Η Απολλώνια Αδελφότης, Ψυχολογία

Μελετώντας το ανθρώπινο συναίσθημα: Ο ρόλος του στην επικοινωνία και η σχέση με την ψυχοπαθολογία

Τα συναισθήματα παίζουν από τα πρώτα στάδια της ζωής κιόλας κομβικό ρόλο στην επικοινωνία του βρέφους με τον κόσμο. Όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε όλο και πιο έμπειροι και αποτελεσματικοί στην επικοινωνία…

Τα συναισθήματα παίζουν από τα πρώτα στάδια της ζωής κιόλας κομβικό ρόλο στην επικοινωνία του βρέφους με τον κόσμο. Όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε όλο και πιο έμπειροι και αποτελεσματικοί στην επικοινωνία αυτή. Ο δρ Γεώργιος Κωνσταντακόπουλος, ψυχίατρος, επιστημονικός συνεργάτης της Α΄ Ψυχιατρικής Κλινικής του ΕΚΠΑ και του Institute of Psychiatry, Psychology and Neuroscience του King’s College στο Λονδίνο, μιλά στο «Πρίσμα» για τον ρόλο που παίζει το συναίσθημα σε κάθε στάδιο της ζωής αλλά και το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν ερευνητικά οι νοητικές λειτουργίες επίγνωσης και διαχείρισης των συναισθημάτων, όπως η «Θεωρία του Νου».

Ποια θα λέγατε ότι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου συναισθήματος και πώς αυτά οδηγούν στην ενσυναίσθηση;

Η ενσυναίσθηση, δηλαδή η ικανότητά μας να «μπαίνουμε στη θέση» του άλλου και να νιώθουμε το συναίσθημα που αυτός βιώνει, είναι μια κατεξοχήν ανθρώπινη ικανότητα και γι’ αυτό προϋποθέτει ιδιότητες του συναισθήματος που χαρακτηρίζουν τα ανώτερα θηλαστικά και σε μέγιστο βαθμό το ανθρώπινο είδος. Νομίζω ότι τα απαραίτητα αυτά χαρακτηριστικά είναι, πρώτον, η μετάδοση και το μοίρασμα του συναισθήματος, που γίνεται ασυνείδητα ήδη από τη βρεφική ηλικία – δείτε πώς ένα μωράκι κλαίει όταν ακούσει να κλαίει ένα άλλο και πώς δείχνει συναισθήματα στη μητέρα του και περιμένει ανταπόκριση. Δεύτερον, η επικοινωνιακή λειτουργία που έχει το συναίσθημα, που είναι το κύριο μέσο εξωλεκτικής επικοινωνίας. Και τρίτον, η θεμελιώδης συναισθηματική τάση του ανθρώπου να είναι αλτρουιστής, να βοηθάει τον άλλο και να θέλει το καλό του. Όλα αυτά μαζί θεμελιώνουν τη δυνατότητα και τη διάθεση του ατόμου να «μπει» στη συναισθηματική θέση του άλλου και να αισθανθεί «σαν κι αυτόν», δηλαδή να προσλάβει το συναίσθημά του, να κατανοήσει τη συναισθηματική του κατάσταση και να είναι «στο πλευρό» του.

Πριν το στάδιο της λεκτικής επικοινωνίας του βρέφους, τι ρόλο παίζει το συναίσθημα στην επικοινωνία του με τον κόσμο; Πώς το γνωρίζουμε;

Το συναίσθημα είναι το κύριο μέσο διαπροσωπικής επικοινωνίας που διαθέτει το βρέφος πριν από τη γλώσσα, πριν ακόμα και από σύνθετες κινήσεις και στάσεις του σώματος που βοηθούν επίσης στην εξωλεκτική επικοινωνία. Πριν από όλα αυτά, οι μιμικές εκφράσεις του προσώπου που δηλώνουν ένα συναίσθημα, μαζί με το κλάμα ή το γέλιο, είναι τα μέσα με τα οποία το βρέφος επικοινωνεί με τη μητέρα του και με κάθε σημαντικό άλλο. Διάφορα συμπεριφορικά πειράματα έχουν αναδείξει την πρωτεύουσα σημασία του συναισθήματος για την επικοινωνία του βρέφους και για την ψυχολογική του ανάπτυξη. Σε ένα από αυτά τα πειράματα, ενώ η μητέρα παίζει με το βρέφος, δηλαδή ανταλλάσσουν γέλια και μορφασμούς όπως συνήθως, καθ’ υπόδειξη κάποια στιγμή σταματάει να παίζει και εμφανίζει ένα ανέκφραστο πρόσωπο χωρίς καμία αντίδραση προς το βρέφος. Τότε αυτό προσπαθεί να την «προκαλέσει» συναισθηματικά με γελάκια στην αρχή και με κλάματα μετά και σύντομα εκφράζει έντονο στρες με μεγάλη κινητική ανησυχία, γοερό κλάμα και έκφραση απόγνωσης. Δεν μπορεί ούτε λίγα λεπτά να βρίσκεται σε διαπροσωπική επαφή χωρίς συναισθηματική συναλλαγή. Σε ένα άλλο πείραμα, το βρέφος τοποθετείται μπροστά από έναν «οπτικό γκρεμό», ένα χαντάκι στο πάτωμα που είναι όμως σκεπασμένο με πλεξιγκλάς, και καθοδηγείται μόνο από το πρόσωπο της μητέρας από την άλλη πλευρά, που δείχνει είτε έντονο φόβο είτε ενθάρρυνση. Πάντοτε αντιστοίχως με το συναισθηματικό σήμα που εκπέμπει η μητέρα, τα βρέφη αποφασίζουν να περάσουν πάνω από το πλεξιγκλάς ή όχι. Με τέτοια πειράματα αναδεικνύεται η απόλυτη προτεραιότητα που έχει η έκφραση του συναισθήματος για την ομαλή ανάπτυξη του βρέφους και για τη στοχοκατευθυνόμενη προλεκτική επικοινωνία μαζί του.

Γεννιόμαστε αλτρουιστές; Τι παρατηρείται στη συμπεριφορά των παιδιών σχετικά;

Έχουμε την έμφυτη τάση να είμαστε αλτρουιστές κι αυτό εκδηλώνεται πολύ πρώιμα στην ανάπτυξη του παιδιού, πριν αυτό αναπτύξει πλήρως τη λεκτική επικοινωνία. Επειδή το παιδί είναι το αντικείμενο της φροντίδας, συχνά δεν συνειδητοποιούμε το γεγονός ότι έχει αυτή την τάση. Ωστόσο, σε πειράματα που στόχευσαν ακριβώς σε αυτό το φαινόμενο, αποδείχτηκε σαφώς ότι τα πολύ μικρά παιδιά, π.χ. δύο ετών, αμέσως μόλις καταλάβουν ότι μπορούν να βοηθήσουν κάποιον, προστρέχουν αυθόρμητα και πρόθυμα! Για παράδειγμα, όταν σε ένα τέτοιο πείραμα κάποιος είναι φορτωμένος και προσκρούει σε μια κλειστή ντουλάπα, το παιδάκι που παρακολουθεί τη σκηνή τρέχει να ανοίξει την πόρτα της ντουλάπας. Σε ένα άλλο πείραμα, όταν κάποιος δεν φτάνει να πιάσει κάτι, αλλά το παιδάκι τον βλέπει και μπορεί να φτάσει το αντικείμενο, τότε παίρνει αυτό το αντικείμενο και του το δίνει.

Η ύπαρξη ενσυναίσθησης και η αλτρουιστική τάση θα λέγαμε ότι συνιστούν τα θεμέλια της ανθρώπινης κοινωνίας. Έχουν εξελικτικές βάσεις;

Αν θεωρήσουμε πως η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια και κατά προέκταση το ομαδικό πνεύμα είναι οι βάσεις για τη συγκρότηση της ανθρώπινης κοινωνίας, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι αυτές οι βάσεις θεμελιώνονται στη φύση του ανθρώπινου ψυχισμού. Κι αυτά τα έμφυτα θεμέλια είναι η ενσυναίσθηση και ο αλτρουισμός που χαρακτηρίζουν τις κοινωνικές σχέσεις του ανθρώπου, όχι μόνο τις στενές και συγγενικές αλλά και όλες τις άλλες. Λέμε ότι είναι έμφυτα χαρακτηριστικά επειδή εμφανίζονται αυθόρμητα κατά την ανάπτυξη του ατόμου. Αλλά γνωρίζουμε επίσης ότι είναι χαρακτηριστικά που προέκυψαν στην πορεία της εξέλιξης των ειδών. Για παράδειγμα, και οι χιμπατζήδες δείχνουν ενσυναίσθηση, παρότι σε πιο περιορισμένη κλίμακα, αλλά και γνήσια αλτρουιστική συμπεριφορά – και μάλιστα παρέχοντας βοήθεια προς τον άνθρωπο σε πειράματα αντίστοιχα με αυτά που περιέγραψα πριν. Θα πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε ότι σε όλη την πορεία της εξέλιξης, τα χαρακτηριστικά που βοηθούν στη συγκρότηση κοινωνιών, που προάγουν δηλαδή τη συνεργασία και την αλληλοβοήθεια, συνοδεύονται πάντα («συν-εξελίσσονται») από άλλα χαρακτηριστικά που απομονώνουν ή εξουδετερώνουν αυτόν που θα εκμεταλλευτεί τις «καλές» αυτές τάσεις, τον απατεώνα ή τον εκμεταλλευτή, που θα ιδιοποιηθεί προς όφελός του την καλή διάθεση των άλλων χωρίς να τους το ανταποδώσει. Έτσι και στην ανθρώπινη συναλλαγή, η ενσυναίσθηση και ο αλτρουισμός συνοδεύονται από νοητικές ικανότητες που μας επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε τον απατεώνα και να μην πέφτουμε -τουλάχιστον συστηματικά- θύμα του εξαιτίας αυτών των καλών μας τάσεων. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε ανώτερης τάξης νοητικές λειτουργίες, όπως είναι η Θεωρία του Νου και η μετα-νόηση, με τις οποίες γνωρίζουμε και επεξεργαζόμαστε τη σκέψη μας και τα συναισθήματά μας καθώς και τη σκέψη και τα συναισθήματα του άλλου.

Πότε αποκτούμε ικανότητες γνώσης της σκέψης μας και της σκέψης των άλλων;

Από τις σχετικές έρευνες φαίνεται πως στην ηλικία 3-5 ετών γίνεται μια μεγάλη μεταβολή, που επιτρέπει στα παιδιά να κατέχουν και να αναπτύξουν περαιτέρω νοητικές ικανότητες που πριν δεν υπήρχαν σε αυτά. Πρόκειται για την ικανότητα διάκρισης και αναγνώρισης της ψυχικής κατάστασης των άλλων ατόμων (των προθέσεων, των πεποιθήσεων, των συναισθηματικών αντιδράσεων κ.λπ.). Το παιδί πριν από αυτό το νοητικό ορόσημο δεν μπορεί να διακρίνει μεταξύ της δικής του ψυχικής κατάστασης και αυτής ενός άλλου ατόμου. Δεν καταλαβαίνει, για παράδειγμα, ότι όταν κάτι που αυτό γνωρίζει και δεν το γνωρίζει κάποιος άλλος, ο άλλος θα ενεργήσει με βάση που αυτό που γνωρίζει αυτός! Δεν καταλαβαίνει έτσι τη δυνατότητά του να «ξεγελάσει» κάποιον μη λέγοντας την αλήθεια γι’ αυτό που γνωρίζει ή θέλει. Ούτε κατανοεί την αντίστοιχη δυνατότητα κάποιου άλλου να το ξεγελάσει. Δηλαδή δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον απατεώνα ή τον εκμεταλλευτή όπως λέγαμε πριν! Όλα αυτά γίνονται αντιληπτά όταν η σκέψη (και άλλα βιώματα) του εαυτού και του άλλου γίνουν διακριτά στο μυαλό του παιδιού και αντικείμενο ταυτοποίησης και συλλογιστικής επεξεργασίας. Την αναγνώριση και επεξεργασία των ιδίων σκέψεων (την «σκέψη για τη σκέψη») καλούμε «μετα-νόηση», ενώ την ικανότητα αναγνώρισης και ταυτοποίησης των σκέψεων και βιωμάτων γενικότερα των άλλων ατόμων την ονομάζουμε συμβολικά «Θεωρία του Νου». Αν η ενσυναίσθηση και ο αλτρουισμός είναι συναισθηματικά θεμέλια της ανθρώπινης κοινωνίας, η Θεωρία του Νου είναι το νοητικό της θεμέλιο. Με αυτή καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας και σε μεγάλο βαθμό με αυτή συνεννοούμαστε μέσω της γλώσσας.

Με τι ασχολείται η Θεωρία του Νου; Γιατί είναι απαραίτητη για να συνεννοηθούμε;

Με τη Θεωρία του Νου γνωρίζουμε ή εκτιμάμε συνεχώς την κατάσταση ενός άλλου ανθρώπου, ιδιαίτερα όταν έχουμε κάποιου είδους επικοινωνία ή συναλλαγή μαζί του. Για παράδειγμα, κατανοούμε ότι κάποιος υποκρίνεται ή μιλά με υπαινιγμούς επειδή μπαίνουμε στη θέση του και καταλαβαίνουμε την πρόθεσή του. Έτσι, σε έναν υπαινιγμό παίρνουμε το μήνυμα που υπάρχει κρυμμένο σε αυτό που λέγεται, με βάση τι θέλει να μας πει ο άλλος και όχι με την κυριολεξία. Φανταστείτε, όταν αργήσατε σε ένα ραντεβού κι αυτός που σας περίμενε σας λέει «τον βρήκες τον δρόμο;». Δεν του εξηγείτε ότι δεν είχατε χάσει τον δρόμο, αλλά κάτι άλλο σας καθυστέρησε! Κατά προέκταση, σε ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς -όπως υπόκριση, συμπεράσματα και προβλέψεις για τους άλλους, επίλυση προβλημάτων σε κοινωνικές καταστάσεις κ.λπ.- χρησιμοποιούμε τη Θεωρία του Νου. Ιδιαίτερα στην αποκωδικοποίηση του μεταφορικού λόγου, όπως στους υπαινιγμούς, στο σαρκασμό, στο χιούμορ και στα ανέκδοτα και κατά προέκταση σε πολλές περιγραφές, αφηγήσεις κ.λπ. που διανθίζουν τη συνομιλία μας. Συνεπώς, ναι, η Θεωρία του Νου είναι απολύτως απαραίτητη για να συνεννοηθούμε.

Ποιες είναι οι δυσλειτουργίες που μπορεί να εμφανιστούν στη μετα-νόηση και πώς σχετίζονται με την ψυχοπαθολογία;

Η μετα-νόηση συνιστά το μέρος εκείνο της νοητικής μας λειτουργίας που έχει την επίγνωση, την επιτήρηση, τον έλεγχο και τη διαχείριση της ψυχονοητικής μας κατάστασης και λειτουργίας ανά πάσα στιγμή. Πρέπει να φανταστούμε τη λειτουργία της μετα-νόησης σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Υπάρχει το επίπεδο που αφορά την παρακολούθηση και διαχείριση της τρέχουσας σκέψης και μάθησης. Με αυτό, για παράδειγμα, διορθώνουμε τα λάθη μας καθώς μιλάμε ή γράφουμε, ή εκτιμάμε κατά πόσο καταλάβαμε κάτι που διαβάσαμε. Υπάρχει το επίπεδο που αφορά την επίγνωση και τη διαχείριση των βιωμάτων μας, δηλαδή των πεποιθήσεών μας, των σκέψεών μας, των συναισθηματικών και συμπεριφορικών μας αντιδράσεων κ.λπ. Αυτή η ενδοσκόπηση -το νοητικό αντίστοιχο της Θεωρίας του Νου για τον ίδιο μας τον εαυτό- μπορεί να δυσλειτουργεί και αυτό συνιστά υπόβαθρο ψυχοπαθολογίας. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι που έχουν ψυχωσικά βιώματα, όπως παραληρητικές ιδέες και ψευδαισθήσεις, εξ ορισμού δεν πιστεύουν ότι αυτές οι ιδέες τους ή οι αισθήσεις τους είναι παθολογικές και χρειάζονται αμφισβήτηση. Αυτό είναι άλλωστε το απαραίτητο παθολογικό χαρακτηριστικό αυτών των βιωμάτων. Αλλά και οι άνθρωποι με αγχώδεις αντιδράσεις ή με καταθλιπτικές σκέψεις, για κάποιο λόγο, που έχει να κάνει με τη μετα-νόηση, δεν μπορούν να ελέγχουν και να εξουδετερώσουν αυτά τα βιώματα ακόμα κι αν το θέλουν. Η Θεωρία του Νου λείπει χαρακτηριστικά στα άτομα με αυτισμό και δυσλειτουργεί σε όλες τις σοβαρές ψυχικές διαταραχές. Τελικά, τείνω να συμπεράνω ότι όλο το φάσμα της ψυχοπαθολογίας έχει ως υπόβαθρο κάποιου είδους μετα-νοητική δυσλειτουργία – διαφορετικό είδος στις διαφορετικές ψυχικές διαταραχές. Και με χαρά παρατηρώ ότι τα τελευταία χρόνια διευρύνεται σημαντικά και ολοένα και περισσότερο η έρευνα για τις μετα-νοητικές δυσλειτουργίες στις ψυχικές διαταραχές.

Λήδα Αρνέλλου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s