πρωτόγνωρα επίπεδα κοινωνικοοικονομικής ανασφάλειας, η περιθωριοποίηση των σουνιτών παρήγαγε την πραγματική κοινωνική βάση που στη συνέχεια θα στρατευόταν στο ISIS για λόγους που υπερέβαιναν κατά πολύ τους θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς παράγοντες.

Μεγάλο ποσοστό των μεσαίων στελεχών του ISIS είναι πρώην αξιωματούχοι του Μπάαθ οι οποίοι εντάχθηκαν στην οργάνωση εν μέρει λόγω των οικονομικών κινήτρων. Τα οικονομικά οφέλη αποτελούν επίσης κίνητρο και για τους χαμολόβαθμους μαχητές της οργάνωσης. Η αμοιβή για έναν μαχητή του ISIS, παραδείγματος χάριν, υπολογίζεται στα 300-400 δολάρια το μήνα, ποσό υπερδιπλάσιο εκείνου που παρέχει ιρακινός στρατός. Οι οδηγοί φορτηγών και οι λαθρέμποροι που διακινούν το πετρέλαιο που παράγεται για λογαριασμό του ISIS από τη Συρία στο Ιράκ, έχουν ως πρωταρχικό κίνητρο την εξασφάλιση των στοιχειωδών για τη διαβίωσή τους. Πέρα από όλες τις θρησκευτικές αξιώσεις του, το σχέδιο οικοδόμησης του ισλαμικού κράτους πατάει σε ένα απολύτως υλικό έδαφος.

Πολλοί σχολιαστές που ασχολούνται με το Ιράκ συχνά αποδίδουν αυτά τα αποτελέσματα στην ηλιθιότητα και την ύβρη που επέδειξε η κυβέρνηση Μπους, καθώς και στη συνέχιση των καταφανώς εσφαλμένων πολιτικών μετά την περίοδο κατοχής της χώρας. Όμως αυτού του είδους η προσέγγιση παίρνει ως δεδομένο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν πράγματι Ιράκ χωρίς διαιρέσεις και με κοινωνικοπολιτική σταθερότητα.

Ωστόσο, ένα μη σεχταριστικό, ενωμένο Ιράκ υπό την ηγεσία μιας κυβέρνησης με ισχυρή λαϊκή υποστήριξη θα συνιστούσε καταστροφή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι μια τέτοια προοπτική ήταν εξαρχής εκτός σχεδιασμών και ότι ο κατακερματισμός του Ιράκ σε αντιμαχόμενα θρησκευτικά μέτωπα ήταν η πιθανότερη εξέλιξη μετά την κατοχή της χώρας από τις ΗΠΑ (ιδίως από τη στιγμή που τα αμερικανικά συμφέροντα συνέπεσαν με τα ιρανικά). Το «διαίρει και βασίλευε» αποτελεί από παλιά μια κατεξοχήν προνομιακή μέθοδο αποικιακής κυριαρχίας.

Αυτές είναι οι πραγματικές υλικές και πολιτικές ρίζες της σεχταριστικής στροφής που παρατηρείται σήμερα στον αραβικό κόσμο. Παρά τα όσα το ISIS, η Σαουδική Αραβία ή το Ιράν θα μπορούσαν ισχυριστούν, ο σεχταρισμός δεν είναι αποτέλεσμα αιώνιων δογματικών ή εθνοτικών σχισμάτων, δεν χάνεται στα βάθη των αιώνων και δεν παραμένει αμετάβλητος στη σύγχρονη εποχή.

Ο σεχταρισμός υπήρξε πάντοτε, όπως υποστήριζε πριν από δεκαετίες ο Λιβανέζος κομμουνιστής Μαχντί Άμελ, μία σύγχρονη τεχνική της πολιτικής εξουσίας, ένα μέσο με το οποίο οι άρχουσες τάξεις προσπαθούν να εδραιώσουν τη νομιμοποίησή τους και την κοινωνική τους απήχηση, διαλύοντας τη δυνατότητα για κάθε είδους λαϊκή αντιπολίτευση. Η μετά κατοχική περίοδος του Ιράκ και η επακόλουθη ενίσχυση του ISIS αποτελούν μια τραγική επιβεβαίωση αυτής της θέσης.

Σαουδική Αραβία, Συρία και Ισλαμικό Κράτος

Η χρησιμότητα της θρησκείας στην εδραίωση εξουσιών έχει, φυσικά, μια μακρά γενεαλογία στην περιοχή. Είναι πλέον ευρέως γνωστό ότι οι οργανωτικές ρίζες των ισλαμικών φονταμενταλιστικών κινημάτων (συμπεριλαμβανομένων και των προγόνων του ISIS) έχουν τις ρίζες τους στη συμμαχία των ΗΠΑ με τις χώρες του Κόλπου και κυρίως στη Σαουδική Αραβία, ήδη από τις δεκαετίες 1960-1970.

Καθώς είχε να αντιμετωπίσει τα αναδυόμενα αριστερά και πατριωτικά κινήματα στην περιοχή, η χρηματοδότηση του ισλαμισμού θεωρήθηκε ένα αποτελεσματικό αντίβαρο για την αποδυνάμωση αυτών των κινημάτων. Μετά το 1980, η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε συστηματικότερα μέσω της υποστήριξης των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας στους Άραβες Ισλαμιστές μαχητές του Αφγανιστάν. Ήταν σε αυτή την περιοχή που οι προετοιμασίες για έναν ένοπλο ιερό πόλεμο είχαν την πρώτη τους πρακτική εφαρμογή.

Αυτή η μακρόχρονη εργαλειακή χρήση του ισλαμικού φονταμενταλισμού οδήγησε ορισμένους αναλυτές στο συμπέρασμα ότι το ISIS είναι ένα εργαλείο των χωρών του Κόλπου. Με μια πρώτη ματιά οι ισχυρισμοί αυτοί φαίνεται να έχουν νόημα. Ιδεολογικά, υπάρχουν κοινά στοιχεία μεταξύ του καθεστώτος της Σαουδικής Αραβίας και του Ισλαμικού Κράτους. Αμφότερα μοιράζονται μια εξόχως περιοριστική ερμηνεία της ισλαμικής τιμωρίας (Χουντούντ). Πράγματι, οι αποκεφαλισμοί και ακρωτηριασμοί με την υπογραφή του ISIS στις περιοχές που ελέγχει, δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στην περιοχή, εκτός από τη Σαουδική Αραβία. Όταν το ISIS αναζητούσε σχολικά βιβλία για τα σχολεία των περιοχών που ελέγχει, τα μόνα αποδεκτά εγχειρίδια θεωρήθηκαν αυτά που υπήρχαν στη Σαουδική Αραβία.

Υπάρχει, επίσης, αναμφίβολα μια συμπάθεια για το ISISσε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της Σαουδικής Αραβίας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που συνεισφέρουν είτε οικονομικά, είτε ως εθελοντές στον πόλεμο. Ωστόσο –ενώ είναι πιθανό τα όπλα που παρέχονται από τη Σαουδική Αραβία (και το Κατάρ) σε συριακές ομάδες να καταλήγουν στα χέρια του ISIS μέσω αποστασιών ή συλλήψεων– υπάρχουν περιορισμένες αλλά πειστικές αποδείξεις ότι το ISIS χρηματοδοτείται άμεσα ή εφοδιάζεται με όπλα από τη Σαουδική Αραβία ή τις χώρες του Κόλπου.

Σε ρητορικό επίπεδο, η σχέση μεταξύ των δύο είναι μια σχέση βαθιάς αντιπάθειας και μίσους. Το ISIS θεωρεί τη Σαουδική μοναρχία ως έναν από τους πιο μισητούς εχθρούς του και η ανατροπή της άρχουσας οικογένειας αλ-Σαούντ αποτελεί βασικό στόχο της οργάνωσης. Η Σαουδική μοναρχία δεν πρόκειται να ανεχθεί κανέναν άλλο διεκδικητή στην παγκόσμια ισλαμική ηγεσία, και φοβάται ότι το ISISαποτελεί μια απειλή εναντίον της ισχύουσας τάξης πραγμάτων.

Από την άλλη πλευρά, η αυξανόμενη δύναμη του ISIS συνδέεται ξεκάθαρα με την καταστολή της συριακής εξέγερσης από την κυβέρνηση Άσαντ. Λίγους μήνες μετά την έναρξη της εξέγερσης, ο Άσαντ απελευθέρωσε εκατοντάδες κρατούμενους (μεταξύ των οποίων και καλά εκπαιδευμένους τζιχαντιστές), πολλοί από τους οποίους έγιναν ηγέτες και αγωνιστές σε ισλαμικές φονταμενταλιστικές ομάδες. Πρώην υψηλόβαθμοι Σύριοι πράκτορες έχουν υποστηρίξει ότι αυτή ήταν μια σκόπιμη προσπάθεια του καθεστώτος προκειμένου να ανατροφοδοτήσει τη θρησκευτική διχόνοια και να προσδώσει ισλαμιστικό χαρακτήρα στην εξέγερση.

Η κυβέρνηση Άσαντ έχει μια μακρά ιστορία στη χειραγώγηση τέτοιων ομάδων, συμπεριλαμβανομένης της απελευθέρωσης κρατουμένου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και της διευκόλυνσης χιλιάδων τζιχαντιστών εθελοντών κατά μήκος των συνόρων ώστε να ενωθούν με το δίκτυο του Ζαρκάουι στο Ιράκ. Πράγματι, από τον Φεβρουάριο του 2010, στελέχη των μυστικών υπηρεσιών της Συρίας προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν τη διείσδυση τους και τη χειραγώγηση τζιχαντιστικών ομάδων, προκειμένου να εδραιωθεί η συνεργασία τους με τις ΗΠΑ σε ζητήματα ασφάλειας της περιοχής.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι όταν οι Σύριοι διαδηλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις βόμβες, τα τανκς και τις τυφλές αεροπορικές επιθέσεις των στρατιωτικών δυνάμεων του Άσαντ, πολλοί ήταν εκείνοι που μεταπήδησαν στις τζιχαντιστικές ομάδες οι οποίες ήταν καλά εκπαιδευμένες για σκληρές μάχες. Ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες ήταν και η Zαμπάτ αλ Νούσρα (Jabhat al Nusra -JaΝ), μια οργάνωση που ιδρύθηκε αφότου το Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ απέστειλε μαχητές στη Συρία στα τέλη του 2011 και η οποία έκανε τη δημόσια εμφάνισή της τον Ιανουάριο του 2012.

Κατά τη διάρκεια του 2013, καθώς η βία και οι εκδιώξεις πληθυσμών επιδεινώθηκαν, η JaN ήρθε σε μια δυσάρεστη ρήξη με τη μητρική της οργάνωση πάνω σε ζητήματα στρατηγικής κατεύθυνσης. Το δίλημμα ήταν αν θα έπρεπε να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση του συριακού στρατού και την αποδυνάμωση των θρησκευτικών διαιρέσεων, ή αν αντίθετα θα έδιναν προτεραιότητα στον εδαφικό έλεγχο, με βάση τον ισλαμικό νόμο και στη συνέχιση μιας στρατηγικής πόλωσης έναντι όλων των άλλων ομάδων. Το Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ επέλεξε το δεύτερο δρόμο, ανακοινώνοντας την εκδίωξη των απείθαρχων στελεχών της JaN στις 9 Απριλίου του 2013 και τη δημιουργία του πρόσφατα αναμορφωμένου ΙSIS.

Αντανακλώντας αυτές τις στρατηγικές προτεραιότητες -και σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται από πολλούς- το ISIS έχει αποφύγει σε μεγάλο βαθμό την άμεση αντιπαράθεση με την κυβέρνηση Άσαντ. Αντ΄αυτού, αξιοποιώντας τον έλεγχό του στις διαδρομές του λαθρεμπορίου και των συνοριακών διαβάσεων που περνούν μέσα από το Ιράκ και τη Συρία (παρέχοντας το απαραίτητο στρατηγικό βάθος καθώς και ασφάλεια στην απόκρουση οποιαδήποτε άλλης ένοπλης οργάνωσης), το ISIS επεδίωξε κυρίως την εδαφική επέκταση.

Στην επιχείρηση αυτή, η στρατιωτική συμβουλή του πρώην στρατηγού του Μπάαθ από τις ημέρες της κράτησης στο Καμπ Μπούκα ήταν το κλειδί της επιτυχίας. Η έμφαση δόθηκε στον έλεγχο των περασμάτων και των οδών ανεφοδιασμού που συνδέουν τους στρατηγικούς κόμβους και όχι στην ιδεοληπτική εμμονή σε σταθερά σημεία, κάτι που εξασφάλισε έλεγχο σε πετρελαιοπηγές αλλά και σε βασικές υποδομές (κυρίως ύδρευσης και παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας).

Η στρατηγική αυτή δεν έκανε μόνο πάμπλουτη την οργάνωση (κατέχει τουλάχιστον εννέα προσοδοφόρα κοιτάσματα πετρελαίου στη Συρία και το Ιράκ που εκτιμάται ότι αποδίδουν πάνω από 1.5 εκατομμύριο δολάρια την ημέρα από τις πωλήσεις πετρελαίου). Έχει υποχρεώσει επίσης τα υπόλοιπα τμήματα της συριακής επικράτειας (που ελέγχονται από την κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση) να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ISIS για τις ηλεκτρικές και ενεργειακές τους ανάγκες.

Σε συνδυασμό με τα τεράστια ποσά χρημάτων που συγκεντρώθηκαν από απαγωγές, εκβιασμούς, πώληση αρχαιοτήτων, λαθρεμπόριο και φόρους, το ISIS είναι -σε αντίθεση με σχεδόν όλα τα υπόλοιπα κράτη στη Μέση Ανατολή– ανεξάρτητο, πλούσιο, οικονομικά αυτάρκες και αποτελεσματικό εντός των συνόρων του που παραβιάζουν σκόπιμα τις διαχωριστικές γραμμές που χάραξαν οι αποικιακές δυνάμεις στις αρχές του εικοστού αιώνα.

Επέκταση της επέμβασης;

Υπό αυτές τις συνθήκες, τα καλέσματα για περισσότερη δυτική στρατιωτική επέμβαση στην περιοχή, το μόνο που μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικά είναι περισσότερη στήριξη στην οργάνωση. Ακριβώς επειδή ο πόλεμος και η κατοχή αποτελούν το γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη του Ισλαμικού κράτους, είναι φανερό ότι αυτού του είδους η απάντηση μπορεί μόνο να επιδεινώσει την κατάσταση. Πράγματι, σύμφωνα με τη στρατηγική της πόλωσης, οι πρόσφατες επιθέσεις του ISIS στοχεύουν ρητά προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να προκληθεί μεγαλύτερη παρέμβαση της Δύσης στην περιοχή, ως μέσο για την εμβάθυνση της αίσθησης της κρίσης και του χάους.

Η αντίθεση στην ξένη επέμβαση, δεν είναι απλά μια απαίτηση που πρέπει να στρέφεται κατά των ΗΠΑ ή των ευρωπαϊκών κρατών. Παρά τις επίσημες ανακοινώσεις περί στόχευσης του ISIS, ο ρωσικός αεροπορικός βομβαρδισμός της Συρίας που άρχισε στις 30 Σεπτεμβρίου απέφυγε σε μεγάλο βαθμό τις περιοχές που ελέγχονται από το ISIS, εστιάζοντας αντ ‘αυτού στις περιοχές όπου βρίσκονται οι ομάδες της αντιπολίτευσης που δεν σχετίζονται με το ISIS.

Αυτές οι ρωσικές επιθέσεις -με υποστήριξη από τη Χεζμπολάχ, τις ιρανικές στρατιωτικές δυνάμεις, τις ιρακινές πολιτοφυλακές των Σιιτών και το συριακό στρατό- έχουν κυρίως ως στόχο να ενισχυθεί η θέση του Άσαντ στην πορεία προς -αυτό που διαγράφεται ως- μια ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ των μεγάλων περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων στη Συρία. Στο πλαίσιο αυτό, η παρουσία του ISIS πράγματι ενισχύει τους ισχυρισμούς του Άσαντ ότι «αντιστέκεται στην τρομοκρατία» και ταυτόχρονα χρησιμοποιείται από εκείνα τα δυτικά κράτη που ταλαντεύονται για το αν θα πρέπει να στηρίξουν την κυβέρνηση Άσαντ ως δήθεν αναγκαίο κακό.

Φυσικά, ο ρωσικός στρατός μπορεί να αλλάξει προσανατολισμό στον απόηχο των επιθέσεων στο Σινά, στη Βηρυτό και στο Παρίσι, αλλά γεγονός είναι ότι η μακροχρόνια άρρητη αποκλιμάκωση μεταξύ ισλαμικού κράτους και κυβέρνησης Άσαντ εξυπηρετεί μέχρι σήμερα τα συμφέροντα και των δύο πλευρών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι ελάχιστες οι εύκολες απαντήσεις για την Αριστερά. Ναι, χρειαζόμαστε εναλλακτικούς, ριζοσπαστικούς οραματισμούς που θα στηρίζονται σε δημοκρατικές διεκδικήσεις, κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη και παράλληλα στην απόρριψη του σεχταρισμού. Αλλά αυτό απαιτεί επίσης μια νηφάλια εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων και ένα είδος απολογισμού για το τι πήγε στραβά κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών.

Πρέπει να είμαστε δύσπιστοι όσον αφορά τις αναλύσεις που αποδίδουν την άνοδο του ISIS σε αυτόματα αντανακλαστικά και στις μηχανορραφίες του πολέμου και του ιμπεριαλισμού. Η εξέλιξη αυτή δεν είχε τίποτε το νομοτελειακό. Το ISIS βρήκε στην ανατροπή των εξεγέρσεων του 2011 -και στην αποτυχία τους να αμφισβητήσουν ουσιαστικά τις αυταρχικές κυβερνήτες– το πρόσφορο έδαφος πάνω στο οποίο μπορούσε να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί.

Καθώς η πολιτική απεχθάνεται το κενό και καθώς οι λαϊκές και δημοκρατικές κινητοποιήσεις άρχισαν να υποχωρούν τα τελευταία τρία χρόνια, το Ισλαμικό Κράτος ήταν μία από εκείνες τις δυνάμεις που ήρθε να δρέψει τους καρπούς της υποχώρησης. Δρώντας παρασιτικά, η οργάνωση έχει επενδύσει στην έκρηξη της θρησκευτικής βίας, που καλλιεργείται σκόπιμα από τους ηγέτες των χωρών της περιοχής, πατώντας πρώτα στο έδαφος του Ιράκ και αργότερα στη Συρία. Και στις δύο αυτές χώρες, η οργάνωση αντιμετώπισε (και κατάφερε να δημιουργήσει) μια πραγματικότητα που ταιριάζει μακάβρια στο σχήμα της «διαχείρισης της αγριότητας».

Ωστόσο, παρά τη φαινομενική τελμάτωση της κατάστασης, υπάρχουν λόγοι για να ελπίζει κανείς. Υπάρχουν τοπικές δυνάμεις που αντιμετωπίζουν το Ισλαμικό Κράτος σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες –με πιο σημαντικό, το κουρδικό κίνημα (που ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την καταστολή της τουρκικής κυβέρνησης) καθώς και αντιπολιτευόμενες δυνάμεις –μακριά από το ISIS- στη Συρία.

Ταυτόχρονα, κάποια θαρραλέα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα στο Ιράκ, τη Συρία, το Λίβανο, την Αίγυπτο και αλλού συνεχίζουν να αψηφούν τη λογική του σεχταρισμού και αποδεικνύουν ότι ο αγώνας για μια προοδευτική εναλλακτική λύση παραμένει ζωντανός.

Το ISIS μπορεί να προβάλει μια ουτοπική υπόσχεση σταθερότητας και ευημερίας, αλλά αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι ότι θα ζήσει τις δικές του εσωτερικές εξεγέρσεις, όπως αποδεικνύουν τα ενδεικτικά παραδείγματα ισλαμικών «κρατών» στο παρελθόν που ήρθαν αντιμέτωπα με αντίστοιχες εξεγέρσεις.

Επιπλέον, αν δούμε την άνοδο του ISIS μέσα από το πρίσμα της υποχώρησης, μπορούμε να ανακτήσουμε σε ένα βαθμό την αισιοδοξία μας, κατανοώντας ότι η οργάνωση δεν προσφέρει καμία αποτελεσματική απάντηση στην τρέχουσα κατάσταση της περιοχής. Δεν εκπροσωπεί κανένα είδος αντι-ιμπεριαλιστικής απάντησης ή πειστικού δρόμου για μια Μέση Ανατολή ελεύθερη από την κυριαρχία και την ξένη ή ντόπια καταπίεση. Παρά τις αντιξοότητες των τελευταίων ετών, οι δυνατότητες ανάπτυξης μιας πραγματικά εναλλακτικής λύσης δεν έχουν σβήσει και το σημαντικότερο; Αυτή είναι πιο αναγκαία από ποτέ.

*O Adam Hanieh είναι λέκτορας στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και συγγραφέας του βιβλίου «Καταγωγές της εξέγερσης: Ζητήματα σύγχρονου καπιταλισμού στη Μέση Ανατολή».

Από www.jacobinmag.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s