Πως οδηγηθήκαμε στο πρώτο Μνημόνιο

Το άγνωστο παρασκήνιο της κρίσης. Οι ευθύνες Γ. Παπανδρέου και Γ. Παπακωνσταντίνου.

Της ΒΑΝΑΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Όλη την κατάθεση του πρώην εκπροσώπου στο ΔΝΤ, Παναγιώτη Ρουμελιώτη, ενώπιον της Δικαιοσύνης φέρνει σήμερα στο φως η «Κ.Ε.» .
Σε μια περίοδο που αναζωπυρώνεται η συζήτηση για το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους, η κατάθεση του πρώην εκπροσώπου της Ελλάδας στο ΔΝΤ, Παναγιώτη Ρουμελιώτη, ενώπιον της Δικαιοσύνης, που φέρνει σήμερα στο φως η «Κ.Ε.», αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως ντοκουμέντο σχετικά με τη διερεύνηση των συνθηκών υπαγωγής στο Μνημόνιο.

mnhmonio

Σε έναν κυκεώνα διαφορετικών προσεγγίσεων για το πώς η Ελλάδα έφθασε να δεσμευτεί με τα Μνημόνια, έρχεται να προστεθεί η εκδοχή του Π. Ρουμελιώτη και όσα κατέθεσε στις 20 Αυγούστου 2012 στον τότε οικονομικό εισαγγελέα Γρ. Πεπόνη σχετικά με τη διαπραγματευτική τακτική της κυβέρνησης Παπανδρέου και το κούρεμα του χρέους.

Η μαρτυρία του εμπεριέχει στοιχεία τα οποία θα συζητηθούν, με φόντο τις πολιτικές διαμάχες που ξεσπούν κάθε φορά που πρόσωπα με πρωταγωνιστικό ρόλο αποτυπώνουν τη δική τους οπτική για τα γεγονότα ή περιγράφουν διαφορετικά όσα συνέβησαν την περίοδο των κρίσιμων επιλογών.

Η κατάθεση περιλαμβάνεται στην ποινική δικογραφία που εστάλη στο Κοινοβούλιο (26.11.2012) και βρίσκεται καταχωνιασμένη στα συρτάρια του γραφείου Διεύθυνσης Νομοθετικού Εργου της Βουλής, έχοντας ορίζοντα παραγραφής τον Ιούνιο του 2014. Το ίδιο ξεχασμένη και η δέσμευση Αντ. Σαμαρά για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής.

Το έναυσμα για τη δικαστική έρευνα είχαν δώσει δηλώσεις του Π. Ρουμελιώτη στους «New York Times» ότι το πρόγραμμα του Μνημονίου δεν βγαίνει και ότι αυτό το γνώριζαν όλοι.

Η κατάθεσή του κινείται στον αντίποδα της θέσης του Γ. Παπανδρέου, όπως διατυπώθηκε και πρόσφατα, μέσω ανακοίνωσης στενού συνεργάτη του πρώην πρωθυπουργού, σύμφωνα με την οποία «την αναδιάρθωση του χρέους είχε θέσει προς συζήτηση από την πρώτη στιγμή η τότε ελληνική κυβέρνηση, αλλά την απέρριπταν η Ε.Ε. και η ΕΚΤ». Αναφέρει ότι στην πρώτη συνεδρίαση του Δ.Σ. του ΔΝΤ, πριν από την έγκριση του πρώτου Μνημονίου και την εκταμίευση της πρώτης δόσης, μέλη του ΔΝΤ εξέφρασαν ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους. «Στις ανησυχίες αυτές, οι εμπειρογνώμονες μας πληροφόρησαν ότι η αναδιάρθρωση αποκλείστηκε από τις ίδιες τις ελληνικές αρχές».

Υποστηρίζει ότι τόσο ο Γ. Παπανδρέου όσο και ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου γνώριζαν ότι ο στόχος της τριετούς προσαρμογής που απαιτούσε η Ε.Ε. ήταν αισιόδοξος και ότι δύσκολα η Ελλάδα θα έβγαινε από την ύφεση χωρίς αναδιάρθρωση του χρέους.

Μετέφερε τις απόψεις του Στρος -Καν περί αναδιάρθρωσης το συντομότερο δυνατό, αίτημα που θα έπρεπε να το ζητήσει η ίδια η κυβέρνηση, σε Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου, στον Πέτρο Χριστοδούλου, πρώην επικεφαλής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους, ενώ το θέμα συζήτησε και με τους Γερ. Αρσένη, Λούκα Κατσέλη και Βάσω Παπανδρέου.

Αρνείται ότι οι δηλώσεις του στους «New York Times» έβλαψαν τα εθνικά συμφέροντα. «Τι θα έπρεπε να πούμε για εκείνους που παρομοίαζαν την ελληνική οικονομία με τον Τιτανικό που βουλιάζει και εκείνους που δήλωναν στους ξένους ομολόγους τους ότι κυβερνούν μια διεφθαρμένη χώρα;».

Αναφερόμενος ευθέως στον Γ. Παπανδρέου λέει: «Δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τις προβληματικές όψεις του πρώτου Μνημονίου. Δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι δήθεν εγώ γνώριζα πράγματα τα οποία εκείνος δεν γνώριζε και ότι του τα απέκρυψα. Συμμετείχε σε όλες τις συναντήσεις κορυφής, ενημερωνόταν από συμβούλους διεθνούς περιωπής, είχε απευθείας επαφές με τον γενικό διευθυντή του ΔΝΤ και γνώρισε και από πρώτο χέρι τις ανησυχίες τους».

Ο Γιώργος Παπανδρέου στις 23 Απριλίου του 2010 από το Καστελόριζο με διάγγελμα ανακοίνωσε την προσφυγή της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και στο Μνημόνιο

Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ

Στη συνέντευξη που δημοσιεύτηκε αποσπασματικά στους «New York Times», δεν ανέφερα κάτι καινούργιο και αντανακλούσε τις οικονομικές μου και τεχνοκρατικές απόψεις. Συγκεκριμένα: Στη δημοσιογράφο είπα κάτι το οποίο είναι γνωστό σε όλους τους οικονομολόγους μέσα και έξω από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ότι δηλαδή δεν είχαμε κανένα επιτυχημένο παράδειγμα προγράμματος χωρίς να περιέχει το στοιχείο της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος προκειμένου να αποκατασταθεί η ελλειμματική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η Ελλάδα, ως μέλος μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης της Ευρωζώνης με υπερεθνικό νόμισμα, δεν μπορούσε να υποτιμήσει το υπερεθνικό νόμισμά της. Οπως αναφέρω στη δήλωσή μου, αυτός ήταν ένας εκ των λόγων που το σύνηθες πρόγραμμα και η πάγια πολιτική του ΔΝΤ δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα. Στην ίδια δήλωσή μου ανέφερα επίσης, απαντώντας σε επικριτική ερώτηση σε ό,τι αφορά τις καθυστερήσεις των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, ότι δεν είναι τόσο οι καθυστερήσεις αυτές που οδήγησαν σε σοβαρή ύφεση την οικονομία, αλλά κυρίως οι πολιτικές συρρίκνωσης μισθών και συντάξεων, που οδήγησαν σε σημαντική κάμψη την εσωτερική ζήτηση και τη μείωση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Το γεγονός και μόνον ότι η δήλωσή μου αυτή στους «New York Times» επικροτήθηκε από τον καθηγητή Πολ Κρούγκμαν -βραβείο Νόμπελ της Οικονομίας- την επόμενη κιόλας μέρα από τη δημοσίευσή της, αποδεικνύει ότι το πρώτο Μνημόνιο ήταν προβληματικό, όπως ειδικά αναφέρει ο ίδιος, λέγοντας ότι ακόμα και τώρα η ρητορική συνίσταται στο πως οι Ελληνες δεν προσπαθούν αρκετά, εννοώντας ότι δεν είναι ότι οι Ελληνες δεν προσπαθούν αρκετά, αλλά ότι το πρόβλημα το δημιουργεί η μεγάλη ύφεση. Πιστεύω ότι η δήλωσή μου αυτή στους «New York Times», μία εφημερίδα με παγκόσμια αναγνωσιμότητα, ήταν υποβοηθητική των προσπαθειών της σημερινής κυβέρνησης με την τρικομματική στήριξη, προκειμένου να αναδιαπραγματευθεί το δεύτερο Μνημόνιο και να αποτρέψει τις σοβαρές υφεσιακές παρενέργειές του.

Τα άλλα στοιχεία που ανέφερα στη δημοσιογράφο και δεν περιελήφθησαν στο άρθρο της ήταν τα εξής: Η αναδιάρθρωση του χρέους, το υψηλό επιτόκιο της Ευρωζώνης και η μικρή περίοδος προσαρμογής. Για τα τρία αυτά θέματα είχα εκφράσει τις απόψεις μου, όπως ανέφερα και προηγουμένως. Τα θέματα αυτά ήταν γνωστά σε όλους από την αρχή. Για παράδειγμα, θα αναφέρω ότι από την πρώτη μέρα που ανέλαβα τα καθήκοντά μου στο ΔΝΤ ως αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή του ΔΝΤ, είχα την ευκαιρία να παρευρεθώ σε μια συνάντηση του πρώην υπουργού Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου, που επισκέφθηκε, στις 7-3-2010, την Ουάσιγκτον, με τον πρώην διευθυντή της Ευρωπαϊκής Διεύθυνσης του ΔΝΤ κ. Μάρεκ Μπέλκα, ο οποίος ανέφερε στον κ. Παπακωνσταντίνου ότι ο στόχος της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής (τριετούς) που απαιτούσε η Ευρωπαϊκή Ενωση ήταν αισιόδοξος. Επίσης του ανέφερε ότι δύσκολα η Ελλάδα θα έβγαινε από την ύφεση χωρίς αναδιάρθρωση του χρέους, την οποία επίσης αρνούνταν οι Ευρωπαίοι εταίροι. Επομένως και το θέμα αυτό ήταν γνωστό στον κ. Παπακωνσταντίνου καθώς επίσης και στον πρώην πρωθυπουργό κ. Παπανδρέου, που είχαν εξάλλου απευθείας επαφές και με τον τότε γενικό διευθυντή του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος Καν. Ωστόσο, στις 25-4-2010, ο κ. Παπακωνσταντίνου δήλωσε, σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον, ότι η κυβέρνηση δεν έθεσε ποτέ το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτό που δημιουργεί εντύπωση είναι ότι ο επίσημος σύμβουλος της κυβέρνησης από τα τέλη του 2009, η τράπεζα ΛΑΖΑΡ, είχε διαγνώσει από την αρχή ότι η κρίση χρέους στην Ελλάδα δεν ήταν κρίση ρευστότητας, δηλαδή βραχυπρόθεσμης αδυναμίας αναχρηματοδότησης του ελληνικού χρέους από τις αγορές, αλλά κρίση φερεγγυότητας, δηλαδή δυσκολία ή και αδυναμία αποπληρωμής του χρέους.

Οπως αποκαλύπτει ο πρόεδρος της ΛΑΖΑΡ κ. Ματιλέ Πιγκάς, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό «Βημαγκαζίνο» της 22ας-7-2012, η τράπεζα ΛΑΖΑΡ είχε προτείνει στην κυβέρνηση από τα τέλη του 2009 αρχές του 2010 να ζητήσει από τους εταίρους της την αναδιάρθρωση του χρέους. Επίσης εντύπωση δημιουργεί το γεγονός, όπως τουλάχιστον αναφέρεται σε πρόσφατο άρθρο του δημοσιογράφου Λάμπρου Καλαρρίτη στο περιοδικό «Επίκαιρα» της 2ας-8-2012, ότι ο πρώην πρωθυπουργός κ. Παπανδρέου, στο υπουργικό συμβούλιο, απαγόρευσε στους υπουργούς του να μιλούν για την αναδιάρθρωση του χρέους.

Επίσης θέλω να σας αναφέρω το γεγονός ότι λίγο πριν από τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΝΤ για την έγκριση του πρώτου Μνημονίου και την εκταμίευση της πρώτης δόσης προς την Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε στις 9-5-2010 στην Ουάσιγκτον, έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον ανταποκριτή του MEGA στις ΗΠΑ κ. Μιχάλη Ιγνατίου, ο οποίος μου κατέστησε γνωστό ότι είχε την πληροφορία ότι ο κ. Ντομινίκ Στρος – Καν υποστήριζε την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε θέσει τέτοιο θέμα στις διαπραγματεύσεις.

Δεν ζήτησαν ποτέ αναδιάρθρωση χρέους

Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου είχε απευθείας επαφή με τον τότε γενικό διευθυντή του ΔΝΤ, Ντομίνικ Στρος - Καν

«Το θέμα αυτό (αναδιάρθρωση) ήταν γνωστό στον κ. Παπακωνσταντίνου καθώς επίσης και στον πρώην πρωθυπουργό κ. Παπανδρέου, που είχαν εξάλλου απευθείας επαφές και με τον τότε γενικό διευθυντή του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος – Καν. Ωστόσο, στις 25-4-2010, ο κ. Παπακωνσταντίνου δήλωσε, στην Ουάσιγκτον, ότι η κυβέρνηση δεν έθεσε ποτέ το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

«Ο Ντομινίκ Στρος- Καν με κάλεσε |στο γραφείο του, στις |13-5-2010 και στις 28-6-2010, για να συζητήσουμε το θέμα της ελάφρυνσης του χρέους και της αποπληρωμής του. Από την αρχή μού ξεκαθάρισε ότι θα πρέπει το συντομότερο δυνατό να επιδιωχθεί αναδιάρθρωση του χρέους, μου επεσήμανε όμως ότι αυτό θα πρέπει να το ζητήσει η ίδια η κυβέρνηση». «Είχα την ευκαιρία να ενημερώσω τον πρώην πρωθυπουργό κ. Παπανδρέου για τους υψηλούς κινδύνους του προγράμματος και την πιθανή αποτυχία του και σε μία συνάντηση που είχα μαζί του στην Ουάσιγκτον στις 21-9-2010. Ομως ο υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου συνέχιζε με δηλώσεις του να αποκλείει το ενδεχόμενο της αναδιάρθρωσης».

«Στις ανησυχίες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, οι εμπειρογνώμονες μας πληροφόρησαν ότι η αναδιάρθρωση του χρέους αποκλείστηκε από τις ίδιες τις ελληνικές αρχές»

Πραγματικά, στην πρώτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου που αφορούσε την εξέταση του αιτήματος της ελληνικής κυβέρνησης για υπαγωγή της Ελλάδας σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα του ΔΝΤ, και στο οποίο συμμετείχα, ορισμένα μέλη υποστήριξαν ότι έλειπε από το πρόγραμμα ένα ουσιαστικό στοιχείο για την επιτυχή εφαρμογή του, δηλαδή το στοιχείο της αναδιάρθρωσης του χρέους, το οποίο έκριναν ως μη βιώσιμο. Στις ανησυχίες αυτές των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου οι εμπειρογνώμονες μας πληροφόρησαν ότι η αναδιάρθρωση του χρέους αποκλείστηκε από τις ίδιες τις ελληνικές αρχές. Ωστόσο η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους απασχόλησε το Διοικητικό Συμβούλιο για πολλή ώρα, καθώς είναι γνωστό, με βάση το καταστατικό του ΔΝΤ, ότι δεν μπορεί να εγκριθεί πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης για καμία χώρα εάν το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Συγκεκριμένα, από τα επίσημα έγγραφα του ΔΝΤ σχετικά με το ελληνικό πρόγραμμα που δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο, προκύπτει ότι υπήρχαν σημαντικά ρίσκα-κίνδυνοι στο πρόγραμμα, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ικανότητα της Ελλάδας να αποπληρώσει το δάνειο προς το Ταμείο. Και αυτό γιατί δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από το Ταμείο εναλλακτικά εργαλεία (δική μου επισήμανση) όπως, για παράδειγμα, η υποτίμηση, πράγμα που παρεμποδίζει την ικανότητα της Ελλάδας να προχωρήσει σε μία βιώσιμη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη που προσκρούει σε μία εξαιρετικής κλίμακας δημοσιονομική προσαρμογή σε συνδυασμό με την εφαρμογή φιλόδοξων διαρθρωτικών αλλαγών. Εξάλλου, στην επίσημη ανακοίνωση του Διοικητικού Συμβουλίου σχετικά με την έγκριση του πρώτου Μνημονίου, αναφέρεται ότι, ενώ τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου θεωρούν ότι το χρέος θεωρείται βιώσιμο σε μεσοπρόθεσμη βάση, αναγνωρίζουν ωστόσο ότι υπάρχουν σημαντικές αβεβαιότητες, που καθιστούν δύσκολο να αποφανθούν κατηγορηματικά ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ότι το χρέος είναι βιώσιμο κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής του προγράμματος. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ενέκριναν την πρόσβαση της Ελλάδας στο χρηματοδοτικό μηχανισμό του Ταμείου λόγω του υψηλού ρίσκου-κινδύνου των διεθνών συστημικών επιπτώσεων. Λόγω των ανησυχιών αυτών, ο Ντομινίκ Στρος- Καν με κάλεσε στο γραφείο του, στις 13-5-2010 και στις 28-6-2010, για να συζητήσουμε το θέμα της ελάφρυνσης του χρέους και της αποπληρωμής του. Από την αρχή μου ξεκαθάρισε ότι θα πρέπει το συντομότερο δυνατό να επιδιωχθεί αναδιάρθρωση του χρέους, μου επεσήμανε όμως ότι αυτό θα πρέπει να το ζητήσει η ίδια η κυβέρνηση. Το δεύτερο θέμα που συζητήσαμε ήταν η επέκταση της περιόδου αποπληρωμής του δανείου των 110 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΔΝΤ. Μετέφερα τόσο στον κ. Παπακωνσταντίνου όσο και στον κ. Παπανδρέου τις απόψεις του Ντομινίκ Στρος – Καν, καθώς και στον κ. Πέτρο Χριστοδούλου, τον επικεφαλής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους. Ο τελευταίος συμμεριζόταν τις απόψεις αυτές του Ντομινίκ Στρος – Καν. Επίσης σε ιδιωτικές συζητήσεις είχα συζητήσει αυτό το θέμα και τις απόψεις του Ντομινίκ Στρος-Καν, που πρέπει να τονίσω ότι ήταν εξαιρετικά φιλικά προσκείμενος απέναντι στην Ελλάδα και βοήθησε αφάνταστα τη χώρα μας. Με τον πρώην υπουργό κ. Γεράσιμο Αρσένη και την υπουργό Εργασίας κ. Λούκα Κατσέλη, καθώς και την πρόεδρο της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής κ. Βάσω Παπανδρέου συζήτησα επίσης το θέμα. Νομίζω ότι η τελευταία (κ. Βάσω Παπανδρέου) είχε ενημερώσει τον πρώην πρωθυπουργό κ. Γιώργο Παπανδρέου για την ανάγκη αναδιάρθρωσης του χρέους από τον Μάιο του 2010. Ωστόσο είχα την ευκαιρία να ενημερώσω τον πρώην πρωθυπουργό κ. Παπανδρέου για τους υψηλούς κινδύνους του προγράμματος και την πιθανή αποτυχία του και σε μία συνάντηση που είχα μαζί του στην Ουάσιγκτον στις 21-9-2010. Ομως ο υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου συνέχιζε με δηλώσεις του να αποκλείει το ενδεχόμενο της αναδιάρθρωσης και συγκεκριμένα στις 12-10-2010, στην εκπομπή του κ. Αλέξη Παπαχελά «Φάκελοι» στον «ΣΚΑΪ», απέκλεισε για μία ακόμη φορά το ενδεχόμενο αυτό. Επειδή έβλεπα ότι το θέμα της βιωσιμότητας του χρέους αποκτούσε μια επικίνδυνη δυναμική, δήλωσα στις 27-12-2010, με την ευκαιρία μιας συνέντευξής μου στην «Καθημερινή» και συγκεκριμένα στον δημοσιογράφο Αθανάσιο Ελις, σε σχετική ερώτησή του για τις ενστάσεις που τέθηκαν αρχικά στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ για το δάνειο, ότι οι ενστάσεις αφορούσαν την καθυστέρηση της Ευρώπης να αντιμετωπίσει το ελληνικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το κόστος στο πολύ υψηλό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (πέντε τοις εκατό έναντι τρία τοις εκατό του ΔΝΤ), στην αναξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων της Ελλάδας, στο εάν θα έπρεπε η Ελλάδα να λάβει ένα τόσο υψηλό δάνειο σε σχέση με την ποσόστωσή της στο ΔΝΤ ή στο κατά πόσο το πρόγραμμα θα μπορούσε να εξασφαλίσει την επιστροφή του δανείου, ιδιαίτερα λόγω της ραγδαίας αύξησης του δημοσίου χρέους. Στις 28-1-2011 ο πρώην πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου, μιλώντας σε τριάντα κορυφαίους δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο, σε σχετική ερώτηση, απέκλεισε κατηγορηματικά την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, λέγοντας συγκεκριμένα ότι, αν ήταν η Ελλάδα να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση ή κούρεμα, θα το είχε κάνει από την αρχή της κρίσης.

Επίσης προσπάθησα μέσω μιας συνέντευξής μου στην «Ελευθεροτυπία» στις 6-1-2011 να διευκολύνω τη συζήτηση γύρω από τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους λέγοντας ότι συζητάμε στο ΔΝΤ την επιμήκυνση για όλο το χρέος. Η επιμήκυνση αποπληρωμής του χρέους αποτελεί μια μορφή αναδιάρθρωσής του αλλά δεν ήταν ικανή από μόνη της να επιλύσει ριζικά το θέμα της βιωσιμότητάς του.

Παράλληλα, στις 15-1-2011, ο υπουργός Οικονομικών της Σλοβακίας Ιβάν Μίλκος ανάφερε, σε συνέντευξή του, ότι το ελληνικό πρόγραμμα ήταν λάθος γιατί δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτό η αναδιάρθρωση του χρέους. Τρεις μέρες αργότερα, στις 18-1-2011, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Θεόδωρος Πάγκαλος αναφέρθηκε στο θέμα της αναδιάρθρωσης ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διέψευσε κατηγορηματικά τον κ. Πάγκαλο. Στις 15-3-2011, στην ημερίδα του υπουργείου Οικονομικών για το ελληνικό πρόγραμμα προσαρμογής, και πάλι ο κ. Παπακωνσταντίνου απέρριψε την ανάγκη αναδιάρθρωσης του χρέους. Επίσης, στις 16-4-2011, επανέλαβε σε δημοσιογράφους στην Ουάσιγκτον ότι δεν απαιτείται αναδιάρθρωση του χρέους. Ομως, στις 17-4-2011, ο πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Σημίτης, σε σχετικό άρθρο του, προέβλεψε ότι η αναδιάρθρωση είναι αναπόφευκτη. Τρεις μέρες αργότερα, ο κ. Παπακωνσταντίνου ζήτησε εισαγγελική έρευνα για τις πληροφορίες που είχε η τράπεζα City Group για επικείμενη αναδιάρθρωση του χρέους. Εν τω μεταξύ οι ανησυχίες του ΔΝΤ για τη μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους είχαν διογκωθεί. Στις 3 Μαΐου του 2011 με κάλεσε και πάλι στο γραφείο του ο Ντομινίκ Στρος – Καν. Μου ανακοίνωσε ότι, με βάση τους υπολογισμούς των εμπειρογνωμόνων του ΔΝΤ, το χρέος είχε καταστεί μη βιώσιμο και θα έπρεπε, για να εκταμιευθεί η επόμενη δόση του Ταμείου προς την Ελλάδα, είτε να γίνει αναδιάρθρωση του χρέους είτε να εξευρεθούν επιπλέον πόροι από τους Ευρωπαίους της τάξης των 55 δισ. ευρώ.

Δυστυχώς, οι αρχικές επιφυλάξεις του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους επαληθεύτηκαν. Η εσωτερική υποτίμηση δημιούργησε μεγαλύτερη ύφεση στην ελληνική οικονομία, πράγμα το οποίο αναιρούσε την αρχική εκτίμηση του Ταμείου και της τρόικας ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της μέσα από τις αγορές προς τα τέλη του 2011 αρχές του 2012. Επομένως, οι εμπειρογνώμονες του Ταμείου και ο γενικός διευθυντής δεν μπορούσαν να προτείνουν την εκταμίευση της επόμενης δόσης εφόσον δεν τηρούνταν δύο καταστατικές δεσμεύσεις και συγκεκριμένα το χρέος δεν ήταν βιώσιμο και η κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας για τους επόμενους δώδεκα μήνες δεν ήταν εξασφαλισμένη λόγω της αδυναμίας της να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές από τα τέλη του 2011 και αρχές του 2012. Τα προβλήματα αυτά τα μετέφερα τόσο στον κ. Παπανδρέου όσο και στον κ. Παπακωνσταντίνου καθώς επίσης και στον πρόεδρο του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων καθηγητή κ. Γεώργιο Ζανιά. Στις 12-5-2011 συναντήθηκα στην Αθήνα με τον πρώην πρωθυπουργό κ. Γιώργο Παπανδρέου. Συζήτησα και πάλι τα δύο αυτά θέματα μαζί του και με διαβεβαίωσε ότι θα κάνει μια επιτροπή για να εξετάσει το θέμα της ανδιάρθρωσης του χρέους. Οι ανησυχίες μου όμως δεν σταμάτησαν. Οπως αποκαλύπτουν και τα «Νέα», σε πρόσφατο δημοσίευμά τους στις 11-12 Αυγούστου 2012, δεν σταματούσα να ανησυχώ και να ζητώ ακόμη και από συμβούλους του κ. Παπακωνσταντίνου την αναδιάρθρωση του χρέους. Στις 8-6-2011 συνεδρίασε το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ, το οποίο διαπίστωσε και επίσημα ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο και απαιτείται, για να καταστεί βιώσιμο, η αναδιάρθρωσή του ή και η κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού των 55 δισ. ευρώ, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Ετσι, κάτω από την πίεση του Ντομινίκ Στρος Καν, μία ημέρα προτού συλληφθεί για τη γνωστή υπόθεση στη Νέα Υόρκη, οι Ευρωπαίοι εταίροι αποφάσισαν επιτέλους με μεγάλη καθυστέρηση την επιμήκυνση της πληρωμής του δανείου προς την Ελλάδα, των 80 δισ. ευρώ, και τη μείωση του επιτοκίου από 5% σε 3% ετησίως προκειμένου να βελτιώσουν το προφίλ του χρέους. Βεβαίως, η λύση αυτή δεν καθιστούσε και πάλι το χρέος βιώσιμο. Στις 17-6-2011 έγινε ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης και ανέλαβε τα καθήκοντα του αντιπροέδρου της κυβέρνησης και του υπουργού Οικονομικών ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος. Κάτω από την πίεση του Ταμείου, οι Ευρωπαίοι αναγκάζονται τελικά να αποδεχθούν το κούρεμα του ελληνικού χρέους αρχικά κατά 21%. Είναι η περίφημη απόφαση της 21ης-7-2011. Αλλά και η απόφαση αυτή αποδείχθηκε ανεφάρμοστη στην πορεία. Δεν καθιστούσε το ελληνικό χρέος βιώσιμο. Οι προσπάθειες του Ταμείου να πείσουν τους Ευρωπαίους για μεγαλύτερο κούρεμα συνεχίστηκαν το επόμενο δίμηνο. Αντανακλώντας τις απαιτήσεις του Ταμείου, δήλωσα, σε συνέντευξή μου στην εφημερίδα «Ημερησία» στις 8-9/10/2011, ότι όσοι υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να συμφωνήσει σε μεγαλύτερο PSI, δηλαδή κούρεμα, πρέπει να μας εξηγήσουν πώς θα μπορέσει η Ελλάδα να ανταποκριθεί σε ένα χρέος που με μαθηματική ακρίβεια οδεύει προς το 190-200% του ΑΕΠ. Επειτα από αυτά για πρώτη φορά ο πρώην πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου δήλωσε στις 23-10-2011 ότι στόχος του ήταν να ελαφρυνθεί το χρέος, το οποίο επιβάρυνε τις πλάτες του ελληνικού λαού. Η επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας μέσα από την εσωτερική υποτίμηση και η διατήρηση της δημοσιονομικής προσαρμογής θα είναι ακραία πρόκληση. Σε ό,τι αφορά την εσωτερική υποτίμηση, υπήρχαν από την αρχή ανησυχίες στο Ταμείο επειδή ήταν γνωστό στους οικονομολόγους του ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα και υπήρχαν λίγες μόνο περιπτώσεις χωρών που πέτυχαν τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητά τους με εσωτερική υποτίμηση (δηλαδή χωρίς υποτίμηση του εθνικού νομίσματος). Εξάλλου, στην τελευταία έκθεση του ΔΝΤ σχετικά με την έγκριση του δεύτερου Μνημονίου επιβεβαιώνονται σε ειδική ανάλυση οι αρχικές ανησυχίες του Ταμείου σχετικά με την εσωτερική υποτίμηση. Το σχετικό απόσπασμα από την ανάλυση αυτή του ΔΝΤ μεταφράστηκε και αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επίκαιρα» της 8ης-8-2010. Συγκεκριμένα, στην ανάλυση αυτή αναφέρεται ότι το να πετύχει η εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσω της μείωσης μισθών και εισοδημάτων γενικότερα ώστε να μειωθούν οι εσωτερικές τιμές, είναι πολύ δύσκολο εγχείρημα, απαιτεί χρόνο και προκαλεί μεγάλη ύφεση. Εξάλλου, όπως σημειώνουν στην ίδια ανάλυση οι εμπειρογνώμονες του Ταμείου, οι προϋποθέσεις επιτυχίας του εγχειρήματος της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα δεν είναι δεδομένες. Οσον αφορά τη μικρή περίοδο προσαρμογής που αποφάσισε η Ευρωζώνη, ήταν από την αρχή γνωστό σε όλους ότι καμία χώρα στον κόσμο δεν είχε πετύχει τόσο μεγάλη μείωση του δημοσιονομικού της ελλείμματος σε τόσο μικρή χρονική περίοδο. Γι’ αυτό και σήμερα η κυβέρνηση αγωνίζεται για την επιμήκυνση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής ώστε να περιοριστούν οι υφεσιακές παρενέργειες στην οικονομία. Στις συζητήσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΝΤ και στα επίσημα έγγραφα που δημοσιεύτηκαν στη συνέχεια ότι η δημοσιονομική προσαρμογή όπου απαιτείται 16% του ΑΕΠ σωρευτικά σε τρία χρόνια είναι χωρίς προηγούμενο. Τέλος, όσον αφορά το υψηλό επιτόκιο της Ευρωζώνης, ήταν γνωστό από την αρχή ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε ένα τόσο υψηλό επιτόκιο. Εξάλλου, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση αποφάσισε τη μείωσή του, όπως προανέφερα. Επομένως, οι δηλώσεις μου στους «New York Times» αποτυπώνουν όλες τις ανησυχίες αυτές, οι οποίες στηρίζονταν στο γεγονός ότι δεν υπήρχε, τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική άποψη, κανένα επιτυχημένο παράδειγμα ενός τόσο φιλόδοξου προγράμματος λιτότητας. Επομένως, οι δηλώσεις μου αυτές δεν αποτελούν κάτι το καινούργιο και ούτε έβλαψαν τα εθνικά συμφέροντα.

Αντίθετα, έτυχαν μεγάλης διεθνούς προβολής και εναρμονίζονται πλήρως με τις επιδιώξεις της σημερινής τρικομματικής κυβέρνησης. Τι θα έπρεπε άραγε να πούμε για τις εκατοντάδες δηλώσεις, άρθρα, συνεντεύξεις, τοποθετήσεις όλων εκείνων που κερδοσκοπούν σε βάρος της Ελλάδας με το να υποστηρίζουν ότι είναι θέμα χρόνου η έξοδός της από το ευρώ, ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τρόικας, καθυστερεί τις μεταρρυθμίσεις και άλλα πολλά; Τι θα έπρεπε να πούμε για εκείνους που παρομοίαζαν την ελληνική οικονομία με τον Τιτανικό που βουλιάζει και εκείνους που δήλωναν στους ξένους ομολόγους τους ότι κυβερνούν μια διεφθαρμένη χώρα; Κατηγορήθηκα ότι γνώριζα πράγματα τα οποία δεν ανέφερα στην ελληνική κυβέρνηση. Από την κατάθεσή μου προκύπτει ότι τα πράγματα αυτά που υποστήριζα στις συνεντεύξεις μου και στους «New York Times», ήταν από την αρχή γνωστά σε όλους ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα είχα μεταφέρει και στις ελληνικές αρχές. Εξάλλου, πρέπει να σας υπενθυμίσω ότι, ως αναπληρωτής γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, δεν ελάμβανα καμία απόφαση και ούτε συμμετείχα στη λήψη των αποφάσεων της ελληνικής κυβέρνησης. Το γεγονός και μόνο ότι δεν μου επιτρεπόταν, με βάση το καταστατικό του Ταμείου, να λαμβάνω το λόγο και να υποστηρίζω είτε τις απόψεις της ελληνικής πλευράς είτε εκείνες του ΔΝΤ αποδεικνύει ότι δεν είχα κανέναν αποφασιστικό ρόλο. Πιστεύω ακράδαντα ότι πάντοτε εξέφραζα στις συνεδρίασεις του Δ.Σ. του ΔΝΤ τις επίσημες ελληνικές απόψεις με βάση τα επίσημα κείμενα που κατέθετε η κυβέρνηση στο ΔΝΤ. Εξάλλου, αυτό είναι εύκολο να διαπιστωθεί εφόσον εγώ ο ίδιος ζητούσα από το ΔΝΤ, κατά παρέκκλιση της τακτικής του, να δημοσιεύονται οι τοποθετήσεις μου στο Δ.Σ. μαζί με τις εκθέσεις αξιολόγησης του Ταμείου για την Ελλάδα.

Οι δηλώσεις μου μετά την παραίτησή μου από το Ταμείο δεν είναι αντιφατικές, εφόσον εγώ δεν συμμετείχα στις αποφάσεις που λαμβάνονταν από την ελληνική κυβέρνηση. Θεωρώ υποχρέωσή μου να εκφράζω τις επιστημονικές μου και τεχνοκρατικές μου απόψεις χωρίς να θέλω να θεμελιώσω μομφή για κανέναν. Πραγματικά, δεν κατανοώ τις αντιδράσεις του πρώην πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου. Δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τις προβληματικές όψεις του πρώτου Μνημονίου. Δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι δήθεν εγώ γνώριζα πράγματα τα οποία εκείνος δεν γνώριζε και του τα απέκρυψα. Συμμετείχε σε όλες τις συναντήσεις κορυφής, ενημερωνόταν από συμβούλους διεθνούς περιωπής, είχε επαφές απευθείας με το γενικό διευθυντή του ΔΝΤ και γνώριζε και από πρώτο χέρι τις ανησυχίες του. Ο ίδιος ανέφερε σε συνεντεύξεις του μετά την παραίτησή του από πρωθυπουργός, όπως αναπαράγεται στο ίδιο άρθρο των «New York Times» που περιλαμβάνει και τις δικές μου δηλώσεις, ότι στην Ευρώπη υπήρχε η ιδέα του ηθικού κινδύνου. «Δεν μπορούμε (οι Ευρωπαίοι) να δώσουμε στην Ελλάδα πολύ φθηνό χρήμα». Το νόημά τους ήταν: «Τιμωρήστε τους. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί· εάν κάνουμε την αναχρηματοδότηση πολύ εύκολη, άλλοι θα θελήσουν τα ίδια πράγματα». Πώς μπορεί να ισχυριστεί ο κ. Παπανδρέου ότι δεν γνώριζε για τη βιωσιμότητα του χρέους και την ανάγκη αναδιάρθρωσής του, όταν ο ίδιος ο σύμβουλός του, η Τράπεζα ΛΑΖΑΡ, του υποδείκνυε να απαιτήσει την άμεση αναδιάρθρωσή του; Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ και σε ένα άλλο θέμα που έθιξε ο κ. Παπανδρέου, ότι δήθεν εγώ τα υποστηρίζω αυτά σήμερα γιατί είμαι μη εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, με την οποία είχε συγκρουστεί στο παρελθόν. Αυτό αποτελεί έναν κακόβουλο ισχυρισμό.

Ο κ. Παπανδρέου συγκρούστηκε με την Τράπεζα Πειραιώς επειδή η τελευταία είχε εναντιωθεί στο κούρεμα του ελληνικού χρέους. Αντίθετα, εγώ σε όλες μου τις διαλέξεις και συνεντεύξεις υποστηρίζω ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι το κούρεμα του ελληνικού χρέους έπρεπε να είχε γίνει το συντομότερο δυνατό για να αποφύγει η Ελλάδα να περιέλθει στη δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Συμπερασματικά θέλω να υπογραμμίσω και πάλι ότι οι θέσεις που ανέπτυξα τόσο στους «New York Times» όσο και σε συνεντεύξεις-διαλέξεις μου ήταν γνωστές και δεν περιείχαν κάτι καινούργιο. Εγώ εκφράζω τις επιστημονικές και τεχνοκρατικές μου απόψεις χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μέμφομαι τον οποιονδήποτε. Ωστόσο θεωρώ απαράδεκτη τη συμπεριφορά εκείνων που, επειδή δεν συμφωνούν με τις θέσεις μου, προσπαθούν να με κατηγορήσουν όταν γνωρίζουν ότι ανταποκρίθηκα στα καθήκοντά μου στο ΔΝΤ με τον καλύτερο τρόπο. Τέλος, θα πρέπει να επισημάνω και το γεγονός ότι εγώ πήγα στο Ταμείο έπειτα από παράκληση του ίδιου του πρωθυπουργού, όχι μόνο λόγω των γνώσεων και της εμπειρίας μου με τον Ντομινίκ Στρος – Καν, με τον οποίον γνωριζόμαστε από τα φοιτητικά μας χρόνια. Και ενώ παραιτήθηκα από τη θέση αυτή τον Ιούλιο του 2010 για να αναλάβω αναπληρωτής εκτελεστικός γραμματέας στην Ενωση για τη Μεσόγειο, που εδρεύει στη Βαρκελώνη, αναγκάστηκα να παραμείνω στην Ουάσιγκτον γιατί δεν μπορούσαν να βρουν αντικαταστάτη. Οταν επιτέλους ανέλαβε τα καθήκοντα του νέου υπουργού Οικονομικών ο κ. Βενιζέλος, προσπάθησα και πάλι να αποδεσμευτώ από τα καθήκοντά μου αλλά με παρεκάλεσε να τον βοηθήσω για έξι μήνες στην κρίσιμη εκείνη φάση της υπουργίας του. Με τον κ. Βενιζέλο είχαμε μία άριστη συνεργασία και δεν νομίζω ότι θα ισχυριζόταν ποτέ είτε ότι δεν τον ενημέρωνα είτε ότι αυτά που λέω τα λέω για να εξυπηρετήσω τα συμφέροντα της Τράπεζας στην οποία εργάζομαι σήμερα.

Πηγή: http://www.enet.gr/?i=news.el.politikh&id=411733

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s