Πλουτοπαραγωγικές πηγες

Πλήρης τεκμηριωμένη περιγραφή των ορυκτών πόρων της Ελλάδος

Ι. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ & ΠΕΤΡΩΜΑΤΑ (ΒΟΠ)
1. ΑΔΡΑΝΗ
Η α­κα­θά­ρι­στη α­ξί­α πα­ρα­γω­γής αν­θρα­κι­κών σκύ­ρων και άμ­μου ξε­περ­νά τα 300 ε­κατ. €, με μέ­ση ε­τή­σια αύ­ξη­ση 6% μέχρι το 2009. Ο αριθμός των ενεργών και αργούντων λατομείων είναι 222. Η ποσοστιαία συμμετοχή αυτού του κλάδου στην εξορυκτική δραστηριότητα είναι περίπου 40% (Μπίτζιος 2008, Σ.Μ.Ε. 2011).
Τα τελευταία χρόνια έχουν εντοπιστεί διάφορα πετρώματα κατάλληλα για την παραγωγή σκληρών αδρανών υψηλής ποιότητας για αντιολισθηρά οδοστρώματα. Τέτοια πετρώματα είναι κυρίως ανδεσίτες, διαβάσες και γάβροι. Σήμερα, αντίστοιχα λατομεία λειτουργούν στη Λήμνο, Πο­λύ­κα­στρο, Γι­αν­νι­τσά και Μικροκλεισούρα Γρε­βε­νών (Σαχπάζης 1988, Ράσσιου 1998, Tsiambaos & Vidakis 2001, Νταμπίτζιας κ.ά. 2003, Τσικούρας κ.ά. 2005, Τσούτσικα 2005). Η ετήσια παραγωγή σκληρών αδρανών είναι περιορισμένη, αν και η ζή­τη­σή τους εί­ναι με­γά­λη.

Επιπρόσθετα, στην Ελλάδα λειτουργούν 45 εταιρίες παραγωγής δομικών υλικών, 3 τσιμεντοβιομηχανίες, 80 εταιρίες σκυροδέματος και 43 εταιρίες προϊόντων τσιμέντου (www.xo.gr). Αυτές οι εταιρίες καταναλώνουν σχεδόν το σύνολο της παραγωγής των ανθρακικών αδρανών υλικών. Ένα λατομείο εξόρυξης και μονάδα τήξης αμφιβολιτών, αλλά και άλλων πετρωμάτων, για την παραγωγή πετροβάμβακα, λειτουργεί από το 2001 στην Τερπνή Σερρών.
Τα αποθέματα των ανθρακικών αδρανών είναι ανεξάντλητα, ενώ εκείνα των σκληρών αδρανών υψηλών προδιαγραφών είναι περιορισμένα. Οι τιμές τους κυμαίνονται από 4€/t (ανθρακικά) έως 10€/t (σκληρά).

2. ΑΝΘΡΑΚΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΑ ΠΕΤΡΩΜΑΤΑ (Πίν. 4)
α. Μικροκρυσταλλικό ανθρακικό ασβέστιο

Λευκοί εύθρυπτοι μικροκρυσταλλικοί ασβεστόλιθοι υπάρχουν στη Ζάκυνθο (θέσεις Κουναφάς και Μαρίνα) και Κεφαλονιά (θέση Μήνυες) τα οποία είναι τα κύρια κέντρα παραγωγής λευκών ανθρακικών προϊόντων. Αυτοί οι ασβεστόλιθοι, δολομιτικά και ασβεστιτικά μάρμαρα, καθώς και χουντίτης, είναι τα ακατέργαστα υλικά που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ανθρακικών πληρωτικών στην Ελλάδα. Οι κύριες παραγωγές εταιρίες είναι: ΙΟΝΙΑΝ ΚΑΛΚ Α.Ε., ΖΑΦΡΑΝΑΣ Α.Ε. – ΠΕΤΡΟΧΗΜ και Μάρμαρα Διονύσου-Πεντέλης Α.Ε.Β.Ε. (Τσιραμπίδης 2005).
Η εταιρία ΙΟΝΙΑΝ ΚΑΛΚ λειτουργεί το ορυχείο και τη μονάδα επεξεργασίας της στο Αργοστόλι Κεφαλονιάς. Το ακατέργαστο υλικό είναι ένας μικροκρυσταλλικός, πολύ κα­θαρός ασβεστόλιθος με σύσταση: >99,6% CaCO3, <0,07% Al2O3, <0,02% SiO2 και <0,01% Fe2O3. Η μέση ετήσια παραγωγή κονιοποιημένου υλικού είναι 150.000 τόνοι, το 65% της οποίας εξάγεται. Εξαιτίας της υψηλής καθαρότητας, τα τελικά προϊόντα χρησιμοποιούνται ως πληρωτικά υψηλής λαμπρότητας (>96%), χαμηλής αποξεστικότητας και χαμηλής ελαιοαπορροφητικότητας. Από το 2004 στη Σίνδο Θεσσαλονίκης λειτουργεί η εταιρία ΙΟΝΙΑΝ ΚΑΛΚ Β. Ελλάδος, μια μικτή επιχείρηση με την Καναδική ΟΜΥΑ, η οποία θεωρείται πρωτοπόρος στην επεξεργασία βιο­μηχανικών ορυκτών και πετρωμάτων. H εταιρία έχει εγκαταστήσει μονάδα παραγωγής υδρόφιλων και υδρόφοβων προϊόντων από κρυσταλλικό αν­θρακικό ασβέστιο, με δυναμικότητα 150.000 τόνους/χρόνο.
Η εταιρία ZΑΦΡΑΝΑΣ-ΠΕΤΡΟΧΗΜ λειτουργεί το εργοστάσιό της στην Κόρινθο. Μικροκρυσταλλικός λευκός ασβεστόλιθος από τη Ζάκυνθο και υπολείμματα δο­λομιτικού μαρμάρου από τη Θάσο και Δράμα, καθώς και εισαγόμενος τάλκης, αποτελούν τα ακατέργαστα υλικά που χρησιμοποιεί. Η μέση ετήσια παραγωγή του εργοστασίου είναι 100.000 τόνοι, το 50% της οποίας εξάγεται.
Η εταιρία Μάρμαρα Διονύσου-Πεντέλης χρησιμοποιεί δύο τύπους ακατέργαστου υλικού για την παραγωγή πληρωτικών, υπολείμματα μαρμάρων και ασβεστό­λιθου. Ο πρώτος τύπος παράγεται ως παραπροϊόν της κύριας δραστηριότητας της εταιρίας που είναι η εκμετάλλευση λευκών μαρμάρων. Το λατομείο βρίσκεται στο Διόνυσο Αττικής. Το ασβεστιτικό μάρμαρο αποτελείται από 98% ασβεστίτη, 0,5% χαλαζία, 0,5% σερικίτη και 1% αργιλικά ορυκτά. Ο δεύτερος τύπος είναι ένας μι­κροκρυσταλλικός, μαλακός ασβεστόλιθος, προερχόμενος από λατομείο της εταιρίας στη Ζάκυνθο. Η μέση ετήσια παραγωγή των πληρωτικών είναι περίπου 40.000 τόνοι. Άλλοι 300.000 τόνοι/έτος ανθρακι­κού ασβεστίου παράγονται για κατασκευαστικές και άλλες βιομηχανικές εφαρμο­γές. Επί πλέον, από το 1999 η εταιρία παράγει και έτοιμα κονιάματα.
Η ετήσια παραγωγή προϊόντων ανθρακικού ασβεστίου είναι 450.000 τόνοι (Σ.Μ.Ε. 2011). Τα αποθέματα του μικροκρυσταλλικού ανθρακικού ασβεστίου είναι ανεξάντλητα.
β. Χουντίτης
Υπάρχει σε λιμναίους σχηματισμούς της λεκάνης της Κοζάνης, όπου η αφθονία του ποικίλλει κατά μήκος της. Οι συγκεντρώσεις χουντίτη-υδρομαγνησίτη επικρατούν στο ΝΑ τμήμα της λεκάνης, όπου Μεσοζωικοί δολομιτικοί ασβεστόλιθοι και δολομίτες αποτελούν το υπόβαθρο. Αυτά τα ανθρακικά ορυκτά έχουν κλαστικό χαρακτήρα και βρίσκονται μέσα σε στρώματα ποταμολιμναίων φάσεων (Calvo et al. 1995, Stamatakis 1995, Hatjilazaridou et al. 1998, Σταματάκης κ.ά. 2000).
Μέχρι το 2009 ο χουντίτης της Κοζάνης (Νεράιδα-Λεύκαρα) ήταν η μοναδική απόθεση στον κόσμο, όπου γινόταν εξόρυξη και επεξεργασία. Η από­θεση αποτελείται από: 95% (χουντίτη + υδρομαγνησίτη) σε σχέση 1:1 και 5% (αραγωνίτη + δολομίτη + ασβεστίτη + μαγνησίτη). Από το 2009 στη διεθνή αγορά του χουντίτη έχει εισέλθει και η Τουρκία.
Σήμερα, στην παραγωγή χουντίτη από δύο ορυχεία δραστηριοποιείται η εταιρία ΛΕΥΚΑ ΟΡΥΚΤΑ (θυγατρική της Ολλανδικής Ankerpoort). Στη δική της μονάδα κοντά στα Λεύκαρα Κοζάνης η εταιρία επεξεργάζεται το εξορυσσόμενο υλικό από το γειτονικό ορυχείο και παράγει ένα τελικό προϊόν το περισσότερο του οποίου εξάγεται. Μόνο μια εγχώρια χαρτοβιομη­χανία χρησιμοποιεί μικρές ποσότητες αυτού του υλικού ως πληρωτικό.
Το υλικό που διαθέτεται στην αγορά, είναι μίγμα χουντίτη-υδρομαγνησίτη σε ποσοστό 60% και 40%, αντίστοιχα. Όλη η παραγωγή του ακατέργαστου χουντίτη και το 80% του κατεργασμένου εξάγεται. Η παραγωγή του 2010 ήταν 16.350 τόνοι (Σ.Μ.Ε. 2011).
Οι τιμές του χουντίτη κυμαίνονται από 40 €/t (ακατέργαστος) έως 300 €/t (επεξεργασμένος).
Τα ενδεικτικά αποθέματα χουντίτη στα Λεύκαρα Κοζάνης είναι 4 εκατ. τόνοι και η αξία τους 160 εκατ. €.
γ. Ασβεστόλιθοι
Αμιγείς ή μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι υπάρχουν σε όλη τη χώρα. Οι υγιείς ασβεστόλιθοι χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λίθων δόμησης ή διακόσμησης, ενώ οι πτυχωμένοι ή κατακερματισμένοι για την παραγωγή αδρανών υλικών ή άλλων προϊόντων (Τσιραμπίδης 1990, 1996, 2000α,β, 2002, 2005, 2006, Dagounaki et al. 2003, 2004, 2008, 2009, Ηλιάδου κ.ά. 2004).
δ. Τραβερτίνες
Είναι σκληροί, λεπτοκρυσταλλικοί, συμπαγείς ή μαζώδεις και συχνά συγκριματικοί, χρώματος λευκού μέχρι καστανού. Χρησιμοποιούνται ως λίθοι διακόσμησης (Φωστηρόπουλος & Χρυσοστομίδης 1989, Τσιραμπίδης 2005).
ε. Δολομίτες
Πολύ καθαροί δολομίτες, με MgO>20%, είναι άφθονοι σε όλη την Ελλάδα. Αν και τα αποθέματά τους στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι κατάλληλα για μεγάλο εύρος εφαρμογών, όπως παραγωγή καυστικής μαγνη­σίας και πυρίμαχων πλίθων, η διαθεσιμότητα υψηλής ποιότητας μαγνησίτη εμποδίζει τη χρήση του δολομίτη σε τέτοιες εφαρμογές. Οι υγιείς δολομίτες χρησιμοποιούνται ως λίθοι διακόσμησης (Τσιραμπίδης 1996, 1998, 2005, Βουγιούκας 1998, Ι.Γ.Μ.Ε. 2000, Tsirambides 2001).
στ. Μάρμαρα
Τα ολόλευκα, λεπτόκοκκα και ομογενή ασβεστιτικά μάρμαρα, όπως είναι αυτά της Πεντέλης και της Πάρου, είναι πολύ σπάνια. Η θαυμάσια εμφάνιση αυτών οφείλεται στη διαφάνειά τους, καθώς και στην ικανότητά τους να αντανακλούν το φως. Λειτουργούν όμως εκατοντάδες λατομεία που παράγουν κατώτερης ποιότητας μάρμαρα (Λασκαρίδης 1989, 1996, 2000, Ξειδάκης & Σαμαράς 1994, Τσιραμπίδης 1996, 2005, 2006, Γαλανάκης κ.ά. 2000, Νταγκουνάκη κ.ά. 2004, Χατ­ζη­πα­να­γής & Βου­γι­ού­κας 2005, Τσιραμπίδης & Καντηράνης 2006).
Ο βιομηχανία μαρμάρου, συμπεριλαμβανομένων και των υπόλοιπων φυσικών διακοσμητικών πετρωμάτων, συνεχίζει να είναι ένας από τους πλέον παραγωγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας. Σήμερα, η βιομηχανία μαρμάρου περιλαμβάνει περίπου 3.000 επι­χειρήσεις (εξόρυξη, επεξεργασία, εμπορία). Ως μια αμιγής παρα­γωγική βιομηχανία υπολογίζεται ότι απασχολεί άμεσα και έμμεσα περίπου 25.000 άτομα σε ολόκληρη την χώρα. Το 60% της συνολικής παραγωγής και δραστηριό­τητας αναπτύσσεται στη Μακεδονία. Τα σημαντικότερα κέντρα λευκών μαρμάρων βρίσκονται στους Νομούς Δράμας και Καβάλας (συμπεριλαμβάνεται και η Θάσος που είναι παγκόσμια γνωστή για τους χιονόλευκους δολομίτες της). Σήμερα, τα λειτουργούντα λατομεία μαρμάρων είναι περισσότερα από 300 (Βουγιούκας 1998, Τσιραμπίδης 2002, 2005).
Από το 2002 συνεχίζονται με αυξανόμενο ρυθμό οι ει­σαγωγές μαρμάρου, εξαιτίας της υψηλής ζήτησης στην εγχώρια αγορά και των περιορισμών ανάπτυξης νέων λατομείων στην Ελλάδα. Επιπλέον, αρ­κετές μεγάλες επιχειρήσεις μαρμάρων αναπτύσσουν δραστηριότητες στο εξωτε­ρικό, εξαιτίας των περιορισμών για νέες αδειοδοτήσεις και της κρατικής γραφειοκρατίας.
Οι τιμές των προϊόντων μαρμάρου εξαρτώνται από το χρώμα, την ομογένεια στη σύσταση και στο κρυσταλλικό μέγεθος, τη ζήτηση και άλλους παράγοντες. Συνήθως τα ολόλευκα, λεπτόκοκκα και ομογενή μάρμαρα παρουσιάζουν τις υψηλότερες τιμές. Η παραγωγή μαρμάρων το 2010 ήταν ένα εκατ. τόνοι, με ακαθάριστη αξία περίπου 500 εκατ. € (Σ.Μ.Ε. 2011). Ορισμένες ενδεικτικές τιμές προϊόντων ανθρακικών πετρωμάτων είναι:
Αδρανή: 4-10 €/t, πληρωτικά: 70-100 €/t, ακατέργαστοι όγκοι: 200-1.300 €/t,
Πλακίδια διαστάσεων 30×30 cm ή 40×40 cm και πάχους 1 cm έως 2 cm: 20-80 €/m2.
Τα αποθέματα των κοινών ασβεστιτικών μαρμάρων και δολομιτών είναι ανεξάντλητα.
ζ. Ψαμμίτες
Λατομεία διάφορων τύπων ψαμμίτη λειτουργούν στο Νεστόριο Καστοριάς, Δεμάτι Μετσόβου και Μεσολόγγι (Τσιραμπίδης 2005).
η. Ζεολιθοφόροι τόφοι
Λατομείο ζεολιθοφόρων τόφων ως δομικού υλικού λειτουργεί στην περιοχή Γουρουνορέματος των Μεταξάδων-Αβδέλλας Έβρου.
θ. Γρανίτες
Γρανιτικά πετρώματα προαλπικής ηλικίας υπάρχουν στο Πισοδέρι Φλώρινας, στο Βερτίσκο Θεσσαλονίκης, στο όρος Κερκίνη, στη Δυτική Ροδόπη, Σαμοθράκη, Μύκονο, Δυτική Ικαρία, ΒΔ Νάξο κ.α. Επίσης, γρανιτικά πετρώματα αλπικής ηλικίας υπάρχουν στο Παρανέστι Δράμας, Καβάλα, στη Βροντού Σερρών, στη Θεσσαλονίκη (Ν. Απολλωνία, Σταυρό), στη Χαλκιδική (Πλατανοχώρι, Αρναία, Ιερισσός, Σιθωνία), στη Σέριφο, Τήνο, Άγιο Κήρυκο Ικαρίας, Λαύριο κ.α. (Σ.Μ.Ε. 1979, Καστρινάκη 2011, Παπαδόπουλος 2011). Σήμερα στην Ελλάδα δεν πραγματοποιείται εξόρυξη γρανιτικών πετρωμάτων, αν και ορισμένες μελέτες αποδείξανε ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα όπως στο Πι­σοδέρι και Άγιο Γερμανό Φλώρινας με 3,5 εκατ. m3 αποθεμάτων γρανιτικών πετρωμάτων (Κε­λεσίδης & Τσόμπος 1990) και στη Βροντού Σερρών (Χρυσοστομίδης κ.ά. 1992).
ι. Σχιστόλιθοι
Εταιρίες λατόμησης και επεξεργασίας σχιστολίθων λειτουργούν στην Ελευθερούπολη Καβάλας, στο Πήλιο και στην Κάρυστο Εύβοιας (Αλμπάνης & Βαδραχάνης 2003, Τσιραμπίδης 2005).
κ. Σερπεντινίτες
Λατομεία σερπεντινικών μαρμάρων λειτουργούν στη Φυτιά Ημαθίας και στην Τήνο (Τσιραμπίδης 2005).

3. ΑΣΤΡΙΟΙ
Πετρώματα πλούσια σε αστρίους υπάρχουν στον Έβρο (Κόρυμβος, Πρωτοκ­κλησιά, Σαμοθράκη), Δράμα (Παρανέστι), Θεσσαλονίκη (Καρτερές) και Χαλκιδική (Πλατανοχώρι, Αρναία, Ιερισσός, Σιθωνία). Συνήθως είναι διατεμνόμενες πηγματιτικές φλέβες μεγά­λου πάχους και μεγάλου μήκους. Μεταξύ όλων των αστρίων των παραπάνω πετρωμάτων οι άστριοι του Παρανεστίου είναι οι πλουσιότεροι σε κάλιο (K2O μέχρι 6%) (Παπαδόπουλος & Θεοδωρού­δης 1994, Sikalidis et al. 1997, Κράββας 1999, Vlahou et al. 2001, Μάραντος & Κοσιάρης 2003, Καστρινάκη 2011, Παπαδόπουλος 2011).
Οι ετήσιες ανάγκες της ελληνικής βιομηχανίας κεραμικών σε αστριούχα προϊό­ντα είναι περίπου 40.000 τόνοι. Η παραγωγή (περίπου 23.000 τόνοι) καλύπτει μερικώς τις ανάγκες των εγχώριων βιομηχανιών προϊόντων υγιεινής και υαλουργίας (Σ.Μ.Ε. 2011).
Η εταιρία ΜΕ.ΒΙ.ΟΡ. Α.Ε. (σήμερα η πλειοψηφία των μετοχών της ανήκει στην Ολλανδική Ankerpoort, θυγατρική του ομίλου Sibelco) εξορύσσει πηγματίτες πλούσιους σε Na-αστρίους στην περιοχή των Καρτερών Θεσσαλονίκης. Το εργοστάσιο επεξεργασίας λειτουργεί στην Άσσηρο Θεσσαλονίκης. Το 50% της παραγωγής εξάγεται στην Ιταλία, Γερμανία και Τσεχία και το υπόλοιπο κα­λύπτει τις ανάγκες εγχώριων βιομηχανιών όπως:
ΓΙΟΥΛΑ Α.Ε. με κεντρικά γραφεία και εργοστάσιο στο Αιγάλεω Αττικής. Καταναλώνει περίπου 1.200 τόνους/έτος λεπτομερούς υλικού (75 μm) για την παραγωγή γυάλινων επιτραπέζιων σκευών. Είναι η μεγαλύτερη εταιρία υαλουργίας στα Βαλκάνια.
ΒΙΤΡΟΥΒΙΤ Α.Ε. με κεντρικά γραφεία στο Αιγάλεω Αττικής και εργοστάσιο στην Ιωνία Θεσσαλονίκης. Καταναλώνει περίπου 1.200 τόνους/έτος του ίδιου υλικού για την παραγωγή πλακιδίων και ειδών υγιεινής.
Η εταιρία Φίλκεραμ Johnson εξορύσσει αστρίους στην περιοχή Πλατανοχωρίου Χαλκιδικής και καταναλώνει περίπου 30.000 τόνους/έτος αδρομερούς υλικού (0-6 mm) για την παραγωγή πλακιδίων τοίχου και δαπέδου. Η εταιρία έχει διακόψει τη λειτουργία της στο τέλος του 2010.
Οι περισσότερο διαδομένοι άστριοι στην Ελλάδα είναι οι νατριούχοι, ενώ οι πλούσιοι σε κάλιο είναι πολύ σπάνιοι. Οι τιμές των αστρίων εξαρτώνται από τη χημική σύστασή τους, το μέγεθος των κόκκων, τη θέση εξόρυξης, την επιχειρηματική συνέπεια κ.ά. Η Τουρκία είναι ο σημαντικότερος ανταγωνιστής της Ελλάδος στην προμήθεια αστρίων στην Ε.Ε.
Τα ενδεικτικά αποθέματα αστρίων της Ελλάδος (όλα στη Μακεδονία) είναι 80 εκατ. τόνοι και η αξία τους 1,2 δισεκ. €.

4. ΑΤΑΠΟΥΛΓΙΤΗΣ
Μεγάλα αποθέματα υψηλής ποιότητας αταπουλγίτη ανακαλύφθηκαν πριν μία δεκαετία ΝΑ των Γρεβενών, στη λεκάνη του Βεντζίου. Ο ατα­πουλγίτης συνοδεύεται από σαπωνίτη (Mg-Fe-σμεκτίτης). Τα δύο ορυκτά παρουσιάζουν εξαιρετικές απορροφητικές και θιξοτροπικές ιδιότητες. H εταιρία ΓΕΩΕΛΛΑΣ εκμεταλλεύεται το κοίτασμα από τις θέσεις Πευκάκι (έκταση 0,4 km2, με μέσο πάχος στρωμάτων αταπουλγίτη 10 m) και Πυλωροί (έκταση 1 km2, με μέσο πάχος 18 m). Η παραγωγή του 2010 ήταν 30.000 τόνοι (Σ.Μ.Ε. 2011). Η σύγχρονη μονάδα επεξεργασίας λειτουργεί στην Κνίδη Γρεβενών.
Τα ενδεικτικά αποθέματα του αταπουλγίτη είναι 6 εκατ. τόνοι, του σαπωνίτη 4 εκατ. τόνοι και της ενδοστρωματωμένης φάσης τους 3 εκατ. τόνοι (Kastritis et al. 2003) και η συνολική αξία τους 260 εκατ. €.

5. ΒΩΞΙΤΗΣ/ΑΛΟΥΜΙΝΑ/ΑΛΟΥΜΙΝΙΟ
Εκμεταλλεύσιμες αποθέσεις βωξιτών υπάρχουν στις περιοχές Παρνασσού, Γκιώνας, Ελικώνα, Οίτης, Καλλί­δρομου, Λοκρίδας και Δομοκού. Εμφανίσεις βωξιτών υπάρχουν στο Βροντερό Φλώρινας, Πετράλωνα Χαλκιδικής, Δυτικό Πήλιο, Βόλο, Σκόπελο, Ανατολική Όθρυ, Εύβοια, Ελευσίνα, Ναύπακτο, Καϊάφα Ηλείας, Πύλο Μεσσηνίας, Αμοργό, Χίο κ.α. (Τσιραμπίδης 2005).
Η εκμετάλλευση των βωξιτών αποτελεί θεμελιώδη τομέα του ορυκτού πλούτου της Ελλάδος. Αυτοί είναι καστανέρυθροι, εξαιτίας των περιεχόμενων οξειδίων του σιδήρου. Όμως υπάρχουν και λευκοί βωξίτες που είναι πλούσιοι σε αργίλιο και φτωχοί σε σίδηρο. Η ορυκτολογική σύσταση των βωξιτών της ζώνης Παρνασσού-Γκιώνας είναι: 10-30% βαιμίτης, 20-50% διάσπορο, 20-25% αιματίτης, 1-5% ασβεστίτης, 1-2% χαλαζίας, 1-5% καολινίτης και 0,5-2% ανατάσης (Spoudeas 1997).
Η S&B Βιομηχανικά Ορυκτά Α.Ε. παράγει από τα μεταλλεία της ετησίως περίπου 1 εκατ. τό­νους. Ακολουθεί η ΔΕΛΦΟΙ ΔΙΣΤΟΜΟΝ Α.Μ.Ε., θυγατρική της ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε., που παράγει ετησίως περίπου 750 χιλ. τόνους και τροφοδοτεί αποκλειστικά τη μη­τρική εταιρία με πρώτη ύλη. Η ΕΛΜΙΝ Α.Ε., νεότερη στο χώρο, παρουσιάζει καλή προοπτική αύ­ξησης της παραγωγής και των εξαγωγών των εκμεταλλευόμενων βωξιτών της. Η συνολική παραγωγή βωξίτη κατά το 2010 ήταν 1,9 εκατ. τόνοι (Σ.M.E. 2011).
Η ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε. είναι ο σημαντικότερος καταναλωτής του ελληνικού βωξίτη με επεξεργασία 1.500.000 τόνων/έτος και παραγωγή πρωτόχυτου αλουμινίου 135.000 τό­νων, μεγάλο μέρους του οποίου εξάγεται. Η εταιρία αποτελεί την κύρια επιχείρηση μεταποίησης αλουμινίου στην Ελλάδα.
Το 2003 πραγματοποιήθηκε η εξαγορά του ομίλου Pechiney που κατείχε το 60,2% των μετοχών της ΑτΕ, από τον καναδικό όμιλο Alcan. Από το 2005 αυτό το ποσοστό της Alcan πέρασε στον όμιλο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ. Το 2007 έγινε συγχώνευση της ΑτΕ με τον όμιλο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ και η νέα εταιρία ονομάστηκε ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε.
Τα ενδεικτικά αποθέματα βωξιτών είναι 250 εκατ. τόνοι και η αξία τους 5 δισεκ. €.

6. ΓΥΨΟΣ/ΑΝΥΔΡΙΤΗΣ
Η Ελλάδα φιλοξενεί μεγάλα και υψηλής ποιότητας αποθέματα γύψου και ανυδρίτη, σε θέσεις προσβάσιμες για εξόρυξη. Επομένως, ο γύψος μπορεί να θεωρηθεί ως ένας επενδυτικός στόχος χαμηλού κινδύνου.
Αποθέσεις γύψου ηλικίας Τριαδικού έως και Τεταρτογενούς υπάρχουν στα Επτάνησα, Βρυσέλλα Ηγουμενίτσας, Πρέβεζα, Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα, Ηλεία, Κρήτη, Ρόδο κ.α. Οι αποθέσεις αυτές δη­μιουργήθηκαν από καταβύθιση αλάτων στον πυθμένα κλειστών θαλασσών. Τριτογενείς αποθέσεις μέσα σε μαργαϊκούς σχηματι­σμούς βρίσκονται στον Άνω Βιάννο Κρήτης, Κάρπαθο, Κατούνα Αιτωλοακαρνα­νίας και στο νησάκι Γουβάλια στον Αμβρακικό Κόλπο. Επίσης, Τριτογενής γύψος βρίσκε­ται μέσα σε μεταλπικούς σχηματισμούς της Δ. Ελλάδος, Επτανήσων, Κρήτης και Καριανής Καβάλας. Εξαίρεση αποτελούν οι εμφανίσεις γύψου στο Σουσάκι και Λαύριο που συνδέονται με υδροθερμική δραστηριότητα και φαινόμενα εξαλλοίω­σης (Σ.Μ.Ε. 1979, Pomoni-Papaioannou & Tsaila-Monopolis 1983, Τσιραμπίδης 2005).
Σήμερα γύψος εξορύσσεται κυρίως στην ανατολική Κρήτη (Αλτσί Σητείας) και στην Κατούνα Αιτωλοακαρνανίας. Περιοδικά γίνονται μικρές εξορύξεις στη δυτική Κρήτη, στο Σκοπό Ζακύνθου και στο Αιτωλικό και Αμφιλοχία Αιτωλοακαρνανίας. Η απόθεση στο Αλ­τσί αποτελείται από γύψο στα ανώτερα στρώματα και ανυδρίτη στα κατώτερα. Ο γύψος προέρχεται από την ενυδάτωση του ανυδρίτη. Το εξορυσσόμενο υλικό είναι κατά 85-90% γύψος, ενώ τα στείρα υλικά αποτελούνται από SiO2, Fe2O3, Al2O3 και ανθρακικά ορυκτά του Ca και Mg. Στην περιοχή Αλτσί λειτουργούν ορυχεία τριών εταιριών: η ΛΑΒΑ Μ.Λ.Α.Ε. (του ομίλου LAFARGE), η ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ (του ομίλου ΤΙΤΑΝ) και η εταιρία ΖΕΡΒΑΚΗΣ.
Η απόθεση της Κατούνας αποτελείται από τεφρό έως λευκότεφρο γύψο κα­θαρότητας 80-93%. Οι εταιρίες που εξορύσσουν εδώ είναι: η εταιρία KNAUF, θυγατρική της αντίστοιχης Γερμανικής, παραγωγός γυψοσανίδων και άλλων προϊόντων γύψου για κατασκευ­αστικούς και καλλιτεχνικούς σκοπούς και η εταιρία ΒΙΟΓΥΨ ΚΑΡΒΕΛΗΣ.
Η παραγωγή γύψου στην Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τσιμε­ντοβιομηχανία, επειδή είναι ο κύριος καταναλωτής της. Η ζήτηση γύψου για κα­τασκευαστικές εφαρμογές παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια συνεχή μείωση, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Η συνολική παραγωγή το 2010 ήταν 470.000 τόνοι, μειωμένη κατά 50% σε σχέση με το 2007 (Σ.Μ.Ε. 2011).
Τα ενδεικτικά αποθέματα γύψου είναι 350 εκατ. τόνοι και η αξία τους 2,1 δισεκ. €.

7. ΚΑΟΛΙΝΗΣ/ΑΡΓΙΛΟΣ
Πηλοί και άργιλοι κεραμοποιίας και αγγειοπλαστικής υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα, όπου λειτουργούν εκατοντάδες μονάδες παραγωγής ποικίλων αντίστοιχων προϊόντων, καθώς και άλλων οικοδομικών υλικών (Μάρα­ντος κ.ά. 1993, Μηνόπουλος 1994, Sikalidis & Minopoulos 1994, Περράκη & Ορφανουδάκη 1996, Καστρινάκη κ.ά 2004, Michailidis et al. 2010).
Εμφανίσεις καολίνη υπάρχουν στα νησιά Λέσβο, Κίμωλο, Κω και Θήρα, καθώς και στις Σάπες Ροδόπης και Γρίβα Κιλκίς (Σ.Μ.Ε. 1979, Τσώλη-Καταγά 1981, Tsolis-Katagas & Mavronichi 1989, Michailidis et al. 1993, Galan et al. 1996, Papoulis & Tsolis-Katagas 2001a). Όμως καολίνης εξο­ρύσσεται περιοδικά μόνο στη Μήλο και στα Λευκόγεια Δράμας (Michailidis & Tsirambides 1986, Kelepertsis et al. 1990, Papoulis & Tsolis-Katagas 2001b). Τα δύο κοιτάσματα διαφέ­ρουν στην προέλευση.
Ο καολίνης της Μήλου δημιουργήθηκε από υδροθερμική εξαλλοίωση ηφαι­στειοκλαστικών πετρωμάτων κάτω από όξινες συνθήκες. Εκτός των άλλων συστατικών, στη χημική σύστασή του συμμετέχουν: 13-20% Al2O3 και 0,3-0,6% Fe2O3. Η χαμηλή ποιότητα του καολίνη της Μήλου οφείλεται κυρίως στην παρουσία οπαλιοειδούς πυριτίας και αλουνίτη (θειούχο ορυκτό). Ο καολίνης των Λευκογείων είναι υπολειμματικού τύπου και έχει σχηματιστεί από αποσάθρωση γνευσίων και σχιστολιθικών γνευσίων. Εκτός του κύριου ορυκτού καολινίτη υπάρχουν: χαλαζίας, άστριοι και μαρμαρυγίες. Εκτός των άλλων συστατικών, στη χημική σύστασή του συμμετέχουν (μέσες τιμές): 18% Al2O3 και 2,5% Fe2O3.
Τα ορυκτολογικά και χημικά χαρακτηριστικά και των δύο τύπων καολίνη τα καθιστούν ακατάλληλα για υψηλής ποιότητας επικαλυπτικά και πληρω­τικά υλικά. Στη Μήλο λειτουργούν οι εταιρίες S&B Βιομηχανικά Ορυκτά και ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ (θυγατρική της ΤΙΤΑΝ). Το μεγαλύτερο ποσοστό (80%) της παραγωγής της Μήλου καταναλώνεται, σε ακατέργαστη μορφή, στην εγχώρια τσι­μεντοβιομηχανία, ενώ ένα μικρό μέρος (10%) εξάγεται για την παραγωγή λευκού τσιμέντου. Όλη η παραγωγή των Λευκογείων καταναλώνεται εγχώρια από την εταιρία Filkeram Johnson, για την παραγωγή πλακιδίων δαπέδου και τοίχου. Οι εγχώριες βιομηχανικές ανάγκες για υψηλής ποιότητας καολίνη ικανοποιούνται από εισαγωγές.
Από το 1995 η παραγωγή καολίνη έχει περιοριστεί δραματικά, εξαιτίας κυρίως της έλλειψης καλής ποιότητας αποθε­μάτων. Πηλοί και άργιλοι κεραμοποιίας και αγγειοπλαστικής υπάρχουν σε ανεξάντλητα αποθέματα σε όλη την Ελλάδα. Τα χαμηλής ποιότητας ενδεικτικά αποθέματα καολίνη (κυρίως της Μήλου και Λευκογείων) είναι 50 εκατ. τόνοι και η αξία τους 750 εκατ. €.

8. ΚΙΣΣΗΡΗ/ΠΟΖΟΛΑΝΗ
Στις φυσικές ποζολάνες ανήκουν η κίσσηρη, η ηφαιστειακή σποδός ή τέφρα, οι διατομίτες κ.ά. που συνήθως βρίσκονται σε εκτεταμένα στρώματα με πάχη που φτάνουν τα 40 m. Στην Ελλάδα η ποζολάνη είναι γνωστή με το όνομα Θηραϊκή γη (περιέχει περίπου 65% άμορφο SiO2), εξαιτίας των μεγάλων και χαλαρών αποθέσεών της στο ομώνυμο νησί και στα γειτονικά νησάκια.
Η κίσσηρη (ελαφρόπετρα) είναι από τα σπουδαιότερα βιομηχανικά ακατέργαστα υλικά της Ελλάδος. Η εγχώρια παραγωγή κίσσηρης το 2010 ήταν 413.000 τόνοι, μειωμένη περίπου κατά 50% σε σχέση με το 2007 (Σ.Μ.Ε. 2011). Η εταιρία ΛΑΒΑ Μ.Λ.Α.Ε. λειτουργεί το μοναδικό ορυχείο εξόρυξης στη νησίδα Γυαλί στο Ανατολικό Αιγαίο και παραμένει επί σειρά ετών η πρώτη εξαγωγική εταιρία κίσσηρης παγκόσμια.
Αποθέσεις ποζολανικών γαιών έχουν εντοπιστεί στο Νομό Έβρου (Μέστη, Λευκίμμη, Δαδιά και Πετρωτά). Σήμερα ποζολάνη εξορύσσεται στα νησιά Μήλο και Κίμωλο, καθώς και στο Νομό Πέλλας (Νέα Ζωή, Προφήτης Ηλίας, Άψαλος, Ξιφιανή) (Κοσιάρης & Βουγιούκας 1980, Τσιραμπίδης 2005). Η ετήσια παραγωγή ποζολανικών γαιών στην Ελλάδα τη δεκαετία 2000-2009 ήταν 1,0-1,5 εκατ. τόνοι. Όμως το 2010 έπεσε στους 540 χιλ. τόνους που ήταν η χαμηλότερη των τελευταίων ετών (Σ.Μ.Ε. 2011). Σχεδόν όλη καταναλώνεται από την τσιμε­ντοβιομηχανία. Στην παραγωγή ποζολανικών γαιών δραστηριοποιούνται πέντε εταιρίες: ΛΑΒΑ Μ.Λ.Α.Ε. (όμιλος LAFARGE), ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ (όμιλος ΤΙΤΑΝ), ΜΠΕΝΤΟΜΑΪΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ, ΚΥΒΟΣ Α.Ε. και ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΖΟΛΑΝΕΣ Α.Ε.
Η τσιμεντοβιομηχανία ΤΙΤΑΝ προμηθεύεται όλη την παραγωγή των εταιριών που εξορύσσουν ποζολανικές γαίες στο Νομό Πέλλας:
ΚΥΒΟΣ Α.Ε. (1970) με δύο ορυχεία:
Προφήτης Ηλίας Πέλλας με παραγωγή 70.000 τόνων/έτος τεφρής ποζολάνης, περιεκτικότητας 30-40% σε άμορφο SiO2.
Ξιφιανή Αριδαίας με παραγωγή 4.000-5.000 τόνων/έτος λευκότεφρης ποζολάνης, περιεκτικότητας 40-50% σε άμορφο SiO2.
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΖΟΛΑΝΕΣ Α.Ε. (2006) με δύο ορυχεία (63 στρεμ. και 20 στρεμ.) στην Άψαλο Αριδαίας και παραγωγή 8.000-10.000 τόνων/έτος λευκής ποζολάνης, περιεκτικότητας 50-55% σε άμορφο SiO2.
Τα ενδεικτικά αποθέματα κίσσηρης και άλλων ποζολανικών γαιών είναι 400 εκατ. τόνοι και η αξία τους 4 δισεκ. €.

9. ΜΑΓΝΗΣΙΤΗΣ Ή ΛΕΥΚΟΛΙΘΟΣ
Τα Ελληνικά κοιτάσματα μαγνησίτη είναι φλεβικού τύπου ή ιζηματογενή. Τα πρώτα συνδέονται αποκλειστικά με οφιολιθικά πετρώματα και έχουν αναπτυ­χθεί μέσα σε σερπεντινίτες, συχνά σχιστοφυείς, όπου οι ζώνες μαγνησίτη είναι με­γάλου πάχους και μήκους πολλών χιλιομέτρων. Τα σπουδαιότερα φλεβικού τύπου κοιτά­σματα (stockwork) υπάρχουν στη Χαλκιδική (Βασιλικά, Βάβδος, Πολύγυρος, Γε­ρακινή, Ορμύλια, κ.α.) και είναι τα μοναδικά σε εκμετάλλευση (Dabitzias 1980). Παρόμοια κοιτάσματα υπάρχουν και στη Β. Εύβοια (Μαντούδι, Λίμνη, Τρούπι, Πετισούνας, Αφράτι, Παππάδες κ.α.). Επίσης, υπάρχουν εμφανίσεις στο Γομάτι και Ν. Ρόδα Χαλκιδικής, Νιγρίτα, Κοζάνη, Γρεβενά, Αταλάντη, Ερμιόνη, Λέσβο κ.α. (Σ.Μ.Ε. 1979). Τα ιζηματογενή κοιτάσματα μαγνησίτη στην Ελλάδα, που σήμερα δεν εκμεταλλεύ­ονται, βρίσκονται στη λεκάνη Σερβίων-Αιανής και στη Βαρβάρα και Καρκάρα Χαλκιδικής και φιλοξενούνται μέσα σε αργιλομαργαϊκά ιζήματα.
Το οφιολιθικό σύμπλεγμα της Χαλκιδικής έχει μήκος περίπου 70 km. Σχεδόν σε όλο αυτό το μήκος τα υπερβασικά μέλη του φιλοξενούν και μαγνησίτη. Στο μεγαλύτερο τμήμα του παρατηρείται πλήρης ανάπτυξη του κοιτάσματος και στο υπόλοιπο, εξαιτίας αποσάθρωσης, ένα μέρος της stockwork μεταλλοφορίας λείπει. Το μέσο πάχος αυτών των υπερβασικών πετρωμάτων είναι τουλάχιστον 2 km, το μέσο βάθος της εκμεταλλεύσιμης μεταλλοφορίας 50-60 m και το φαινόμενο ειδικό βάρος του μαγνησίτη 3 g/cm3. Με αυτά τα δεδομένα βεβαιώνεται η παρουσία τεράστιων αποθεμάτων μαγνησίτη που είναι αρκετά να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της Ευρωπαϊκής αγοράς για τις επόμενες δύο τουλάχιστον 100ετίες (Dabitzias 1980, Νταμπίτζιας & Βακόν­διος 1994). Ο μαγνησίτης της Χαλκιδικής είναι εξαιρετικής ποιότητας και καλύτερος από τους ευρωπαϊκούς [46,7% MgO, 1,9% SiO2, 0,5% CaO και 0,2% (Fe2O3+Al2O3)]. Επίσης, η δίπυρη μαγνησία που παράγεται εί­ναι άριστης ποιότητας, αφού τα πυρίμαχα τούβλα που κατασκευάζονται από αυτήν παρουσιάζουν σημείο τήξης 2.100-2.300οC.
Η εταιρία ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΛΕΥΚΟΛΙΘΟΙ, μοναδική στην Ελλάδα, αποτελεί τη μεγαλύτερη εξαγωγική επιχείρηση μαγνησίας στην Ε.Ε. και τη μεγαλύτερη σε πωλήσεις καυστικής μαγνησίας παγκόσμια. Τα περισσότερα αποθέματα, μαζί με τη μονάδα επεξεργασίας της, βρίσκονται στη Γερακινή Χαλκιδικής. Σήμερα η εταιρία εξάγει μαγνησίτη, καυστική και δίπυρη μαγνησία και πυρίμαχες μάζες και έχει πιστοποιητικό ποιότητας κατά ISO 9001. Η ετήσια παραγωγή λευκόλιθου είναι 400 χιλ. τόνοι και τελικών προϊόντων (καυστική και δίπυρη μαγνησία, πυρίμαχες μάζες) 180 χιλ. τόνοι, το 93% των οποίων εξάγεται κυρίως προς την Ε.Ε., αλλά και προς τις Η.Π.Α., άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, χώρες της Μέσης Ανατολής και την Αυστρα­λία (Τσιραμπίδης 2005, Σ.Μ.Ε. 2011).
Τα ενδεικτικά αποθέματα μαγνησίτη είναι 280 εκατ. τόνοι (170 εκατ. τόνοι στη Χαλκιδική, 70 εκατ. τόνοι στα Σέρβια Κοζάνης και 40 εκατ. τόνοι στην Εύβοια) και η συνολική αξία τους 9,8 δισεκ. €.

10. ΜΠΕΝΤΟΝΙΤΗΣ
Η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα μετά τις Η.Π.Α. στην παραγωγή μπεντονίτη που το 2009 ήταν 1,25 εκατ. τόνοι. Η εξόρυξη γίνεται κυρίως στη Μήλο από την εταιρία S&B Βιομηχανικά Ορυκτά και σε μικρότερες ποσότητες στην Κίμωλο από την εταιρία ΜΠΕΝΤΟΜΑΪΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ (Σ.Μ.Ε. 2011). Ο μπεντονίτης της Μήλου περιέχει κυρίως Ca-μοντμοριλονίτη (>80%), χα­λαζία, αστρίους, καολινίτη και αναλλοίωτο ηφαιστειακό γυαλί (Christidis 1992). Αποθέσεις μπεντονίτη έχουν εντοπιστεί στα νησιά Λέσβο και Χίο, καθώς και στην ευρύτερη περιοχή Μέστης – Συκορράχης Έβρου (Christidis 1992, Κοσιάρης & Μιχαήλ 1995).
Σήμερα, η εταιρία S&B Βιομηχανικά Ορυκτά κατέχει την πρώτη θέση στην παραγωγή μπεντονίτη στην Ευρώπη και είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική εταιρία μπεντονίτη στον κόσμο. Στις δικές της εγκατα­στάσεις πραγματοποιούνται η επεξεργασία των αποθέσεων και η ενεργοποίηση του μπεντονίτη. Για τις περισσότερες εφαρμογές αυτός ο μπεντονίτης ενεργοποιείται με κατεργασία με Na2CO3, για να απο­κτήσει τις επιθυμητές φυσικο-χημικές ιδιότητες. Τα τελικά προϊόντα, σε σάκους ή παλέτες, απο­θηκεύονται σε σιλό ή αποθήκες και μεταφέρονται με πλοία. Η εταιρία έχει πιστοποιητικό ποιότητας κατά ISO 14.000. Η εταιρία διατηρεί τα τελευταία χρόνια την ηγετική της θέση στην πα­γκόσμια αγορά, με ετήσιες πωλήσεις μπεντονίτη που ξεπερνούν τους 850.000 τόνους. Σχεδόν όλος (98%) εξάγεται στην Ε.Ε., στη Β. Αμερική και στην Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών (CIS) (Τσιραμπίδης 2005).
Προβλέπεται ότι στα επόμενα χρόνια οι ερευνητικές δραστηριότητες θα εντατικοποιηθούν για να εξασφαλιστούν πρόσθετα και υψηλής ποιότητας αποθέματα μπεντονίτη. Αυτό θα συμβεί όχι μόνο στη Μήλο, αλλά και στην Κίμωλο, Λέσβο και Θράκη.
Η τιμή του μπεντονίτη εξαρτάται από το βαθμό επεξεργασίας, το μέγεθος των κόκκων και τη συσκευασία. Τα ενδεικτικά αποθέματα μπεντονίτη είναι 100 εκατ. τόνοι και η αξία τους 3,5 δισεκ. €.

11. ΟΛΙΒΙΝΗΣ/ΔΟΥΝΙΤΗΣ
Στην Ελλάδα ολιβίνης περιέχεται σε ποικίλα ποσοστά στους οφιολιθικούς σχηματισμούς ή συμπλέγματα που περιλαμβάνουν δουνίτες, ολιβινίτες και περιδοτίτες. Υπάρχουν σε δύο υποπαράλληλες γεωτεκτονικές ζώνες: του Αξιού (ανατολικό σύμπλεγμα) και Υποπελαγονικής (δυτικό σύ­μπλεγμα) που διασχίζουν την κεντροδυτική Μακεδονία από ΒΔ προς ΝΑ. Αποθέσεις υψηλής ποιότητας ολιβίνη έχουν εντοπιστεί στο Βάβδο Χαλκιδικής, Λιβάδι Θεσ/νίκης, Βούρινο Κοζάνης και Περιβόλι Γρεβενών. Αυτά τα ελαιο­πράσινα πετρώματα εμφανίζονται συνήθως εξαλλοιωμένα και όχι συνεκτικά (Σ.Μ.Ε. 1979, Arvanitidis 1998, Νταμπίτζιας & Ράσσιου 2000).
Σήμερα, γίνεται εξόρυξη δουνίτη στη Σκούμτσα Γρεβενών (Όρος Βούρινος) από την εταιρία ΘΕΡΜΟΛΙΘ Α.Ε. (μέχρι το 2010 ΟΛΙΒΙΝΙΤΕΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ Ε.Π.Ε.). Η παραγωγή του 2010 ήταν 30.000 τόνοι, έτος κατά το οποίο η εταιρία διέθεσε στη αγορά νέα σειρά κατεργασμένων προϊόντων. Η μελλοντική εκμετάλλευση και των αποθέσεων δουνίτη του Βάβδου Χαλκιδικής φαίνεται πολύ θετική.
Τα ενδεικτικά αποθέματα δουνίτη των δύο περιοχών είναι 50 εκατ. τόνοι και η αξία τους 500 εκατ. €.

12. ΠΕΡΛΙΤΗΣ
Η Ελλάδα είναι πρώτη στις εξαγωγές και δεύτερη στην παραγωγή περλίτη χώρα στον κόσμο. Ο περισσότερος από τον εξορυσσόμενο περλίτη επεξεργάζεται (θρυμματι­σμός, κοσκίνιση, ξήρανση) και το 50% αυτού εξάγεται. Μόνο μικρό μέ­ρος του κοσκινισμένου περλίτη στη διογκωμένη μορφή του καταναλώνεται στην εγχώρια αγορά. Η Ελλάδα είναι ο κύριος προμηθευτής της Ευρώπης, με ανταγωνί­στριες χώρες την Τουρκία, Ιταλία, Ουγγαρία και Αρμενία. Επίσης, εξάγεται στις Η.Π.Α., τη Μέση και Άπω Ανατολή.
Eξορύσσεται στα νησιά Μήλο και Κω. Επίσης, αποθέσεις περλίτη βρίσκονται στα νησιά Λέσβο, Γυαλί και Αντίπαρο, καθώς και στον Έβρο (Λευκίμμη, Λυκόφως, Δαδιά) (Κοσιάρης & Βουγιούκας 1980). Ο περλίτης εξορύσσεται κυρίως στη Μήλο, όπου τα ενδεικτικά αποθέματα είναι 1.000 εκατ. τόνοι. Στον κλάδο του περλίτη δραστηριοποιούνται οι εταιρίες:
S&B Βιομηχανικά Ορυκτά: Είναι ο σημαντικότερος παραγωγός περλίτη στην Ελλάδα και ο μεγαλύτερος προμηθευτής αδιόγκωτου και διαβαθμισμένου περλίτη στον κόσμο. Το κέντρο παραγωγής της βρίσκεται στη Μήλο.
ΠΕΡΛΙΤΕΣ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε.: Είναι μικρότερη εταιρία παραγωγής περλίτη στη νησίδα Γυαλί.
Η εταιρία S&B, εκτός της Μήλου, περιοδικά εξορύσσει μικρές ποσότητες και στην Κω. Το μεγαλύτερο ποσοστό του εξορυσσόμενου περλίτη μεταφέρεται στο εργοστάσιό της στη Ριτσώνα Βοιωτίας, όπου παράγεται διογκωμένος περλίτης. Αυτός διαθέτεται στη διεθνή και εγχώρια αγορά από τη θυγατρική εταιρία της Isocon.
Η S&B και οι εξαγορασθείσες εταιρίες Sarda Perlite (Ιταλία), Saba Madencilik (Τουρκία) και Sino-Hellenic Industrial Minerals (Κίνα) διαθέτουν κάθε χρόνο περισσότερους από 600.000 τόνους διαβαθμισμένων προϊόντων περλίτη στις διεθνείς αγορές κυρίως στην Ευρώπη και στη Β. Αμερική. Οι πωλήσεις περλίτη στην εγχώ­ρια αγορά είναι μόλις το 1,5% της συνολικής παραγωγής. Το 1998 η εταιρία εξαγόρασε την Otavi Minen AG με έδρα στο Eschborn της Γερμα­νίας. Σήμερα, αυτή η εταιρία λειτουργεί με το νέο εμπορικό όνομά της Otavi Holding GmbH, παράγοντας 130 χιλ. τόνους/χρόνο ακατέργαστου περλίτη στη Μήλο (Τσιραμπίδης 2005).
Τη δεκαετία 1996-2005 η μέση παγκόσμια παραγωγή περλίτη ήταν 1,6 εκατ. τόνους/χρόνο. Γεωγραφικά κατανέμεται κατά 30% στις ΗΠΑ, 45% στην Ευρώπη (κυρίως Ελλάδα, Τουρκία και Ουγγαρία) και 20% στην Άπω Ανα­τολή (κυρίως Ιαπωνία και Κίνα). Η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί, εξαιτίας της κατανάλωσης περλίτη σε νέες εφαρμογές, εκτός των κατασκευών, όπως στη γεωργία, παραγωγή φίλτρων, κρυογενείς εφαρμογές κ.ά.
Το 2010 η παραγωγή ακατέργαστου περλίτη ήταν 760 χιλ. τόνοι, ενώ του κατεργασμένου 480 χιλ. τόνοι. Tο 45% της συνολικής παραγωγής εξήχθη στην ευρωπαϊκή αγορά και το 44% στη Β. Αμερική. Ο οικοδομικός τομέας (π.χ. δομικά υλικά και επιχρίσματα) καταναλώνει το 58%, οι γεωργικές χρήσεις (π.χ. υδροπονία και παραγωγή ανθοκομικών μιγμάτων) το 28% και οι άλλες χρήσεις (π.χ. διηθητικά μέσα, κρυογενείς μονώσεις) το υπόλοιπο 14%.
Τα ενδεικτικά αποθέματα περλίτη είναι 1.200 εκατ. τόνοι και η αξία τους 12 δισεκ. €.

13. ΧΑΛΑΖΙΑΣ
α. Χαλαζιακή άμμος
Άφθονες χαλαζιακές άμμοι χερσαίας ή ποτάμιας προέλευσης για οικοδομική χρήση υπάρχουν σε πολλές περιοχές της Ελλάδος. Αμμορυχεία με ή χωρίς άδειες λειτουργούν σε παρόχθιες περιοχές σχεδόν όλων των ποταμών της. Έχει εντοπιστεί χαλαζιακή άμμος 1,2 εκατ. τόνων στο Σκαλοχώρι Κοζάνης, που μετά από επεξεργασία έδωσε 94-96% SiO2 και 0,04-0,08% Fe. Επίσης, μικρές αποθέσεις χαλαζιακής άμμου έχουν εντοπιστεί στο Άργος Ορεστικό Καστοριάς και χαλαζιακών κροκαλών 400.000 τόνων στην Αχλάδα Φλώρινας (Arvanitidis 1998, Τσιραμπίδης 2005).
Όλα τα έργα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα έγιναν με χαλαζιακή άμμο του ποταμού Αξιού που θεωρείται ποιοτικά η καλύτερη της χώρας. Η εταιρία Thrakon πραγματοποιεί απόληψη χαλαζιακής άμμου από τον ποταμό Άρδα του Έβρου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή μονωτικών προϊόντων πορώδους σκυροδέματος της Ytong (θυγατρική της Σουηδικής Plena Group).
Χαλαζιακή άμμος χερσαίας ή ποτάμιας προέλευσης υψηλών προδιαγραφών δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, γι’ αυτό εισάγεται.
β. Χαλαζίας
Μεγάλος αριθμός χαλαζιακών φλεβών, συνήθως μικρών διαστάσεων, διατέμνει τα κρυσταλλοσχιστώδη πετρώματα της Ροδοπικής, Σερβομακεδονικής, Πελαγονικής και Αττικοκυκλαδικής Ζώνης. Επιπλέον, πυριτιόλιθος έχει εντοπιστεί στο Δορίσκο Έβρου και πορσελανίτες στην Αριδαία και Κοζάνη. Ο χαλαζίας της Ρούσσας Έβρου είναι πολύ καλής ποιότητας, δεν έχει όμως αξιοποιηθεί ακόμη (Κοσιάρης & Ζηκόπουλος 1991, Arvanitidis & Kilias 1997, Magganas et al. 1997, Μάραντος & Κοσιάρης 2003).
Σήμερα, ο γαλακτώδης χαλαζίας φλεβικής προέλευσης καλύπτει μερικώς τις ανάγκες των ελληνικών κεραμικών βιομηχανιών. Τα κοιτάσματα που εκμεταλλεύονται βρίσκονται στους Νομούς Θεσσαλονίκης (Εξαμίλι), Κιλκίς, Χαλκιδικής και Λάρισας, ενώ έχουν ξεκινήσει οι απαιτούμενες διαδικασίες για την εκμετάλλευση νέων αξιόλογων κοιτασμά­των στους νομούς Τρικάλων, Κοζάνης και Ημαθίας (Τσιραμπίδης 2005).
Η ετήσια παραγωγή χαλαζία είναι περίπου 15.000 τόνοι. Οι ετήσιες ανάγκες σε χαλαζία των ελληνικών βιομηχανιών κεραμικών και υα­λουργίας είναι περίπου 80.000 τόνοι. Μοναδική εταιρία παραγωγής χαλαζία είναι η ΜΕ.ΒΙ.ΟΡ. Α.Ε. (σήμερα η πλειοψηφία των μετοχών της ανήκει στην Ολλανδική Ankerpoort, θυγατρική του ομίλου Sibelco). Η μονάδα επεξεργασίας λειτουργεί στην Άσσηρο Θεσσαλονίκης. Από τη συνολική παραγωγή εξάγεται περίπου το 20%. Η υπόλοιπη καταναλώνεται από εγ­χώριες κεραμικές βιομηχανίες ή υαλουργίες, για την παραγωγή ειδών υγιεινής και πορσελάνης, καθώς και γυάλινων προϊόντων (π.χ. Βιτρουβίτ, Ιώνια Πορσελάνη, Γιούλα κ.ά., με περίπου 1.500 τόνους/χρόνο η καθεμιά).
Άμορφη πυριτία με τη μορφή του οπάλιου-Α ή/και οπάλιου-CT βρίσκεται στη Μήλο, σχηματίζοντας σημαντικές αποθέσεις με περιεχόμενο >92% SiO2 που σχεδόν όλο είναι άμορφο, με μεγάλη δραστικότητα και μεγάλη ειδική επιφάνεια (25-30 m2/g για με­γέθη κόκκων <65 μm). Είναι προϊόν υδροθερ­μικής εξαλλοίωσης των όξινων ηφαιστειακών πετρωμάτων. Τα στείρα ορυκτά είναι: ανατά­σης, ρουτίλιο και βαρύτης. Σήμερα λειτουργεί μόνο το λατομείο της εταιρίας ΛΑΒΑ που βρίσκεται 12 km ΝΑ του χωριού Αδάμας (λιμάνι της Μήλου), με ετήσια ικανότητα 120.000 τόνων. Παράγονται δύο ποιότητες, το υψηλής καθαρότητας SSL10 (με λευκότητα >80%) και το SSL20 (χρώματος ροζ), με διαφορές στην περιεκτικότητα σε SiO2 και στις ποικίλες προσμίξεις (ειδικότερα στο Fe2O3 το οποίο δίνει ουσιαστικά τη χρωματική αλλαγή). Μέχρι το 2005 αντίστοιχο λατομείο λειτουργούσε και η εταιρία S&B Industrial Minerals.
Τα ενδεικτικά αποθέματα χαλαζία και άμορφης πυριτίας είναι 5 εκατ. τόνοι και η αξία τους 100 εκατ. €.

II. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ & ΠΕΤΡΩΜΑΤΑ ΜΕ ΚΑΛΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ
1. ΑΛΙΤΗΣ
Εκμετάλλευση ορυκτού άλατος στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στο παρελθόν (πριν το 1900) μόνο στο Βορδό Ιωαννίνων με πρωτόγονα μέσα. Σήμερα, εξετάζεται η δυνατότητα εκμετάλλευσης του ορυκτού άλατος (75-90% NaCl), που έχει εντοπιστεί στο Μονολίθι Ιωαννίνων μέσα σε υφαλογενείς ασβεστόλιθους (Arvanitidis 1998). Περίπου το 66% των αναγκών της χώρας καλύπτεται από την παραγωγή των οκτώ αλυκών της Κρατικής εταιρίας Ελληνικές Αλυκές Α.Ε. (ιδρύθηκε το 1988), με δυναμικότητα 260.000 τόνων/έτος. Αυτές οι αλυκές είναι: Μεσολογγίου (παράγει περίπου το 50% του συνόλου), Μέσης Ροδόπης, Νέας Κεσσάνης Ξάνθης, Κίτρους Πιερίας, Αγγελοχωρίου Θεσσαλονίκης, Καλλονής και Σκάλας Λέσβου και Μήλου. Με το χρονοδιάγραμμα του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου για έξοδο της Ελλάδος από την κρίση, μέχρι το τέλος του 2015, το Ελληνικό Δημόσιο θα διαθέσει για πώληση το σύνολο των μετοχών (100%) της εταιρίας που κατέχει.
Τα ενδεικτικά αποθέματα ορυκτού άλατος είναι 20 εκατ. τόνοι και η αξία τους 80 εκατ. €.

2. ΒΕΡΜΙΚΟΥΛΙΤΗΣ
Οι αποθέσεις του βερμικουλίτη περιορίζονται στις περιοχές του Ζιδανίου Κοζάνης, Ασκού Θεσσαλονίκης, στα όρη Κρούσια του Κιλκίς, στο Βάβδο και Γερακινή Χαλκιδικής (Νταμπίτζιας & Περδικάτσης 1991, Zhelyaskova-Panayotova et al. 1992, Διακάκης κ.ά. 1995). Η σειρά του Βερτίσκου είναι πολύ ενδιαφέρουσα, όπου παράλληλα με τα σώματα τάλκη εντοπίζο­νται και αποθέσεις βερμικουλίτη στην περιοχή του Ασκού (Νταμπίτζιας & Κουγκούλης 1994). Υπάρχουν 300 χιλ. τόνοι βερμικουλίτη, που περιέχει 0-2,5% K2O και αυτό το ορυκτό εντοπίζεται μέχρι βάθος 30 m. Μετά από αυτό το βάθος το K2O βαθμιαία αυξάνεται και αποθέσεις υδροφλογοπίτη ή υδροβιοτίτη μπορεί να αποτελούν επιπρόσθετους ορυκτούς πόρους (Arvanitidis 1998). Αυτός ο βερμικουλίτης παρουσιάζει επι­θυμητές ιδιότητες για την παρασκευή ορισμένων δομικών, γεωργικών και κηπου­ρικών προϊόντων (Tsirambides & Michailidis 1999) και δείχνει υψηλή ικανότητα αφαίρεσης βαρέων μετάλλων από υδάτινα διαλύματα (Bourliva et al. 2004).
Τα ενδεικτικά αποθέματα βερμικουλίτη στη Μακεδονία είναι 500.000 τόνοι και η αξία τους 20 εκατ. €. Περισσότερο ενθαρρυντικές είναι οι προοπτικές εκμετάλλευσης του βερμικουλίτη του Ασκού Θεσσαλονίκης.

3. ΒΟΛΑΣΤΟΝΙΤΗΣ
Αποθέσεις βολαστονίτη υπάρχουν στα Κιμμέρια Ξάνθης (με ενδεικτικά αποθέματα 500 χιλ. τόνων και ανακτήσιμο βολαστονίτη 50%) και στο Πανόραμα Δράμας (με ενδεικτικά αποθέματα 700.000 τόνων και ανακτήσιμο βολαστονίτη 50%). Και τα δύο παρουσιάζουν καλές προοπτικές εκμετάλλευσης (Skarpelis & Liati 1991, Constadinidou et al. 1998a).
Τα ενδεικτικά αποθέματα βολαστονίτη είναι 500.000 τόνοι και η αξία τους 20 εκατ. €.

4. ΓΡΑΝΑΤΗΣ
Ο γρανάτης είναι ένα από τα κοινότερα φυσικά αποξεστικά ορυκτά.
Γρανάτες έχουν εντοπιστεί σε θέσεις μεταμόρφωσης επαφής στη Ροδόπη (Μαρώνεια, Στροφή), Ξάνθη (Κιμμέρια, Διάσπαρτο, Θέρμες), Δράμα (Πολυνέρι, Πανόραμα), Βερτίσκο Θεσσαλονίκης, Χαλκιδική, Όλυμπο, Λαύριο, Σέριφο κ.ά. (Papastavrou & Perdikatsis 1991, Μέλφος 2002, Μάραντος & Κο­σιάρης 2003, Γεωργιάδης 2010). Οι γρανατίτες των Κιμμερίων Ξάνθης και της Σερίφου είναι κατάλ­ληλοι ως υλικά αμμοβολής, παρουσιάζοντας καλές προοπτικές εκμετάλλευσης (Skarpelis et al. 1998). Επιπλέον, δοκιμές με το γρανάτη της Σερίφου που έγιναν στις ΗΠΑ έδειξαν ότι το υλικό είναι κατάλληλο ως λειαντικό ξύλινων επιφανειών, δερμάτων ή κεραμικών προϊόντων. Επίσης, εξαιτίας των ποιοτικών χαρακτηριστικών του μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διηθητικό υγρών.
Τα ενδεικτικά αποθέματα γρανατών είναι 1.300 χιλ. τόνοι και η αξία τους 40 εκατ. €.

5. ΓΡΑΦΙΤΗΣ
Γραφίτης έχει εντοπιστεί μέσα σε μάρμαρα, γνεύσιους και σχιστόλιθους της μάζας της Ροδόπης. Ειδικότερα, οι γρανατούχοι σχιστό­λιθοι του Πολυνερίου Δράμας περιέχουν κατά μέσο όρο 3% γραφίτη, ενώ υποδεέ­στερες είναι οι εμφανίσεις στην Υψηλή Ράχη και Άγιο Παντελεήμονα (Πλουμής & Χατζηπαναγής 1993). Επίσης, μικροκρυσταλλικός (άμορφος) γραφίτης με μορφή φακών έχει εντοπιστεί στην ενότητα της Μάκρης μέσα σε ανθρακικούς σχηματισμούς (Μάραντος & Κοσιάρης 2003). Στην περιοχή Διάσπαρτου και Θερμών Ξάνθης οι γρανατού­χοι – κυανιτικοί γνεύσιοι περιέχουν ένα γραφιτικό ορίζοντα με φυλλάρια γραφίτη σε αναλογίες από 3% έως 12% και αποθέματα που υπερβαίνουν τους 600.000 τόνους (Μάραντος κ.ά. 2005). Από αυτόν τον ορίζοντα έγινε παραγωγή συμπυκνώματος γραφίτη με περιεχόμενο σε άνθρακα 80-85%. Όμως απαιτείται συμπύκνωμα γραφίτη με >95% άνθρακα, για να είναι δυνατή η εκμετάλλευση αυτών των αποθέσεων (Arvanitidis 1998).
Τα ενδεικτικά αποθέματα γραφίτη είναι 650.000 τόνοι και η αξία τους 20 εκατ. €.

6. ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ
Περιοχές της Βόρειας Ελλάδος, όπου εμφανίζονται μεταμορφωμένα πετρώματα υπέρ-υψηλών πιέσεων, με υψηλό δυναμικό σε διαμάντια, περιλαμβάνουν τους ορεινούς όγκους των νομών Θεσσαλονίκης και Κιλκίς και μία στενή ζώνη που εκτείνεται ασυνεχώς και κατά μήκος 100 km και πλέον από το Κάτω Νευροκόπι Δράμας μέχρι τον Έβρο (Τσιραμπίδης 2005, Arvanitidis 2011a). Γραφιτικά διαμάντια μεγέθους 2-300 μm που εγκλείονται μέσα σε γρανάτη, χαλαζία, αμφίβολο και γραφίτη μεταμορφωμένων πε­τρωμάτων έχουν εντοπιστεί στην Κεντρική Μακεδονία (Λιβάδι, Γαλαρινός, Μαραθούσα) (Kostopoulos et al. 2000). Επίσης, μεταμορφικά ορυκτά-δείκτες υπερ-υψηλής πίεσης όπως ο κοεσίτης, το διαμάντι και ο γρανάτης, εντοπίστηκαν σε εκλογίτες και γνεύσιους στην κεντρική και ανατολική Μάζα της Ροδόπης. Το διαμάντι εμφανίζεται σε υπομικροσκοπικούς κρυστάλ­λους μεγέθους <20 μm μέσα σε πορφυροβλάστες γρανατών στις περιοχές Πιλήματος Ξάνθης, Κύμης-Σμιγάδας Ροδόπης και Σιδήρως Έβρου (Mposkos & Kostopoulos 2001).

7. ΔΙΑΤΟΜΙΤΗΣ
Αποθέσεις διατομιτών στην Ελλάδα, ανάλογα με το περιβάλλον σχηματισμού, υπάρχουν: στις λεκάνες Κλειδίου Φλώρινας, Κομνηνών Πτολεμαϊδος, Γιαννωτών Ελασσόνος και Μεγαλόπολης (γλυκού νερού), στις λεκάνες Αιανής Κοζάνης και Μυτιληνιών Σάμου (αλατούχου-αλκαλικής λίμνης), στην Αίγινα, Μήλο, Γαύδο και στις λεκάνες Καστελλίου και Ηρακλείου Κρήτης (αβαθούς θάλασσας) και στη Ζάκυνθο (βαθιάς θάλασσας) (Stamatakis & Tsipoura-Vlachou 1990, Koukouzas 1992, Dermitzakis et al. 1998, Owen et al. 2010).
Τα ενδεικτικά αποθέματα διατομιτών είναι 100 εκατ. τόνοι και η αξία τους 2,5 δισεκ. €. Περίπου το 50% αυτών υπάρχουν στις λεκάνες Κλειδίου Φλώρινας, Κομνηνών Πτολεμαΐδος, Αιανής Κοζάνης και Γιαννωτών Ελασσόνος με καλές προοπτικές εκμετάλλευσης.

8. ΖΕΟΛΙΘΟΙ
Οι φυσικοί ζεόλιθοι απαντούν σε περισσότερα από 80 είδη. Για τις διάφορες χρήσεις αποφεύγονται οι ινώδεις (π.χ. εριονίτης, μορδενίτης, σκολεσίτης, μεσόλιθος, νατρόλιθος) και προτείνονται αυτοί που η περιεκτικότητά τους στο ζεολιθοφόρο πέτρωμα είναι >70%, ενώ χαμηλότερης περιεκτικότητας προτείνονται για χρήση ως δομικοί λίθοι.
Σύμφωνα με τα αποθέματα, τον τύπο και την περιεκτικότητα σε ζεόλιθο, το οικονομικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στο Νομό Έβρου (θέσεις «Ρέμα Ντρίστα» και «Μαύρη Πέτρα» Πετρωτών, και «Κύριες Τούμπες» και «Τύμπανο» Πενταλόφου) (Πίν. 5), με πιθανά αποθέματα 480 εκατ. τόνους, 120 εκατ. τόνοι για κάθε θέση.
Εμφανίσεις ζεολίθων που δεν παρουσιάζουν οικονομικό ενδιαφέρον (χαμηλή περιεκτικότητα ή συμμετοχή ινωδών ζεολίθων ή άγνωστα αποθέματα) απαντούν στους Νομούς Έβρου, Ροδόπης, Σάμου και Κυκλάδων. Στο υπόλοιπο του Νομού Έβρου τέτοιες εμφανίσεις απαντούν στις περιοχές α) Πετρωτών (θέσεις Αλώνι-Κόκκαλο, Γκαζόμυλος, Λιβαδάκια, Πετρωτά-Ρέμα Λεύκη, Φυλάκιο Ωμέγα) με 35-75% ζεόλιθο τύπου-HEU και 45% μορδενίτη, β) Πενταλόφου (Παλαίστρα) με 43-65% ζεόλιθο τύπου-HEU, γ) Μεταξάδων-Αβδέλλας (Γουρουνόρεμα-Ξεροβούνι) με 35-75% ζεόλιθο τύπου-HEU και δ) Δαδιάς-Λευκίμμης-Φερών (Κανάλια, Ξέφωτο, Σύνορο, Βυρίνη, Λευκίμμη, Άγιος Κωνσταντίνος, Άσπρα Χώματα, Βρύση, Καβησός, Καψάλα, Λάκα, Μακρύλοφος, Νίψα) με 11-70% ζεόλιθο τύπου-HEU, 5-53% μορδενίτη, 14-88% ζεόλιθο τύπου-HEU+μορδενίτη, 43% ζεόλιθο τύπου-HEU+στιλβίτη, 31% μορδενίτη+ στιλβίτη, 8% λομοντίτη+στιλβίτη (Κοσιάρης κ.ά. 1987, Μάραντος κ.ά. 1989, 2008, Tsirambides et al. 1989, 1993, Kirov et al. 1990, Tsolis-Katagas & Katagas 1990, Τσιραμπίδης 1991, Filippidis 1993, Skarpelis et al. 1993, Μάραντος & Περδικάτσης 1994, Μισαηλίδης κ.ά. 1994, Misaelides et al. 1994, 1995a,b, Koutles et al. 1995, Tserveni-Gousi et al. 1995, 1997, Yannakopoulos et al. 1995, 1998, 2002, Symeopoulos et al. 1996, Haidouti 1997, Sikalidis 1998, Stamatakis et al. 1998, Vlessidis et al. 2001, Katranas et al. 2003, Papadopoulos et al. 2004, Φιλιππίδης & Κασώλη-Φουρναράκη 2002, Μάραντος 2004, Φιλιππίδης & Καντηράνης 2005, Kantiranis et al. 2006, Filippidis et al. 2007, Marantos et al. 2007, 2008, Βούτα 2009, Καλαμπαλίκη 2009, Τζάμος 2009, Αποστολίδης 2010, Tzamos et al. 2010, Τζάμος κ.ά. 2011). Στο Νομό Ροδόπης (ΒΑ και ΒΔ Σκαλώματος, Κηροστάτης, Βουκέφαλο Δαρμένης) με 18-60% ζεόλιθο τύπου-HEU+μορδενίτη, 16-18% ανάλκιμο (Μάραντος κ.ά. 1993, 2000, 2001, Marantos et al. 2002, Φιλιππίδης & Κασώλη-Φουρναράκη 2002, Φιλιππίδης & Καντηράνης 2005, Filippidis et al. 2007). Στο Νομό Σάμου (λεκάνη Καρλοβασίου-Μαραθόκαμπου) με 57-91% ζεόλιθο τύπου-HEU, 64% μορδενίτη, 44-72% ανάλκιμο, 66% χαβαζίτη, 78-81% ζεόλιθο τύπου-HEU+μορδενίτη, 55% ζεόλιθο τύπου-HEU+ανάλκιμο, 47% ζεόλιθο τύπου-HEU+φιλλιψίτη (Pe-Piper & Tsolis-Katagas 1991, Stamatakis et al. 1996, Φιλιππίδης & Κασώλη-Φουρναράκη 2002, Kantiranis et al. 2004, 2006, 2010, 2011, Filippidis et al. 2005, 2007). Στο Νομό Κυκλάδων (Παναγιά & Κήποι Μήλου, Όρμος Συκιάς & Άγιος Ανδρέας Κιμώλου, ΒΔ τμήμα Πολυαίγου, Ακρωτήρι & Όρμος Μπάλου Θήρας) με 33-55% ζεόλιθο τύπου-HEU, 23-73% μορδενίτη, 53-73% ζεόλιθο τύπου-HEU+μορδενίτη (Κανάρης 1989, Tsolis-Katagas & Katagas 1989, Kitsopoulos & Dunham 1996, Fragoulis et al. 1997, Stamatakis et al. 1998, Kitsopoulos et al. 1998, 2001, Φιλιππίδης & Κασώλη-Φουρναράκη 2002, Filippidis et al. 2007). Ζεόλιθος τύπου HEU εντοπίστηκε σε πορσελανίτες των νησιών Ζακύνθου, Λευκάδος, Λέσβου και Λήμνου (Magganas et al. 1997, Arvanitidis 1998, Stamatakis & Kyriakopoulos 2002). Στιλβίτης σε φλέβες εντοπίστηκε στη Βάθη Κιλκίς (Filippidis et al. 1988, Στεφανίδης 1992), στον Κατσαμπά Σαμοθράκης (Βλάχου 2003) και στο Κιζάρι Ροδόπης (Voudouris et al. 2010).
Ο Ελληνικός Φυσικός Ζεόλιθος (ΕΛΦΥΖΕ) που προέρχεται από το Ρέμα Ντρίστα, εκτός μιας μελέτης (Πίν. 5), κατά μέσο όρο περιέχει 89% ζεόλιθο τύπου-HEU (διακύμανση 84-95%). Ο ΕΛΦΥΖΕ εμπλουτίζει το νερό σε οξυγόνο και ρυθμίζει το pH των υδάτων προς το ουδέτερο, αυξάνοντας ή μειώνοντας αυτό, ανάλογα με την οξύτητα ή αλκαλικότητα των υδάτων. Η κατεργασία αστικών λυμάτων με τον ΕΛΦΥΖΕ έδωσε διαυγές νερό με βελτιωμένες τις ποιοτικές παραμέτρους κατά 90-950%. Επίσης, η κατεργασία έδωσε ως ίζημα άοσμη και συνεκτική ζεολυματολάσπη. Αυτή παράγεται, είτε με την ανάμειξη της λυματολάσπης με τον ΕΛΦΥΖΕ, είτε ως ίζημα με την κατεργασία των αστικών λυμάτων με ΕΛΦΥΖΕ και είναι κατάλληλη για χρήση ως εδαφοβελτιωτικό στις γεωργικές καλλιέργειες. Η κατεργασία βιομηχανικών υγρών αποβλήτων (βαφείου, βυρσοδεψείου), έδωσε διαυγές νερό με βελτιωμένες τις ποιοτικές παραμέτρους κατά 93-99%. Επίσης, οι κατεργασίες έδωσαν ως ίζημα άοσμη και συνεκτική ζεολάσπη, η οποία είναι κατάλληλη για ασφαλή απόθεση, επειδή τα επιβλαβή συστατικά δεν εκπλύνονται με το νερό της βροχής. Ο ΕΛΦΥΖΕ απομακρύνει από ύδατα τα κυανοβακτήρια κατά 51-92%. Η προσθήκη ΕΛΦΥΖΕ στα αγροτικά εδάφη, αυξάνει τις σοδειές κατά 17-66%, βελτιώνει την ποιότητα των προϊόντων κατά 4-46%, μειώνει τη χρήση λιπασμάτων κατά 56-100%, μειώνει την κατανάλωση του νερού άρδευσης κατά 33-67% και αποτρέπει την έκπλυση επιβλαβών ουσιών στο υδάτινο περιβάλλον, προστατεύοντας έτσι την ποιότητα των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων. Η χρήση του ΕΛΦΥΖΕ ως υλικό δαπέδου κτηνοτροφικών μονάδων και ως πρόσθετο ζωοτροφών, αυξάνει την παραγωγή (17% στο γάλα αγελάδων, 7% στο βάρος κρεο-παραγωγών ορνιθίων), βελτιώνει την ποιότητα των προϊόντων, μειώνει την κατανάλωση τροφής, τις ασθένειες και τη φαρμακευτική αγωγή των ζώων, τη θνησιμότητα των νεογνών, τη δυσοσμία και μετατρέπει την κοπριά σε άοσμο λίπασμα.
Φυσικοί ζεόλιθοι που δεν περιέχουν ινώδη μέλη και με καθαρότητα >70%, είναι κατάλληλα υλικά για πολυάριθμες περιβαλλοντικές, βιομηχανικές, γεωργικές, κτηνοτροφικές και υδατικές εφαρμογές, όπως καθαρισμό αστικών λυμάτων και βιομηχανικών υγρών αποβλήτων, παραγωγή άοσμης και συνεκτικής ζεολυματολάσπης, κατεργασία λυματολάσπης και βιομηχανικής λάσπης για ασφαλή απόθεση, εξυγίανση και οξυγόνωση υδάτινων οικοσυστημάτων, δέσμευση και απομάκρυνση κυανοβακτηρίων, εξασθενούς χρωμίου και ραδιονουκλιδίων, βελτίωση τεχνητών υγροβιότοπων και μονάδων διαχείρισης υδάτων, βελτίωση ποιότητας πόσιμου νερού, ιχθυοκαλλιέργειες, αποσμητικά υλικά, μετατροπή κοπριάς σε άοσμο λίπασμα, καθαρισμό και ξήρανση αερίων, ζωοτροφές, εδαφοβελτιωτικά γεωργικών καλλιεργειών, βελτιωτικά όξινων και αλκαλικών εδαφών, διαχείριση αποβλήτων μεταλλείων και επιστροφή εδαφών σε γεωργική χρήση, υποστρώματα θερμοκηπίων και ανθοκομικής, υγιεινή και ασφάλεια τροφίμων, βελτίωση γεύσης και ποιότητας τροφίμων, ανθεκτικότερο και υγιέστερο γρασίδι, συμπληρώματα διατροφής, κ.α.
Σήμερα δεν γίνεται εκμετάλλευση φυσικών ζεολίθων στην Ελλάδα. Ανάλογα με την ποιότητα, την κοκκομετρία και το βαθμό επεξεργασίας οι τιμές των φυσικών ζεολίθων κυμαίνονται από 10 €/t έως 500 €/t. Επεξεργασμένος, σε ειδικά προϊόντα (άμμοι υγιεινής, συμπληρώματα διατροφής) από 1 €/kg έως 48 €/kg.
Τα ενδεικτικά αποθέματα των φυσικών ζεολίθων της Θράκης είναι 600 εκατ. τόνοι και η αξία τους 18 δισεκ. €.

9. ΜΑΡΜΑΡΥΓΙΕΣ
Στη Μακεδονία και Θράκη υπάρχουν πολλά όξινα πλουτωνικά, πηγματιτικά και περιοχικής μεταμόρφωσης πετρώματα που περιέχουν αρκετές φορές μεγάλους κρυστάλ­λους μαρμαρυγιών. Μέχρι το 2006 μόνο στο Μυρτόφυτο Καβάλας (Σύμβολο Όρος) γινόταν περιοδική εξόρυξη σερικίτη που αποτελεί προϊόν υδροθερμικής εξαλλοίωσης των περιεχόμενων αστρίων στους γρανίτες, από την εταιρία ΒΙΟΤΑΛΚ. Η επεξεργασία και ο εμπλου­τισμός γινόταν στα Βρασνά Θεσσαλονίκης (Τσιραμπίδης 2005). Η επιχείρηση μπορεί να επαναλειτουργήσει, όμως με σύγχρονο εξοπλισμό εμπλουτισμού.
Τα ενδεικτικά αποθέματα μαρμαρυγιών είναι 800.000 τόνοι και η αξία τους 20 εκατ. €.

10. ΤΑΛΚΗΣ
Πολυάριθμες αποθέσεις τάλκη έχουν εντοπιστεί στην Ελλάδα, μερικές των οποίων παρουσιάζουν οικονομικό ενδιαφέρον. Αυτές βρίσκονται συνήθως με μορφή φλεβών και φακών μέσα σε σερπεντινίτες και οφιόλιθους που έχουν δεχθεί υδρο­θερμική ή μεταμορφική επίδραση. Ο τάλκης συνοδεύεται από χλωρίτη, τρεμολίτη, μαγνητίτη, ασβεστίτη και χαλαζία. Αποθέσεις τάλκη υπάρχουν στη Σίφνο, Σύρο, Εύβοια, Λάρισα, Άρνισσα Πέλλας, Δίβουνο Κιλκίς, στη Ροδόπη (Οργάνη, Μυρτίσκη, Χλόη) κ.α. (Marantos et al. 1990, Μηνόπουλος 1990, Κράββας 1991). Εκμετάλλευση κοιτασμάτων τάλκη γινόταν στο παρελθόν στην Τήνο, Ιεράπετρα Κρήτης και Χορτιάτη Θεσσαλονίκης. Σήμερα, ιδιαίτερου ενδιαφέροντος είναι τα άφθονα σερπεντινικά σώματα της σειράς του Βερτίσκου (Σερβο­μακεδονική Ζώνη) και ιδιαίτερα της περιοχής Ασκού Θεσσαλονίκης που είναι πλούσια σε βερμικουλίτη και τάλκη (Νταμπίτζιας & Κουγκούλης 1994). Στον Ασκό τα αποθέματα τάλκη (με 2,5-5,5% Fe2O3) είναι περίπου 700 χιλ. τόνοι. Δοκιμές βελτίωσης που πραγματοποιήθηκαν, περιόρισαν το περιεχόμενο του Fe2O3 στο 2,5-3% (Arvanitidis 1998).
Τα ενδεικτικά αποθέματα τάλκη είναι 1 εκατ. τόνοι και η αξία τους 20 εκατ. €.

11. ΦΩΣΦΟΡΙΤΕΣ
Βρίσκονται σε τρεις διαφoρετικoύς oρίζovτες πoυ αvήκoυv στo Άvω Κρητιδικό (Ζώvη Παρvασσoύ-Γκιώvας), στo Ηώκαιvo και στo Ολιγόκαιvo (Ζώvη Iόvιoς). Στον Πάρνωνα έχουν τη μορφή κρυσταλλικού φθοριοαπατίτη, ενώ στον Κιθαι­ρώνα έχει εντοπιστεί μικρή εμφάνιση ουρανοβαναδιούχου φωσφορίτη. Στη Ζώvη Παρvασσoύ-Γκιώvας oι εμφαvίσεις βρίσκovται στην επαφή ασβεστόλιθων με φλύ­σχη στo Δίστoμo, Αράχοβα και Αvτίκυρα και είvαι κατατμημέvες, εξαιτίας της διάβρωσης. Στην Ιόνιο Ζώνη έχουν εντοπιστεί εμφα­νίσεις Μειοκαινικών φωσφοριτών στις περιοχές Κτισμάτων και Αργυροχωρίου Ηπείρου, στην Κέρκυρα και Κεφαλονιά. Στηv ίδια Ζώνη υπάρχουν Ανωκρητιδικοί φωσφορίτες κυρίως στην Αιτωλοακαρνανία, Πρέβεζα και Δελβιvάκι Iωαvvίvωv, όπoυ οι αποθέσεις εκτείνονται σε μήκoς 15 km και πάχoς 2-4 m και το περιεχόμενό τους σε P2O5 είναι 10-25% (Βέκιος & Χιώτης 1993, Arvanitidis 1998). Εξαιτίας της χαμηλής περιεκτικότητας σε P2O5, η εκμετάλλευση αυτών των αποθέσεων είναι αδύνατη με τις σημερινές τεχνικο-οικονομικές συνθήκες.
Τα ενδεικτικά αποθέματα σε P2O5 είναι 500.000 τόνοι και η αξία τους 10 εκατ. €.

ΙΙI. ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΟΡΥΚΤΕΣ ΠΡΩΤΕΣ ΥΛΕΣ
1. ΓΑΙΑΝΘΡΑΚΕΣ
Η Ελλάδα κατέχει τη 2η θέση στην Ε.Ε. και την 11η παγκόσμια στην παραγωγή λιγνίτη. Τα πιο σημαντικά λιγνιτικά κοιτάσματα σχημα­τίστηκαν σε ενδοηπειρωτικές λεκάνες όπως της Πτολεμαϊδος-Φλώρινας, Δρά­μας και Μεγαλόπολης, ενώ μικρά τελματοδελταϊκά λιγνιτικά κοιτάσματα δημιουργή­θηκαν στην Ορεστιάδα, Αλεξανδρούπολη, Σέρρες, Παγγαίο, Ιωάννινα, Πρέβεζα, Ελασσόνα, Αλιβέρι, Ωρωπό, Μέγαρα, Αίγιο, Πύργο, Ολυμπία, Πελλάνα Λακωνίας, Πλακιά Ρεθύ­μνης και Χανιά (Κούκουζας κ.ά. 1979, 1984, Μπρουσούλης κ.ά. 1991, 1999, Κώτης κ.ά. 1992, Δημητρίου 1993, Koukouzas & Koukouzas 1995, Filippidis et al. 1996a,b, Koukouzas et al. 1997, Κώτης & Παπανικολάου 2000, Αντωνιάδης κ.ά. 2001, Κώτης 2002, Kolovos et al. 2002a,b, Siavalas et al. 2004, Χατζηαποστόλου κ.ά. 2004, Adamidou et al. 2007). Ανάμεσα στις περίπου 43 ανθρακοφόρες λεκάνες της Ελλάδας, το 16% είναι του Τεταρτογενούς (Μεγαλόπολη, Φίλιπποι κ.ά.), το 75% του Νεογενούς (Πτολεμαϊδα, Αμύνταιο, Φλώρινα, Ελασσόνα κ.ά.) και το 9% του Παλαιογενούς (Ορεστιάδα, Αλεξανδρούπολη κ.ά.), ενώ μέσα σε κάθε λεκάνη ο αριθμός και το πάχος των στρωμάτων του γαιάνθρακα κυμαίνεται σημαντικά. Στις λεκά­νες του Ηωκαίνου τα λιγνιτοφόρα στρώματα είναι λίγα και λεπτά. Αντίθετα, οι νεότε­ρες λεκάνες φιλοξενούν λιγνιτικά στρώματα με ουσιώδες πάχος. Για παράδειγμα, στην Πτολεμαϊδα το πάχος φτάνει τα 60 m, στο Προάστιο και στην Ελασσόνα τα 45 m, ενώ στη λεκάνη Αναργύρων-Αμυνταίου και στη Μεγαλόπολη τα 30 m.
Στηv Ελλάδα υπάρχουν κυρίως τύρφες, λιγvίτες και μικρές εμφαvίσεις λιθαvθράκωv. Γενικά η ποιότητα των ελληνικών λιγνιτών είναι χαμηλή. Η θερμογόνος δύναμη αυτών είναι 975-1380 kcal/kg στις περιοχές Μεγαλόπολης, Αμυνταίου και Δράμας, 1260-1620 kcal/kg στην περιοχή Πτολεμαϊδος και 1920-2260 kcal/kg στις περιοχές Φλώρινας και Ελασσόνος. Σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα των λιγνιτών της Ελλάδος είναι η χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο.
Εκτεταμένα κοιτάσματα τύρφης υπάρχουν στην αποξηραμένη λίμνη της Ξυνιάδoς Φθιώτιδος και στα αποξηραμένα έλη των Φιλίππων. Μεγαλύτερο ενδιαφέ­ρον παρουσιάζουν τα δεύτερα με αποθέματα 4 δισεκ. m3.
Τα λιγνιτικά κοιτάσματα είναι πάνω από 200, πολύ λίγα όμως είναι σε εκμετάλλευση. Τα περισσότερα βρίσκονται στις λεκάνες Πτολεμαϊδος-Φλώρινας, Μεγαλόπολης και Δράμας. Τα μεγαλύτερα αποθέματα είvαι Μειoκαιvικής-Πλειoκαιvικής ηλικίας και αvήκoυv στoυς μαλακoύς λιγvίτες.
Λιθάνθρακες εμφανίζονται στη Χίο, κεντρική Εύβοια και Μονεμβασιά με μορφή φακών πάχους 0,3-1,2 m και μήκους λίγων δεκάδων μέτρων.
Συνοπτικά τα σημαντικότερα λιγνιτικά κοιτάσματα της Ελλάδος είναι:
1. Κοίτασμα Μεγαλόπολης: Από τα αρχικά αποθέματα των 500 εκατ. τόνων λιγνίτη μέχρι σήμερα έχουν απολειφθεί 200 εκατ. τόνοι. Το κοίτασμα θα διαρκέσει έως το 2025.
2. Κοίτασμα Πτολεμαϊδος: Tα αποθέματα ανέρχονται σε 2.000 εκατ. τόνους λιγνίτη, από τα οποία εκμεταλλεύσιμα είναι 1.400 εκατ. τόνοι. Μέχρι σήμερα έχουν απολειφθεί 800 εκατ. τόνοι.
3. Κοίτασμα Αμυνταίου: Tα αποθέματα ανέρχονται σε 470 εκατ. τόνους λιγνίτη. Σήμερα έχουν μείνει για εκμετάλλευση 200 εκατ. τόνοι.
4. Κοιτάσματα Φλώρινας και Βεγόρας: Τα αποθέματα ανέρχονται σε 420 εκατ. τόνους λιγνίτη, από τα οποία εκμεταλλεύσιμα είναι 190 εκατ. τόνοι. Στην περιοχή λειτουργούν δύο ιδιωτικά ορυχεία  που  παράγουν 2,5 εκατ. τόνους λιγνίτη το χρόνο και τροφοδοτούν τον Α.Η.Σ. Αμυνταίου.
5. Κοιτάσματα Προαστίου-Πτολεμαϊδος: Τα βεβαιωμένα αποθέματα είναι 340 εκατ. τόνοι λιγνίτη, από τα οποία μπορούν να εξορυ­χτούν 240 εκατ. τόνοι.
6. Κοίτασμα Κομνηνών: Τα βεβαιωμένα αποθέματα είναι 260 εκατ. τόνοι λιγνίτη, από τα οποία μπορούν να εξορυ­χτούν 150 εκατ. τόνοι.
7. Κοιτάσματα Κοζάνης-Σερβίων: Υπάρχουν 510 εκατ. τόνοι βεβαιωμένα αποθέματα λιγνίτη. Τα εκμεταλλεύσιμα αποθέματα κυμαίνονται από 180 εκατ. τόνους έως 290 εκατ. τόνους, ανάλογα με τις υφιστάμενες τεχνικοοικο­νομικές συνθήκες.
8. Κοίτασμα Ελασσόνος: Μέχρι σήμερα έχουν βεβαιωθεί αποθέματα 160 εκατ. τόνων λιγνίτη, από τους οποίους εκμεταλλεύσιμοι είναι 140 εκατ. τόνοι.
9. Κοίτασμα Δράμας: Έχει 1.550 εκατ. τόνους βεβαιωμένα αποθέματα τύρφης. Με τις σημερινές τεχνικοοικονομικές συνθήκες τα εκμεταλλεύσιμα αποθέματα ανέρχονται σε 960 εκατ. τόνους.
Σχεδόν όλος ο Ελληνικός λιγνίτης καταναλώνεται εγχώρια από τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλε­κτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η συνολική εγκατεστημένη ισχύς το 2009 ανήλθε σε 12.800 MW. Την περίοδο Ιούλιος 2010-Ιούνιος 2011 οι ανάγκες της Ελλάδος σε ηλεκτρική ενέργεια καλύφθηκαν κατά 47% από λιγνίτη, 22% από φυσικό αέριο, 9% υδατοπτώσεις, 8% πετρέλαιο, 7% ΑΠΕ και 7% διασυνδέσεις (Σχ. 4). Η παραγωγή λιγνίτη το 2010 ήταν 54 εκατ. τόνοι, αρκετά χαμηλότερη από τους 65 εκατ. τόνους του 2006. Με το χρονοδιάγραμμα του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου για έξοδο της Ελλάδος από την κρίση, το 2012 το Ελληνικό Δημόσιο, από το σύνολο του 51% των μετοχών της ΔΕΗ Α.Ε. που κατέχει, θα διαθέσει για πώληση το 17%.
Το θερμιδικό ισοδύναμο ενός τόνου λιγνίτη Πτολεμαϊδος είναι 1.360 kcal/kg ή 1,36 γιγαθερμίδες (1,36 Gigacals) που ισοδυναμεί με ένα βαρέλι αργού πετρελαίου το οποίο στοίχιζε τον Ιούνιο του 2011 περίπου 100$ (68,5€). Επομένως, η αξία των αποθεμάτων λιγνίτη, σε ισοδύναμο πετρελαίου, είναι περίπου: 6.700 εκατ. τόνοι λιγνίτη ´ 100$/βαρέλι = 670 δισεκ. $ (459 δισεκ. €).
Τα ενδεικτικά αποθέματα γαιανθράκων ανέρχονται σε 6,7 δισεκ. τόνους και η αξία τους σε 268 δισεκ. €. Από αυτά τα αποθέματα, με τις σημερινές οικονομοτεχνικές συνθήκες εξόρυξης, άμεσα εκμεταλλεύσιμα θεωρούνται τα 4,5 δισεκ. τόνοι. Με μια ετήσια αύξηση ζήτησης σε ηλεκτρική ενέργεια κατά 3%, αυτά τα αποθέματα επαρκούν περίπου μέχρι το 2080.

2. ΟΥΡΑΝΙΟ
Στην Ελλάδα το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης ουρανιούχων κοιτασμάτων ανήκει στο Κράτος, το ενδιαφέρον του οποίου σήμερα εντοπίζεται στη Βάθη Κιλκίς, Βροντού Σερρών, Λουτρά Ελευθερών Καβάλας, Παρανέστι Δράμας, Κοτύλη Ξάνθης και Κίρκη Έβρου. Εμφανίσεις ραδιενεργών ορυκτών υπάρχουν στις κοίτες παραποτάμων του Κρουσοβίτη (κοντά στο Σιδηρόκαστρο) και στο γρανίτη του Φανού Κιλκίς (Σ.Μ.Ε. 1979). Συγκεντρώσεις ουρανίου έχουν εντοπιστεί τόσο στους Τριτογενείς ανθρακομιγείς σχηματισμούς του καλύμματος της Ροδόπης όσο και στους φωσφορούχους ορίζοντες του Κατώτερου Ιουρασικού της Ιονίου Ζώνης (Περγάμαλης 1993). Επίσης, στην παράκτια ζώνη Νέας Περάμου-Λουτρών Ελευθερών Καβάλας κατα­γράφηκαν πολύ υψηλές επιφανειακές περιεκτικότητες ουρανίου με μέση τιμή 22 ppm και μέγιστη 92 ppm, μέσα στον αλανίτη που είναι εμπλουτισμένος σε UO2 και σπά­νιες γαίες (Περγάμαλης κ.ά. 2001).
Η μεταλλοφορία του ουρανίου στο Παρανέστι βρίσκεται στο κέντρο της κρυσταλλοσχιστώδους μάζας της Ροδόπης (Σκλαβούνος 1981, Sklavounos & Filippidis 1989). Μέχρι σή­μερα έχουν εντοπιστεί 22 θέσεις ουρανιούχου μεταλλεύματος στους γρανίτες της Σκα­λωτής και του Παρανεστίου (Περγάμαλης κ.ά. 1998). Στη Σπηλιά Παρανεστίου βρί­σκεται το πλουσιότερο μετάλλευμα (1,5% σε μεταλλικό ουράνιο). Τα ουρανιούχα ορυ­κτά που εντοπίστηκαν είναι: πισσουρανίτης, ρεναρδίτης, οτουνίτης, μετα-οτουνίτης (φωσφορικά άλατα εξασθενούς ουρανίου) και κοφινίτης (πυριτικό άλας τετρασθενούς ουρανίου). Επίσης, εντοπίστηκαν 7 από τις 14 σπάνιες γαίες και το ύτριο.
Τα ενδεικτικά αποθέματα ουρανίου (U3O8) είναι 1.800 τόνοι (Κώτης κ.ά. 2004) και η αξία τους 150 εκατ. €.

3. ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν την παρουσία βέβαιων κοιτασμάτων πετρελαίου στην Ελλάδα, εκτός εκείνου της Θάσου. Υποθετικά όμως μπορούμε να δεχθούμε την παρουσία κοιτασμάτων πετρελαίου (αλλά και φυσικού αερίου), αφού όλες οι όμορες χώρες της Ελλάδος στην Ανατολική Μεσόγειο εκμεταλλεύονται τέτοια κοιτάσματα εδώ και δεκαετίες. Τελευταία επιβεβαίωση αυτής της υπόθεσης αποτελεί η πρόσφατη ανακοίνωση της συμφωνίας για την οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ Ισραήλ και Κύπρου.
Σήμερα, πραγματικότητα αποτελεί μόνο το πε­τρέλαιο της Θάσου. Η ημερήσια παραγωγή του έφτασε τα 26.000 βαρέλια το 1987, όμως το τελευταίο διάστημα έχει περιοριστεί στα 3.500. Η εταιρία ΚΑΒΑΛΑ OIL A.E., θυγατρική της Ενεργειακής Αιγαίου Α.Ε., είναι η συνέχεια της Εταιρίας Πετρελαίων Βορείου Αιγαίου, η οποία ξεκίνησε την έρευνα και παραγωγή πετρελαίου στον Κόλπο της Καβάλας στο τέλος της δεκαετίας του ’60.
Ενθαρρυντικές ενδείξεις για ύπαρξη πετρελαίου υπάρχουν στο Κατάκολο Ηλείας, στην τεραστίων διαστάσεων λεκάνη του Ιονίου, καθώς και στις δύο λεκάνες που βρίσκονται ΝΔ (Λεκάνη της Σύρτης) και ΝΑ (Λεκάνη του Ηροδότου) της Κρήτης. Επίσης, σε όλα τα Ιόνια νησιά (Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Παξοί, Κέρκυρα, Διαπόντιοι Νήσοι), στο Δελβινάκι Ιωαννίνων, Φιλιάτες Θεσπρωτίας, Άρτα, Πρέβεζα, Αστακό, Αιτωλικό, Φιλιατρά Μεσσηνίας, λεκάνη των Γρεβενών, Θερμαϊκό Κόλπο, Σιθωνία, Μπάμπουρα Θάσου, στο Σταυρό και Μαρώνεια Ροδόπης, Ταύρη Έβρου, στη νησίδα Ζουράφα ανατολικά της Σαμοθράκης, στη Λήμνο, Λέσβο, Ικαρία, Σκόπελο, ΝΑ Κυκλάδες και στη λεκάνη της Ρόδου (Φώσκολος 1998, Κόλμερ 2006).
Με αφορμή την ανεύρεση το 1973-1974 κοιτασμάτων πετρελαίου και αερίου στη θαλάσσια περιοχή της Θάσου (θέση Πρίνος), ιδρύθηκε το 1975 η Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίου Α.Ε. (ΔΕΠ Α.Ε.), με σκοπό την έρευνα και εξόρυξη πετρελαίου στην Ελλάδα. Το 1998 η ΔΕΠ Α.Ε. μετονομάστηκε σε Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε. (ΕΛ.ΠΕ. Α.Ε.), συγχωνεύοντας την ΔΕΠ-ΕΚΥ, ΕΛΔΑ και ΕΚΟ (διυλιστήρια/χημικά) και εισήχθη στα χρηματιστήρια Αθηνών και Λονδίνου. Αυτή η εταιρία κατά την περίοδο 1997-2002 συμμετείχε σε κοινοπραξίες με τις εταιρίες Triton Hellas και Enterprise Oil με σκοπό την αναζήτηση και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε τέσσερις περιοχές της Δυτικής Ελλάδος (Ιωάννινα, Αιτωλοακαρνανία, ΒΔ Πελοπόννησος και Πατραϊκός Κόλπος). Εκπονήθηκαν γεωλογικές και γεωφυσικές μελέτες και πραγματοποιήθηκαν πέντε γεωτρήσεις σε βάθη από 1.500 m έως 4.000 m. Ακολούθησαν γεωχημικές και πετρογραφικές αναλύσεις από πυρήνες των γεωτρήσεων και συντάχθηκαν τελικές εκθέσεις που όμως δεν έχουν δημοσιευθεί.
Το 2003 η εταιρία ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε. συγχωνεύθηκε στην ΕΛ.ΠΕ. Α.Ε., η οποία  απέκτησε έτσι το διυλιστήριο Ελευσίνας. Σήμερα, η ΕΛ.ΠΕ. Α.Ε. λειτουργεί τέσσερα δι­υλιστήρια σε Ασπρόπυργο, Ελευσίνα, Θεσσαλονίκη και Σκόπια και είναι η μεγαλύτερη της Ελλάδος. Το μερίδιό της στην Ελληνική αγορά είναι 76%, ενώ παράλληλα λειτουργεί και 1.175 πρατήρια καυσίμων. Η εταιρία συμμετέχει με ποσοστό 35% στο μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΠΑ  Α.Ε. Το 2009 η ΕΛ.ΠΕ. Α.Ε. εξαγόρασε τις εμπορικές δραστηριότητες της ΒΡ στην Ελλάδα που περιλάμβαναν τα 1.200 πρατήρια καυσίμων και τις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της.
Σήμερα, η μετοχική σύνθεση της ΕΛ.ΠΕ. Α.Ε. είναι: 35,5% Ελληνικό Δημόσιο, 41,2% Paneuropean Oil & Industrial Holdings SA (Σ. Λάτσης) και 23,3% ευρύ επενδυτικό κοινό. Με το χρονοδιάγραμμα του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου για έξοδο της Ελλάδος από την κρίση, το 2012 το Ελληνικό Δημόσιο θα διαθέσει για πώληση το σύνολο των μετοχών (35,5%) που κατέχει.
Η Ελληνική Διαχειριστική Εταιρία Υδρογονανθράκων Α.Ε. (Ε.Δ.Ε.Υ. Α.Ε.) (αναμένεται το προεδρικό διάταγμα ίδρυσής της) που δημιουργήθηκε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ), στην οποία πλέον θα ανήκει η ΕΛ.ΠΕ. Α.Ε., θα διαχειρίζεται τα αποκλειστικά δικαιώματα του Δημοσίου σε θέματα αναζήτησης, έρευνας και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου και θα προετοιμάζει και πραγματοποιεί τους διαγωνισμούς για τις ενδιαφερόμενες πετρελαϊκές εταιρίες. Έτσι, από το 2012 προβλέπεται να ξεκινήσουν οι διεθνείς διαγωνισμοί για την παραχώρηση περιοχών αρχικά στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης. Βέβαια, πρέπει να προηγηθούν συμφωνίες με τις όμορες χώρες για την οριοθέτηση των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ). Τέτοια συμφωνία έχει υπογραφεί με την Ιταλία το 1977.
Η συμφωνία μεταξύ Ελλά­δος, Ρωσίας, Βουλγαρίας για την κατασκευή του πετρελαιαγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, που υπογράφηκε το 2005, δεν έχει υλοποιηθεί μέχρι σήμερα.
Από το 2008 η αμερικάνικη εταιρία Hamilton Oil πραγματοποιεί θαλάσσιες έρευνες στην ΑΟΖ της Αλβανίας, βόρεια της Κέρκυρας.
Σήμερα, η ετήσια κατανάλωση πετρελαίου στην Ελλάδα είναι 120 εκατ. βαρέλια. Συγκρατημένες προβλέψεις ειδικών επιστημόνων κάνουν λόγο για ύπαρξη αποθεμάτων 1,2 δισεκ. βαρελιών πετρελαίου, ικανών να καλύψουν το 30% των ενεργειακών αναγκών της Ελλάδος για τα επόμενα 30 χρόνια. Επίσης, το Συμβούλιο Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής (ΣΕΕΣ), το οποίο αποτελεί θεσμοθετημένο σύμβουλο της πολιτείας για ενεργειακά θέματα, βεβαιώνει πως υπάρχουν ενδείξεις για πετρέλαιο στο ελληνικό υπέδαφος, αρκετού να καλύψει το 50% της ζήτησης στην Ελλάδα, με ημερήσια παραγωγή 200 χιλ. βαρελιών. Σύμφωνα όμως με δημοσιευμένες εκθέσεις-μελέτες του Ινστιτούτου Γεωλογικών Μελετών των ΗΠΑ (USGS), του Ινστιτούτου Γεωφυσικών Ερευνών της Γαλλίας (FIGR) και της Νορβηγικής εταιρίας σεισμικών ερευνών TGS-Nor, που έχουν πραγματοποιήσει την τελευταία 50ετία πολυάριθμες έρευνες στα διεθνή ύδατα της Ανατολικής Μεσογείου (επομένως και μέσα στις Ελληνικές ΑΟΖ), τα αποθέματα πετρελαίου μπορεί να είναι μέχρι και 100 δισεκ. βαρέλια. Αυτή η εκδοχή γίνεται αποδεκτή από μεγάλη μερίδα άλλων ειδικών Ελλήνων επιστημόνων (Ζεληλίδης Α., Κονοφάγος Η., Νικολάου Κ., Παπαγεωργίου Β., Φώσκολος Α.).
Κατά τη δική μας εκτίμηση τα ενδεικτικά αποθέματα πετρελαίου στην Ελλάδα είναι 10 δισεκ. βαρέλια και η αξία τους 685 δισεκ. €.

4. ΦΥΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ
Πρόδρομος του φυσικού αερίου στην Ελλάδα ήταν το φωταέριο. Το διέθεσε στην αγορά, για πρώτη φορά το 1857 η Γαλλική Εταιρία Φωταερίου, η οποία το 1939 το παραχώρησε στο Δήμο Αθηναίων, οπότε δημιουργήθηκε η Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου (ΔΕΦΑ). Το 1988 ιδρύθηκε η Δημόσια Επιχείρηση Αε­ρίου Α.Ε. (ΔΕΠΑ Α.Ε.) η οποία το 1997 ενσωμάτωσε στο δυναμικό της και το δίκτυο της ΔΕΦΑ. Το 2005 δημιουργήθηκε η θυγατρική της ΔΕΠΑ Α.Ε., Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου Α.Ε. (ΔΕΣΦΑ Α.Ε.), η οποία ανέλαβε πλήρως τον έλεγχο στη διαχείριση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη του φυσικού αερίου.
Σήμερα, η μετοχική σύνθεση της ΔΕΠΑ Α.Ε. είναι: 65% Ελληνικό Δημόσιο και 35% ΕΛ.ΠΕ. Α.Ε. Με το χρονοδιάγραμμα του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου για έξοδο της Ελλάδος από την κρίση, μέχρι το τέλος του 2011 το Ελληνικό Δημόσιο θα διαθέσει για πώληση το 55% από το 65% των μετοχών της ΔΕΠΑ, καθώς και το 31% από το 65% των μετοχών της ΔΕΣΦΑ που κατέχει αντίστοιχα. Επιπλέον, το 2013 θα διαθέσει για πώληση το 100% των μετοχών του υποθαλάσσιου κοιτάσματος φυσικού αερίου «Ν. Καβάλας».
Το σημερινό δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου στην Ελλάδα αποτελείται από τα εξής βασικά τμήματα:
Κεντρικός αγωγός μεταφοράς αερίου υψηλής πίεσης (70 bar), από τα ελληνοβουλγα­ρικά σύνορα μέχρι την Αττική, συνολικού μήκους 512 km.
Κλάδοι μεταφοράς υψηλής πίεσης προς την ανατολική Μακεδονία και Θράκη, Θεσ­σαλονίκη, Βόλο και Αττική, συνολικού μήκους 440 km.
Μετρητικοί και ρυθμιστικοί σταθμοί για τη μέτρηση της παροχής αερίου και τη ρύθ­μιση της πίεσης (Συνοριακός Σταθμός Προμαχώνα).
Σύστημα τηλεχειρισμού, ελέγχου λειτουργίας και τηλεπικοινωνιών.
Κέντρα λειτουργίας και συντήρησης στην Αττική, Θεσσαλία, Θεσσαλονίκη και Ξάνθη.
Η μονάδα Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (Υ.Φ.Α.) στη νήσο Ρεβυθούσα, στον κόλπο των Μεγάρων Αττικής, αποσκοπεί στην κάλυψη των αιχμών ζή­τησης φυσικού αερίου και στην αύξηση της αξιοπιστίας του συστήματος. Περιλαμβά­νει δύο δεξαμενές υγροποιημένου φυσικού αερίου, συνολικής χωρητικότητας 130 δι­σεκ. m3, εγκαταστάσεις ελλιμενισμού δεξαμενόπλοιων, κρυογενικές εγκαταστάσεις και αεριοποιητές για την επαναεριοποίηση του υγροποιημένου αερίου. Για την τροφοδοσία του ηπειρωτικού δικτύου διανομής έχει κατασκευαστεί δίδυμος αγωγός που συνδέει τη Ρεβυθούσα με την ακτή της Αγίας Τριάδος, όπου επίσης έχει κατασκευαστεί τερματικός σταθμός (Τσιραμπίδης 2005).
Η χρήση του φυσικού αερίου έχει πολύ θετικές επιδράσεις στο ενεργειακό ισοζύγιο της Ελλάδος, αφού συμβάλλει σημαντικά στη μείωση χρήσης του εισαγόμενου πετρελαίου, αλλά και του εγχώριου λιγνίτη. Την περίοδο Ιούλιος 2010-Ιούνιος 2011 το φυσικό αέριο συμμετείχε περίπου κατά 22% στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.
Για τις μελλοντικές ανάγκες της Ελλάδος βρίσκονται σε εξέλιξη τα παρακάτω έργα:
Αγωγός Τουρκίας-Ελλάδος-Ιταλίας (ITGI): Μέχρι σήμερα έχει πραγματοποιηθεί η διασύνδεση του δικτύου φυσικού αερίου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας (2006) και προχωρούν τα έργα της αντίστοιχης διασύνδεσης με την Ιταλία με υποθαλάσσιο αγωγό.
Αγωγός Βουλγαρίας-Ελλάδος (IGB): Προβλέπεται να λειτουργήσει το 2014.
Trans Adriatic Pipeline (ΤΑP): Θα συνδέει την Ελλάδα με την Ιταλία μέσω της Αλβανίας και της Αδριατικής Θάλασσας. Προβλέπεται να λειτουργήσει το 2017.
Αγωγός South Stream: Συγχρηματοδοτείται από τη ρωσική Gazprom και την ιταλική ΕΝΙ, θα περάσει από τη Μαύρη Θάλασσα και μέσω της Βουλγαρίας θα διακλαδωθεί σε δύο, ένας κλάδος με κατεύθυνση βορειοδυτική προς Αυστρία και Κεντρική Ευρώπη και ένας προς Ελλάδα και Ιταλία. Η έναρξη κατασκευής του έργου προβλέπεται για το 2016.
Η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας πρόσφατα έδωσε την εξουσιοδότηση για ένα Ανεξάρτητο Σύστημα Φυσικού Αερίου (ΑΣΦΑ) στην εταιρία Gastrade (όμιλος Κοπελούζου), για να υλοποιήσει επένδυση 297 εκατ. € μέσα στους επόμενους 48 μήνες. Το ΑΣΦΑ αφορά έναν υπεράκτιο σταθμό υποδοχής, προσωρινής αποθήκευσης και αεριοποίησης Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου, 22 km ΝΔ του λιμένα της Αλεξανδρούπολης και σε απόσταση 10 km από την ακτή, καθώς και τον αγωγό σύνδεσης αυτού με το εθνικό σύστημα φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με διεπιστημονική μελέτη του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Ι.Ε.Ν.Ε.) περισσότερα από 240 δισεκ. € θα επενδυθούν μέχρι το 2020 στον τομέα της ενέργειας στις χώρες της ΝΑ Ευρώπης. Το μεγαλύτερο ποσοστό θα διατεθεί σε επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), τομέας στον οποίο η Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαίτερα πλεονεκτήματα. Σήμερα η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ είναι μόνο 7%.
Σήμερα, πραγματικότητα αποτελεί μόνο το φυσικό αέριο της Θάσου. Έχουν όμως εντοπιστεί μεγάλα αποθέματα στην τεραστίων διαστάσεων λεκάνη του Ιονίου, καθώς και στις δύο λεκάνες ΝΔ (Λεκάνη της Σύρτης) και ΝΑ (Λεκάνη του Ηροδότου) της Κρήτης. Άλλα μικρότερα κοιτάσματα έχουν εντοπιστεί στην Επανομή Θεσσαλονίκης και στο Μπάμπουρα Θάσου (Φώσκολος 1998).
Το 2010 η αμερικάνικη εταιρία Noble Energy ανακάλυψε τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου στην ΑΟΖ του Ισραήλ (Λεκάνες Λεβιάθαν και Ταμάρ), αλλά και στην αντίστοιχη της Κύπρου.
Σύμφωνα με δημοσιευμένες εκθέσεις-μελέτες του Ινστιτούτου Γεωλογικών Μελετών των ΗΠΑ (USGS), του Ινστιτούτου Γεωφυσικών Ερευνών της Γαλλίας (FIGR) και της Νορβηγικής εταιρίας σεισμικών ερευνών TGS-Nor, που έχουν πραγματοποιήσει την τελευταία 50ετία πολυάριθμες έρευνες στα διεθνή ύδατα της Ανατολικής Μεσογείου (επομένως και μέσα στις Ελληνικές ΑΟΖ), τα αποθέματα φυσικού αερίου μπορεί να είναι της τάξης των δεκάδων τρισεκ. m3. Αυτή η εκδοχή γίνεται αποδεκτή και από μεγάλη μερίδα άλλων ειδικών Ελλήνων επιστημόνων (Ζεληλίδης Α., Κονοφάγος Η., Νικολάου Κ., Παπαγεωργίου Β., Φώσκολος Α.).
Υδρίτες πλούσιοι σε μεθάνιο έχουν εντοπιστεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στα υποθαλάσσια υβώματα του Αναξίμανδρου ανατολικά της Ρόδου. Η περιοχή διαθέτει περίπου 250 εκατ. m3 υδριτών με περιεκτικότητα σε μεθάνιο 96,5% και αιθάνιο 3% (Lykousis et al. 2009, Perissoratis & Ioakim 2010). Η εκμετάλλευση των υδριτών με τη σημερινή τεχνολογία είναι ασύμφορη οικονομικά.
Κατά τη δική μας εκτίμηση τα ενδεικτικά αποθέματα φυσικού αερίου στην Ελλάδα είναι 3,5 τρισεκ. m3 και η αξία τους 409 δισεκ. €.

ΙV. ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ
1. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ag)
Ενώ τα αργυρούχα ορυκτά αντιπροσωπεύονται με μια σχετικά σημαντική ποικιλία και συχνότητα σε διάφορους τύπους μεταλλοφοριών, αυτοφυής άργυρος εντοπίστηκε μόνον στην Αγριλέζα Λαυρίου, Ασημότρυπες Παγγαίου και Πάνορμο Τήνου. Ο αργυρούχος γαληνίτης του Λαυρίου αποτέλεσε κατά την αρχαιότητα την πηγή της οικονομικής άνθισης του Αθηναϊκού Κράτους. Επίσης, άργυρος έχει εντοπιστεί στην Κίρκη Έβρου, Θάσο, Ποντοκερασιά Κιλκίς, Στρατονίκη Χαλκιδικής, Μολάους Λακωνίας, Μύκονο, Μήλο, Σίφνο κ.α. (Βαβελίδης 1988, Αγγελόπουλος & Κωνσταντινίδης 1988, Τσιραμπίδης 2005).
Τα ενδεικτικά αποθέματα αργύρου είναι 2.800 τόνοι (Arvanitidis 2011a) και η αξία τους 2,47 δισεκ. €.

2. ΜΑΓΓΑΝΙΟ (Mn)
Κοιτάσματα μεταλλευμάτων μαγγανίου υπάρχουν στη Δράμα (Γρανίτης, Μαύρο Ξύλο, Λευκόγεια, Σκαλωτή, Σιδηρόνερο, Περιθώριο κ.α.) και στη Χαλκιδική (Βαρβάρα, Νεοχώρι, Στρατονίκη κ.α.). Το κοίτασμα Γρανίτη Δράμας έχει μέγιστο πάχος 40 m, μήκος 70-90 m και περιεχόμενο σε Mn 22-29% (Σ.Μ.Ε. 1979, Nimfopoulos & Pattrick 1991, Liakopoulos et al. 2001). Εμφανίσεις μεταλλευμάτων μαγγανίου υπάρχουν στην Ξάνθη, Θάσο, Σέρρες (Ορεινή, Χιονοχώρι), Πετρωτό Κοζάνης, Δομένικο Λάρισας, Ζάρκο Τρικάλων, Σέσκουλο Μαγνησίας, Ερέτρια Εύβοιας, Περα­χώρα Κορίνθου, Αγγελόκαστρο Αργολίδος, Λαίικα Μεσσηνίας, Ερεσό Λέσβου, Σπαθαραίους Σάμου, Άνδρο, Πάρο, Μήλο κ.α. (Σ.Μ.Ε. 1979, Panagos & Varnavas 1981, Sapountzis & Christofides 1982, Φιλιππίδης κ.ά. 1986, Θεο­δωρούδης κ.ά. 1993, Perseil et al. 1998, Τσιραμπίδης 2005).
Υποθαλάσσια κοιτάσματα μαγγανίου με μορφή κονδύλων δεν έχουν μέχρι σήμερα ερευνηθεί στην Ελλάδα. Οι Panagos & Varnavas (1981) αναφέρουν την παρουσία κονδύλων μαγγανίου, σφαιροειδούς ή στηλοειδούς σχήματος, μεγέθους έως 7 cm, σε πελαγικούς ασβεστόλιθους του Άνω Κρητιδικού στον Πάνορμο Φωκίδας. Αυτοί οι κόνδυλοι χαρακτηρίζονται από υψηλό λόγο Mn/Fe και χαμηλές συγκεντρώσεις ιχνοστοιχείων (π.χ. Ni, Co, Pb, Zn κ.ά.).
Η εξόρυξη και εκμετάλλευση μαγγανιούχων κοιτασμάτων στην Ελλάδα διακόπηκε στα μέσα της δεκαετίας του ΄90, αν και είναι μαζί με την Ουκρανία οι μοναδικές χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση που διαθέτουν φυσικά αποθέματα του μετάλλου αυτού.
Τα ενδεικτικά αποθέματα μαγγανίου είναι 2,4 εκατ. τόνοι και η αξία τους 5,76 δισεκ. €.

3. ΜΙΚΤΑ ΘΕΙΟΥΧΑ (Pb+Zn)
Κοιτάσματα μικτών θειούχων (συνήθως με χαλκοπυρίτη, αλλά και προσμίξεις άλλων μετάλλων όπως Ag, Au, Sb, As, Cd, Ga, Ge και Se) υπάρχουν στο Λαύριο Αττικής, στη Χαλκιδική (Ολυμπιάδα και Στρατώνι) και στον Έβρο (Κίρκη, Αισύμη και Ράχη) τα οποία εκμεταλλεύθη­καν στο παρελθόν. Εμφανίσεις τους υπάρχουν στους Μολάους Λακωνίας, Εύβοια, Πήλιο, Περιβόλι Γρεβενών, Αλμωπία, στο Κιλκίς (Σκρα, Πολύκαστρο, Γάβρα, Ποντοκερασιά, Γερακαριό, Λαοδικηνό), στις Σέρρες (Άγκιστρο, Δαφνούδι), Παλιά Καβάλα, Θέρμες Ξάνθης, στη Ροδόπη (Ξυλαγανή, Μαρώνεια, Επταδένδρι), στα νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου και στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων (Σ.Μ.Ε. 1979, Κατιρτζόγλου 1986, Φιλιππίδης κ.ά. 1986, Αγγελόπουλος & Κωνσταντινίδης 1988, Arvanitidis & Constantinides 1989, Arvanitidis et al. 1989, Κalogeropoulos et al. 1989, Michael et al. 1989, Michailidis et al. 1989, Vavelidis et al. 1989, Filippidis 1992, Θυμιατής 1995, Χατζηκύρκου 2003, Τσιραμπίδης 2005, Arvanitidis 2011b).
Το τέλος του 19ου αιώνα βρήκε τα μεταλ­λεία Κασσάνδρας να παράγουν κυρίως μαγγάνιο και στη συνέχεια μικτά θειούχα. Την περίοδο 1974-1975 εξορύχτηκαν και μικρές ποσότητες χαλκοπυρίτη. Σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία των μεταλλείων υπήρξαν οι κατασκευές των εργοστασίων εμπλουτισμού στο Στρατώνι το 1952 και στην Ολυμπιάδα το 1969, για την επεξεργασία των μεταλλευμάτων. Η δραστηριότητα των μεταλλείων περιλάμβανε την εξόρυξη των μικτών θειούχων μεταλλευμάτων από τα κοιτάσματα του Στρατωνίου, Μαύρων Πετρών, Μαντέμ Λάκκο και Ολυμπιάδος. Στο Στρατώνι η εκμετάλλευση άρχισε τη δεκαετία του 1940, ενώ η εκμετάλλευση του χρυσοφόρου κοιτάσματος της Ολυμπιάδος ξεκίνησε το 1945. Η μέθοδος εκμετάλλευ­σης που εφαρμόστηκε από το 1950 και μέχρι το 1989 ήταν η μέθοδος κατακρήμνισης διαδοχικών ορόφων που στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από τη μέθοδο της λιθογόμω­σης.
Σήμερα, τα μεταλλεία Χαλκιδικής είναι τα μόνα που εκμεταλλεύονται τέτοιου είδους μεταλλεύματα στην Ελλάδα. Από αυτά εξάγονται ο θειούχος μόλυβδος και ο θειούχος ψευδάργυρος σε μεταλ­λουργίες του εξωτερικού, ενώ το τρίτο ο θειούχος σίδηρος, παραμένει στοιβαγμένος στις αυλές των μονάδων κατεργασίας.
Το 1992 τα μεταλλεία με 1250 εργαζόμενους μπήκαν σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Επικράτησε αβεβαιότητα για τη λειτουργία και το μέλλον των μεταλλείων και διαγωνισμοί χωρίς αποτέλεσμα. Η λειτουρ­γία τους μέχρι το τέλος του 2004 στηρίχθηκε στα έσοδα από τις πω­λήσεις των προϊόντων και στη χρηματοδότηση από την Εθνική Τράπεζα με την εγγύηση του Δημοσίου. Τότε έγινε η εξαγορά της TVX από την Ελληνικός Χρυσός Α.Ε. Σήμερα το προσωπικό μετά από συνταξιοδοτήσεις και απολύσεις περιορίστηκε στους 355.
Η μεταλλευτική παραγωγή του Στρατωνίου το 1993 ανήλθε σε 300.000 τόνους μεταλλεύματος με μέση περιεκτικότητα: 8,0% Pb, 6,5% Zn, 22,0% S, 155 g/t Ag. Η αντίστοιχη της Ολυμπιάδος ανήλθε σε 130.000 τόνους με μέση περιεκτικότητα: 3,8% Pb, 5,5% Zn, 16,3% S, 120 g/t Ag, 10 g/t Au. Το εξορυσσόμενο μετάλλευμα κατεργα­ζόταν επί τόπου στα αντίστοιχα εργοστάσια εμπλουτισμού, όπου μετά από θραύση και λειοτρί­βηση εφαρμοζόταν διαφορική επίπλευση για την παραγωγή συμπυκνωμάτων θειούχου μολύβδου, θειούχου ψευδαργύρου και χρυσοφόρου σιδηροπυρίτη (Αδάμ & Γαζέα 1994).
Το 2010 η συνολική παραγωγή μικτών θειούχων από τα μεταλλεία της εταιρίας Ελληνικός Χρυσός ήταν 236.000 υγροί τόνοι (Σ.Μ.Ε. 2011).
Τα ενδεικτικά αποθέματα μολύβδου και ψευδαργύρου είναι 3,1 εκατ. τόνοι (Arvanitidis 2011a) και η αξία τους 4,65 δισεκ. €.

4. ΝΙΚΕΛΙΟ (Ni)
Έχουν εντοπιστεί περισσότερες από 110 εμφανίσεις Fe-Ni-ούχων με­ταλλευμάτων που προέρχονται από λατεριτική αποσάθρωση οφιολιθικών πετρωμάτων και περιέχουν επιπλέον Cr και Co. Υπάρχουν εκτεταμένα λατεριτικά Fe-Ni-ούχα κοιτάσματα με σημαντικότερα αυτών της Αρτάκης Εύβοιας, Αγίου Ιωάννη Βοιωτίας, Λοκρίδος Φθιώτιδος, Μεσοποταμιάς και Ιεροπηγής Καστοριάς (Αναστόπουλος 1960, Αλμπαντά­κης 1974, Αλεβίζος 1997, Σκαρπέλης 2000, Αποστολίκας κ.ά. 2000). Εμφανίσεις τους αναφέρονται στην Κοζάνη, Πέλλα (Βρυτά, Νησί και Φλαμουριά), Πάρνηθα, Σκύρο και Μυτιλήνη (Σ.Μ.Ε. 1979, Μιχαηλίδης 1982, Φιλιππίδης κ.ά. 1986, Ηλιόπουλος κ.ά. 2000, Τσιραμπίδης 2005).
Η ΛΑΡΚΟ Γ.Μ.Μ.Α.Ε., μια από τις μεγαλύτερες μεταλλουργικές βιομηχανίες της χώρας και από τις μεγαλύτερες του είδους στην Ευρώπη, παραμένει ο μοναδικός παραγωγός νι­κελίου στην Ε.Ε. από εγχώρια μεταλλεύματα. Δραστηριοποιείται σε επτά νομούς της χώρας και απασχολεί 1.200 άμεσα και 1.500 έμμεσα εργαζόμενους. Από τα μεταλλεία Αρτάκης Εύβοιας, Αγ. Ιωάννη Βοιωτίας και Ιεροπηγής Καστοριάς παρήχθησαν το 2010 συνολικά 1,9 εκατ. τόνοι μεταλλεύματος και η παραγωγή σι­δηρονικελίου ήταν 14.000 τόνοι (Σ.Μ.Ε. 2011). Το σύνολο της παρα­γωγής της εταιρίας, που αντιστοιχεί περίπου στο 2% της παγκόσμιας παραγωγής, εξήχθη με τη μορφή κράματος σιδηρονικελίου στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες ανοξείδωτου χά­λυβα. Η μονάδα μεταλλουργίας βρίσκεται στη Λάρυμνα Φθιώτιδος. Παράλληλα, το 2010 στο λιγνιτωρυχείο Σερβίων της ΛΑΡΚΟ, πραγματοποιήθηκε παραγωγή 570.000 τόνων λιγνίτη-ξυλίτη κυρίως για ιδιοκατανάλωση στο μεταλλουργικό εργοστάσιο (ένα μικρό μέρος διατέθηκε στη ΔΕΗ για παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος).
Η σταδιακή αύξηση της τιμής του νικελίου, εξαιτίας της αύξησης της ζήτησης προϊόντων ανοξείδωτου χάλυβα, έδωσε ώθηση στην εταιρία, η οποία αύ­ξησε τις πωλήσεις της το 2010 κατά 10% σε σχέση με το 2009.
Σήμερα η μετοχική σύνθεση της ΛΑΡΚΟ είναι: 36% Ελληνικό Δημόσιο, 35% Εθνική Τράπεζα και 29% ΔΕΗ. Με βάση το χρονοδιάγραμμα του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου για έξοδο της Ελλάδος από την κρίση, μέχρι το τέλος του 2011 το Ελληνικό Δημόσιο θα διαθέσει για πώληση το σύνολο των μετοχών που κατέχει (36%).
Τα ενδεικτικά αποθέματα νικελίου είναι 1,5 εκατ. τόνοι και η αξία τους 22,54 δισεκ. €.

5. ΧΑΛΚΟΣ (Cu)
Τα ελληνικά κοιτάσματα χαλκού διακρίνονται στις εξής ομάδες (Φιλιππίδης κ.ά. 1986):
Πορφυρικά: Συνδέονται με διεισδύσεις γρανιτικών έως διοριτικών μαγμάτων και είναι χαμηλής περιεκτικότητας σε Cu, αλλά υπάρχουν μεγάλα αποθέματα. Συνήθως περιέχουν μικρές ποσότητες Mo και Au. Το πιο γνωστό είναι το κοίτασμα Σκουριών Χαλκιδικής με υποθετικά αποθέματα 150 εκατ. τόνους και μέσες περιεκτικότητες 0,56% Cu, 0,89 g/t Au και 2 g/t Ag. Του ίδιου τύπου είναι τα κοιτάσματα Κιλκίς (Βάθη, Γερακαριό, Μυλοχώρι, Ποντοκερασιά) και της Φισώκας Χαλκιδικής (Διακάκης 1982, Κιούσης & Παπαβασιλείου 2005, Τσιραμπίδης 2005, Arvanitidis 2011a). Μεταλλοφορία πορφυρικού Cu-Mo έχει εντοπιστεί στον Τριτογενή γρανίτη της Μαρώνειας Ροδόπης (Μέλφος 1995).
Υποθαλάσσιας ηφαιστειότητας: Συνδέονται γενετικά με υποθαλάσσιες αναθυμιά­σεις βασικών μαγμάτων. Τέτοιας προέλευσης είναι τα κοιτάσματα Πεύκων Έβρου, Ερμιόνης Αργολίδος και Κροκεών Λακωνίας που έχουν στο παρελθόν εκμεταλλευτεί περιοδικά. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι εμφανίσεις των περιοχών Όθρυος, Δι­στράτου Ιωαννίνων, Βέροιας και Σκύρου.
Μεταμόρφωσης επαφής: Εδώ ανήκουν τα κοιτάσματα του Βαθύλακκου Χαλκιδι­κής και Κιμμερίων Ξάνθης.
Τα ενδεικτικά αποθέματα χαλκού είναι 2,6 εκατ. τόνοι και η αξία τους 15,65 δισεκ. €.

6. ΧΡΥΣΟΣ (Au)
Σε ετήσια βάση στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται περίπου 14 τόνοι εισαγόμενου χρυσού, κυρίως στην κατασκευή κοσμημάτων. Σχεδόν όλος ο χρυσός εισάγεται από την Ελβετία. Σήμερα, ο τομέας χρυσοχοΐας στην Ελλάδα απα­σχολεί άμεσα και έμμεσα περίπου 40.000 άτομα. Τα τραπεζικά αποθέματα της Ελλάδος μετά το 2000 διαμορφώθηκαν στους 122 τόνους, ύστερα από απαίτηση της Ευρω­παϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Τα κοιτάσματα χρυσού στην Ελλάδα διακρίνονται, σύμφωνα με την ορυκτολογική σύσταση και τον τρόπο σχηματισμού τους, σε δύο κυρίως κατηγορίες: πρωτογενή και προ­σχωματικά ή δευτερογενή. Ο χρυσός στην πρώτη κατηγορία βρίσκε­ται μαζί με το χαλαζία, καθώς και μέσα στα ορυκτά των μικτών θειούχων (Pb, Zn, Fe), του χαλκού, του αρσενικού κ.ά., ενώ στη δεύτερη κατηγορία βρίσκεται κυρίως μέσα σε προσχώσεις ποταμών και χειμάρρων. Σε ορισμένα από τα πρωτογενή κοιτάσματα ο χρυσός παρατηρείται και υπό μορφή ενώσεων του τελουρίου και του βισμουθίου.
Οι περιεκτικότητες του ελληνικού χρυσού σε άργυρο κυμαίνονται από 0,25% έως 44%. Τις χαμηλότερες περιεκτικότητες σε άργυρο παρουσιάζει ο χρυσός σε προ­σχωματικά κοιτάσματα (10% κατά μέσο όρο), γεγονός που οφείλεται στη φυσική απομάκρυνση του αργύρου κατά τη διάρκεια της μεταφοράς των ιζημάτων μέσα στα ποτάμια (Βαβελίδης 2004).
Η Ελλάδα, εξαιτίας της γεωτεκτονικής θέσης και γεωλογικής δομής της, παρουσιάζει ένα μεγάλο αριθμό εμφανίσεων και κοιτασμάτων χρυσού ο οποίος συχνά συνοδεύεται από άργυρο, μόλυβδο, ψευδάργυρο, και χαλκό.
Εμφανίσεις μεταλλοφορίας χρυσού και αργύρου υδροθερμικής προέλευσης (επιθερμικού ή μεσοθερμικού ή υποθερμικού τύπου) μέσα σε χαλα­ζιακές φλέβες έχουν εντοπιστεί στον Έβρο (Αισύμη, Κίρκη, Πέραμα, Πετρωτά), στη Ροδόπη (Σάπες, Πετρωτά), στην Καβάλα (Παγγαίο, Σύμ­βολο, Παλιά Καβάλα, Λεκάνη, Θυμαριά), Δράμα (Φαρασινό, Κάτω Νευροκόπι), Σέρρες (Ορεινή, Βροντού, Μενοίκιο, Μέταλλα, Άγκιστρο), Κιλκίς (Βάθη, Γερακαριό, Ποντο­κερασιά, Μυριόφυτο), Στανό Χαλκιδικής, Βέρμιο, Αλμωπία, Πελοπόννησο και στα νησιά Σίφνο, Μήλο (Προφήτης Ηλίας), Σάμο, Λέσβο, Λήμνο (Φακός)  και Εύβοια. Στην περιοχή Καλλιανού Εύβοιας εντοπίστηκε χρυσός (4,6 g/t) και άρ­γυρος (292 g/t) (Φιλιππίδης κ.ά. 1986, Μιχαήλ κ.ά. 1988, Vavelidis & Michailidis 1990, Καλογερόπουλος κ.ά. 1991, Arvanitidis et al. 1992, Vavelidis & Tarkian 1995, Βουδούρης & Σκαρπέλης 1998, Constadinidou et al. 1998b, Eliopoulos 2000, Shawh & Constantinides 2001, Michael 2004, Τσιραμπίδης 2005,). Στρωματέγκλειστη χρυσοφόρος μεταλλοφορία Fe-Cu-Zn-Pb υποθερμικού τύπου, έχει εντοπι­στεί στα Μεσοζωικά πετρώματα της Ξυλαγανής Ροδόπης (Μέλφος 1995). Σε Fe-Mn γκοσάνς της Παλιάς Καβάλας έχει εντοπιστεί χρυσός μαζί με ποικίλα ποσά Zn, Pb, Cu, As, Sb και Ag (Arvanitidis et al. 1989b, Νυμφόπουλος κ.ά. 1991). Αυτο­φυής χρυσός έχει εντοπιστεί σε σχηματισμούς τύπου σκαρν στα Κιμμέρια Ξάνθης (Michailidis et al. 1989).
Μη εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα προσχωματικού χρυσού υπάρχουν στα Σέρβια Κοζάνης, Λαγκαδά, Στρυμόνα και Γαλλικό ποταμό. Τα κοιτάσματα του Γαλλικού υπήρξαν τα μοναδικά χρυσοφόρα κοιτάσματα της Ελλάδος κατά τους νεότερους χρόνους. Την περίοδο 1953-1960 απολείφθηκαν 1355 kg χρυσού (Boboti-Tsitlakidou et al. 1991). Στα ιζήματα του Στρυμονικού Κόλπου υπάρχουν σημαντικά αποθέματα ιλμενίτη, σπάνιων γαιών και προσχωματικού χρυσού (Αρβανιτίδης 2002). Εμφανίσεις προσχωματικού χρυσού και ορυκτών της ομάδας του λευκόχρυσου (κράματα Os-Ir-Ru, Os-Ir-Rh, Os-Ir-Pt και Pt-Fe) εντοπίστηκαν επίσης κατά μήκος της κοίτης του Αλιάκμονα και των παραποτάμων του (Βαβελίδης κ.ά. 2000, Χαριστός 2010).
Το ορυκτό γιαροσίτης θεωρείται δείκτης συγκεντρώσεων αργύρου και χρυσού με οικονομικό ενδιαφέρον. Έχει εντοπιστεί σε κοιτάσματα μικτών θειούχων στη Σίφνο, Εύβοια, Θάσο, Παλαιά Καβάλα και Φτερούδα και Αξαντά Χαλκιδικής. Τα πλούσια σε γιαροσίτη μεταλλεύματα περιέχουν μέχρι 4.600 g/t Ag και 8,5 g/t Au (Βαβελίδης 1993).
Τα στοιχεία λευκόχρυσος, παλλάδιο, χρυσός, τελούριο και αρσενικό έχουν εντοπι­στεί σε πορφυρικές εμφανίσεις χαλκού στο Κιλκίς (Γερακαριό και Ποντοκερασιά) και Χαλκιδική (Φισώκα και Σκουριές) (Economou-Eliopoulos & Eliopoulos 1993).
Τα σημαντικό­τερα κοιτάσματα χρυσού βρίσκονται στη Χαλκιδική (Ολυμπιάδα, Μαύ­ρες Πέτρες, Μαντέμ Λάκκο, Σκουριές), στο Πέραμα Έβρου και στις Σάπες Ροδόπης (Arvanitidis 2011b).
Το υπέδαφος της ΒΑ Χαλκιδικής φιλοξενεί αξιόλογα κοιτάσματα βασικών (ψευ­δαργύρου, μολύβδου, χαλκού, μαγγανίου) και πολύτιμων μετάλλων (χρυσού, αργύ­ρου). Έντονη μεταλλευτική δραστηριότητα χρονολογείται από τον 4ο αιώνα π.Χ. Τα μεταλλεία Κασσάνδρας, μαζί με εκείνα του Παγγαίου αποτελούσαν την κύρια πηγή χρυσού κατά την περίοδο του Φιλίππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου όπως μαρ­τυρούν οι παλιές στοές και οι εκκαμινεύσεις. Οι εκκαμινεύσεις της περιόδου αυτής, που έχουν εντοπιστεί στην περιοχή της Ολυμπιάδος και Στρατονίκης, ανέρχονται σε 350.000 τόνους (Αρβανιτίδης κ.ά. 1994).
Η μεταλλοφορία χρυσού της Χαλκιδικής συνδέεται κυρίως με τρεις βασικούς κοιτασματολογικούς τύπους (Αρβανιτίδης κ.ά. 1994): α. Πολυμεταλλικά θειούχα κοιτάσματα, β. Πορφυρικά κοιτάσματα χαλκού – χρυσού και γ. Υπεργενετική μεταλλοφορία μαγγανίου – χρυσού.
Το κλείσιμο της εταιρίας TVX Hellas στη Χαλκιδική, μετά από τις έντονες αντι­δράσεις οικολογικών οργανώσεων, αλλά και κατοίκων της περιοχής, είχε ως αποτέλεσμα, εκτός της μη προώθησης του έργου για την παραγωγή χρυσού, τη διακοπή παραγωγής μεταλλευμάτων μολύβδου και ψευδαργύρου, μετά από πολλά χρόνια συνεχούς δραστηριότητας στον τομέα αυτό, παρά τη μεγάλη ζήτηση στη διεθνή αγορά. Παρόμοιες έντονες αντιδράσεις και έλλειψη πολιτικής βούλησης αντιμετώπισαν τα έργα χρυσού και στη Θράκη. Σήμερα γίνονται προσπάθειες συνέχισης λειτουργίας των μεταλλείων στη Χαλκιδική. Η εταιρία Ελληνικός Χρυσός, εξαγόρασε τα μεταλλεία από την TVX Hellas τον Οκτώ­βριο του 2004 και συνέχισε την εξόρυξη και επεξεργασία του γαληνίτη και σφαλερίτη. Η Ελληνικός Χρυσός ανήκει στην Καναδική εταιρία European Goldfields κατά 65% και στην Ελληνική κατασκευαστική εταιρία Άκτωρ κατά 35%. Από το 2007 η European Goldfields κατέχει το 95% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας Ελληνικός Χρυσός και η Άκτωρ το 5% αυτού. Η Ελληνικός Χρυσός είναι εισηγμένη στα χρηματιστήρια του Τορόντο (TSX) και του Λονδίνου (AIM).
Τον Ιανουάριο 2006, η Ελληνικός Χρυσός υπέβαλε ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο για την εκμετάλλευση των μεταλλείων Στρατωνίου, Ολυμπιάδος και Σκουριών. Πρόκειται για μία επένδυση με επεμβάσεις ανάπτυξης υφιστάμενων και νέων μεταλλευτικών εγκαταστάσεων, αλλά και επεμβάσεις αποκατάστασης του περιβάλλοντος που έχει διαταραχθεί από τη μακρόχρονη προγενέστερη μεταλλευτική δραστηριότητα. Η συνολική επένδυση 1,3 δισεκ. € θα έχει διάρκεια ζωής μεγαλύτερη από 30 χρόνια. Κατά τη λειτουργία του έργου θα παραχθούν 500.000 τόνοι μολύβδου, 600.000 τόνοι ψευδαργύρου, 750.000 τόνοι χαλκού, 6,5 εκατ. ουγκιές χρυσού και 36 εκατ. ουγκιές αργύρου. Σήμερα, στις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις της εταιρίας απασχολούνται 355 εργαζόμενοι, ενώ σε πλήρη ανάπτυξη της επένδυσης θα απασχολούνται άμεσα 1.800. Επιπλέον, υπολογίζεται ότι θα δημιουργηθούν 5.000-6.000 θέσεις στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα της τοπικής οικονομίας.
Η έγκριση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων τον Ιούνιο του 2011 από το ΥΠΕΚΑ έδωσε το πράσινο φως για την υλοποίηση των εγκεκριμένων επιχειρησιακών σχεδίων. Έτσι, η πρώτη παραγωγή χρυσού στην Ελλάδα, με εφαρμογή της τεχνολογίας ακαριαίας τήξης και χωρίς τη χρήση κυανιούχων ενώσεων, αναμένεται το 2013.
Η Qatar Holdings πρόσφατα συμφώνησε να επενδύσει 1,2 δισεκ. € για την κατασκευή της μεταλλουργικής μονάδας, αποκτώντας το 10% του μετοχικού κεφαλαίου της European Goldfields.
Η εταιρία Χρυσωρυχεία Θράκης A.M.B.E. ανήκει στην Καναδική μεταλλευτική εταιρία Eldorado Gold Corporation, η οποία κατέχει μεταλλεία χρυσού στην Τουρκία, Κίνα και Βραζιλία. Στην Ελλάδα δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη του μεταλλείου χρυσού Περάματος Έβρου, όπου σε βάθος δεκαετίας θα επενδύσει 190 εκατ. €. Οι άμεσες θέσεις εργασίας θα είναι 200, ενώ έμμεσα θα απασχοληθούν άλλοι 800 εργαζόμενοι.
Η Μεταλλευτική Θράκης Α.Ε. είναι κάτοχος μίσθωσης του Δημόσιου Μεταλλευτικού χώρου Ε5 των Σαπών συνολικής έκτασης 20,1 km2. Μέχρι σήμερα έχουν εκτελεστεί πάνω από 35.000 m γεωτρήσεων για τον εντοπισμό και τεχνικο-οικονομική αξιολόγηση του κοιτάσματος του Αγ. Δημητρίου και Οχιάς, ενώ έχουν δαπανηθεί περισσότερα των 20 εκατ. €. Το μεγαλύτερο μέρος της εξόρυξης θα γίνει υπόγεια, ενώ η ανάκτηση του χρυσού θα γίνει σε κύκλωμα βαρυτομετρικού διαχωρισμού και επίπλευσης. Με βάση τα βεβαιωμένα αποθέματα, η εταιρία θα παράξει συνολικά 510.000 ουγκιές χρυσού, 250.000 ουγκιές αργύρου και 3.000 τόνους χαλκού. Οι επενδύσεις στην έρευνα κατά την παραγωγική διαδικασία και η ανεύρεση νέων κοιτασμάτων στην περιοχή του μισθίου, θα αυξήσουν τη συνολική παραγωγή και θα επιμηκύνουν την περίοδο λειτουργίας του μεταλλείου. Με βάση τις πρόσφατες μελέτες το έργο θα απασχολήσει περίπου 200 άτομα, συμπεριλαμβανομένων και των εργολαβιών.
Τα συνολικά ενδεικτικά αποθέματα χρυσού είναι 500 τόνοι και η αξία τους 18,61 δισεκ. €.

7. ΧΡΩΜΙΟ (Cr)
Είναι γνωστές περισσότερες από 200 εμφανίσεις χρωμίτη και των τεσσάρων μορφών (διάσπαρτα, schlieren, λεοπάρδαλης, συμπαγή). Τα μεταλ­λεύματα χρωμίου βρίσκονται μέσα σε οφιόλιθους των ζωνών Αλμωπίας, Πελαγονικής, Υποπελαγονικής και Ωλονού-Πίνδου, όπου συνδέονται με υπερβασικά πετρώματα. Τα σημαντικό­τερα κοιτάσματα υπάρχουν στην Κοζάνη (Βούρινος, Ξερολίβαδο, Ροδιανή), Ερέτρια Φαρσάλων και Δομοκό. Εμφανίσεις υπάρχουν στον Έβρο (Σουφλί, Δαδιά), στη Ροδόπη (Σμιγάδα, Οργάνη, Μυρτίσκη), στη Χαλκιδική (Γερακινή, Ορμύλια, Γομάτι), Τριάδι Θεσσα­λονίκης, Νάουσα, Βέροια, Έδεσσα, Καστοριά, Πίνδο, Όλυμπο, Νεοχώρι Πηλίου, Αλ­χάνι Φθιώτιδος, Μέτσοβο και Ρόδο (Σ.Μ.Ε. 1979, Rassios 1981, Μιχαηλίδης 1982, Economou et al. 1986, Rassios et al. 1986, Φιλιππίδης κ.ά. 1986, Ηλιάδης & Παπαδόπουλος 1988, Ηλιάδης 1990, Michailidis 1990, Μιγκίρος κ.ά. 1991, Filippidis 1996, 1997, Michailidis & Sklavounos 1996, Filippidis et al. 2000, Τσιραμπίδης 2005).
Σήμερα, δεν γίνεται εκμετάλλευση μεταλλευμάτων χρωμίου στην Ελλάδα.
Τα ενδεικτικά αποθέματα χρωμίου είναι 1,2 εκατ. τόνοι (Γκίκας & Γεωργακάκης 1997) και η αξία τους 2,35 δισεκ. €.

V. ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΟΡΥΚΤΕΣ ΠΡΩΤΕΣ ΥΛΕΣ (ΚΟΠΥ)
Είναι γνωστό ότι το 70% των αναγκαίων πρώτων υλών για την ευρωπαϊκή βιομηχανία εισάγονται από τρίτες χώρες, ενώ το 70% της ευρωπαϊκής βιομηχανίας βασίζεται σε ορυκτές πρώτες ύλες. Επίσης, ενώ η Ευρώπη καταναλώνει το 30% της παγκόσμιας παραγωγής μεταλλικών ορυκτών, παράγει μόνο το 3%. Για τη διασφάλιση του εφοδιασμού της ευρωπαϊκής βιομηχανίας με τις απαραίτητες ορυκτές πρώτες ύλες η Ευρωπαϊκή μεταλλευτική στρατηγική και πολιτική βρίσκεται σε φάση επανασχεδιασμού. Το 2010 η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) με την πρωτοβουλία Verheugen θέσπισε το τρίπτυχο: βιώσιμη παραγωγή από εγχώριες πρώτες ύλες, βιώσιμη κατανάλωση και ανακύκλωση. Επίσης, με την πρόσφατη Πρωτοβουλία για τις Πρώτες Ύλες (ΠΠΥ) επαναφέρει στο επίκεντρο του αναπτυξιακού ενδιαφέροντος τους Ορυκτούς Πόρους. Στο περιεχόμενο αυτής της πρωτοβουλίας, 14 Ορυκτές Πρώτες Ύλες (ΟΠΥ) χαρακτηρίστηκαν ως κρίσιμες και στρατηγικής σημασίας για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Αυτές είναι: αντιμόνιο (Sb), βηρύλλιο (Be), κοβάλτιο (Co), γάλλιο (Ga), γερμάνιο (Ge), ίνδιο (In), μαγνήσιο (Mg), νιόβιο (Nb), πλατινοειδή μέταλλα (PGE), σπάνιες γαίες (REE), ταντάλιο (Ta), κασσίτερος (Sn), φθορίτης, γραφίτης.
Οι περισσότερες από αυτές υπάρχουν στην Ελλάδα, απαιτούνται όμως επιπλέον έρευνες για να προσδιοριστούν τα βέβαια αποθέματά τους. Αυτές οι ΚΟΠΥ είναι:

α. Αντιμόνιο (Sb)
Το αντιμόνιο έχει εντοπιστεί σε φλέβες του ορυκτού αντιμονίτη κυρίως στο Καλλυντήριο Ροδόπης, στο Γερακαριό Κιλκίς, στο Φιλαδέλφιο και Λαχανά Θεσσαλονίκης, στο Πήλιο, Χίο και Σάμο με περιεκτικότητες 1-2,5% σε Sb και κοινή παρουσία θειούχων ορυκτών των Pb, Fe, Cu, Ag, Au (>1 g/t), As και σε ορισμένες περιπτώσεις και βολφραμίου (W). Από όλες τις αντιμονιούχες εμφανίσεις μόνο στο Γε­ρακαριό έχει εντοπιστεί αυτοφυές αντιμόνιο (Τσιραμπίδης 2005). Τα ενδεικτικά αποθέματα αντιμονίου είναι 2.400 τόνοι (Arvanitidis 2011a) και η αξία τους 30 εκατ. €.

β. Πλατινοειδή μέταλλα (PGE)
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πορφυρικά κοιτάσματα Cu που περιέχουν πολύτιμα μέταλλα και ιδιαίτερα πλατινοειδή όπως Ru, Rh, Pd, Os, Ir και Pt. Είναι πολύ σπάνια στη φύση και επειδή μοιάζουν πολύ μεταξύ τους βρίσκονται συνήθως με μορφή δυαδικών ή τριαδικών κραμάτων. Το πιο συνηθισμένο πλατινοειδές είναι ο λευκόχρυσος (Pt). Κοιτασματολογικό στόχο για την παρουσία συγκεντρώσεων πλατινοειδών μετάλλων με οικονομικό ενδιαφέρον αποτελούν τα πορφυρικά κοιτάσματα Cu του μεταλλογενετικού τόξου με ΒΔ διεύθυνση από τις Σκουριές-Φισώκα Χαλκιδικής μέχρι την Ποντοκερασιά-Γερακαριό Κιλκίς. Συγκεκριμένα, στο εκμεταλλεύσιμο μετάλλευμα των Σκουριών έχουν εντοπιστεί οικονομικές συγκεντρώσεις παλλαδίου (Pd) 0,5 g/t που διευρύνουν ακόμη περισσότερο το ήδη πλούσιο μεταλλευτικό δυναμικό και αξία του κοιτάσματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις Fe-Ni-ούχων λατεριτικών κοιτασμάτων (π.χ. Βέρμιο) έχουν επίσης προσδιοριστεί αυξημένες περιεκτικότητες πλατινοειδών (Κιούσης & Παπαβασιλείου 2005, Arvanitidis 2011b).

γ. Σπάνιες γαίες (REE)
Αποτελούν ομάδα 17 μετάλλων που χρησιμοποιούνται ευρέως στην παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας όπως μπαταρίες υβριδικών οχημάτων, ανεμογεννητριών, αεροδιαστημικών κραμάτων κ.α. Παρουσιάζονται μεγάλες διαφορές τιμών στην αγορά των οξειδίων των σπανίων γαιών. Επίσης, οι τιμές τους εξαρτώνται από το βαθμό καθαρότητας που καθορίζεται από τις εξειδικεύσεις στις εφαρμογές. Τον Αύγουστο του 2011 η τιμή τους κυμαινόταν από 173 $/kg (La2O3) μέχρι 5.880 $/kg (Eu2O3) (www.lynascorp.com). Η Κίνα ελέγχει το 95% της παγκόσμιας παραγωγής.
Σημαντικά αποθέματα σπανίων γαιών εντοπίζονται σε προσχωσιγενείς αποθέσεις στο παράκτιο περιβάλλον του Στρυμονικού κόλπου μεταξύ των εκβολών του ομώνυμου ποταμού και της Καβάλας. Κοιταματολογικές έρευνες υπολογίζουν τα αποθέματα σε 485 εκατ. τόνους με μέση περιεκτικότητα σπανίων γαιών 1,17%. Σημαντικό ενδιαφέρον για συστηματική κοιτασματολογική διερεύνηση παρουσιάζουν επίσης οι βωξίτες και οι βωξιτικοί λατερίτες της Στερεάς Ελλάδος με περιεκτικότητες που κυμαίνονται από 3.275 g/t έως 6.378 g/t σε REE. Το διαφαινόμενο οικονομικό ενδιαφέρον περιλαμβάνει ακόμη και την ερυθρή λάσπη από τη μεταλλουργία αλουμινίου (Arvanitidis 2011b).

δ. Γάλλιο (Ga) – Γερμάνιο (Ge) – Ίνδιο (In)
Τα συγκεκριμένα μέταλλα βρίσκονται στο επίκεντρο βιομηχανικών εφαρμογών κραμάτων υψηλής τεχνολογίας. Τα κοιτάσματα μικτών θειούχων ορυκτών Pb–Zn-Ag αποτελούν ιδανικό γεωχημικό περιβάλλον για την παρουσία τους. Με την έννοια αυτή οι μεταλλοφορίες και τα κοιτάσματα που ανήκουν στη συγκεκριμένη κατηγορία αποτελούν πιθανές πηγές των μετάλλων αυτών. Η ραγδαία βελτίωση των αναλυτικών μεθόδων δίνει πλέον τη δυνατότητα της ποιοτικής ανίχνευσης και του ποσοτικού προσδιορισμού τους σε επιλεγμένα αρχικά δείγματα από συγκεκριμένες μεταλλοφόρες περιοχές π.χ. Θέρμες Ξάνθης, Πολύκαστρο Κιλκίς, Ολυμπιάδα Χαλκιδικής, Μολάοι Λακωνίας κ.ά. (Arvanitidis 2011b).

ε. Μαγνήσιο (Mg)
Περιγράφεται στο κεφάλαιο των βιομηχανικών ορυκτών και πετρωμάτων (ορυκτό μαγνησίτης).

στ. Γραφίτης
Περιγράφεται στο κεφάλαιο των βιομηχανικών ορυκτών και πετρωμάτων με καλές προοπτικές εκμετάλλευσης.

ζ. Φθορίτης
Αποθέσεις φθορίτη υπάρχουν στο Λαύριο (Καμάριζα έως Σούνιο), Σέριφο, Μεταλλικό Κιλκίς και Δράμα (Τσιραμπίδης 2005).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση
Αγ­γε­λό­που­λος Κ. & Κων­σταν­τι­νί­δης Δ. 1988. Το κοί­τα­σμα ψευ­δαρ­γύ­ρου-αρ­γύ­ρου-μο­λύ­βδου των Μο­λά­ων Λα­κω­νί­ας. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 20/2, 305-320.
Α­δάμ Κ. & Γα­ζέ­α Β. 1994. Πε­ρι­βαλ­λον­τι­κές ε­πι­πτώ­σεις α­πό τα με­ταλ­λεί­α Κασ­σάν­δρας. Πρα­κτ. Η­μερ. «Ο­ρυ­κτός Πλού­τος Ν. Χαλ­κι­δι­κής-Πε­ρι­βάλ­λον», ΓΕ­ΩΤ.Ε.Ε., Γε­ρα­κι­νή, 127-148.
Α­λε­βί­ζος Γ. 1997. Ο­ρυ­κτο­λο­γί­α, γε­ω­χη­μεί­α και γέ­νε­ση ι­ζη­μα­το­γε­νών νι­κε­λι­ού­χων σι­δη­ρο­με­ταλ­λευ­μά­των Λο­κρί­δας (Κεν­τρι­κή Ελ­λά­δα). Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή, Πο­λυ­τε­χνεί­ο Κρή­της, 245σ.
Αλμπάνης Π. & Βαδραχάνης Α. 2003. Καταγραφή και επεξεργασία χωροταξικών και οικιστικών χαρακτηριστικών Ν. Καβάλας. Διπλωματική Εργασία, Πολυτεχνείο Ξάνθης, 176σ.
Αλμ­παν­τά­κης Ν. 1974. Τα νι­κε­λι­ού­χα σιδηρομεταλλεύματα Λοκρίδος και Εύ­βοι­ας. Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή, Ε­θνι­κό & Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο Α­θη­νών.
Α­να­στό­που­λος Ι. 1960. Νι­κε­λι­ού­χα σι­δη­ρο­με­ταλ­λεύ­μα­τα Κεν­τρι­κής Εύ­βοι­ας. Έκ­θε­ση Ι­ΓΕΥ, Α­θή­να, 31σ.
Αντωνιάδης Π., Βλάχου Α., Αμπατζή Σ., K­h­a­n­a­ga P. & R­i­e­g­el W. 2001. Πρόδρομη ανθρακοπετρογραφική με­λέ­τη του λι­γνι­τι­κού κοι­τά­σμα­τος Α­χλά­δας Ν. Φλω­ρί­νης. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 34/3, 1185-1194.
Αποστολίδης Ν. 2010. Ορυκτολογία και δεσμευτική ικανότητα των ζεολιθοφόρων σχηματισμών Βορείου Γουρουνορέματος (Αβδέλλα Έβρου) και πιθανές περιβαλλοντικές εφαρμογές. Διατριβή Ειδίκευσης, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νεπιστήμιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 29σ.
Α­πο­στο­λί­κας Α., Φρο­γου­δά­κης Ε. & Μαγ­κλά­ρας Κ. 2000. Νι­κε­λι­ού­χα κοι­τά­σμα­τα στη Δυ­τι­κή Μα­κε­δο­νί­α. Πα­ρόν και προ­ο­πτι­κές. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε­ΓΕ), Κο­ζά­νη, 25-34.
Αρ­βα­νι­τί­δης Ν. 2002. Χάρ­της της με­ταλ­λεί­ας στη Μα­κε­δο­νί­α και Θρά­κη. Οι στό­χοι του Ι.Γ.Μ.Ε. Πρα­κτ. Η­με­ρί­δας Σ.Μ.Ε. και Σ.Ε.Μ.Μ.Θ., Κα­βά­λα, Β11-30.
Αρ­βα­νι­τί­δης Ν., Βε­ρά­νης Ν. & Κων­σταν­τι­νί­δης Δ. 1994. Η με­ταλ­λο­φο­ρί­α χρυ­σού στο Νο­μό Χαλ­κι­δι­κής. Πρα­κτ. Η­μερ. «Ο­ρυ­κτός Πλού­τος Ν. Χαλ­κι­δι­κής – Πε­ρι­βάλ­λον», ΓΕ­ΩΤ.Ε.Ε., Γε­ρα­κι­νή, 151-162.
Βα­βε­λί­δης Μ. 1988. Γε­ω­χη­μεί­α ι­χνο­στοι­χεί­ων στους γα­λη­νί­τες των αρ­γυ­ρού­χων κοι­τα­σμά­των Pb-Zn της Σίφ­νου (Ελ­λά­δα). Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 20/2, 329-341.
Βα­βε­λί­δης Μ. 1993. «Γι­α­ρο­σί­της» έ­να ση­μαν­τι­κό ο­ρυ­κτό στην α­να­ζή­τη­ση και τον εν­το­πι­σμό αρ­γύ­ρου και χρυ­σού στην Ελ­λά­δα. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 28/2, 85-92.
Βα­βε­λί­δης Μ. 2004. Κοι­τά­σμα­τα χρυ­σού και αρ­χαί­α με­ταλ­λευ­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα στη Μα­κε­δο­νί­α και τη Θρά­κη. Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων Πό­λις, 14, 74-93.
Βα­βε­λί­δης Μ., Χα­ρι­στός Β. & S­e­i­d­el E. 2000. Εμ­φα­νί­σεις προ­σχω­μα­τι­κού χρυ­σού και ο­ρυ­κτών της ο­μά­δας του λευ­κο­χρύ­σου στην πε­ρι­ο­χή του πο­τα­μού Α­λι­ά­κμο­να. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.­Γ.Ε.), Κο­ζά­νη, 46-63.
Βέ­κιος Π. & Χι­ώ­της Ε. 1993. Πα­λαι­ο­γε­ω­γρα­φι­κές συν­θή­κες σχη­μα­τι­σμού των φω­σφο­ρι­τών και μη­τρι­κών πε­τρω­μά­των πε­τρε­λαί­ου στην Ή­πει­ρο. Συμ­βο­λή στην έ­ρευ­να φω­σφο­ρι­τών και υ­δρο­γο­ναν­θρά­κων. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 28/2, 535-549.
Βλάχου Μ. 2003. Τριτογενής ηφαιστειότητα της Σαμοθράκης και συνδεδεμένα με αυτήν βιομηχανικά ορυκτά (ζεόλιθοι, Κ-άστριοι). Διδακτορική Διατριβή, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νεπιστήμιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 379σ.
Βογιατζής Δ., Χρηστάρας Β., Φιλιππίδης Α., Κασώλη-Φουρναράκη Α., Καντηράνης Ν., Μοροπούλου Α. & Μπακόλας Α. 2008. Αξιολόγηση της Συμπαγοποίησης Κονιαμάτων Τσιμέντου-Άμμου-Ελληνικού Φυσικού Ζεόλιθου με Τεχνικές Υπερήχων. Πρακτ. 1ου Πανελλήνιου Συν. Δομικών Υλικών, Αθήνα, 1099-1110.
Βου­γι­ού­κας Δ. 1998. Ε­κμε­τάλ­λευ­ση μαρ­μά­ρων – α­ξι­ο­ποί­η­ση του λευ­κού δο­λο­μι­τι­κού μαρ­μά­ρου της Ν. Θά­σου. Πρα­κτ. 1ου Συν. Α­να­πτυξ. Προ­ο­πτ. Θά­σου, Πρί­νος, 173-180.
Βου­δού­ρης Π. & Σκαρ­πέ­λης Ν. 1998. Με­ταλ­λο­φο­ρί­ες ε­πι­θερ­μι­κού χρυ­σού-αρ­γύ­ρου στις πε­ρι­ο­χές Πε­ρά­μα­τος (Θρά­κη) και Λή­μνου. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 32/3, 125-135.
Βούτα Σ. 2009. Ορυκτολογία και δεσμευτική ικανότητα ζεόλιθου Βορείου Ξεροβουνίου (Αβδέλλα Έβρου) και πιθανές περιβαλλοντικές εφαρμογές. Διατριβή Ειδίκευσης, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νεπιστήμιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 29σ.
Γα­λα­νά­κης Δ., Μα­στρο­γιά­ννης Π., Πλου­μής Π. & Κε­λε­σί­δης Π. 2000. Με­λέ­τη εμ­πο­ρι­κών τύ­πων μαρ­μά­ρου στη λα­το­μι­κή ζώ­νη Τρα­νο­βάλ­του Κο­ζά­νης. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε­.Γ.Ε.), Κο­ζά­νη, 73-82.
Γεωργιάδης Ι. 2010. Πετρολογική και γεωχημική μελέτη γρανατούχων ιζηματογενών σχηματισμών της Ενότητας Βερτίσκου. Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 271σ.
Γκίκας Ι. & Γεωργακάκης Ν. 1997. Αποτύπωση και αξιολόγηση παρούσας κατάστασης στα μεταλλεία χρωμίτη Βούρινου. Έκθεση Ι.Γ.Μ.Ε., Αθήνα.
Δη­μη­τρί­ου Δ. 1993. Το λι­γνι­τι­κό κοί­τα­σμα Δο­μέ­νι­κου Ε­λασ­σό­νος. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να, 11σ.
Διακάκης Ε. 1982. Γέ­νε­ση και με­θο­δο­λο­γί­α έ­ρευ­νας των πορ­φυ­ρι­κών κοι­τα­σμά­των χαλ­κού. Πορ­φυ­ρι­τι­κές εμ­φα­νί­σεις χαλ­κού στην Ελ­λά­δα. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Δι­α­κά­κης Ε., Μη­νό­που­λος Π. & Στε­φα­νί­δης Π. 1995. Βα­σι­κή κοι­τα­σμα­το­λο­γι­κή έ­ρευ­να βερ­μι­κου­λί­τη στις πε­ρι­ο­χές Κρου­σί­ων και Δι­σώ­ρου των νο­μών Κιλ­κίς και Σερ­ρών. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Ελληνική Στατιστική Αρχή. 2011. Μεταλλεία-Λατομεία-Αλυκές. Στοιχεία 2007. Ε.Σ.Α., Πειραιάς, 38σ.
Η­λιά­δης Α. 1990. Γε­ω­λο­γι­κή και κοι­τα­σμα­το­λο­γι­κή με­λέ­τη των χρω­μι­τών Δα­διάς Σου­φλί­ου στις θέ­σεις Αγ. Βαρ­βά­ρα και Τσού­του­ρο, Νο­μός Έ­βρου. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Η­λιά­δης Α. & Πα­πα­δό­που­λος Π. 1988. Κοι­τα­σμα­το­λο­γι­κή α­να­γνώ­ρι­ση των χρω­μι­τών του υ­περ­βα­σι­κού σώ­μα­τος Ορ­γά­νης, Μυρ­τί­σκης, Ά­νω Βυρ­σί­νης (ΒΑ της Κο­μο­τη­νής) της ΝΑ Ρο­δό­πης. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Η­λιά­δου Σ., Τσι­ραμ­πί­δης Α., Κα­σώ­λη-Φουρ­να­ρά­κη Α. & Μι­χα­η­λί­δης Κ. 2004. Πε­τρο­γρα­φι­κή και γε­ω­χη­μι­κή με­λέ­τη αν­θρα­κι­κών πε­τρω­μά­των της πε­ρι­ο­χής Βα­φει­ο­χω­ρί­ου Κιλ­κίς. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 36/1, 10-18.
Η­λι­ό­που­λος Δ., Γρη­γό­ρης Π., Φω­τιά­δης Α. & Κυ­ρί­τσης Ε. 2000. Γε­ω­λο­γι­κά, ο­ρυ­κτο­λο­γι­κά και γε­ω­χη­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των σι­δη­ρο­νι­κε­λι­ού­χων λα­τε­ρι­τών του Δυ­τι­κού Βερ­μί­ου. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.­Γ.Ε.), Κο­ζά­νη, 111-123.
Θε­ο­δω­ρού­δης Α., Γα­λα­νό­που­λος Β. & Τσα­μαν­του­ρί­δης Π. 1993. Κοι­τα­σμα­το­λο­γι­κή με­λέ­τη των Fe-M­n-­ού­χων εμ­φα­νί­σε­ων της πε­ρι­ο­χής Ο­ρει­νής και Χι­ο­νο­χω­ρί­ου Ν. Σερ­ρών. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Θυ­μια­τής Γ. 1995. Με­ταλ­λο­γέ­νε­ση στην πε­ρι­ο­χή Λα­ο­δι­κινού-Λει­ψυ­δρί­ου Ν. Κιλ­κίς, Μα­κε­δο­νί­α, Β. Ελ­λά­δα. Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νεπιστήμιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 260σ.
Ιν­στι­τού­το Γε­ω­λο­γι­κών και Με­ταλ­λευ­τι­κών Ε­ρευ­νών (Ι.Γ.Μ.Ε.) 2000. Άτλαντας μαρμάρων Περιφέρειας Ανατ. Μακεδονίας – Θράκης. Μάρμαρα Ν. Θάσου. Έκθεση Ι.Γ.Μ.Ε., Αθήνα, 67σ.
Καλαμπαλίκη Σ. 2009. Ορυκτολογία και δεσμευτική ικανότητα ζεόλιθου Κεντρικού Ξεροβουνίου (Αβδέλλα Έβρου) και πιθανές περιβαλλοντικές εφαρμογές. Διατριβή Ειδίκευσης, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νεπιστήμιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 35σ.
Καλογερόπουλος Σ., Κων­σταν­τι­νί­δου Ε. & Σί­μος Ε. 1991. Ο­ρυ­κτο­λο­γι­κή και ο­ρυ­κτο­χη­μι­κή με­λέ­τη θει­ού­χων με­ταλ­λο­φο­ρι­ών με χρυ­σό της πε­ρι­ο­χής Στα­νού, Σχη­μα­τι­σμός Βερ­τί­σκου, Χαλ­κι­δι­κή. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 25/2, 225-243.
Καστρινάκη Α. 2011. Πετρολογία των λευκοκρατικών γρανιτών του Πλατανοχωρίου Χαλκιδικής και δυνατότητες αξιοποίησης των αστρίων τους στην κεραμική βιομηχανία. Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Γεωλογίας Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, 203σ.
Κα­στρι­νά­κη Α., Τσι­ραμ­πί­δης Α., Μι­χα­η­λί­δης Κ. & Τρών­τσιος Γ. 2004. Α­ξι­ο­λό­γη­ση πη­λο­λι­θι­κών σχη­μα­τι­σμών και κα­ταλ­λη­λό­τη­τα αυ­τών για την κα­τα­σκευ­ή κε­ρα­μι­κών προ­ϊ­όν­των. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 36/1, 19-27.
Κα­τιρ­τζό­γλου Κ. 1986. Με­ταλ­λο­γέ­νε­ση της Τρι­το­γε­νούς θει­ού­χου με­ταλ­λο­φο­ρί­ας Αι­σύ­μης Νο­μού Έ­βρου. Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή, Ε­θνι­κό & Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο Α­θη­νών, 176σ.
Κε­λε­σί­δης Η. & Τσόμ­πος Π. 1990. Η α­ξι­ο­ποί­η­ση των γρα­νι­τι­κών πε­τρω­μά­των Πι­σο­δε­ρί­ου-Α­γί­ου Γερ­μα­νού σαν δι­α­κο­σμη­τι­κά πε­τρώ­μα­τα. Πρα­κτ. Συν. «Το Ελ­λη­νι­κό Μάρ­μα­ρο», ΓΕ­ΩΤ.Ε.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη, 111-129.
Κιούσης Γ. & Παπαβασιλείου Κ. 2005. Η βιώσιμη ανάπτυξη του κοιτάσματος πορφυρικού Cu-Au Σκουριών Χαλκιδικής. Μια νέα προκαταρκτική ολοκληρωμένη οικονομοτεχνική προσέγγιση και η περίπτωση παραγωγής συμπυκνωμάτων με χρυσό και πλατινοειδή. Πρα­κτ. 2ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ορυκτ. Γε­ωχ. (Ε.Γ.Ε.­), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 163-171.
Κόλμερ Κ. 2006. Τα πετρέλαια της Ελλάδος. Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, 248σ.
Κο­σιά­ρης Γ. & Βου­γι­ού­κας Δ. 1980. Α­να­ζή­τη­ση βι­ο­μη­χα­νι­κών ο­ρυ­κτών και πε­τρω­μά­των στο νο­μό Έ­βρου. Πρό­δρο­μη έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., A­θή­να, 27σ.
Κο­σιά­ρης Γ. & Ζη­κό­που­λος Κ. 1991. Πυ­ρι­τι­κός σχη­μα­τι­σμός Δο­ρί­σκου Φε­ρών Ν. Έ­βρου. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να, 16σ.
Κο­σιά­ρης Γ. & Μι­χα­ήλ Κ. 1995. Έ­ρευ­να για εν­το­πι­σμό βι­ο­μη­χα­νι­κών ο­ρυ­κτών στις Τρι­το­γε­νείς λε­κά­νες της Θρά­κης. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να, 15σ.
Κο­σιά­ρης Γ., Κα­ραν­τά­ση Σ. & Γρη­γο­ριά­δης Γ. 1987. Εμ­φα­νί­σεις ζε­ο­λί­θων στη Δ. Θρά­κη. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να, 37σ.
Κού­κου­ζας Κ., Κώ­της Θ., Πλου­μί­δης Μ. & Με­τα­ξάς Α. 1979. Έ­ρευ­να γαι­αν­θρά­κων πε­ρι­ο­χής Α­ναρ­γύ­ρων Α­μυν­ταί­ου (Δ. Μα­κε­δο­νί­α). Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να, 69σ.
Κού­κου­ζας Κ., Κώ­της Θ., Πλου­μί­δης Μ., Με­τα­ξάς Α. & Δη­μη­τρί­ου Δ. 1984. Το λι­γνι­τι­κό κοί­τα­σμα των Κο­μνη­νών Πτο­λε­μα­ϊ­δος (Δ. Μα­κε­δο­νί­α). Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να, 103σ.
Κράβ­βας Χ. 1991. Πρό­δρο­μα α­πο­τε­λέ­σμα­τα για τη με­ταλ­λο­φο­ρί­α τάλ­κη Δί­βου­νου Ν. Κιλ­κίς. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Κράβ­βας Χ. 1999. Γε­ω­λο­γι­κή-κοι­τα­σμα­το­λο­γι­κή έ­ρευ­να για την α­ξι­ο­ποί­η­ση του χα­λα­ζι­ο­α­στρι­ού­χου κοι­τά­σμα­τος της πε­ρι­ο­χής Σι­θω­νί­ας Ν. Χαλ­κι­δι­κής. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Κώτης Θ. 2002. Εκτίμηση Αποθεμάτων Λιγνίτη Λεκανών Φλώρινας, Μεγαλόπολης, Ελασσόνας, Δράμας. Έκθεση Ι.Γ.Μ.Ε., Αθήνα, 8σ.
Κώ­της Θ. & Πα­πα­νι­κο­λά­ου Κ. 2000. Ποι­ο­τι­κά και ποσοτικά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των λι­γνι­τι­κών κοι­τα­σμά­των ξυ­λι­τι­κού τύ­που των Αν. πε­ρι­θω­ρί­ων των Νε­ο­γε­νών λε­κα­νών Πτο­λε­μα­ϊ­δας-Φλώ­ρι­νας. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.­Γ.Ε.), Κο­ζά­νη, 273-287.
K­ώ­της Θ., Πλου­μί­δης M., M­ε­τα­ξάς A. & Βαρ­βα­ρού­σης Γ. 1992. Έ­ρευ­να γαι­αν­θρά­κων στην πε­ρι­ο­χή Βεύ­ης. Νο­μός Φλώ­ρι­νας (Δ. M­α­κε­δο­νί­α). Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να, 97σ.
Κώτης Θ., Περγάμαλης Φ., Καραγεωργίου Δ. & Κούκουλη Κ. 2004. Εγχώριες ενεργειακές πρώτες ύλες παράγοντας ανάπτυξης και σταθερότητας. 10th G.S.G., Thessaloniki, Ext. abstracts, p. 122.
Λα­σκα­ρί­δης Κ. 1989. Ε­ξέ­τα­ση λευ­κών Ελ­λη­νι­κών α­σβε­στο­λί­θων και δο­λο­μι­τών για τη χρή­ση τους στη βι­ο­μη­χα­νί­α (π.χ. στη χαρ­το­βι­ο­μη­χα­νί­α). Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 23/2, 295-304.
Λα­σκα­ρί­δης Κ. 1996. Ποι­ο­τι­κή α­ξι­ο­λό­γη­ση λευ­κών αν­θρα­κι­κών της Μα­κε­δο­νί­ας για βι­ο­μη­χα­νι­κές χρή­σεις. Ο­ρυ­κτός Πλού­τος, 100, 45-54.
Λα­σκα­ρί­δης Κ. 2000. Α­ξι­ο­ποί­η­ση στεί­ρων μαρ­μά­ρων Τρα­νο­βάλ­του Κο­ζά­νης για χρή­ση τους στη βι­ο­μη­χα­νί­α ως πλη­ρω­τι­κών υ­λι­κών. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.­Γ.Ε.), Κο­ζά­νη, 288-298.
Μά­ραν­τος Ι. 2004. Με­λέ­τη ε­ξαλ­λοι­ώ­σε­ων Τρι­το­γε­νών η­φαι­στι­τών λε­κά­νης Φε­ρών Ν. Έ­βρου, με έμ­φα­ση στη γέ­νε­ση των ζε­ο­λί­θων και των πι­θα­νών ε­φαρ­μο­γών τους. Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή, Πο­λυ­τε­χνεί­ο Κρή­της, 261σ.
Μά­ραν­τος Ι. & Περ­δι­κά­τσης Β. 1994. Με­λέ­τη ο­ρυ­κτο­λο­γι­κής σύ­στα­σης, α­φυ­δά­τω­σης/ προσ­ρό­φη­σης νε­ρού και ι­ον­το­αν­ταλ­λα­κτι­κής ι­κα­νό­τη­τας ζε­ο­λι­θι­κών τόφ­φων α­πό την πε­ρι­ο­χή Πε­τρω­τών-Πεν­τα­λό­φου (Λε­κά­νη Ο­ρε­στιά­δας), Ν. Έ­βρου. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 30/3, 311-321.
Μά­ραν­τος Ι. & Κο­σιά­ρης Γ. 2003. Βι­ο­μη­χα­νι­κά ο­ρυ­κτά και πε­τρώ­μα­τα στο χώ­ρο της Ανατολικής Μα­κε­δο­νί­ας και Θρά­κης. Έ­ρευ­νες, α­πο­τε­λέ­σμα­τα και προ­ο­πτι­κές. Πρα­κτ. Η­μερ. Πε­ριφ. Α­νατ. Μα­κε­δο­νί­ας-Θρά­κης, Ξάν­θη, 77-88.
Μά­ραν­τος Ι., Μι­χα­ήλ Κ. & Περ­δι­κά­τσης Β. 1993. Προ­κα­ταρ­κτι­κή με­λέ­τη ε­ξαλ­λοι­ω­μέ­νων η­φαι­στι­τών της πε­ρι­ο­χής Σαπών, Ν. Ρο­δό­πης για βι­ο­μη­χα­νι­κά ο­ρυ­κτά. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 28/2, 317-328.
Μάραντος Ι., Κάρμης Π. & Καραντάση Σ. 2005. Στοιχεία κοιτασματολογικής έρευνας γραφίτη περιοχής Διάσπαρτου-Θερμών, Ν. Ξάνθης. Πρα­κτ. 2ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.Γ.Ε.­), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 209-217.
Μάραντος Ι., Μιχαήλ Κ. & Κοσιάρης Γ. 2008. Κοιτασματολογικά στοιχεία ζεολιθικών τόφφων Πετρωτών. Έκθεση ΙΓΜΕ, Αθήνα, 80σ.
Μά­ραν­τος Ι., Κο­σιά­ρης Γ., Κα­ραν­τά­ση Σ. & Γρη­γο­ριά­δης Γ. 1989. Με­λέ­τη των Τρι­το­γε­νών ζε­ο­λι­θι­κών πυ­ρο­κλα­στι­κών σχη­μα­τι­σμών της πε­ρι­ο­χής Με­τα­ξά­δων του Νο­μού Έ­βρου. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 23/2, 443-450.
Μά­ραν­τος Ι., Κο­σιά­ρης Γ., Περ­δι­κά­τσης Β. & Κα­ραν­τά­ση Σ. 2000. Κοιτασματολογική μελέτη ζεολιθικών τόφφων περιοχής Σκαλώματος, Ν. Ροδόπης. Έκθεση ΙΓΜΕ, Αθήνα, 6σ.
Μά­ραν­τος Ι., Κο­σιά­ρης Γ., Περ­δι­κά­τσης Β., Κα­ραν­τά­ση Σ., Κα­λο­ει­δάς Β. & Μα­λα­μή Χ. 2001. Α­ξι­ο­λό­γη­ση ε­ξαλ­λοι­ω­μέ­νων πυ­ρο­κλα­στι­κών α­πό πε­ρι­ο­χές του Νο­μού Ρο­δό­πης σαν συ­στα­τι­κών πο­ζο­λα­νι­κών τσι­μέν­των. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 34/3, 1155-1162.
Μέλ­φος Β. 1995. Έ­ρευ­να των βα­σι­κών και ευ­γε­νών με­τάλ­λων στην Πε­ρι­ρο­δο­πι­κή Ζώ­νη της Θρά­κης. Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νεπιστήμιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 289σ.
Μέλ­φος Β. 2002. Πο­λύ­τι­μοι λί­θοι: έ­ρευ­νες και προ­ο­πτι­κές για εν­το­πι­σμό τους στη Μα­κε­δο­νί­α και Θρά­κη. Πρα­κτ. Η­μερ. Ε.­Γ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη, 5σ.
Μέλ­φος Β. 2005. Με­λέ­τη ρευ­στών εγ­κλει­σμά­των σε α­μέ­θυ­στους α­πό πε­ρι­ο­χές της Μα­κε­δο­νί­ας και Θρά­κης: Σά­πες, Σου­φλί, Κ. Νευ­ρο­κό­πι. Πρα­κτ. 2ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.Γ.Ε.­), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 219-228.
Μη­νό­που­λος Π. 1990. Γε­ω­λο­γι­κή κοι­τα­σμα­το­λο­γι­κή με­λέ­τη τάλ­κη Άρ­νισ­σας (υ­πο­πε­ρι­ο­χή Δρο­σιάς) Ν. Πέλ­λας. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Μη­νό­που­λος Π. 1994. Μον­τμο­ρι­λο­νι­τι­κοί άρ­γι­λοι Ν. Πι­ε­ρί­ας. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Μιγ­κί­ρος Γ., Στα­σι­νού­λιας Ε., Στα­σι­νού­λια Β. & Τσαγ­κα­λί­δης Α. 1991. Οι χρω­μι­τι­κές εμ­φα­νί­σεις στα υ­περ­βα­σι­κά πε­τρώ­μα­τα του Νό­τιου Πη­λί­ου (Κεν­τρι­κή Ελ­λά­δα). Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 25/2, 321-336.
Μισαηλίδης Π., Γκοντελίτσας Α. & Φιλιππίδης Α. 1994. Δέσμευση Καισίου από ζεολιθοφόρο πέτρωμα της περιοχής Μεταξάδων (Ν. Έβρου, Θράκη). Πρακτ. 15ου Πανελ. Συν. Χημείας, Θεσσαλονίκη, Α, 218-221.
Μι­χα­ήλ Κ., Πα­πα­δό­που­λος Π., Μά­ραν­τος Ι. & Ευ­αγ­γέ­λου Ε. 1988. Ε­πι­θερ­μι­κές με­ταλ­λο­φο­ρί­ες Au στην πε­ρι­ο­χή Κώ­νου, Αν. Ρο­δό­πη. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να, 23σ.
Μι­χα­η­λί­δης Κ. 1982. Κοι­τα­σμα­το­λο­γι­κή με­λέ­τη των σι­δη­ρο­νι­κε­λι­ού­χων με χρώ­μιο λα­τε­ρι­τών της πε­ρι­ο­χής Έ­δεσ­σας. Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νεπιστήμιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 363σ.
Μπίτζιος Δ. 2008. Βάση δεδομένων αδρανών υλικών: ένα πολύτιμο εργαλείο για την ποιοτική επιλογή των αδρανών υλικών. Πρακτ. Ημερ. Ι.Γ.Μ.Ε., HELEXPO, Θεσσαλονίκη, 68-86.
Μπρου­σού­λης Ι., Γι­α­κκού­πης Π., Α­ρα­πο­γιά­ννης Ε. & Α­να­στα­σιά­δης Ι. 1991. Το λι­γνι­τι­κό κοί­τα­σμα Δρά­μας. Γε­ω­λο­γί­α, Έ­ρευ­να, Α­πο­θέ­μα­τα. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να.
Μπρου­σού­λης Ι., Χατ­ζη­γιά­ννης Γ., Κο­λο­βός Γ. & Πα­πα­νί­κος Δ. 1999. Το κοί­τα­σμα λι­γνι­τών Ι­ω­αν­νί­νων (Γε­ω­λο­γί­α – Κοι­τα­σμα­το­λο­γί­α – Χα­ρα­κτη­ρι­σμός λι­γνί­τη). Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 33, 113-130.
Νταγκουνάκη Κ., Κασώλη-Φουρναράκη Α., Τσιραμπίδης Α. & Σικαλίδης Κ. 2004. Ανθρακικοί σχηματισμοί της ευρύτερης περιοχής της Κοζάνης και δυνατότητα αξιοποίησής τους στην υαλουργία, στην απομάκρυνση όξινων αερίων και στη μεταλλουργία. Δελτ. Ελλ. Γεωλ. Εταιρ., 36/1, 34-42.
Νταμ­πίτ­ζιας Σ. & Βα­κόν­διος Ι. 1994. Λευ­κό­λι­θος της Χαλ­κι­δι­κής. Πρα­κτ. Η­μερ. «Ο­ρυ­κτός Πλού­τος Ν. Χαλ­κι­δι­κής – Πε­ρι­βάλ­λον», ΓΕ­ΩΤ.Ε.Ε., Γε­ρα­κι­νή, 65-81.
Νταμ­πίτ­ζιας Σ. & Κουγ­κού­λης Χ. 1994. Το κοί­τα­σμα τάλ­κη-βερ­μι­κου­λί­τη στο σερ­πεν­τι­νι­τι­κό σώ­μα Τ6 πε­ρι­ο­χής Α­σκού Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 30/1, 567-580.
Νταμ­πίτ­ζιας Σ. & Περ­δι­κά­τσης Β. 1991. Εμ­φα­νί­σεις βερ­μι­κου­λί­τη με οι­κο­νο­μι­κό εν­δι­α­φέ­ρον στην πε­ρι­ο­χή Α­σκού, Ν. Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 25/2, 355-367.
Νταμ­πίτ­ζιας Σ. & Ράσ­σιου Α. 2000. Χαρ­ζβουρ­γί­τες/δου­νί­τες για ο­λι­βι­νι­κά προ­ϊ­όν­τα υ­ψη­λών προ­δι­α­γρα­φών στα ο­φι­ο­λι­θι­κά συμ­πλέγ­μα­τα Βού­ρι­νου και Πίν­δου. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.Γ.Ε.), Κο­ζά­νη, 330-340.
Νταμ­πίτ­ζιας Σ., Χρυ­σο­στο­μί­δης Π., Μαλ­τζά­ρης Φ. & Κα­ρα­τά­σου Ε. 2003. Σκλη­ρά α­δρα­νή στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο. Πε­τρο­λο­γι­κοί τύ­ποι και ο­ρυ­κτο­λο­γι­κά-ι­στο­λο­γι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Πρα­κτ. Η­μερ. Επιτρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.­Γ.Ε.), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 49-63.
Νυμ­φό­που­λος Μ., Οι­κο­νό­μου Γ. & Δη­μη­τρού­λα Μ. 1991. Ο­ρυ­κτο­λο­γι­κή με­λέ­τη του χρυ­σού στη με­ταλ­λο­φο­ρί­α της Πα­λιάς Κα­βά­λας. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Ξάν­θη, 10σ.
Ξει­δά­κης Γ. & Σα­μα­ράς Η. 1994. Μάρ­μα­ρα Ρο­δό­πης. Με­λέ­τη των κυ­ρι­ό­τε­ρων φυ­σι­κών και τε­χνι­κών ι­δι­ο­τή­των τους. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 30/1, 559-566.
Παπαδόπουλος Α. 2011. Φυσική ραδιενέργεια σε σχέση με την ορυκτολογία, γεωχημεία ουρανίου και θορίου μαγματικών πετρωμάτων από τον Ελλαδικό χώρο: συμβολή στη χρήση φυσικών δομικών υλικών. Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Γεωλογίας Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, 283σ.
Πα­πα­δό­που­λος Χ. & Θε­ο­δω­ρού­δης Α. 1994. Έ­ρευ­να για α­στρί­ους σε πηγ­μα­τί­τες-γρα­νί­τες στη Μα­κε­δο­νι­κή κρυ­σταλ­λι­κή μά­ζα. Πρό­δρο­μα α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Περ­γά­μα­λης Φ. 1993. Η έ­ρευ­να των ρα­δι­ε­νερ­γών ο­ρυ­κτών και τα α­πο­τε­λέ­σμα­τά της τα τε­λευ­ταί­α 40 χρό­νια στον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο. Προ­ο­πτι­κές. Πρα­κτ. Συμ­πο­σί­ου Ε.Γ.Ε., Α­θή­να, 231-238.
Περ­γά­μα­λης Φ., Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου Δ., Κου­κού­λης Α. & Κα­τσί­κης Ι. 2001. Ο­ρυ­κτο­λο­γι­κή και χη­μι­κή σύ­στα­ση με­ταλ­λεύ­μα­τος άμ­μων πα­ρά­κτιας ζώ­νης Νέ­ας Πε­ρά­μου-Λου­τρών Ε­λευ­θε­ρών Ν. Κα­βά­λας. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 34/3, 845-850.
Περ­γά­μα­λης Φ., Πα­πα­χρι­στό­που­λος Σ., Κα­ρα­γε­ωρ­γί­ου Δ. & Κου­κού­λης Α. 1998. Κοι­τα­σμα­το­λο­γι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των με­ταλ­λευ­μά­των ου­ρα­νί­ου και σπα­νί­ων γαι­ών Πα­ρα­νε­στί­ου Ν. Δρά­μας. Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 32/3, 145-155.
Περ­ρά­κη Θ. & Ορ­φα­νου­δά­κη Α. 1996. Α­ξι­ο­λό­γη­ση πη­λών ως προς την κα­ταλ­λη­λό­τη­τά τους για την κα­τα­σκευ­ή κε­ρα­μι­κών προ­ϊ­όν­των, με βά­ση τη χη­μι­κή τους σύ­στα­ση. Ο­ρυ­κτός Πλού­τος, 100, 15-22.
Πλου­μής Π. & Χατ­ζη­πα­να­γής Ι. 1993. Οι εμ­φα­νί­σεις ά­μορ­φου γρα­φί­τη στους σχι­στο­λί­θους της σει­ράς ε­ναλ­λα­γών στις πε­ρι­ο­χές Πο­λυ­νέ­ρι-Υ­ψη­λή Ρά­χη και Άγιος Παν­τε­λε­ή­μο­νας. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Α­θή­να.
Ράσσιου A. 1998. Αποθέματα Σκληρών Αδρανών στην Περιοχή Νομού Γρεβενών. Έκθεση Ι.Γ.Μ.Ε., Αθήνα, 112σ.
Σαχπάζης Κ. 1988. Τεχνικογεωλογική έρευνα και αδρανή υλικά αντιολισθηρών οδοστρωμάτων. Διδακτορική Διατριβή Ε.Μ.Π., Αθήνα, 469σ.
Σκαρ­πέ­λης Ν. 2000. Ι­ζη­μα­το­γε­νή νι­κε­λι­ού­χα σι­δη­ρο­με­ταλ­λεύ­μα­τα και λα­τε­ρι­τι­κοί φλοι­οί α­πο­σά­θρω­σης στη ΝΔ Βαλ­κα­νι­κή: ο­ρυ­κτο­λο­γι­κές, ι­στο­λο­γι­κές συ­σχε­τί­σεις και γέ­νε­ση. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.­Γ.Ε.), Κο­ζά­νη, 398-412.
Σκλα­βού­νος Σ. 1981. Ο γρα­νί­της του Πα­ρα­νε­στί­ου (ο­ρυ­κτο­λο­γί­α – πε­τρο­γρα­φί­α). Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 175σ.
Στα­μα­τά­κης Μ., Καρ­κά­νας Π. & I­n­g­l­e­t­h­o­r­pe S.D. 2000. Α­πο­θέ­σεις λευ­κών μα­γνη­σι­ού­χων ο­ρυ­κτών στη λε­κά­νη της Κο­ζά­νης και η δυ­να­τό­τη­τα χρή­σης τους ως ε­πι­βρα­δυν­τι­κών καύ­σης. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε­.Γ.Ε.), Κο­ζά­νη, 413-426.
Στε­φα­νί­δης Π. 1992. Α­να­φο­ρά στην εν­το­πι­σθεί­σα εμ­φά­νι­ση ζε­ο­λί­θων στην πε­ρι­ο­χή Βά­θης Ν. Κιλ­κίς. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη.
Σύν­δε­σμος Με­ταλ­λευ­τι­κών Ε­πι­χει­ρή­σε­ων (Σ.Μ.Ε.) 1979. Ο Ελ­λη­νι­κός Ο­ρυ­κτός Πλού­τος. Α­θή­να, 696σ.
Σύν­δε­σμος Με­ταλ­λευ­τι­κών Ε­πι­χει­ρή­σε­ων (Σ.Μ.Ε.) 2011. Έκθεση δραστηριοτήτων 2010. Αθήνα, 50σ.
Τζάμος Ε. 2009. Ορυκτολογία και δεσμευτική ικανότητα ζεόλιθου Νοτίου Ξεροβουνίου (Αβδέλλα Έβρου) και πιθανές περιβαλλοντικές εφαρμογές. Διατριβή Ειδίκευσης, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νεπιστήμιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 42σ.
Τζάμος Ε., Αποστολίδης Ν., Παραγιός Ι., Καντηράνης Ν., Παπαστέργιος Γ., Φιλιππίδης Α., Σικαλίδης Κ. & Τσιραμπίδης Α. 2011. Ικανότητα ανταλλαγής ιόντων ζεολιθικών τόφων Γουρουνορέματος (Αβδέλλα Έβρου) και πιθανές περιβαλλοντικές εφαρμογές. Πρακτ. 4ου Περιβαλ. Συν. Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 8σ.
Τσι­κού­ρας Β., Πο­μώ­νης Π., Ρη­γό­που­λος Δ. & Χατ­ζη­πα­να­γι­ώ­του Κ. 2005. Δι­ε­ρεύ­νη­ση κα­ταλ­λη­λό­τη­τας βα­σι­κών ο­φι­ο­λι­θι­κών πε­τρω­μά­των της πε­ρι­ο­χής Μι­κρο­κλει­σού­ρας Γρε­βε­νών για χρή­ση τους ως αν­τι­ο­λι­σθη­ρών α­δρα­νών και σκύ­ρων σι­δη­ρο­τρο­χι­ών. Πρα­κτ. 2ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.Γ.Ε.­), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 347-356.
Τσιραμπίδης Α. & Καντηράνης Ν. 2006. Προτάσεις για την προβολή του Ελληνικού μαρμάρου. Πρακτ. Ημερ. 30ης ΜΑΡΜΙΝ, HELEXPO, Θεσσαλονίκη, 7σ., http://www.helexpo.gr
Τσιραμπίδης Α. 1990. Ανθρακικά ιζηματογενή πετρώματα Ελλάδας. Ασβεστόλιθοι – Τραβερτίνες – Δολομίτες. Πρακτ. Συν. ΓΕΩΤ.Ε.Ε. «Το Ελληνικό Μάρμαρο», Θεσσαλονίκη, 75-91.
Τσιραμπίδης Α. 1991. Μελέτη των ζεολιθοφόρων ηφαιστειοκλαστικών ιζημάτων των Μεταξάδων Έβρου. Ορυκτός Πλούτος, 72, 41-48.
Τσιραμπίδης Α. 1996. Τα ελληνικά μάρμαρα και άλλα διακοσμητικά πετρώματα. University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 310σ. Κυκλοφορεί και σε CD ROM.
Τσιραμπίδης Α. 1998. Δυνατότητες αξιοποίησης των στείρων (ρεταλιών) του δολομίτη της νήσου Θάσου. Πρακτ. 1ου Συν. Αναπτ. Προοπτικής Θάσου, 197-207.
Τσιραμπίδης Α. 2000α. Πετρογραφικά χαρακτηριστικά, ορυκτολογική και χημική σύσταση και τύποι Ελληνικών μαρμάρων. Πρακτ. 2ου Πανελλ. Συν. «Το Ελληνικό Μάρμαρο», Τμήμα Γεωλογίας Α.Π.Θ. & HELEXPO Α.Ε., Θεσσαλονίκη, 63-78.
Τσι­ραμ­πί­δης Α. 2000β. Με­λέ­τη αν­θρα­κι­κών πε­τρω­μά­των πε­ρι­ο­χών Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Πρα­κτ. 1ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.­.Γ.Ε.), Κο­ζά­νη, 463-473.
Τσιραμπίδης Α. 2002. Εκμετάλλευση και εμπορία μαρμάρου στην Α. Μακεδονία. Τοπική απασχόληση και προστασία περιβάλλοντος. Πρακτ. Ημερ. Σ.Μ.Ε. & Σ.Ε.Μ.Μ.Θ., Καβάλα, Β31-47.
Τσιραμπίδης Α. 2005. Ο Ορυκτός Πλούτος της Ελλάδος. Εκδόσεις Γιαχούδη, Θεσσαλονίκη, 391σ.
Τσιραμπίδης Α. 2006. Ανταγωνιστικότητα του Ελληνικού Μαρμάρου στη σύγχρονη αγορά. Πρακτ. Ημερ. 30ης ΜΑΡΜΙΝ, HELEXPO, Θεσσαλονίκη, 125σ.
Τσούτσικα Π. 2005. Συγκριτική μελέτη πετρογραφικών και φυσικομηχανικών χαρακτηριστικών πετρωμάτων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αδρανών υλικών οδοποιίας. Διατριβή Ειδίκευσης, Τμήμα Γεωλογίας Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, 151σ.
Τσώ­λη-Κα­τα­γά Π. 1981. Συμ­βο­λή στη με­λέ­τη των κα­ο­λι­νών της Λέ­σβου. Ι. Κα­ο­λί­νης του Με­σό­το­που. Ο­ρυ­κτός Πλού­τος, 12, 39-46.
Φιλιππίδης Α. 2007. Ζεόλιθοι Δήμου Τριγώνου του Νομού Έβρου στη βιομηχανική, αγροτική, κτηνοτροφική και περιβαλλοντική τεχνολογία. Πρακτ. Ημερ. «Δυνατότητες Ανάπτυξης στο Βόρειο Έβρο», Πετρωτά, 89-107.
Φιλιππίδης Α. 2009. Διαχείριση αστικών λυμάτων και βιομηχανικών υγρών αποβλήτων με Ελληνικό φυσικό ζεόλιθο. Άρθρο ανασκόπησης. Πρακτ. Συν. ΕΥΕ & ΕΕΔΥΠ «Ολοκληρωμένη διαχείριση υδατικών πόρων σε συνθήκες κλιματικών αλλαγών», Βόλος, 829-836.
Φιλιππίδης Α. & Καντηράνης Ν. 2005. Βιομηχανικές, αγροτικές, κτηνοτροφικές και περιβαλλοντικές χρήσεις των φυσικών ζεόλιθων της Θράκης. Δελτ. Ελλ. Γεωλ. Εταιρ., 37, 90-101.
Φι­λιπ­πί­δης Α., Μι­χα­η­λί­δης Κ. & Βα­βε­λί­δης Μ. 1986. Ση­μει­ώ­σεις Κοι­τα­σμα­το­λο­γί­ας Ι­Ι (Κοιτασματολογία Μεταλλευμάτων). Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 93σ.
Φώ­σκο­λος Α. 1998. Οι ε­νερ­γεια­κοί πό­ροι της Ελ­λά­δος και η ση­μα­σί­α τους στην ε­θνι­κή ε­νερ­γεια­κή α­νε­ξαρ­τη­σί­α, οι­κο­νο­μί­α και δη­μι­ουρ­γί­α μό­νι­μων θέ­σε­ων ερ­γα­σί­ας. Πο­λυ­τε­χνεί­ο Κρή­της, Χα­νιά, 47σ.
Φω­στη­ρό­που­λος Β. & Χρυ­σο­στο­μί­δης Π. 1989. Γε­ω­λο­γι­κή-Κοι­τα­σμα­το­λο­γι­κή με­λέ­τη των εμ­φα­νί­σε­ων τρα­βερ­τί­νη πε­ρι­ο­χής ό­ρους Πά­ϊ­κου και υ­πο­λο­γι­σμός πι­θα­νών α­πο­θε­μά­των. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη, 38σ.
Χαριστός Β. 2010. Μελέτη προσχωματικού χρυσού στις περιοχές Σερβίων Κοζάνης και των ποταμών Αλιάκμονα και Αξιού. Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Γεωλογίας Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, 372σ.
Χατ­ζη­α­πο­στό­λου Α., Κα­λα­ϊτ­ζί­δης Σ., Πα­πα­ζη­σί­μου Σ., Χρη­στά­νης Κ. & Βά­γιας Δ. 2004. Πε­ρι­βαλ­λον­τι­κή, γε­ω­χη­μι­κή και ο­ρυ­κτο­λο­γι­κή με­λέ­τη του λι­γνι­τι­κού κοι­τά­σμα­τος Πελ­λά­νας (Ν. Λα­κω­νί­ας). Δελτ. Ελλ. Γε­ωλ. Ε­ταιρ., 36/1, 300-309.
Χατ­ζη­κύρ­κου Α. 2003. Με­λέ­τη θει­ού­χου με­ταλ­λο­φο­ρί­ας πε­ρι­ο­χής Ε­πτα­δέν­δρου και Ρά­χης στην Α­να­το­λι­κή Ρο­δό­πη. Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή, Α­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, 233σ.
Χατ­ζη­πα­να­γής Ι. & Βου­γι­ού­κας Δ. 2005. Τα μάρ­μα­ρα της Α­να­το­λι­κής Μα­κε­δο­νί­ας. Βα­σι­κοί πα­ρά­γον­τες που χα­ρα­κτη­ρί­ζουν την εμ­πο­ρι­κό­τη­τά τους ως δι­α­κο­σμη­τι­κών πε­τρω­μά­των. Ποι­ό­τη­τες-Τι­μές-Α­πο­θέ­μα­τα. Πρα­κτ. 2ου Συν. Ε­πι­τρ. Οικ. Γε­ωλ. Ο­ρυ­κτ. Γε­ωχ. (Ε.Γ.Ε.­), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 387-396.
Χρυ­σο­στο­μί­δης Π., Ζάν­νας Ι. & Σο­φός Φ. 1992. Το γρα­νι­τι­κό σύμ­πλεγ­μα Βρον­τούς και η κα­ταλ­ληλό­τη­τά του στη μαρ­μα­ρι­κή τέ­χνη. Έκ­θε­ση Ι.Γ.Μ.Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη, 17σ.

Ξενόγλωσση
Adamidou K., Kassoli-Fournaraki A., Filippidis A., Christanis K., Amanatidou E., Tsikritzis L. & Patrikaki O. 2007. Chemical investigation of lignite samples and their ashing products from Kardia lignite field of Ptolemais, Northern Greece. Fuel, 86, 2502-2508.
A­r­v­a­n­i­t­i­d­is N. & C­o­n­s­t­a­n­t­i­n­i­d­es D. 1989. B­a­se a­nd p­r­e­c­i­o­us m­e­t­al s­u­l­p­h­i­de m­i­n­e­r­a­l­i­z­a­t­i­on of t­he G­r­e­ek Rhodope M­a­s­s­if. Geol. R­h­o­d­o­p­i­ca, 1, 298-305.
Arvanitidis N. & Kilias S. 1997. Vein Quartz Deposits of Northern Greece – Exploitable Resources for Industrial Uses. In: Papunen (Ed.), Mineral Deposits, Balkema, Rotterdam, ISBN 9054108894, pp. 701–704.
Arvanitidis N. 1998. Northern Greece’s industrial minerals: production and environmental technology developments. J. Geochem. Explor., 62, 217-227.
Arvanitidis N. 2011a. Reserve potential of Greek non-energy minerals. http://nikolaosarvanitidis.eu/?p=234.
Arvanitidis N. 2011b. Critical Mineral Resources in Greece. http://nikolaosarvanitidis.eu/?p=258.
A­r­v­a­n­i­t­i­d­is N., K­a­l­o­g­e­r­o­p­o­u­l­os S. & F­a­v­as N. 1989a. Zn-Pb-Cu s­u­l­p­h­i­de m­i­n­e­r­a­l­i­z­a­t­i­o­ns in t­he a­r­ea of T­h­e­r­m­es, C­e­n­t­r­al Rhodope M­a­s­s­if. Geol. R­h­o­d­o­p­i­ca, 1, 306-321.
A­r­v­a­n­i­t­i­d­is N., K­o­s­m­as C., E­l­i­o­p­o­u­l­os D., P­e­r­d­i­k­a­t­s­is V. & E­c­o­n­o­m­ou G. 1989b. G­o­ld m­i­n­e­r­a­l­i­z­a­t­i­on a­s­s­o­c­i­a­t­ed w­i­th c­a­r­b­o­n­a­te-h­o­s­t­ed p­o­l­y­m­e­t­a­l­l­ic g­o­s­s­a­ns in t­he a­r­ea of K­a­v­a­la. Geol. R­h­o­d­o­p­i­ca, 1, 340-349.
A­r­v­a­n­i­t­i­d­is N., T­s­a­m­a­n­t­o­u­r­i­d­is P. & D­i­m­ou E. 1992. P­r­o­g­r­e­ss r­e­p­o­rt on t­he g­o­ld-b­e­a­r­i­ng s­u­l­p­h­i­de a­nd g­o­s­s­an m­i­n­e­r­a­l­i­z­a­t­i­on t­y­p­es of t­he M­y­r­i­o­p­h­y­to a­r­ea, N­o­r­t­h­e­rn M­a­c­e­d­o­n­ia, G­r­e­e­ce. 3rd r­e­p­o­rt I­G­ME-E­EC p­r­o­j­e­ct, M­A­2M-C­T­90-0015, A­t­h­e­ns.
B­o­b­o­ti-T­s­i­t­l­a­k­i­d­ou I., V­a­v­e­l­i­d­is M. & A­m­s­t­u­tz G. 1991. M­o­r­p­h­o­l­o­gy a­nd c­o­m­p­o­s­i­t­i­on of t­he g­o­ld g­r­a­i­ns of t­he G­a­l­l­i­k­os a­r­ea, N­o­r­t­h­e­rn G­r­e­e­ce as c­o­m­p­a­r­ed to s­o­me R­h­i­ne g­o­ld of t­he R­h­i­ne V­a­l­l­ey, G­e­r­m­a­ny. B­u­ll. G­e­ol. S­oc. G­r­e­e­ce, 25/2, 245-263.
B­o­u­r­l­i­va A., M­i­c­h­a­i­l­i­d­is K., S­i­k­a­l­i­d­is C. & T­r­o­n­t­s­i­os G. 2004. R­e­m­o­v­al of l­e­ad (Pb2+) a­nd z­i­nc (Zn2+) f­r­om a­q­u­e­o­us s­o­l­u­t­i­o­ns by a­d­s­o­r­p­t­i­on on v­e­r­m­i­c­u­l­i­te f­r­om A­s­k­os a­r­ea in M­a­c­e­d­o­n­ia (N­o­r­t­h­e­rn G­r­e­e­ce). B­u­ll. G­e­ol. S­oc. G­r­e­e­ce, 36/1, 182-191.
Calvo J., Stamatakis M. & Magganas A. 1995. Clastic huntite in Upper Neogene forma­tions of the Kozani Basin, Macedonia, Northern Greece. J. Sedim. Res., A65/4, 627-632.
Christidis G. 1992. Origin, physical and chemical properties of the bentonite deposits from the Aegean Islands of Milos, Kimolos and Chios, Greece. Ph.D. Thesis, Univ. Leicester, UK, 458p.
Constadinidou H., Kilias S., Cheliotis I., Naden J., Shepherd J., Simos I. & Crossing E. 1998b. Mineralogy and chemistry of gold in the Profitis Ilias epithermal deposit, Milos Island, Aegean Sea, Greece. Bull. Geol. Soc. Greece, 32/3, 157-164.
Constadinidou H., Patronis M., Zangalis K. & Economou G. 1998a. Mineralogical charac­teristics related to the quality and recovery of the Panorama wollastonite, Drama area, Northern Greece. Bull. Geol. Soc. Greece, 32/3, 295-302.
Dabitzias S. 1980. Petrology and Genesis of the Vavdos Cryptocrystalline Magnesite De­posits, Chalkidiki Peninsula, Northern Greece. Econ. Geology, 75, 1138-1151.
Dagounaki C., Kassoli-Fournaraki, A., Tsirambides, A. & Sikalidis C. 2003. The carbonate rocks of Kozani area (NW Greece) in regard to certain industrial applications. Slovak. Geol. Mag., 9/4, 281-285.
Dagounaki, C., Sikalidis, C., Kassoli-Fournaraki, A. & Tsirambides, A. 2004. Suitability of the Kozani’s area (NW Macedonia, Greece) carbonate rocks for the cement industry and as aggregates in constructions. Bull. Geol. Soc. Greece, 36/1, 80-88.
Dagounaki C., Sikalidis C., Kassoli-Fournaraki A. & Tsirambides A. 2008. The influence of carbonates on the technological properties of an industrial red clay. Industrial Ceramics, 28/3, 181-187.
Dagounaki C., Sikalidis C., Kassoli-Fournaraki A. & Tsirambides A. 2009. An evaluation of alternative sources of carbonate rocks for glass making from the Kozani region, NW Macedonia Greece. European J. Glass Sci. Techn., 50/5, 253-257.
Dermitzakis M., Triantaphyllou M., Stamatakis M. & Tsaparas N. 1998. Diatomaceous sediments of Gavdos Island, Southern Greece. Stratigraphical and Petrological analysis. Interim Colloq. /RCMNS, Patra, p. 22.
Economou M., Dimou E., Economou G., Migiros G., Vacondios I., Grivas E., Rassios A. & Dabitzias S. 1986. Chromite deposits of Greece. In: Karamata S., (Ed.), UNESCO’S IGCP 197: Metallogeny of Ophiolites. Theophrastus, Athens, 129-159.
Economou-Eliopoulos M. & Eliopoulos D. 1993. Platinum, palladium and gold content in the porphyry-Cu systems of the Vertiskos formation, Serbomacedonian Massif. Bull. Geol. Soc. Greece, 28/2, 393-405.
Eliopoulos D. 2000. Geochemistry and origin of the Asimotrypes carbonate hosted mesothermal gold deposit, Pangeon Mountain, North Greece. Ph.D. thesis, University Southampton, 244p.
Filippidis A. 1992. Trace element contents of pyrites from Tertiary sulphide deposits of the Kirki – Essimi basin, Northeastern Greece. Mineral Wealth, 78, 45-52.
Filippidis A. 1996. Chemical variation of olivine in the serpentinite of the central section in the Xerolivado chrome mine of Vourinos, Greece. N. Jb. Miner. Abh., 170/2, 189-205.
Filippidis A. 1997. Chemical variation of chromite in the central sector of Xerolivado chrome mine of Vourinos, Western Macedonia, Greece. N. Jb. Miner. Mh., 8, 354-370.
Filippidis A. 2008. Treatment and recycling of municipal and industrial waste waters using Hellenic Natural Zeolite. Proc. 3rd Intern. Conf. Water Science and Technology, Athens, 5p.
Filippidis A., Kougoulis C. & Michailidis K. 1988. Sr-bearing stilbite in a quartz monzonite from Vathi, Kilkis, Northern Greece. Schweizerische Mineralogische und Petrographische Mitteilungen, 68, 67-76.
Filippidis A., Georgakopoulos A. & Kassoli-Fournaraki A. 1996a. Mineralogical components of some thermally decomposed lignite and lignite ash from the Ptolemais basin, Greece. Intern. J. Coal Geology, 30, 303-314.
Filippidis A., Kassoli-Fournaraki A. & Kantiranis N. 2000. Chromites in the southern sector of Xerolivado dumite mine of Vourinos, Macedonia, Greece. Proc. 1st Conf. Comm. Econ. Geol. Miner. Geoch. (GSG), Kozani, 485-497.
Filippidis A., Apostolidis N., Filippidis S. & Paragios I. 2008a. Purification of industrial and urban wastewaters, production of odorless and cohesive zeo-sewage sludge using Hellenic Natural Zeolite. Proc. 2nd Intern. Conf. Small and Decentralized Water and Wastewater Treatment Plants, Skiathos, 403-408.
Filippidis A., Apostolidis N., Paragios I. & Filippidis S. 2008b. Purification of dye-work and urban wastewaters, production of odorless and cohesive zeo-sewage sludge, using Hellenic Natural Zeolite. Proc.1st Intern. Conf. Hazardous Waste Management, Chania, 8p.
Filippidis A., Georgakopoulos A., Kassoli-Fournaraki A., Misaelides P., Yiakkoupis P. & Broussoulis J. 1996b. Trace element contents in composed samples of three lignite seams from the central part of the Drama lignite deposit, Macedonia, Greece. Intern. J. Coal Geology, 29, 219-234.
Filippidis A., Papastergios G., Apostolidis N., Paragios I., Filippidis S. & Sikalidis C. 2009. Odorless and cohesive zeo-sewage sludge produced by Hellenic Natural Zeolite treatment. Proc. 3rd AMIREG Intern. Conf. Assessing the Footprint of Resource Utilization and Hazardous Waste Management, Athens, 96-100.
Filippidis A., Papastergios G., Apostolidis N., Filippidis S., Paragios I. & Sikalidis C. 2010a. Purification of urban wastewaters by Hellenic Natural Zeolite. Bull. Geol. Soc. Greece, 43/5, 2597-2605.
Filippidis A., Moustaka-Gouni M., Papastergios G., Katsiapi M., Kantiranis N., Karamitsou V., Vogiatzis D. & Filippidis S. 2010b. Cyanobacteria removal by Hellenic Natural Zeolite. Proc. 3rd Intern. Conf. Small and Decentralized Water and Wastewater Treatment Plants, Skiathos, 383-387.
Fragoulis D., Chaniotakis E. & Stamatakis M. 1997. Zeolitic tuffs of Kimolos Island, Ae­gean Sea, Greece and their industrial potential. Cement Concrete Res., 27/6, 889-905.
Galan E., Aparicio P., Miras A., Michailidis K. & Tsirambides A. 1996.  Technical properties of kaolin from Griva (Macedonia, Greece). Appl. Clay Sc. 10, 477-490.
Hatjilazaridou K., Chalkiopoulou F. & Grossou-Valta M. 1998. Greek industrial minerals. Current status and trends. Ind. Minerals, 6, 45-63.
Kalogeropoulos S., Kilias S., Bitzios D., Nicolaou M. & Both R. 1989. Genesis of the Olympias Carbonate-Hosted Pb-Zn(Au,Ag) Sulfide Ore Deposit, Eastern Chalkidiki, Northern Greece. Econ. Geology, 84, 1210-1234.
Κassoli-Fournaraki A., Stamatakis M., Hall A., Filippidis A., Michailidis K., Tsirambides A. & Koutles Th. 2000. The Ca-rich clinoptilolite deposit of Pentalofos, Thrace, Greece. In: Colella C. & Mumpton F.A. (Εds.), Natural Zeolites for the Third Millennium. De Frede Editore, Napoli, pp. 193-202.
Kastritis I., Kacandes G. & Mposkos E. 2003. The palygorskite and Mg-Fe-smectite clay deposits of the Ventzia basin, western Macedonia, Greece. In: Eliopoulos et al. (Eds.), Mineral Exploration and Sustainable Development, Millpress, Rotterdam, pp. 891-894.
Kelepertsis A., Economou K., Skounakis S. & Porfyris S. 1990. Mineral and chemical composition of kaolins from Milos Island, Greece – procedure of kaolinite enrichment. Appl. Clay Sci., 5, 277-293.
Kirov G., Filippidis A., Tsirambides A., Tzvetanov R. & Kassoli-Fournaraki A. 1990. Zeolite-bearing rocks in Petrota area (Eastern Rhodope Massif, Greece). Geol. Rhodopica, 2, 500-511.
Kitsopoulos K. & Dunham A. 1996. Heulandite and mordenite-rich tuffs from Greece: a potential source for pozzolanic materials. Miner. Deposita, 31, 576-583.
Kitsopoulos K., Scott P. & Dunham A. 1998. Beneficiation of zeolite-rich volcaniclastic materials. Bull. Geol. Soc. Greece, 32, 265-272.
Kitsopoulos K., Scott P., Jeffrey C. & Marsh N. 2001. The mineralogy and geo­chemistry of zeolite-bearing volcanics from Akrotiri (Santorini Island) and Polyegos (Milos group of islands), Greece. Implications for geochemical classification diagrams. Bull. Geol. Soc. Greece, 34/3, 859-865.
Kolovos N., Georgakopoulos A., Filippidis A. & Kavouridis C. 2002a. The effects on the mined lignite quality characteristics by the intercalated thin layers of carbonates in Ptolemais mines, Northern Greece. Energy Sources, 24/8, 761-772.
Kolovos N., Georgakopoulos A., Filippidis A. & Kavouridis C. 2002b. Utilization of lignite reserves and simultaneous improvement of dust emissions and operation efficiency of a power plant by controlling the calcium (total and free) content of the fed lignite. Application on the Agios Dimitrios power plant, Ptolemais, Greece. Energy & Fuels, 16/6, 1516-1522.
Kostopoulos D., Ioannidis N. & Sklavounos S. 2000. A New Occurrence of Ultrahigh-Pres­sure Metamorphism, Central Macedonia, Northern Greece: Evidence from Graphitized Diamonds? Int. Geology Review, 42, 545-554.
Koukouzas Ν. 1992. Komnina diatomaceous clay deposit overburden lignite and its suit­ability (W. Macedonia, Northern Greece). Mineral Wealth, 81, 39-52.
Koukouzas C. & Koukouzas N. 1995. Coals in Greece: distribution, quality, reserves. Eu­rop. Coal Geol. Assoc., Sp. Publ. 82, 171-180.
Koukouzas C., Foscolos A. & Kotis T. 1997. Research and Exploration of Coal in Greece: A View to the Future. Energy Sources, 19, 335-347.
Κοutles Th., Kassoli-Fournaraki A., Filippidis A. & Tsirambides A. 1995. Geology and geochemistry of the Eocene zeolite-bearing volcaniclastic sediments of Metaxades, Thrace, Greece. Estudios Geol., 51, 19-27
Krestou A., Xenidis A. & Panias D. 2003. Mechanism of aqueous uranium (VI) uptake by natural zeolitic tuff. Minerals Engineering, 16, 1363-1370.
Kyriakis S., Papaioannou D., Alexopoulos C., Polizopoulou Z., Tzika E. & Kyriakis C. 2002. Experimental studies on safety and efficacy of the dietary use of a clinoptilolite-rich tuff in sows: a review of recent research in Greece. Microporous and Mesoporous Materials, 51, 65-74.
Liakopoulos A., Glasby G., Papavassiliou C. & Boulegue J. 2001. Nature and origin of the Vani manganese deposit, Milos, Greece: an overview. Ore Geol. Reviews, 18, 181-209.
Lykousis V., Alexandri S., Woodside J., De Lange G., Dδhlmann A., Perissoratis C., Heeschen K., Ioakim C., Sakellariou D. & Nomikou P. 2009. Mud volcanoes and gas hydrates in the Anaximander Mountains (Eastern Mediterranean Sea). Marine and Petroleum Geology, 26/6, 854-872.
Magganas A., Stamatakis M., Kyriakopoulos K. & Dermitzakis M. 1997. Authigenic min­erals and geochemical features of Tertiary porcelanites and cherts from Greece. Ann. Geol. Pays Hell., 39, 981-997.
Marantos Ι., Perdikatsis V., Papadopoulos P. & Iliadis Α. 1990. Mineralogical study of talc occurrences in Organi-Myrtiski-Chloi area ultramafic body, eastern Rhodope, NE Greece. Geol. Rhodopica, 2, 479-488.
Marantos I., Koshiaris G., Perdikatsis V., Karantassi S. & Economou G. 2002. Zeolitic al­teration tuffs in the Skaloma-Darmeni-Nikites-Nea Santa area, Komotini Tertiary basin, Thrace, NE Greece. Proc. 6th Int. Conf. Occ. Prop. Util. Nat. Zeolites, Thessalo­niki, p. 220.
Michael C. 2004. Epithermal systems and gold mineralization in Western Thrace (North Greece). Bull. Geol. Soc. Greece, 36/1, 416-423.
Michael C., Constandinides D., Ashworth K., Perdikatsis V. & Demetriades A. 1989. The Kirki vein polymetallic mineralization, NE Greece. Geol. Rhodopica, 1, 366-373.
Michailidis K. 1990. Zoned chromites with high Mn-contents in the Fe-Ni-Cr-laterite ore deposits from the Edessa in Northern Greece. Miner. Deposita, 25, 190-197.
Michailidis K. & Tsirambides A. 1986. The kaolin deposits of Leucogia, NE Greece. Clay Minerals, 21, 417-426.
Michailidis K. & Sklavounos S. 1996. Chromite ores in Gerakini-Ormylia ophiolites, Chalkidiki Peninsula, Northern Greece. Chem. Erde, 56, 97-115.
Michailidis K., Vavelidis M. & Christofides G. 1989. Native gold in the skarn-type miner­alization of Kimmeria, NE of Xanthi. Geol. Rhodopica, 1, 396-402.
Michailidis K., Tsirambides A. & Tsamantouridis P. 1993. Kaolin weathering crusts on gabbroic rocks at Griva, Macedonia, Greece. Appl. Clay Sci., 8, 19-36.
Michailidis K., Trontzios G. & Sofianska E. 2010. Chemical and mineralogical assessment of clays from Peloponnese (S. Greece) and their evaluation for utilization in ceramics industry. Bull. Geol. Soc. Greece, 43/5, 2657-2666.
Michailidis K., Filippidis A., Vavelidis M. & Evangelou E. 1989. Chemical composition of some ore minerals from St. Philippos (Kirki) polymetallic deposit. Geol. Rhodopica, 1, 389-395.
Misaelides P., Godelitsas A. & Filippidis A. 1995a. The use of zeoliferous rocks from Metaxades-Thrace, Greece, for the removal of caesium from aqueous solutions. Fresenius Envir. Bull., 4, 227-231.
Misaelides P., Godelitsas A., Charistos V., Ioannou D. & Charistos D. 1994. Heavy metal uptake by zeoliferous rocks from Metaxades, Thrace, Greece: An exploratory study. J. Radioanal. Nucl. Chem. Art., 183, 159-166.
Misaelides P., Godelitsas A., Filippidis A., Charistos D. & Anousis I. 1995b. Thorium and uranium uptake by natural zeolitic materials. Science Total Environment, 173/174, 237-246.
Moirou A., Xenidis A. & Paspaliaris I. 2001. Stabilization Pb, Zn, and Cd- contaminated soil by means of natural zeolites. Soil and Sediment Contamination, 10/3, 251-267.
Mposkos E. & Kostopoulos D. 2001. Diamond, former coesite and supersilicic garnet in metasedimentary rocks from the Greek Rhodope: a new ultrahigh-pressure metamorphic province established. Earth Planet. Sci. Letters, 192, 497-506.
Nimfopoulos M. & Pattrick R. 1991. Mineralogical and textural evolution of the economic manganese mineralisation in western Rhodope massif, N. Greece. Miner. Magazine, 55, 423-434.
Owen R., Renaut R. & Stamatakis M. 2010. Diatomaceous sedimentation in late Neogene lacustrine basins of western Macedonia, Greece. J. Paleolimn., 44/1, 343-359.
Panagos A.G. & Varnavas S.P. 1981. Preliminary observations on manganese deposits in the areas of Othris and Argolis (eastern Greece). In: Augustidis S.S. (Ed.), Proc. Int. Symp. Metallogeny Mafic & Ultramafic complexes, Athens, 2, pp. 257-280.
Papastavrou S. & Perdikatsis V. 1991. The garnetite from Serifos. Bull. Geol. Soc. Greece, 25/2, 291-300.
Papoulis D. & Tsolis-Katagas P. 2001a. Kaolinization processes in the rhyolitic rocks of Kefalos, Kos Island, Aegean Sea, Greece. Bull. Geol. Soc. Greece, 34/3, 867-874.
Papoulis D. & Tsolis-Katagas P. 2001b. Kaolin deposits of Leucogia, Rhodope, Greece: processes of kaolinization. Bull. Geol. Soc. Greece, 34/3, 875-882.
Pe-Piper G. & Tsolis-Katagas P. 1991. K-rich mordenite from Late Miocene rhyolitic tuffs, Island of Samos, Greece. Clays Clay Miner., 39, 239-247.
Perissoratis C. & Ioakim C. 2010. Research projects to study the sea floor and sub-bottom sediments funded by the recent European Commission framework programs: the I.G.M.E. participation. Bull. Geol. Soc. Greece, 43/2, 1035-1045.
Perseil E., Photiades A. & Giovanoli R. 1998. Manganiferous concretions bearing lumines­cent fluorapatite in Jurassic red cherts of pillow-lavas ophiolite unit (Angelokastro, Ar­golis). Bull. Geol. Soc. Greece, 32/3, 13-19.
Pomoni-Papaioannou F. & Tsaila-Monopolis S. 1983. Petrographical, sedimentological and micropaleontological studies of an evaporite outcrop, west of the Ziros Lake (Epirus Greece). Riv. Ital. Paleont., 88/3, 387-400.
Rassios A. 1981. Geology and Evolution of the Vourinos Complex, Northern Greece. Ph.D. Thesis, University California (Davis) 499p.
Rassios A., Roberts S. & Vacondios I. 1986. The Application of a Multidisciplinary Concept for Chromite Exploration in the Vourinos Complex (N. Greece). IGME report, Athens, 409p.
Sapountzis E. & Christofides G. 1982. A calcium-poor rhodonite from Xanthi (N. Greece). Miner. Magazine, 46, 337-340.
Shawh A.J. & Constantinides D. 2001. The Sappes gold project. Bull. Geol. Soc. Greece, 34/3, 1073-1080.
Siavalas G., Tsompanidou E., Kalaitzidis S., Bouzinos A. & Christanis K. 2004. Early stages of lignite formation in Ptolemais basin: a coal-petrographic approach. Bull. Geol. Soc. Greece, 36/1, 334-341.
Sikalidis C. 1998. Heavy metals and toxic elements removal from contaminated waters by clay minerals and zeolite bearing rocks. Proc. 4th Int. Conf. Envir. Pollution, Thessaloniki, 102-110.
Sikalidis C. & Minopoulos P. 1994. Chemical, mineralogical and technical characteristics of natural clays from Macedonia, N. Greece and their evaluation for ceramics. Bull. Geol. Soc. Greece, 30/1, 581-589.
Sikalidis C., Kassoli-Fournaraki A. & Filippidis A. 1997. Feldspars from the Paranesti Pegmatite Veins (NE Greece) for the Ceramic and Glass Industry. Interceram, 46, 227-231.
Skarpelis N. & Liati A. 1991. Wollastonite and associated copper mineralization in the contact metamorphic aureole of Kimmeria, Xanthi, N. Greece. Bull. Geol. Soc. Greece, 25/2, 369-377.
Skarpelis N., Marantos I. & Christidis G. 1993. Zeolites in Oligocene volcanic rocks, Da­dia-Lefkimi area, Thrace, Northern Greece: mineralogy and cation exchange properties. Bull. Geol. Soc. Greece, 28/2, 305-315.
Skarpelis N., Christakos P. & Vallianatos A. 1998. Environmentally safe raw materials for blasting applications: the garnetites of Kimmeria (Xanthi) and Serifos Island. Bull. Geol. Soc. Greece, 32/3, 289-293.
Sklavounos S. & Filippidis A. 1989. Meta-autunite and autunite occurrence in the Dipotama granite, Drama, North Greece. Geol. Rhodopica, 1, 431-437.
Spoudeas D. 1997. Greek bauxite. Mines and markets. Ind. Minerals, 7, 52-55.
Stamatakis M. 1995. Occurrence and genesis of huntite-hydromagnesite assemblages, Ko­zani, Greece – important new white fillers and extenders. IMM, Transactions B, 104, 179-186.
Stamatakis M. & Tsipoura-Vlachou M. 1990. Diatomaceous rocks in Greece. In: IMM (Ed.), Minerals, Materials and Industry, 14th IMM Conf., Edinburgh, pp. 185-192.
Stamatakis M. & Kyriakopoulos K. 2002. On the occurrence of zeolitized pyroclastic rocks in NE Lesvos Island, Greece. Proc. 6th Int. Conf. Occ. Prop. Util. Nat. Zeolites, Thessa­loniki, 344-345.
Stamatakis M., Hall A. & Hein J. 1996. The zeolite deposits of Greece. Miner. Deposita, 31, 473-481.
Stamatakis M., Hall A., Lutat U. & Walsh J. 1998. Mineralogy, origin and commercial value of the zeolite-rich tuffs in the Petrota-Pentalofos area, Evros County, Greece. Estudios Geol., 54, 3-15.
Symeopoulos B., Soupioni M., Misaelides P., Godelitsas A. & Barbayiannis N. 1996. Neodymium sorption by clay minerals and zeoliferous rocks. J. Radioanal. Nucl. Chem., Let., 212, 421-429.
Tserveni-Gousi A., Yannakopoulos A., Katsaounis N., Filippidis A., Kassoli-Fournaraki A. & Fortomaris P. 1995. The influence of Greek clinoptilolite-bearing rocks on the egg shell quality, in the early stage of laying. Intern. Meet. Natural Zeolites, Sofia, 118.
Tserveni-Gousi A., Yannakopoulos A., Katsaounis N., Filippidis A. & Kassoli-Fournaraki A. 1997. Some interior egg characteristics as influenced by addition of Greek clinoptilolitic rock material in the hen diet. Archiv fur Geflugelkunde, 61, 291-296.
Tsiambaos G. & Vidakis M. 2001. High quality rock aggregates for road pavements in Greece. Proc. Aggregate 2001 – Environment Economy, Helsinki Finland, 1, 135-140.
Tsirambides A. 2001. Industrial applications of the dolomite from Potamia, Thassos Island, N. Aegean Sea, Greece. Materials & Structures, 34, 110-113.
Tsirambides A. & Michailidis K. 1999. An X-ray, EPMA, and oxygen isotope study of vermiculitized micas in the ultramafic rocks at Askos, Macedonia, Greece. Appl. Clay Sci., 14, 121-140.
Tsirambides A., Filippidis A. & Kassoli-Fournaraki A. 1993. Zeolitic alteration of Eocene volcaniclastic sediments at Metaxades, Thrace, Greece. Appl. Clay Sci., 7, 509-526.
Tsirambides A., Kassoli-Fournaraki A., Filippidis A. & Soldatos K. 1989. Preliminary re­sults on clinoptilolite-containing volcaniclastic sediments from Metaxades, NE Greece. Bull. Geol. Soc. Greece, 23/2, 451-460.
Tsolis-Katagas P. & Katagas C. 1989. Zeolites in pre-caldera pyroclastic rocks of the Santorini volcano, Aegean Sea, Greece. Clays Clay Miner., 37, 497-510.
Tsolis-Katagas P. & Katagas C. 1990. Zeolitic diagenesis of Oligocene pyroclastic rocks of the Metaxades area, Thrace, Greece. Miner. Magazine, 54, 95-103.
Tsolis-Katagas P. & Mavronichi M. 1989. Kaolinization of the Kimolos Island volcanics, Cyclades, Greece. Clay Minerals, 24, 75-89.
Tzamos E., Filippidis A., Kantiranis N., Sikalidis C., Tsirambides A., Papastergios G. & Vogiatzis D. 2010. Uptake ability of zeolitic rock from South Xerovouni, Avdella, Evros, Hellas. Bull. Geol. Soc. Greece, 43/5, 2762-2772.
Vavelidis M. & Michailidis K. 1990. Gold composition in the Fe-Pb-Cu-(Ag-Zn) hydro­thermal quartz veins of Kallianou area, southern Euboea (Greece). Bull. Geol. Soc. Greece, 22, 87-96.
Vavelidis M. & Tarkian M. 1995. Mineralogy of the gold – silver bearing copper mineral­ized zones in the Paliopyrgos (Nea Madytos-Stanos) area, Northern Greece. N. Jb. Miner. Mh., 3, 133-143.
Vavelidis M., Filippidis A., Michailidis K. & Evangelou E. 1989. The polymetallic ore mineralization of the Kirki area, Alexandroupolis district, Northeast Greece. Geol. Rhodopica, 1, 350-365.
Vlahou M., Christofides G., Sikalidis K., Kassoli-Fournaraki A. & Eleftheriadis G. 2001. Upgrading of K-feldspars of Samothraki Island (NE Aegean Sea). Igneous rocks for use in the ceramic and glass industry. Bull. Geol. Soc. Greece, 34/3, 1177-1182.
Vlessidis A.G., Triantafillidis C.S. & Evmiridis N.P. 2001. Removal and recovery of p-phenylenediamines developing compounds from photofinishing lab washwater using clinoptilolite tuffs from Greece. Water Research, 35/6, 1603-1608.
Voudouris P., Magganas A., Kati M., Gerogianni N., Kastanioti G. & Sakelaris G. 2010. Mineralogical constraints to the formation of vein-type zeolites from Kizari area, Thrace Northern Greece. Bull. Geol. Soc. Greece, 43/5, 2786-2797.
Yannakopoulos A., Tserveni-Gousi A. & Christaki E. 1998. Effect of natural zeolite on yolk:albumen ratio in hen eggs. British Poultry Sci., 39, 506-510.
Yannakopoulos A., Tserveni-Gousi A., Kassoli-Fournaraki A., Tsirambides A., Michailidis K., Filippidis A. & Lutat U. 2000. Effects of dietary clinoptilolite-rich tuff on the performance of growing-finishing pigs. In: Colella C. & Mumpton F.A. (Εds.), Natural Zeolites for the Third Millennium. De Frede Editore, Napoli, pp. 471-481.
Yannakopoulos A., Tserveni-Gousi A., Katsaounis N., Kassoli-Fournaraki A., Filippidis A. & Tsolakidou A. 1995. The influence of Greek clinoptilolite-bearing rocks on the performance of laying hens, in the early stage of laying. Intern. Meet. Natural Zeolites, Sofia, 120.
Zhelyaskova-Panayotova M., Laskou M., Economou M. & Stefanov D. 1992. Vermiculite occurrences from the Vavdos and Gerakini Areas of the W. Chalkidiki Peninsula, Greece. Chemie der Erde, 52, 41-48.

Αναφορές διαδικτύου
http://www.dolbear.com
http://www.iea.org
http://www.indmin.com
http://www.lynascorp.com
http://www.metalprices.com
http://www.perc.co
http://www.uxc.com
http://www.worldcoal.org
http://www.xo.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s