Ιδεολογίες, Συστήματα&Θεωρίες

Δ. ΓΛΗΝΟΥ: «Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» Η φασιστική ιδεολογία «Οι μονόλογοι του ερημίτη της Σαντορίνης»

Ο φασισμός και η φιλοσοφία και η επιστήμη
Ανάλογη είνε η θέση του φασισμού απέναντι στη φιλοσοφία. H αστική τάξη στην επαναστατική περίοδο, χτυπώντας τη σχολαστική και την «υπέρ λόγον» φιλοσοφία που επικρατούσε σ’ όλο το μεσαίωνα, ξαναζωντάνεψε την πίστη του ανθρώπου στο λογικό του και στα αισθητήριά του. Από τη μια μεριά ο Ντεκάρτ, ο Σπινόζα, ο Λάιμπνιτς θεμελιώνουνε την ορθολογιστική μεταφυσική και από την άλλη μεριά ο Φραγκίσκος Βάκωνας, ο Τζων Λοκκ, θεμελιώνουνε τον εμπειρισμό και οι γάλλοι φιλόσοφοι του 18ου αιώνα προχωρούνε ως το συνακόλουθο μηχανικό υλισμό. Ο Καντ με την κριτική του φιλοσοφία προσπαθεί να συνθέσει τον ορθολογισμό και τον εμπειρισμό σε μια οριστική γνωσιοθεωρία αντιμεταφυσική, για ν’ αφαιρέσει τη βάση σε κάθε μεταφυσική είτε ιδεαλιστική είτε υλιστική, ουσιαστικά όμως για να συμβιβάσει το λογικό με τη θρησκεία θεμελιώνοντάς την απάνω στον πραχτικό λόγο.

Και τούτο, γιατί η φιλοσοφία του εκπροσωπούσε το συμβιβασμό της φεουδαρχίας με την αστική τάξη και δημιουργούσε την κοσμοθεωρία της νέας κυριαρχίας, που επήγαζε από το συμβιβασμόν αυτόν. Η νέα αυτή κυριαρχία όμως δεν μπορούσε να σταθεί απάνω στην κριτική φιλοσοφία του Καντ, είχεν ανάγκη από μια μεταφυσική φιλοσοφία, που προσπάθησαν να τη δώσουνε ο Φίχτε, ο Σέλιγγ και ο Χέγγελ, οι δημιουργοί της κλασικής ιδεαλιστικής γερμανικής φιλοσοφίας.

Οι ακατανίκητες όμως ανάγκες της οικονομικής εξέλιξης του καπιταλισμού, δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν παρά με μιαν αδιάκοπη εξέλιξη των φυσικών επιστημών. Η σύγκρουση της ιδεαλιστικής μεταφυσικής με τις φυσικές επιστήμες είχε για αποτέλεσμα στο 19ο αιώνα από τη μια μεριά το γκρέμισμα της ιδεαλιστικής μεταφυσικής και από την άλλη μεριά την εξέλιξη του εμπειρισμού και του θετικισμού και τη συνέχιση του μηχανικού υλισμού. Με τον κορεσμό της οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού στα τέλη του 19ου αιώνα και τη μεταστροφή της αστικής τάξης προς τη συντηρητικότητα, ξαναγεννιέται η κριτική φιλοσοφία και η μεταφυσική. Ο εμπειρισμός και ο μηχανικός υλισμός έφτασαν στα σύνορα της δυναμικότητάς τους. Στο μεταξύ όμως οι επαναστατικές δυνάμεις της νέας κοινωνικής τάξης, του προλεταριάτου, είχανε δημιουργήσει νέα φιλοσοφία, το διαλεχτικό υλισμό, που ξεπερνώντας τις αδυναμίες του μηχανικού υλισμού και του απλού εμπειρισμού, θεμελίωσε νέα κοσμοθεωρία, που αγκαλιάζει και ερμηνεύει και το φυσικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο φασισμός λοιπόν, συνεχίζοντας και αποκορυφώνοντας την αντιδραστική και αντεπαναστατική τάση της αστικής κυριαρχίας και στο επίπεδο της φιλοσοφίας, είνε κατ’ αρχήν οχτρός και του εμπειρισμού και του θετικισμού και του υλισμού, και του μηχανικού και του διαλεχτικού. Ευνοεί κατ’ αρχήν κάθε σύστημα, που ανοίγει το δρόμο στο μυστικισμό, κάθε σύστημα που χτυπάει και αρνιέται το απόλυτο κύρος του νόμου της αιτιότητας και στο φυσικό και στο κοινωνικό γίγνεσθαι, κάθε σύστημα που υποστηρίζει άμεσα ή έμμεσα την παρέμβαση υπερφυσικών δυνάμεων στην πορεία του κόσμου. Η κοσμοθεωρητική στάση της αστικής κυριαρχίας στην περίοδο της απολυταρχίας της μοιάζει καταπληχτικά με την κοσμoθεωρητική στάση της δουλοχτητικής κυριαρχίας στην περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αναζήτηση νέων θρησκειών, αποδοχή του ανατολικού μυστικισμού, θεοσοφία, ανθρωποσοφία, νεοεγελιανισμός, μπερξονισμός, νεοπλατωνισμός, νεοαριστοτελισμός, κάθε τι που οδηγεί στο μυστήριο ή στην αποδοχή μιας υπερφυσικής πραματικότητας, που αναίτια καθορίζει την τύχη του ανθρώπου, είνε καλοπρόσδεχτα, βρίσκουν απήχηση, έδαφος ευνοϊκό. Ο Τζοβάνι Τζεντίλε στην Ιταλία, ο Χαϊντέγγερ στη Γερμανία είνε οι χαραχτηριστικοί εκπρόσωποι φασιστικής φιλοσοφίας.

Η ενότητα της φασιστικής κοσμοθεωρίας έγκειται στην άρνηση του υλισμού κάθε μορφής, θετική όμως ενότητα δεν υπάρχει. Η εσωτερική διάσπαση εξακολουθεί. Γιατί και σε τούτο το επίπεδο ο φασισμός μπερδεύεται μέσα στις εσωτερικές αντιφάσεις του. Δεν μπορεί να σταματήσει ολότελα, όπως θα ήθελε, την επιστημονική έρευνα, γιατί οι φυσικές επιστήμες είνε απόλυτα χρήσιμες στην τεχνική και χωρίς την τεχνική δε μπορεί να συνεχίσει τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Αν ο φασισμός κατόρθωνε να επιτύχει μια απόλυτα κλειστή οικονομία, αν ο φασισμός φτάσει ποτές σε μια απόλυτα κλειστή διευθυνόμενη παγκόσμια οικονομία με καπιταλιστική βάση – πράμα αδύνατο, γιατί κλείνει μέσα του μιαν ανυπερνίκητη αντίφαση – θα σταματούσε την εξέλιξη της τεχνικής και της επιστήμης και ένας νέος μεσαίωνας θ’ απλωνότανε σ’ όλη την ανθρωπότητα.

Γι’ αυτό και η θέση του φασισμού απέναντι στην επιστήμη διέπεται από την ίδια αντίφαση. Κατ’ αρχήν ο φασισμός είνε αντιεπιστημονικός. Δε θέλει ούτε την απεριόριστη εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης στο φυσικό γίγνεσθαι, που φέρνει μιαν αδιάκοπη τελειοποίηση της τεχνικής και οξύνει την αντίφαση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις, ούτε την απεριόριστη εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Είνε οχτρός της λεφτεριάς της επιστήμης, θέλει μιαν επιστήμη απόλυτα υποταγμένη στους σκοπούς του, μιαν επιστήμη όχι μόνο ακίντυνη για την αστική κυριαρχία, παρά και εξυπηρετική της κυριαρχίας των εκμεταλλευτών. Και προ πάντων δε θέλει μιαν επιστήμη, που να δίνει λύσεις στα κοσμοθεωρητικά και βιοθεωρητικά προβλήματα αντίθετες προς τις ροπές του.

Μια παγκόσμια επικράτηση του φασισμού θα εσήμαινε τον όλεθρο της επιστήμης. Και τούτο όμως είνε αδύνατο να γίνει, γιατί ο φασισμός με την ιμπεριαλιστική του τάση προκαλεί συγκρούσεις και αντιθέσεις εσωτερικές και εξωτερικές, που δεν τον αφήνουνε να κλείσει οριστικά το δρόμο σε κάθε πρόοδο της ανθρωπότητας.

Τα μορφικά γνωρίσματα της φασιστικής ιδεολογίας. Αλλά τι λογής είνε η εθνικοσοσιαλιστική ή φασιστική «σύνθεση» αστισμού και σοσιαλισμού φαίνεται το ίδιο καθαρά και στο ιδεολογικό επίπεδο.

Η φασιστική ιδεολογία απορρέει από μιαν αντεπανάσταση. Ο φασισμός θέλει να είνε κοινωνικό κίνημα πλατιάς μορφής γιατί η αστική τάξη και οικονομικά εξαρτάει από τα συμφέροντά της και ιδεολογικά επηρεάζει μεγάλες μάζες του πληθυσμού, τους μεσαίους και μικρούς αστούς, τους μεγάλους και μεσαίους αγρότες, τα ανώτερα στρώματα της εργατικής τάξης. Στην αντεπανάστασή της προσπαθεί να επηρεάσει και να σύρει μαζί της όσο μπορεί πλατύτερες μάζες και να χτυπήσει και να εκμηδενίσει τα καθοδηγητικά

στοιχεία των άλλων τάξεων, τα πολιτικά κόμματα που τις εκπροσωπούν και τους ιδεολογικούς των ηγέτες.

Σαν πλατύ κοινωνικό κίνημα που θέλει να είνε, παίρνει όλα τα μορφολογικά γνωρίσματα των μεγάλων επαναστατικών ή αντεπαναστατικών κινημάτων.

α) Για πρώτο σύνθημά της η φασιστική αντεπανάσταση υψώνει την ενότητα, την ενότητα του λαού απέναντι στη διάσπαση. Αρνιέται την πάλη των τάξεων, θέλει να την εξαλείψει. Αρνιέται και αυτή την ύπαρξη των τάξεων. Απέναντι στη διάσπαση του κοινωνικού συνόλου σε τάξεις που ανταγωνίζονται, υψώνει την έννοια της ενιαίας εθνότητας και του υπερταξικού κράτους. Ενας λαός, ένα κράτος, ένας αρχηγός, είνε το σύνθημα της ενότητας.

Και παράλληλα προς αυτή την ενότητα θέλει ν’ αποκαταστήσει την ιδεολογική ενότητα απέναντι στην ιδεολογική διάσπαση και αποσύνθεση, που παρουσιάζει η αστική κοινωνία με τις αντιθέσεις, που οξύνονται μέσα της. Ενιαίο δόγμα, ενιαία πίστη, ενιαία ιδεολογία.

β) Γι’ αυτό παρουσιάζει η φασιστική ιδεολογία και το δεύτερο ειδολογικό γνώρισμα των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων, τη γενικότητα. Η ιδεολογία του φασισμού πρέπει ν’ απλωθεί σ’ όλα τα επίπεδα της ζωής, στην πολιτική, στην επιστήμη, στην τέχνη, στην ηθική, στη θρησκεία. Ο φασισμός θέλει να δώσει επίσης, όπως και ο σοσιαλισμός, μια γενική κοσμοθεωρία και βιοθεωρία, που ν’ αγκαλιάζει όλη τη ζωή και συνάμα να είνε το δόγμα όλων των κοινωνικών στρωμάτων και όλων των πολιτών, να έχει δηλαδή και το τρίτο γνώρισμα των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων, την καθολικότητα.

γ) Μια τέτια ιδεολογία ενιαία, γενική και καθολική ξαναφέρνει και την ενότητα ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, περιέχει δηλαδή και

δ) το τέταρτο γνώρισμα των επαναστατικών κινημάτων. Ολη η γνώση και όλη η πνευματική ενέργεια πρέπει να εξυπηρετεί τη ζωή και από τη ζωή να πηγάζει και η θεωρία να καθοδηγεί τη ζωή. Και τέλος, μια τέτια επαναστατική ιδεολογία πρέπει αναμφισβήτητα να έχει και

ε) το πέμπτο γνώρισμα των μεγάλων πνεματικών κινημάτων, την έντονη ψυχοκινητική δύναμη, έντονο συναισθηματισμό, παρορμητική ενέργεια, που να κινεί τις μάζες σε μεγάλες και ηρωικές πράξεις και σε αυτοθυσία. «Να ζείτε επικίντυνα, να είστε πάντα έτοιμοι να θυσιάσετε τον εαυτό σας για τα ιδανικά σας!».

Μορφολογικά λοιπόν ο φασισμός προσπαθεί να έχει τα γνωρίσματα της κοινωνικής επανάστασης και όπου συντρέχουνε συνθήκες αντικειμενικές για να κινούνε μεγάλες λαϊκές μάζες με τα συνθήματά του, όπως είνε το συναίστημα της ήττας και της αδικίας, εθνικός απολυτρωτισμός και ακόμα ιμπεριαλιστικά καταχτητικά όνειρα, εκεί και απλώνεται σε πλατιά στρώματα, όπως βλέπουμε να γίνεται στη Γερμανία και, ως ένα βαθμό, στην Ιταλία.

Το περιεχόμενο της φασιστικής «ιδεολογίας». Ο φασισμός, η πατρίδα και η φυλή
Αν όμως προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσιαστική σχέση του φασισμού με τις πνεματικές αξίες τότες θα βρούμε τον αληθινό χαραχτήρα της ιδεολογίας του. Τι λογής είνε η φασιστική ιδεολογία ως προς το περιεχόμενο της;

Πρώτα-πρώτα η φασιστική ιδεολογία εντείνει στο έπακρο τον εθνικισμό, αντιτάσσοντάς τον στο διεθνισμό. Εκμεταλλεύεται το εθνικό συναίστημα, που δημιουργήθηκε στην περίοδο της αστικής επανάστασης και κινητοποίησε τους λαούς σε εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, σε αυτονομία, σε ίδρυση εθνικών κρατών.

Οξύνει στο έπακρο την έννοια της πατρίδας, τον εθνικό φανατισμό, τη μισαλλοδοξία, το μίσος στους άλλους λαούς. Οι άλλοι λαοί είνε κατ’ αρχήν αντίπαλοι, είνε οχτροί. Η έννοια της πατρίδας παρουσιάζεται στο φασισμό σαν η άγκυρα σωτηρίας απέναντι στο σοσιαλιστικό διεθνισμό, που θέλει να ρίξει τα σύνορα, να καλλιεργήσει την αδελφοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Κάνοντα όμως αυτό παρουσιάζει ωμή και ξεσκέπαστη την αντίφαση ανάμεσα στον καθένα εθνικισμό και το σεβασμό της εθνικής θέλησης των άλλων. Ο Χίτλερ στο όνομα της αυτοδιάθεσης των λαών και της εθνικής ιδέας ζητάει να ενώσει με το γερμανικό Ράιχ όλους τους γερμανούς σ’ οποιοδήποτε μέρος κι αν ζουν της γης, συνάμα όμως ούτε μέσα στην περιοχή του Ράιχ ανέχεται την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας και έξω από το Ράιχ ζητάει να καταχτήσει άλλες εθνότητες*. Ο Μουσολίνι υποστηρίζει κι αυτός την αρχή της εθνικής αυτοτέλειας και αυτοδιάθεσης και στ’ όνομά της ζητάει να ενώσει με την Ιταλία όλους τους Ιταλούς, ζητάει την Κορσική, ζητάει τη Νίκαια, συνάμα όμως εξοντώνει μέσα στην περιοχή της Ιταλίας κάθε ξένη εθνικότητα, δε σέβεται τον εθνισμό των Δωδεκανησίων, που είνε όλοι Ελληνες, καταχτάει την Αβησσυνία, τη Λιβύη και θέλει την Τύνιδα και όσους άλλους λαούς μπορεί να καταβροχθίσει. Ο φασισμός εκμηδενίζει κάθε αρχή προστασίας των μειονοτήτων, που είχε θεσπίσει η Κοινωνία των Εθνών. Και ούτε αυτό του αρκεί. Επειδή ο φασισμός εκφράζει την ιμπεριαλιστική τάση του καπιταλισμού, την απολυταρχία της αστικής τάξης στο εσωτερικό και την κατάχτηση λαών στο εξωτερικό, σπρώχνει τον εθνικισμό στο ακρότατο άκρο του δημιουργώντας το φυλετισμό, τη θεωρία της ανώτερης ράτσας. Ο κάθε φασιστικός λαός δεν είνε πια μια ξεχωριστή εθνότητα ισότιμη κατ’ αρχήν με τις άλλες εθνότητες, είνε μια ράτσα ξεχωριστή και προνομιούχα, φορέας φυλετικής αγνότητας και υπεροχής και σαν τέτιος έχει δικαίωμα όχι μόνο στη δική του κυριαρχία και αυτοτέλεια παρά και στην κατάχτηση και υποδούλωση και την εξόντωση ακόμη των λαών που ανήκουνε σε άλλες ράτσες κατώτερες, που είνε εκφυλισμένοι μιγάδες, μεσογιακοί, σλάβοι, ασιάτες, χρωματιστοί, σημίτες, χαμιτικοί, νεγροειδείς. Οι γερμανοί πρώτοι και ύστερ’ απ’ αυτούς οι ιταλοί καλλιεργούνε το μύθο της καθαρής και άμιχτης αριανής ράτσας, που υπάρχει τάχα ως σήμερα και είνε ανώτερη απ’ όλες τις άλλες. Μα αρκεί να συγκρίνει κανείς ένα βόρειο γερμανό μ’ ένα νότιο ιταλό για να ιδεί αν μπορούν αυτοί οι δυο να είνε αντίτυπα της ίδιας καθαρής φυλής.

Με αυτή την αφετηρία ξαναφουντώνει ο φασισμός τους φυλετικούς διωγμούς, ξαναγυρίζει την ανθρωπότητα πίσω στην αγριότητα, στις σφαγές και τους διωγμούς και τις λεηλασίες των εβραίων, στα pogrom που ντρόπιασαν τον ανθρώπινο πολιτισμό στους αιώνες, που είχαμε συνηθίσει να τους καλούμε «βάρβαρους». Ο φασισμός είνε το ξαναγύρισμα στη βαρβαρότητα. Η ευγενικιά ιδέα του εθνικού απολυτρωτισμού μετατρέπεται στην αγριότητα της εξόντωσης κάθε αλλόφυλου, της ωμής αρπαγής, της σφαγής, της λεηλασίας, στ’ όνομα της πατρίδας, της εθνότητας, της φυλής.

Ετσι ο εθνικισμός, τραβηγμένος στις ακρότατες συνέπειές του σαν φυλετισμός, που στο βάθος δεν είνε τίποτε άλλο παρά η καταχτητική εξόρμηση του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού στην οξύτατη αντίθεσή του με τους άλλους καπιταλιστικούς ιμπεριαλισμούς, δε γίνεται το «σκαλοπάτι», η «προβαθμίδα» του ανθρωπισμού, παρά ο αντίποδας, η άρνηση του ανθρωπισμού.

Το οργανωτικό εποικοδόμημα του φασισμού

Για τούτο και στο οργανωτικό επίπεδο η φασιστική διχτατορία εκδηλώνεται σαν μετατροπή του κράτους σε στρατόπεδο και φυλακή.

Το φασιστικό κράτος γίνεται «ολοκληρωτικό», δηλαδή καταργεί όλες τις λεφτεριές και τα ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη. Ολα εκείνα που η αστική τάξη, στην περίοδο του ανεβάσματός της και της επαναστατικής της εξόρμησης, διακήρυξε σαν απαράγραφτα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, από την εποχή του «Hαbeas corpuo» και της «Magna Charta» ως τη «διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη» της γαλλικής Επανάστασης, όλα κηρύχνονται τόρα χρεωκοπημένα, άχρηστα, βλαβερά και καταργούνται. Η λεφτεριά της σκέψης και της συνείδησης, η λεφτεριά του λόγου, της επιστήμης, της τέχνης, η λεφτεριά του Τύπου, η λεφτεριά του συνεταιρισμού και της σωματειακής οργάνωσης, η προστασία και το απαραβίαστο της προσωπικής λεφτεριάς χωρίς δικαστική απόφαση, η προστασία της ζωής, το απαραβίαστο του οικογενειακού άσυλου, το απαραβίαστο των επιστολών, το δικαίωμα της φανερής ανάκρισης και της υπεράσπισης, όλα-όλα τα δικαιώματα τούτα καταλύονται και παραβιάζονται ρητά ή σιωπηλά από το φασιστικό κράτος και την αστυνομία του. Το αστυνομικό κράτος του φασισμού δημιουργεί τον πιο τέλειο μηχανισμό τυραννικής καταπίεσης απ’ όσους δημιουργήθηκαν ως τόρα στον κόσμο. Κατασκοπεία, χαφιεδισμός, διάλυση κάθε δεσμού οικογενειακού και ανθρώπινου, τυραννικά μαρτύρια, εξορίες, στρατόπεδα συγκέντρωσης, καταναγκαστικά έργα, βασανιστήρια, ατιμώσεις, εξευτελισμοί, θανατώσεις επιβάλλονται ομαδικά στους πολίτες, χωρίς καμιά διαμαρτυρία, χωρίς καμιά προστασία από πουθενά. Κηρύχνεται η χρεοκοπία του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας και καταλύεται ή νοθεύεται απόλυτα το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Τα πολιτικά κόμματα διαλύονται και επιτρέπεται να υπάρχει ένα μόνο κόμμα, το κόμμα της φασιστικής διχτατορίας, που ταυτίζεται με το κράτος. Το κράτος τόρα ανακηρύχνεται υπερκυρίαρχο, ανεξάρτητο από τη θέληση των πολιτών. Το κράτος στέκεται απάνω από τα συμφέροντα των ομάδων, απάνω από τις κοινωνικές τάξεις. Γιατί ίσα-ίσα είνε το κράτος μιας τάξης, που θέλει να διαιωνίσει την κυριαρχία της και την εκμεταλλευτική οικονομία της. Η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας διακωμοδιέται, ή νοθεύεται, ή άμεσα κηρύχνεται άκυρη και ανύπαρχτη.

Από τη στιγμή, που ο μηχανισμός της κοινοβουλευτικής αστικής δημοκρατίας, χρησιμοποιημένος από τα νέα κοινωνικά στρώματα, αρχίζει να γίνεται επικίντυνος για την κυριαρχία της αστικής τάξης, από τη στιγμή που ο αριθμός των ψήφων, που παίρνουν οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές φτάνει στο κρίσιμο σημείο της οριστικής μετάπτωσης της κυριαρχίας στα επαναστατικά στοιχεία με τα νόμιμα μέσα, η αστική τάξη κάνει αντεπανάσταση και καταργεί τα νόμιμα ετούτα μέσα, που φαινομενικά είταν προορισμένα να δίνουνε την εξουσία στην πλειονοψηφία του λαού και αντικαθιστά τις λεφτεριές με την ωμή και ξεσκέπαστη και άμεση βία. Ο φασισμός στο πολιτικό επίπεδο είνε η αντεπανάσταση της αστικής τάξης.

Επειδή όμως η αντεπανάσταση πρέπει να μονιμοποιηθεί και να νομιμοποιηθεί και να μην είνε εξαρτημένη από την προσωπική διχτατορία του «Duce» ή του «Fuhrer», αναζητιέται o καταστατικός οργανισμός, το σύνταγμα του νέου κράτους, του «ολοκληρωτικού» και «υπερκυρίαρχου». Ξαναγύρισμα στην κληρονομική απολυταρχία δε μπορεί να γίνει. Η νέα μορφή του κράτους, σύμφωνα με τις νέες συνθήκες της ζωής, θα είνε το «συντεχνιακό ή σωματειακό κράτος».

Αυτό το κράτος είνε μια καινούρια σύνθεση, που αντιπροσωπεύει την κλειστή συντεχνιακή οικονομία, που θέλει να δημιουργήσει ο φασισμός. Και όπως ετούτη η οικονομία παγιοποιεί την εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη, και εργάτη, έτσι και το «συντεχνιακό κράτος» θα χρησιμέψει σαν όργανο για να επιβληθεί η παγιοποιημένη αυτή παραγωγική σχέση. Τα κλειστά συνδικάτα των εργατών και των εργοδοτών ενωμένα σε συντεχνίες θα δίνουνε την αντιπροσωπεία, που θα είνε φορέας της κρατικής εξουσίας, αντιπροσωπεία που με το μηχανισμό της οργάνωσης της συντεχνίας και με τη βοήθεια του φασιστικού κόμματος θα εξασφαλίζει για πάντα την κυρίαρχη θέση των εκμεταλλευτών. Για να υποτάξει μόνιμα τα επαναστατικά στοιχεία της εργατικής και της αγροτικής τάξης χρησιμοποιεί κοντά στο πολυσύνθετο αστυνομικό σύστημα των μυστικών ασφαλειών (Ovra, Cestapo) και τα παραστρατιωτικά σώματα, τους νεοπραιτωριανούς, τα τάγματα εφόδου, τις οργανώσεις νεολαίας κτλ., που χρησιμοποιούνται στο «τέταρτο μέτωπο», το εσωτερικό, για την εξόντωση του εσωτερικού οχτρού. Και εσωτερικός οχτρός, που γεμίζει τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα νησιά της εξορίας είνε τα μαχητικά στελέχη της εργατικής τάξης και της αγροτιάς και τα υπόλοιπα του αστικού φιλελευθερισμού.

Γι αυτό τα συνθήματα της νέας κυριαρχίας, που αντικαθιστούν την «ισότητα, τη λεφτεριά, την αδελφοσύνη» είνε τόρα πειθαρχία, ιεραρχία, διαφοροποίηση. Η λεφτεριά έγκειται στην απόλυτη υποταγή στο κράτος. Σε κανένα επίπεδο της ζωής ο πολίτης δεν έχει το δικαίωμα ούτε να ενεργεί ούτε καν να σκέφτεται διαφορετικά απ’ ότι επιτάσσει το κράτος, δηλαδή η κυριαρχία των κυριάρχων.

Συνάμα όμως τα κράτος τούτο είνε υποχρεωμένο, καθώς είδαμε, να είνε στρατόπεδο. Για το λόγο τούτο μετατρέπει σε θητεία τη ζωή όλων των πολιτών, αντρών και γυναικών, από την παιδική ως το κατώφλι της γεροντικής ηλικίας. Το σκολειό γίνεται στρατόπεδο, η εξωσχολική ζωή στρατόπεδο, η νεανική ζωή στρατόπεδο, η αντρική ζωή στρατόπεδο. «Οι πολίτες πρέπει να κοιμούνται με προσκέφαλο το γυλιό», διακηρύχνει μεγαλόστομα ο Μουσολίνι. Αυτό είνε το φασιστικό κράτος και ιδανικό του προβάλουνε την αρχαία Σπάρτη, ξεχνώντας ότι η Σπάρτη δεν έδωκε ΤΙΠΟΤΕ στον ανθρώπινο πολιτισμό, τίποτε άλλο παρά το σύνθημα της αλληλοσφαγής «ή ταν ή επί τας».

Και με τούτο το σύνθημα, ας περάσουμε τόρα στο κύριο σημείο, που μας ενδιαφέρει σε τούτη τη μελέτη, στην εξέταση και το χαραχτηρισμό της φασιστικής ιδεολογίας.

Η οικονομική βάση του φασισμού
Ας εξετάσουμε λοιπόν πρώτα την οικονομική βάση του φασισμού για να κοιτάξουμε έπειτα το οργανωτικό και πνευματικό του εποικοδόμημα.

Η φασιστική διχτατορία είνε διχτατορία του καπιταλισμού στις χώρες, που κιντυνεύει περισσότερο από κάθε αλλού η υπόσταση του ή βρίσκει δυσκολίες μεγάλες στην επικράτησή του. Ο καπιταλισμός προσπαθεί με κάθε τρόπο να περισώσει το βασικό θεμέλιό του, δηλαδή την εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη και εργάτη. Η σχέση αυτή κιντυνεύει από δυο πλευρές. Πρώτα – πρώτα από την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής. Γιατί αυτή γεννάει τις οικονομικές κρίσεις, που συγκλονίζουν όλο το οικοδόμημα των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Και κιντυνεύει ακόμα από τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργατών και από τις απεργίες, καθώς και από τα πολιτικά δικαιώματα των εργατών.

Το πρώτο λοιπόν, που επιδιώκει ο φασισμός είνε να παγιοποιήσει την εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη και εργάτη, το πέρασμα της υπεραξίας στα χέρια των εργοδοτών. Και για να το πετύχει αυτό περιορίζει απ’ όλες τις πλευρές και ουσιαστικά καταργεί τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργατών και προπάντων το δικαίωμα της απεργίας. Ο εργάτης πρέπει με απάτη και με βία να γίνει αιώνιος θεληματικός ή άθελος σκλάβος. Γι’ αυτό η εργατική πολιτική του φασισμού ακολουθάει δυο δρόμους. Ο πρώτος είνε ο δρόμος της απάτης. Ο καπιταλισμός αναγκάζεται κάτω από τη φοβέρα της επανάστασης να κάμει όλες τις απαραίτητες θυσίες, που θα του εξασφαλίσουν την παραπέρα ύπαρξή του. Δέχεται και πραγματοποιεί ορισμένα αιτήματα, δανείζεται και εκφυλίζει τα επαναστατικά συνθήματα της εργατικής τάξης. Ορίζεται κατώτερο όριο στα ημερομίσθια, ανώτατο όριο δουλιάς, γίνονται ομαδικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζονται οι κοινωνικές ασφαλίσεις, πραγματοποιείται κάποια κοινωνική πολιτική, ιδρύονται εργατικές λέσχες θέατρα για το λαό, μουσική, σπίτια ανάπαψης, ταξίδια αναψυχής, εξοχές για ταξίδια των εργατών, το μέτωπο «της χαράς με τη δουλιά». Ολα τούτα απομίμηση και χαμαιλεοντισμός από όσα γίνονται στη Σοβιετική Ενωση και όσα διεκδικούν τα κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά κόμματα. Ενα είδος έκτρωση της επανάστασης. Η «φιλεργατική» αυτή πολιτική, ενώ φαινομενικά ικανοποιεί, ως σ’ ένα βαθμό τα άμεσα εργατικά αιτήματα και δίνει στον εργάτη κάποιες εξασφαλίσεις, ουσιαστικά τον καρφώνει σε μια κατάσταση, που εύκολα μπορεί να χειροτερέψει και χειροτερεύει χωρίς ο εργάτης να μπορεί να κάμει τίποτε πια για να εμποδίσει τη χειροτέρεψη και χωρίς να μπορεί πια να αγωνιστεί ούτε για την άμεση καλυτέρεψη ούτε για τη μετατροπή της καπιταλιστικής οικονομίας σε σοσιαλιστική.

Η «φιλεργατική» πολιτική έχει σκοπό να τον αποκοιμίσει, να τον αποναρκώσει με την ικανοποίηση ενός ελάχιστου ποσού από τις διεκδικήσεις του για να του πάρει από την άλλη μεριά κάθε λεφτεριά και κάθε δυνατότητα για να διεκδικήσει πραγματικά και ως το τέλος τα δικαιώματά του. Το κράτος των καπιταλιστών γίνεται φιλεργατικό, φιλαγροτικό, φιλολαϊκό, για να μη φύγει η εξουσία από τα χέρια των αστών και γίνει τα κράτος εργατικά και α γ ρ ο τ ι κ ό, κράτος λαϊκό, κράτος χωρίς κοινωνικές τάξεις. Το φιλολαϊκό κράτος δεν είνε λαϊκό, όπως ο φιλανθρωπισμός δεν είνε ανθρωπισμός. Και πραγματικά. Βλέπουμε στα φασιστικά κράτη το κόστος της ζωής ν’ ανεβαίνει και το ημερομίσθιο ουσιαστικά να γίνεται το μισό, οι ώρες της δουλιάς μεγαλώνουν χωρίς ο εργάτης να μπορεί πια να κάμει τίποτα για ν’ αλλάξει την κατάσταση. Γιατί δίπλα στην απάτη βαδίζει η βία. Αυτός είνε ο δεύτερος δρόμος. Η υποχρεωτική διαιτησία καταργεί ουσιαστικά το δικαίωμα της απεργίας. Το «μέτωπο της εργασίας» και τα εργατικά τάγματα, όπου οι νέοι υποχρεώνονται για ορισμένα χρόνια να δουλεύουνε με στρατιωτική πειθαρχία και με μεροκάματο στρατιωτικού σιτηρέσιου χρησιμεύουνε για μια βίαιη λύση της ανεργίας.

Ο συνδικαλισμός κρατικοποιείται και «προσαρμόζεται» στα συμφέροντα του κεφάλαιου. Για να αποκατασταθεί η αρμονία «κεφαλαίου και δουλιάς» συγχωνεύονται τα εργατικά και τα εργοδοτικά συνδικάτα σε «συντεχνίες», για τα ξαναγυρίσουμε στην κλειστή οικονομία του μεσαίωνα.

Ετσι μαζί και με τα αντίστοιχα μέτρα στο οργανωτικό επίπεδο, που θα τα εξετάσουμε παρακάτω, παγιώνεται, απολιθώνεται η εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη και εργάτη. Με ελάχιστες φαινομενικές θυσίες της κεφαλαιοκρατίας σώζεται η βάση της αστικής κοινωνίας, η ατομική ιδιοχτησία στα μέσα της παραγωγής και η ατομική οικειοποίηση στα προϊόντα της παραγωγής, με μια λέξη εξασφαλίζεται το πέρασμα της υπεραξίας στα χέρια της κυρίαρχης τάξης.

Για να κτυπηθεί η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής και για να δημιουργηθεί ανεξαρτησία από τις διακυμάνσεις των τιμών στην παγκόσμια αγορά και από το συνάλλαγμα, εισάγεται η διευθυνόμενη οικονομία με καπιταλιστικό έλεγχο. Η εσωτερική αγορά πρέπει να γίνει όσο μπορεί πιο ανεξάρτητη από την εξωτερική και ως προς τα γεωργικά και ως προς τα χτηνοτροφικά και ως προς τα βιομηχανικά προϊόντα. Για το σκοπό αυτόν εισάγεται πρώτα-πρώτα έλεγχος και διακανονισμός της παραγωγής σε όλα τα είδη των προϊόντων από το κράτος. Δεύτερο μπαίνουνε προστατευτικοί δασμοί και ρυθμίζεται με απαγορευτικά μέτρα η εισαγωγή ξένων προϊόντων και τρίτο κανονίζεται αυστηρότατος έλεγχος στο συνάλλαγμα. Με αυτά τα μέσα πετυχαίνεται ανεξαρτησία από την εξωτερική αγορά των προϊόντων και ανεξαρτησία από την παγκόσμια τιμή του χρήματος, δημιουργιέται εσωτερική νομισματική πολιτική, που επιτρέπει την ανάπτυξη της παραγωγής και την κυκλοφορία των προϊόντων και το διακανονισμό των τιμών της εσωτερικής αγοράς με νόμισμα ανεξάρτητο από το απόθεμα σε χρυσό και ξένο συνάλλαγμα. Ολη αυτή η πολιτική κορυφώνεται στην έννοια της αυτάρκειας.

Η αναρχική καπιταλιστική οικονομία μετατρέπεται σε σχεδιασμένη οικονομία, σε διευθυνόμενη καπιταλιστική οικονομία. Ολη όμως ετούτη η προσπάθεια δεν μπορεί να επιτύχει παρά μόνο προσωρινά και μέσα σε ορισμένα όρια. Γιατί διατηρώντας τη βάση της καπιταλιστικής οικονομίας, την οικονομία του κέρδους και της εκμετάλλεψης, η διευθυνόμενη καπιταλιστική οικονομία δεν μπορεί να παραιτηθεί ούτε από την εκμετάλλεψη της εσωτερικής αγοράς, ούτε από την εκμετάλλεψη ξένων αγορών για πρώτες ύλες και για κατανάλωση. Η εσωτερική αγορά, όσο και αν παγιώνει την εκμετάλλεψη του αγρότη και του εργάτη και όσο και αν την επιτείνει κατεβάζοντας το επίπεδο της ζωής και των εργατών και των αγροτών, δεν μπορεί να ικανοποιήσει την εκμεταλλευτική οικονομία. Για τούτο η ανεξαρτησία από την εξωτερική αγορά είνε προσωρινή μόνο και φαινομενική και τελικά αδύνατη.

Οι μεγάλες βιομηχανικές χώρες, όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία, είνε αδύνατο να πετύχουνε ολοκληρωτική ούτε καν σχετική ανεξαρτησία από την παγκόσμια αγορά πρώτων υλών, μ’ όλα τα σχέδια της αυτάρκειας. Και είνε αδύνατο να στερηθούν από μεγάλες εξωτερικές καταναλωτικές αγορές. Για το λόγο αυτό σπρώχνονται ακατανίκητα προς τον ιμπεριαλισμό. Είνε ζήτημα ζωής ή θανάτου γι’ αυτές να προμηθεύονται πρώτες ύλες σε τιμές χαμηλές, άρα να έχουν αποικίες, όπου χρωματιστοί σκλάβοι να παράγουν πρώτες ύλες ζώντας σε χαμηλότατο επίπεδο ζωής και να έχουνε μισοαποικιακές εξαρτημένες χώρες, όπου λευκοί ή κίτρινοι αγρότες και εργάτες να δουλεύουν με ημερομίστια πείνας για την ντόπια τους και την ξένη κεφαλαιοκρατία. Και είνε ζήτημα ζωής ή θανάτου για τις μεγάλες βιομηχανικές χώρες να πουλάνε τα βιομηχανικά προϊόντα τους με όσο μπορεί μεγαλύτερο κέρδος σε άλλες χώρες σε καταχτημένους ή σε μισοαποικιακούς λαούς. Είνε λοιπόν απόλυτη ανάγκη για τις χώρες αυτές να έχουνε δικό τους imperium. Ωστε το πρόβλημα του ιμπεριαλισμού παραμένει ακέραιο, επιταχτικό, απαιτητικότατο μπροστά τους και μη μπορώντας να το λύσουνε διαφορετικά παρά με την επιβολή της βίας, εξοπλίζονται υπερεντατικά, θέτουν όλη την οικονομία τους σε κατάσταση πολεμική. Μα η κατάσταση τούτη οξύνει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα, μολονότι δημιουργεί μια προσωρινή ένταση της παραγωγής και απορρόφηση της ανεργίας. Γιατί η πολεμική παραγωγή δεν μπορεί να εξακολουθήσει σε μακρό χρονικό διάστημα χωρίς να πετύχει αποτελέσματα. Οδηγεί τις χώρες αυτές σε οικονομικόν όλεθρο, σε γκρέμισμα όλης της οικονομίας τους. Για τον λόγον αυτόν οι φασιστικές χώρες είνε απαρέγκλιτα υποχρεωμένες ή να πετύχουνε το ξαναμοίρασμα των αγορών πρώτων υλών και αγορών κατανάλωσης, αποσπώντας αποικίες και σφαίρες οικονομικής επιρροής από τις άλλες καπιταλιστικές χώρες, ή να καταστραφούν, να περιπέσουν σε εσωτερική επανάσταση. Η φασιστική οικονομία οδηγεί με μαθηματικό καταναγκασμό στον πόλεμο, σε πόλεμο καταχτητικό (Αβησσυνία, Κίνα), σε πόλεμο εμφύλιο (Ισπανία), σε πόλεμο ανάμεσα στους καπιταλιστές, όπως αυτός, που μόλις αποσοβήθηκε, τον περασμένο Σεπτέμβρη. Το φοβερό δίλημμα, που υψώνεται μπροστά στις φασιστικές χώρες, είνε ή πόλεμος ή εσωτερική επανάσταση.

*Πόσο αντιφατικά και υποκριτικά χρησιμοποιήθηκε από τον εθνικοσοσιαλισμό η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών έγινε ολοφάνερο λίγους μήνες αργότερα. Το Μάρτη και τον Απρίλη του 1939 η Γερμανία κατάργησε την ανεξαρτησία των τσέχων και των σλοβάκων και η Ιταλία απορρόφησε την Αλβανία.

http://www.rizospastis.gr/story.do?id=1072405

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s