Εκκλησιες του Δήμου

Εμβάθυνση Δημοκρατίας και τοπικές κοινωνίες

Ο Κλεισθένης Ι που εισάγει μια, προ πολλού αναγκαία, ριζοσπαστική δημοκρατική μεταρρύθμιση του αυτο-διοικητικού τοπίου στη χώρα μας. Θεσπίζει δύο θεσμικές καινοτομίες, την αναλογική αντιπροσώπευση και τα τοπικά / περιφερειακά δημοψηφίσματα, που συνιστούν βασικούς πυλώνες της αντιπροσωπευτικής και άμεσης δημοκρατίας αντίστοιχα

Του Γιώργου Δαρεμά*

Αυτή την περίοδο διεξάγεται η δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο Κλεισθένης Ι που εισάγει μια, προ πολλού αναγκαία, ριζοσπαστική δημοκρατική μεταρρύθμιση του αυτό-διοικητικού τοπίου στη χώρα μας. Θεσπίζει δύο θεσμικές καινοτομίες, την αναλογική αντιπροσώπευση και τα τοπικά/περιφερειακά δημοψηφίσματα, που συνιστούν βασικούς πυλώνες της αντιπροσωπευτικής και άμεσης δημοκρατίας αντίστοιχα.

Η αναλογική αντιπροσώπευση αποτελεί το θεσμικό εχέγγυο που διασφαλίζει την πολιτική ισότητα των πολιτών και επιτρέπει την μη-διαστρεβλωμένη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Στο δημοκρατικό πολίτευμα η πολιτική ισχύς (της ψήφου) του κάθε πολίτη πρέπει να ισούται με αυτήν καθενός άλλου (ισοψηφία), ούτως ώστε το αριθμητικό μέγεθος κάθε πολιτικής συσσωμάτωσης των πολιτών να αντιστοιχείται ευθέως αναλογικά με τον αριθμό των εκπροσώπων της που μετέχουν στα πολυποίκιλα διαβουλευτικά σώματα λήψης – των – αποφάσεων. Η πρόσφατη πρόθεση νομοθέτησης της απλής αναλογικής από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αντικαθιστώντας την αποκαλούμενη «ενισχυμένη αναλογική», αποκαθιστά το ουσιαστικό περιεχόμενο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας επιτρέποντας την έκφραση της πολυφωνίας και πολυμέρειας των οργανωμένων πολιτικών στοχεύσεων της ολότητας της πολιτικής κοινωνίας. Η πολύχρονη παρουσία της «ενισχυμένης αναλογικής» (μέσω της οποίας η ψήφος π.χ. δέκα χιλιάδων πολιτών ισούται με αυτήν τριάντα χιλιάδων πολιτών αντιπροσωπευόμενη με τον ίδιο αριθμό αντιπροσώπων) είναι προϊόν μιας αυταρχικής πολιτικής λογικής που πριμοδοτεί την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από μειοψηφίες, αναπαράγοντας ένα δικομματικό σύστημα όπου ο εκάστοτε μειοψηφικός κάτοχος της εξουσίας μπορεί να αυθαιρετεί αποφασίζοντας αυτός και μόνον τις εφαρμοζόμενες πολιτικές και καθιστώντας τη νομή της εξουσίας αυτοσκοπόν σε βάρος της πρόταξης του «κοινού καλού». Η ίδια η λεκτική έκφραση «ενισχυμένη αναλογική» πλήττει βάναυσα την κοινή λογική καθότι αντιστρέφει την σχέση μορφής και περιεχομένου παραπλανώντας τους πολίτες ότι «ενισχύεται» η αναλογικότητα πολιτικής αντιπροσώπευσης ενώ αυτή αποδυναμώνεται. Η απλή αναλογική αποτελεί πάγιο διαχρονικό αίτημα της Αριστεράς και των δυνάμεων που προσβλέπουν στον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας και η άρνηση των «προοδευτικών δυνάμεων» να τη στηρίξουν κοινοβουλευτικά πιστοποιεί τη διολίσθηση τους από κόμματα αρχών σε οπορτουνιστικές κομματικές συνομαδώσεις, έτοιμες να απεμπολήσουν τις βασικές δημοκρατικές αξίες αν η συγκυρία προσφέρει τα όποια βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη.

Η θεσμοθέτηση της «απλής αναλογικής» στην Τοπική Αυτοδιοίκηση έρχεται να «ταρακουνήσει» το υφιστάμενο συγκεντρωτικό και δημαρχοκεντρικό μοντέλο εξουσίας, ρευστοποιώντας τις εμπεδωμένες σχέσεις (μικρο)διαπλοκής και αίροντας τον αποκλεισμό της εκάστοτε ποικίλης δημοτικής πλειοψηφίας από τις εξουσιαστικές αρμοδιότητες και τη συμμετοχή στη δημοκρατική συναπόφαση διαχείρισης των κοινών υποθέσεων του δήμου.

Τοπικά δημοψηφίσματα

Αναγκαίος όρος επίσης για μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης που τόσο χρειάζεται η ελληνική κοινωνία είναι η εισαγωγή του θεσμού των τοπικών δημοψηφισμάτων. Ο θεσμός των δημοψηφισμάτων συνιστά θεμελιακό πυλώνα της άμεσης δημοκρατίας, η εισαγωγή του οποίου θα συντελέσει τα μέγιστα στον εκδημοκρατισμό του μοντέλου τοπικής αυτοδιοίκησης που με τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του έχει αποξενώσει τους πολίτες / δημότες από τη συμμετοχή στη λήψη – των – αποφάσεων για τις κοινές υποθέσεις που αφορούν κεντρικές διαστάσεις της καθημερινότητας τους.

Ο θεσμός των τοπικών δημοψηφισμάτων έχει μια μακραίωνη ευρωπαϊκή ιστορία, η απώτατη καταγωγή του οποίου μπορεί να ανιχνευθεί στην αυτοπρόσωπη παρουσία των πολιτών στις συνελεύσεις του δήμου στην αρχαιοελληνική δημοκρατία και στη κατάληξη των διαβουλεύσεων σε ψηφίσματα. Σήμερα ο αμεσοδημοκρατικός θεσμός του τοπικού δημοψηφίσματος είναι πανταχού παρόντας στα συστήματα τοπικής αυτοδιοίκησης της ευρωπαϊκής ηπείρου όπως επίσης στις ΗΠΑ. Σε ομοσπονδιακά οργανωμένα κράτη όπως Γερμανία, Ελβετία, ΗΠΑ, ο θεσμός του τοπικού δημοψηφίσματος έχει θεσμοθετηθεί, πέραν της τοπικής αυτοδιοίκησης και στο ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ των δημοτικά συγκροτημένων κοινοτήτων και της εθνο-κρατικής πολιτικής κοινωνίας, δηλαδή σε επίπεδο κρατιδίου στη Γερμανία, πολιτείας στις ΗΠΑ και καντονίου σε Ελβετία. Μια αντίστοιχη θεσμοθέτηση στην ελληνική περίπτωση αφορά στο επίπεδο περιφερειακής διοικητικής συγκρότησης της χώρας.

Υπάρχουν πολλές μορφές τοπικού δημοψηφίσματος που θεσμοθετούν παραλλαγές της αμεσοδημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών και των τρόπων έκφρασης της λαϊκής εξουσίας σε τοπικό επίπεδο. Η σημαντικότερη από αυτές, είναι το δημοψήφισμα με Πρωτοβουλία Πολιτών. Αποτελεί τη βασική μορφή ενεργοποίησης των «από κάτω» προκειμένου να θέσουν υπό την κρίση των συμπολιτών τους ένα κρίσιμο θέμα ή μια πρόταση πολιτικής (policy proposal). Θεμελιακή προϋπόθεση κάθε «πρωτοβουλίας πολιτών» είναι η συγκέντρωση του απαραίτητου αριθμού υπογραφών (όπως αυτός προσδιορίζεται νομοθετικά) από το σύνολο των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων του δήμου. Αν επιτευχθεί η συγκέντρωση του απαραίτητου αριθμού υπογραφών (εντός ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος) τότε καθίσταται υποχρεωτική η προκήρυξη του τοπικού δημοψηφίσματος. Υπάρχουν επίσης δύο επικρατούσες εναλλακτικές μορφές διαχείρισης μιας πρωτοβουλίας πολιτών που έχει συγκεντρώσει τον απαιτούμενο αριθμό υπογραφών και θα μπορούσαν να υιοθετηθούν απηχώντας το πνεύμα της νέας ριζοσπαστικής δημοκρατικής μεταρρύθμισης. 1) Αντί της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος το δημοτικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει την υιοθέτηση της πρότασης των πολιτών καθιστώντας την προκήρυξη δημοψηφίσματος αναίτια. 2) Το δημοτικό συμβούλιο να αποφασίσει να ‘κατεβάσει’ αντι-πρόταση. Σε αυτήν την περίπτωση διεξάγεται το δημοψήφισμα καλώντας τους δημότες να επιλέξουν ανάμεσα στις αντιπαρατιθέμενες προτάσεις. Ο Κλεισθένης Ι εισάγει επίσης τη δυνατότητα προκήρυξης δημοψηφίσματος με πρωτοβουλία του ίδιου του δημοτικού συμβουλίου, αφενός ως θεσμού δημοκρατικής απεμπλοκής σε περιπτώσεις αδυναμίας συναινετικής λήψης μιας κρίσιμης απόφασης και αφετέρου ως ύστατης καταφυγής στη λαϊκή βούληση των δημοτών αν πρόκειται για σημαντικό επίδικο της ίδιας της κοινότητας.

Πέρα από μια σειρά διαδικαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να διασφαλιστεί η εγκυρότητα του δημοψηφίσματος, η βασικότερη προϋπόθεση είναι η παροχή ικανοποιητικού χρόνου και αντικειμενικής πληροφόρησης για τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της πρότασης ή των αντιπαρατιθέμενων προτάσεων ώστε οι δημότες να ενημερωθούν και να αποφασίσουν μετά λόγου γνώσης. Οι δημοτικές αρχές επιφορτίζονται με την υποχρέωση παροχής αμερόληπτης πληροφόρησης προς τους δημότες αναφορικά με το διακύβευμα. Μια καίρια μεταβλητή που επικαθορίζει την αποτελεσματικότητα του δημοψηφίσματος είναι αν ο χαρακτήρας του είναι δεσμευτικός ή συμβουλευτικός. Σε κοινωνίες με υψηλό επίπεδο πολιτικής κουλτούρας συναίνεσης, ο συμβουλευτικός χαρακτήρας ενός τοπικού δημοψηφίσματος γίνεται σεβαστός και επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές. Σε κοινωνίες όπως η ελληνική όπου η συναίνεση εκλαμβάνεται συχνά ως κακοπροαίρετος συμβιβασμός, η δεσμευτικότητα του τοπικού δημοψηφίσματος κρίνεται ως αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι η συλλογική βούληση των πολιτών / δημοτών θα εισακουστεί. Βασικά ζητήματα λειτουργίας των δήμων όπως δημιουργία ή επέκταση υποδομών, συγκοινωνιακό δίκτυο, κοινωνική πολιτική, προτεραιότητες του δημοτικού προϋπολογισμού, πολιτικές οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης των δήμων κ.ά. γίνονται αντικείμενα δημοκρατικής συναπόφασης από τους ίδιους τους δημότες με αποτέλεσμα οι κοινές δημοτικές υποθέσεις να ζωντανεύουν το αίσθημα κοινότητας, να καταπολεμούν την ιδιώτευση και πολιτική απάθεια, φέρνοντας ξανά τον πολίτη-δημότη στο επίκεντρο της δημοκρατικής συμμετοχής και πολιτικής. Ενώπιον μιας παγκόσμιας κρίσης της «πολιτικής αντιπροσώπευσης», το πάντρεμα «απλής αναλογικής» και «τοπικών δημοψηφισμάτων» μέσα στο πρωτοβάθμιο κύτταρο δημοκρατικής συνύπαρξης που οφείλει να πραγματώνει η τοπική αυτο-διοίκηση καθιστά τον Κλεισθένη Ι, προπομπό μιας ιστορικής τομής στον αναγκαίο εκδημοκρατισμό της κοινωνίας μας.

* Ο Γιώργος Δαρεμάς είναι συγγραφέας, διδάκτωρ Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστημίου Sussex, H.B., μέλος Δ.Σ. Ινστιτούτου Πουλαντζά

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Εμβάθυνση Δημοκρατίας και τοπικές κοινωνίες”

  1. Τα δημοψηφίσματα είναι ελεγχόμενες παραχωρήσεις της εξουσιαστικής ολιγαρχίας. Η συγκρότηση των δήμων σε έκλεισες του δήμου των πολιτών είναι το ζητούμενο, με δικαιοδοσία ελεγχου, λογοδοσίας σε αυτές και ανακλητότητας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s