ΔΙΚΑΙΟΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Η δικαιοσύνη αποτελεί ένα αγαθό του δημόσιου βίου, που έχει ως απώτερο σκοπό την ευδαιμονία και την ασφάλεια των πολιτών, καθώς και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Όμως, το σύστημα απόδοσης της δικαιοσύνης συνδέεται άρρηκτα και εξαρτάται από τους νόμους που έχουν ψηφιστεί και βρίσκονται σε ισχύ σε κάθε κράτος. Ως εκ τούτου, όσο πιο αναποτελεσματικοί, περίπλοκοι και πολυάριθμοι οι νόμοι ενός κράτους, τόσο πιο αναποτελεσματική και αργή η διαδικασία απόδοσης Δικαιοσύνης. Έχουμε συγκεκριμένες και ρεαλιστικές προτάσεις για την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό της Ελληνικής Δικαιοσύνης, ώστε ο Πολίτης να αισθάνεται ασφαλής και προστατευμένος, οι νόμοι να ισχύουν για όλα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως αν είναι απλοί πολίτες ή πρόσωπα με ισχύ και εξουσία, το κράτος να λειτουργεί εύρυθμα και να μην τίθεται σε κίνδυνο η κοινωνική συνοχή.

Του Δρ. Νίκου Γεωργαντζά* Οι δ’ εν ταις ευποροίαις, αν η πολιτεία διδώ την υπεροχήν, υβρίζειν ζητούσι και πλεονεκτείν΄Οταν η πολιτεία δίνει την υπεροχή στην κυρίαρχο τάξι, η τελευταία επιζητεί να υβρίζει και να πλεονεκτεί Αριστοτέλους Πολιτικά (1307α, 19-20)

Η έννοιες του δικαίου και της δικαιοσύνης είναι συνυφασμένες με τις έννοιες της αρετής και της κακίας, του ήθους, της ηθικής και των νόμων, εθιμικών και νομοθετημένων. Είναι επίσης συνυφασμένες με το θεσμικό τρόπο που νομοθετούνται και με τον θεσμικό τρόπο που κατανέμεται δίκαιον και δικαιοσύνη στην εκάστοτε κοινωνία, στις οποίες όλες αυτές οι έννοιες, οι πρακτικές και οι σχετικοί θεσμοί δεν είναι οι ίδιοι. Στην δημοκρατία οι νόμοι φτιάχνονται για να υπηρετήσουν την ισότητα έκαστου έναντι του νόμου, νόμοι και δικαιοσύνη είναι κοινωνικοποιημένα αγαθά, στα αλλά καθεστώτα κατασκευάζονται για να υπηρετήσουν την ταξική κοινωνία και οι νόμοι, το δίκαιον και η δικαιοσύνη είναι ταξικό, δηλαδή δεν υπάρχει ισότητα έναντι του νόμου και της απονομής της δικαιοσύνης.

Το Σύνταγμα, ως το κοινωνικό συμβόλαιο και τους νόμους στο αστικό, το δημόσιο, το ποινικό, το φορολογικό, το προνοιακό και λοιπά δίκαια, πρέπει να το ανασυγκροτήσει και δημοκρατικοποιήσει η κοινωνία των πολιτών, με γνώμονα το ελληνικό αξιακό σύστημα, την απλότητα και περιεκτικότητα των νόμων, την απόδοση δικαιοσύνης, με γνώμονα το κοινωνικό, εθνικό και ατομικό συμφέρον, την κοινωνική και ατομική αρμονία, την κοινωνική αλληλεγγύη, την οικονομική ανάπτυξη και αφθονία, την ατομική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική Ελευθερία.

Οι εκκλήσεις του Δήμου η των πολιτών συγκροτούν ομάδες εξ αυτών δια να επιτελέσουν αυτό το έργο του καθορισμού του νομικού δικαίου και της απονομής της δικαιοσύνης, δια ενός δημόσιου εποικοδομητικού διαλόγου, ώστε το αποτέλεσμα να είναι μια πλειοψηφική συναπόφαση στις εκκλησίες των πολιτών.

Την δικαιοσύνη πρέπει να την απονέμει η κοινωνία δια κοινωνικών δικαστικών θεσμών, εξώδικα, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια. Οι δικαστές των  ορκωτών δικαστηρίων είναι εκλεγμένοι από τον λαό, είναι ανακλητοί, λογοδοτούν στον λαό, τηρούν πλήρη διαφάνεια, είναι έντιμοι, δίκαιοι και νομομαθείς.

Το σώμα των ενόρκων κληρωτών πολιτών, ορκίζονται στους συμπολίτες τους ότι θα αποφασίσουν σύμφωνα με το αίσθημα δικαιοσύνης που υπάρχει μέσα στην συνείδησή μας που είναι ότι το καλύτερο, γιατί προκαλεί την έκκριση της ορμόνης της ευτυχίας (σεροτονίνης) μέσα στον εγκέφαλό μας. Έτσι λοιπόν, οι ένορκοι κληρωτοί, έξω από σκοπιμότητες, χρηματισμούς, (δεν έρχονται σε επαφή με κανένα),αφού παρακολουθήσουν την δίκη που διεξάγεται από τους νομικούς, αποσύρονται και με μυστική ψηφοφορία αποφασίζουν. Μην νομίσετε ότι είναι υποχρεωμένοι ν’αποφασίσουν σύμφωνα με τους νόμους. Αυτοί μπορεί ν’αποφασίσουν ακόμα και να μην εφαρμόσουν κάποιο νόμο, αν θεωρήσουν ότι θα αδικηθεί ο κατηγορούμενος. Ακόμη, μπορεί και να συμπληρώσουν κάποιο κενό της νομοθεσίας Βλέπετε, στην Δημοκρατία, το ανώτατο αξίωμα, είναι το αξίωμα του πολίτη. Οι ένορκοι ακούνε όλη την διαδικασία που γίνεται υπό την διεύθυνση των δικαστών και αποφασίζουν σύμφωνα με το περί δικαίου αίσθημα τους για το αθώος ή ένοχος ή για το ποιος έχει δίκιο. Οι δικαστές κατόπιν επιβάλλουν τις ποινές σύμφωνα με το νόμο.

Να πούμε κάτι και για τις ποινές. Φαντασθείτε ένα περιβάλλον όπου ο κάθε πολίτης συναγωνίζεται να είναι ο καλύτερος. Οι ποινές λοιπόν είναι μικρές, μία ημέρα, δύο, έστω πέντε μέρες, γιατί είναι η ποινή μια προσβολή απέναντι στην προσωπικότητα του πολίτη και αυτό είναι το πιο σοβαρό που μετράει. Βέβαια, υπάρχουν και εγκλήματα που επισύρουν μεγάλες ποινές, όπως φόνος, κακοποίηση παιδιού, ηλικιωμένου κλπ. Επίσης η επανάληψη αδικήματος από τον ίδιο κατηγορούμενο που δείχνει ότι έχει χάσει την αίσθηση του μέτρου και έχει αποθρασυνθεί. Θα ήταν παράλειψη να μην τονίσουμε ότι όλες οι δίκες κρατούν οκτώ εργάσιμες ώρες διότι ο καθένας πρέπει να φροντίζει στον χρόνο που διαθέτει να πει τα σπουδαία και τα ζουμερά: Ο χρόνος μας είναι πολύτιμος και οι ένορκοι και οι δικαστές στοιχίζουν τα μεροκάματα τους…

Στην Δημοκρατία υπάρχουν πέντε ανεξάρτητες εξουσίες και οι εγγυητές του συντάγματος. 1)Η εκτελεστική, 2)Η νομοθετική, 3)Η δικαστική, 4)Ο Δημοκρατικός Έλεγχος (περιλαμβάνει και τις διωκτικές αρχές), 5)Η εθνική νομισματική αρχή και ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ-ΟΠΛΙΤΕΣ, ΕΓΓΥΗΤΕΣ του συντάγματος και της ακεραιότητος της χώρας. Για την δικαστική εξουσία λοιπόν, γίνονται δικαστικές εκλογές κάθε έξη χρόνια και οι πολίτες εκλέγουν τους δικαστές ΟΛΩΝ των βαθμίδων. Οι υποψήφιοι δικαστικοί, είναι πτυχιούχοι νομικής, διεξάγουν προεκλογική εκστρατεία και ψηφίζονται από μία και μοναδική λίστα στην οποία αναφέρονται τα ονόματά τους, χωρίς κομματικές επισημάνσεις. Τέλος, να πούμε ότι οι πολίτες με συλλογή αριθμού υπογραφών έχουν την δυνατότητα, τοπικά ή πανεθνικά να ανακαλέσουν δικαστές από το αξίωμά τους, αν διαπιστώσουν ότι κάτι δεν πάει καλά. Τις τελικές αποφάσεις, τις παίρνουν βέβαια οι ένορκοι=κληρωτοί πολίτες.

 

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ – ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΨΥΧΗΣ Οι νόμοι που διέπουν τις ανθρώπινες ψυχές είναι τρεις :- Θείος Νόμος :Τον γνωρίζει ο Νους και τοποθετήθηκε από αυτόν μέσα στις νοήσεις των λογικώνψυχών και ανακαλύπτεται μέσα από την αλήθεια των εσωτερικών τους συλλήψεων. Ο νους λοιπόν μέσα στην σιωπή του ξεδιπλώνει και δίνει στην ψυχή τον θείο νόμοκαι, στρέφοντας το βλέμμα προς τις εντός του εαυτού του νοερές συλλήψεις, τον αναγνωρίζει εν τέλει αποτυπωμένο μέσα στην ψυχή προαιωνίως. Ο θείος νόμος είναι τροφή για την ψυχή όπως οι υλικές τροφές είναι για το σώμα. Οι ακάθαρτες ψυχές αγνοούν τον θείο νόμο.Ο θείος νόμος δεν μεταβάλλεται από τις συγκυρίες της τύχης διότι είναι ανώτεροςτης και ισχυρότερος από κάθε δύναμη. Δεν μπορεί να τον υπερβεί κανείς, ούτε και να τον περιφρονήσει μιας και ο άνθρωπος δεν έχει τίποτα που να είναι υπεράνω του νόμου αυτού.

– Νόμος Φύσης :Ο νόμος της Φύσης διαρθρώθηκε από τον θείο νόμο. Προσδιορίζει την έκταση των αναγκών του σώματος και, υποδεικνύοντας τι είναι απαραίτητο για αυτές, επικρίνει την έφεση προς τα μάταια και περιττά. Παραβιάζεται από τους κενόδοξους ανθρώπους που τον αγνοούν επειδή αγαπούν υπερβολικά το σώμα και είναι προσκολλημένοι σε αυτό.

– Νόμος Εθνών και Πόλεων :Είναι συμβατική ρύθμιση των αμοιβαίων κοινωνικών σχέσεων, στην βάση της γενικής παραδοχής των θεσπισμένων κανόνων. Υποτάσσεται στην σκοπιμότητα, καθώς διατυπώνεται με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με την δύναμη της κυρίαρχης εξουσίας. Τιμωρεί όσους συλλαμβάνονται ως παραβάτες, αλλά δεν αγγίζει όσους κρύβονται, ούτε επίσης τιμωρεί τις εσωτερικές ανθρώπινες προθέσεις. Πρώτα λοιπόν πρέπει να καταλάβουμε τον νόμο της Φύσης και μετά να προχωρήσουμε προς τον θείο νόμο και τότε δεν θα φοβηθούμε τον γραπτό νόμο. Όποιος ακολουθεί την Φύση και όχι τις μάταιες αντιλήψεις είναι σε όλα αυτάρκης. Διότι μπροστά στο επαρκές για την Φύση κάθε απόκτημα είναι πλούτος, αλλά μπροστά στις απεριόριστες ορέξεις ακόμα και ο μεγαλύτερος πλούτος δεν είναι τίποτα.Πορφύριος*-Επιστολή προς Μαρκέλλα 25-27

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Κάθε νόμος πρέπει να υπακούει σε 5 ποιοτικά κριτήρια:Αναγκαίος: Ο νόμος πρέπει να στοχεύει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα για το δημόσιο συμφέρον που η επίλυση του θα γίνει μέσω νομοθεσίας. (Αυτό είναι σε αντίθεση με τα εκάστοτε συμφέροντα που παραπονιούνται ή για προβλήματα που δε χρειάζονται νομοθετική λύση). Το πρόβλημα πρέπει να ορίζεται με πραγματικά και μετρήσιμα στοιχεία και όχι με συγκριτικά επίθετα όπως «λιγότερο», «περισσότερο» ή «χειρότερο».

Αποτελεσματικός: Η προτεινόμενη νομοθετική λύση πρέπει να λύσει το πρόβλημα που εντοπίστηκε, σύμφωνα με πολλαπλές ανεξάρτητες μελέτες (κυρίως όχι σύμφωνα με μελέτες από ειδικά συμφέροντα που μπορεί να επωφελούνται από το νόμο).

Αναλογικός: Ο προτεινόμενος νόμος δεν πρέπει να δημιουργεί χειρότερα προβλήματα από αυτά που φιλοδοξεί να λύσει. Ειδικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει πάντοτε να τηρούνται.

Βάση αποδεικτικών στοιχείων: Ο νόμος πρέπει να βασίζεται σε επιστημονικές, ανεξάρτητες, τεκμηριωμένες μελέτες και ποτέ σε δόγματα ή δοξασίες κάθε είδους.Να έχει βάση τα Δικαιώματα: Η αιτιολόγηση για κάθε νόμο πρέπει τελικά να απευθύνεται στα ανθρώπινα δικαιώματα, και ποτέ σε δόγματα ή στην ηθική. Προηγούμενοι νόμοι που δεν πληρούν αυτά τα κριτήρια πρέπει να καταργούνται.

Ισονομία:
Ίση, δίκαιη και οριζόντια αντιμετώπιση των πολιτών σε όλους τους τομείς όπως Επιχειρηματικότητα, Φορολογία, Δικαιοσύνη και αλλά. Απαιτούμε την εκ του μηδενός ανασύσταση της Ελληνικής δικαιοσύνης με γνώμονα τις αρχές του δικαίου και την εφαρμογή του σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας δίχως απολύτως καμία εξαίρεση, έτσι ώστε να βρίσκει εφαρμογή το άρθρο τους νέου συντάγματος «όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο».

Όπως και στην αρρώστια ομοίως και στην δημόσια ασφάλεια, η πρόληψης είναι πολύ πιο φθηνότερη και αποτελεσματικότερη από την θεραπεία. Η εγκληματικότητα και η παρανομία πρέπει κατά κανόνα να προλαμβάνονται και να ελαχιστοποιούνται, να μην αφήνονται κατά δύναμιν καν να εκδηλώνονται, να καταπολεμούνται εν τη γενέσει τους και κατά εξαίρεσιν να καταστέλλονται, και οι εγκληματίες και παράνομοι να αδρανοποιούνται και να παιδαγωγούνται κατά τρόπον που να ελαχιστοποιείται η υποτροπή. Παθολογικοί εγκληματίες πρέπει να απομακρύνονται παντελώς από την κοινωνία

ΓΝΩΣΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΤΑΠΕΙΝΟΤΗΤΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ
Και οι σοφοί διαπράττουν σφάλματα. Η διαφορά με τους κοινούς θνητούς είναι, ότι αναγνωρίζουν τα λάθη τους και δεν τα επαναλαμβάνουν. Τα αναγνωρίζουν λόγο ταπεινότητας, το αντίθετο του εγωισμού και της εγωπάθειας, και επειδή έχουν γνώση και αυτογνωσία. Συνέπεια αυτής της σοφίας τους είναι να ελαχιστοποιούν τις αρνητικές συνέπειες εκ ΤΗΣ ΜΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ των λαθών τους, στον εαυτόν τους και την κοινωνία. Αν αυτήν την νοοτροπία την έχει ένας λαός η τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του, ΔΗΛΑΔΗ ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΑ ΙΔΙΑ ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΝΑ ΕΛΑΧΙΣΤΟΠΟΙΟΥΝ ΓΕΝΙΚΑ ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥΣ; τότε το αθροιστικό ζημιογόνο αποτέλεσμα των αρνητικών συνεπειών σε κάθε άτομο και στο σύνολο της κοινωνία θα είναι πολύ πολύ μικρότερο και επομένως η ευδαιμονία και η υλική αυτάρκεια και επάρκεια μεγαλύτερη. Ένας άλλος τρόπος ελαχιστοποίησης ζημιογόνων συνεπειών στην κοινωνία και τα άτομα είναι η πρόληψης αποτελεσμάτων ζημιογόνων, δια της γνώσεως των αιτίων και αναίρεσις αυτών, αφού γνωρίζουμε πως τα ίδια αίτια φέρνουν τα ίδια αποτελέσματα.

Οι άνθρωποι ζώντας εν κοινωνία αναπτύσσουν πολλές και ποικίλες σχέσεις, στην οικογένεια, στη γειτονιά, στο σχολείο, στην εργασία, στο παιχνίδι κτλ. Οι σχέσεις αυτές μπορεί να είναι ηθελημένες ή αθέλητες, πρόσκαιρες ή διαρκείς κτλ. Ό,τι και αν είναι χρειάζονται ρύθμιση για να αποφεύγονται οι συγκρούσεις. Δίκαιο λοιπόν είναι ένα σύνολο υποχρεωτικών κανόνων που ρυθμίζουν την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων. Το δίκαιο ρυθμίζει τη κοινωνική ζωή. Η συνύπαρξη απαιτεί την ύπαρξηυπευθυνότητας ή/και του δικαίου. Και η ανάγκη για δίκαιο υπάρχει από τότε που οι άνθρωποι οργανώθηκαν σε κοινωνία. Το δίκαιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πολιτική. Η πολιτική και το δίκαιο γεννήθηκαν από την ανάγκη να επιτευχθούν οι κοινοί στόχοι της κοινωνίας και να προστατευθούν τα μέλη της. Το δίκαιο εκφράζει κοινωνικές ανάγκες, αξίες, προτεραιότητες. Εκφράζει την ιεράρχηση των αναγκών και αξιών κάθε κοινωνίας. Η πολιτική καλείται να κάνει τις άριστες επιλογές για άτομα και κοινωνία. Καλείται να θεσπίσει «ορθό» δίκαιο. Η διαφοροποίηση της πολιτικής και του δικαίου στην πορεία του χρόνου σημαίνει διαφοροποίηση αναγκών και αξιών, διαφορετική ιεράρχησή τους. Το δίκαιο εκδηλώνεται σε ορισμένο χώρο και χρόνο και εκφράζει αντιλήψεις και τάσεις της κοινωνικής συμβίωσης, ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις. Από την άλλη μεριά υποστηρίζεται ότι το δίκαιο είναι κοινωνική-πολιτική κατασκευή για να ρυθμίζει σχέσεις, τις οποίες εξασφαλίζει η κρατική εξουσία. Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα είναι, ποιος επιβάλλει και ποιον εξυπηρετεί το δίκαιο; Το δίκαιο είναι ταξικό, ουδέτερο ή είναι το αποτέλεσμα συσχετισμού (της σύγκρουσης) των κοινωνικών-πολιτικών δυνάμεων; Γενικά, υπάρχουν τρεις απόψεις: α) Είναι ταξικό. Εκφράζει και υπηρετεί τα συμφέροντα της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης. Έτσι π.χ. στον καπιταλισμό, η αστική τάξη διαμορφώνει το δίκαιο εκείνο που εξυπηρετεί τα συμφέροντά της και διαιωνίζει την κυριαρχία της. β) Είναι ουδέτερο. Το δίκαιο, γραφτό και άγραφο, εκφράζει και ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις, γενικά και απρόσωπα, και ισχύει έναντι πάντων. Δεδομένου ότι αυτές μεταβάλλονται, επόμενο είναι να μεταβάλλεται και το δίκαιο. Γι’ αυτό κάθε κοινωνία, ζώντας τη δική της πραγματικότητα, έχει το δικό της δίκαιο, που ισχύει κάθε φορά. γ) Ούτε ταξικό ούτε ουδέτερο. Το δίκαιο εκφράζει και ρυθμίζει τις κοινωνικές αντιθέσεις. Γενικά, εξυπηρετεί το συμφέρον της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης, αλλά δεν λειτουργεί μονόπλευρα υπέρ των κρατούντων. Δεν είναι πλήρως ταξικό, αλλά δεν είναι και ουδέτερο, αφού προσπαθεί να συγκεράσει και να εξισορροπήσει τα ανταγωνιστικά συμφέροντα, που διαμορφώνονται από τον εκάστοτε συσχετισμό των κοινωνικών-πολιτικών δυνάμεων.

Ανέκαθεν ο άνθρωπος έθετε το ερώτημα, τι είναι δίκαιο; Σε όλες τις εποχές, φιλόσοφοι, επιστήμονες, πολιτικοί, προσπαθούν να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα. Όπως για κάθε ζήτημα, έτσι και εν προκειμένω υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το τι είναι δίκαιο και δικαιοσύνη. Ο Σωκράτης, στην Πολιτεία του Πλάτωνα, προσπαθεί να αποδείξει την ανωτερότητα και την ωφέλεια του δικαίου και της δικαιοσύνης έναντι της αδικίας, αναφέροντας ότι η δικαιοσύνη χαρακτηρίζει τους ανθρώπους αλλά και τις πολιτείες. Ο Θρασύμαχος, ένα από τα πρόσωπα της συζήτησης, υποστηρίζει ότι «το δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυροτέρου». Βέβαια, ο ισχυρότερος επειδή έχει δύναμη, μπορεί να επιβάλλει τη θέλησή του. Μπορεί να ορίζει «τι είναι δίκαιο», αλλά αυτό δεν σημαίνει αναμφίβολα ότι είναι και δίκαιο. Άλλη είναι η έννοια του δικαίου, άλλη του συμφέροντος και άλλη η έννοια της δύναμης. Από τότε μέχρι σήμερα η συζήτηση συνεχίζεται. Παραπλήσια είναι η συζήτηση σχετικά με την ύπαρξη και διάκριση του δικαίου σε θετικό και φυσικό. Το θετό δίκαιο είναι αυτό που θέτει η πολιτεία. Ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις και, ανάλογα με τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, τις ρυθμίζει περισσότερο ή λιγότερο ταξικά ή ουδέτερα ή ανάλογα με τον εκάστοτε συσχετισμό των κοινωνικών-πολιτικών δυνάμεων. Το φυσικό δίκαιο είναι η αιώνια, αναλλοίωτη και κοινή για όλους ιδέα του ορθού σύμφωνα με το καλό, το αγαθό. Προσιδιάζει σ’ όλους τους ανθρώπoυς, είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη υπόσταση, είναι μια αξία. Ένα δίκαιο αιώνιο και αναλλοίωτο, που ισχύει σε όλες τις κοινωνίες, σε όλες τις εποχές. Εμπεριέχει αξιώματα και αρχές γενικής ισχύος. Είναι το δίκαιο του δικαίου. Άλλωστε, το φυσικό δίκαιο «προϊσχύει, υπερισχύει και κατισχύει» του θετού δικαίου. Αιώνιο σύμβολο επίκλισης του φυσικού δικαίου αποτελεί η Αντιγόνη του Σοφοκλή. Το δίκαιο δεν εξαντλείται στον νόμο. Ο νόμος, το θετό δίκαιο, προσπαθεί να οριοθετήσει το δίκαιο από το άδικο, το καλό από το κακό, το ηθικό από το ανήθικο. Ο νόμος και μάλιστα ο γραπτός νόμος αποτελεί κατάκτηση για τον πολιτισμό. Και ωφελεί περισσότερο τους αδύνατους παρά τους δυνατούς. Γενικά, ο νόμος: ενδιαφέρει όλους, ισχύει για όλους, προστατεύει όλους. Ο Πλάτων, στο έργο του Νόμοι, αναφέρει για τους νόμους ορισμένες αρχές πρωταρχικής σημασίας, οι οποίες είναι χρήσιμες, πρωτίστως, για τους πολιτικούς και για όσους ασχολούνται με τηννομικής επιστήμη, όπως: Οι νόμοι πρέπει να ρυθμίζουν τα σημαντικά ζητήματα. Οι νόμοι δεν πρέπει να μεταβάλλονται συχνά. Οι νόμοι διαπαιδαγωγούν τους πολίτες. Η επιβολή των νόμων πρέπει να γίνεται με την πειθώ και όχι μετη βία.

Κανόνες ηθικής και κανόνες δικαίου. Ηθική και Δίκαιο βρίσκovται σε στεvή σχέση, αλληλoεπηρεάζovται. Η επίδραση της ηθικής επί τoυ δικαίoυ είvαι τόσo σημαvτική, ώστε γίvεται λόγoς για ηθικoπoίηση τoυ δικαίoυ. Τo δίκαιo είvαι αvάγκη vα έχει έvαν βαθμό ηθικής απoδoχής, διότι έτσι λειτoυργεί ως συvεκτικός ιστός της κoιvωvίας και επιπλέov είvαι απoτελεσματικό. Τo δίκαιo λoιπόv στηρίζεται στηv Ηθική. Ηθική και δίκαιο oρίζoυv τρόπoυς συμπεριφoράς. Τo «δέov» της συμπεριφoράς απoρρέει τόσo από καvόvες ηθικής όσo και από καvόvες δικαίoυ. Όμως, υπάρχoυv και διαφoρές. Η ηθική εισάγει καvόvες πoυ ρυθμίζoυv τηv κoιvωvική συμπεριφoρά και επιπλέov επισείει τoυς κιvδύvoυς από τη μη εφαρμoγή τoυς. Διακρίvει τo καλό από τo κακό. Οι καvόvες ηθικής δεv έχoυv υπoχρεωτικό χαρακτήρα, απευθύvovται στov εσωτερικό κόσμo, στη συvείδηση, στoν συvάvθρωπo, έχουν στόχο την oυσιαστική voμιμότητα. Η παραβίαση τωv ηθικώv καvόvωv σχετίζεται με την συνείδηση κάθε ατόμου. Τo δίκαιo ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις. Πρωταρχικός σκoπός τoυ δικαίoυ είvαι η επιβoλή και η διατήρηση της τάξης, η εξασφάλιση της ειρηvικής κοινωνικής συμβίωσης. Σε αντίθεση με τους κανόνες της ηθικής, οι κανόνες τoυ δικαίoυ είvαι υπoχρεωτικοί, απευθύvονταιστov άvθρωπo, εvδιαφέρονται για τηv εξωτερική συμπεριφoρά και τηv τυπική voμιμότητα. Η παράβαση τωv καvόvωv δικαίoυ τιμωρείται από την πολιτεία. Πράγματι, άλλo η ηθικότητα και άλλo η voμιμότητα της πράξης. Οι κανόνες δικαίου διαφέρουν από τους κανόνες ηθικής, κυρίως, στα εξής: α) Ρυθμίζουν την εξωτερική συμπεριφορά, τις πράξεις, δεν ενδιαφέρονται για τις σκέψεις των ανθρώπων. β) Είναι υποχρεωτικοί, αναγκαστικοί, τόσο για τους πολίτες όσο και για τους φορείς που τους επιβάλλουν. γ) Προβλέπουν κυρώσεις για αυτούς που τους παραβιάζουν. Ένα κρίσιμo ερώτημα είvαι το εξής: τι πράττει o άνθρωπος σε περίπτωση σύγκρoυσης καvόvωv ηθικής και δικαίoυ; Στις περιπτώσεις αυτές γίvεται λόγoς για ηθικά διλήμματα. Σε κρίσιμες-oριακές καταστάσεις, και όχι μόvo, καθέvας αvτιμετωπίζει τα λεγόμεvα ηθικά διλήμματα. Παράδειγμα: ελευθερία ή θάvατoς, πόλεμoς ή ειρήvη, πίστη ή απιστία, εργασία ή απεργία. Τα παραδείγματα αυτά δείχvoυv ότι τo δίλημμα μπoρεί vα είvαι σημαvτικό ή δευτερεύov. Μόvo πoυ και τo δευτερεύov μπoρεί vα είvαι εξίσoυ σημαvτικό για αυτόν που καλείται να επιλέξει. Ηθικό δίλημμα υφίσταται και στη σύγκρoυση καθηκόvτωv. Σύγκρoυση καθηκόvτωv υπάρχει όταv η εκπλήρωση τoυ εvός καθήκovτoς συvεπάγεται πρoσβoλή τoυ άλλoυ. Αv τo έvα καθήκov είvαι καταφαvώς σημαvτικότερo από τo άλλo, η λύση είvαι εύκoλη. Αv όμως τα δύo καθήκovτα είvαι ίσης ή περίπoυ ίσης αξίας, τo δίλημμα είvαι έvτovo.

Παράδειγμα: τι γίνεται όταν «πρέπει» να θυσιαστεί η μάνα για να σώσει το παιδί της, ο δάσκαλος για να σώσει τους μαθητές του, ο αξιωματικός για να σώσει τους στρατιώτες του; Υπάρχει στάθμισηαξιολόγηση της ανθρώπινης ζωής; Τι κριτήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν; Μήπως αυτός o ένας, που αποφάσισε να θυσιαστεί, θα μπορούσε να προσφέρει στην ανθρωπότητα ή ακόμα να λυτρώσει τον άνθρωπο από τη δυστυχία; Σύμφωνα με την ηθική φιλoσoφία, είvαι δυvατό vα βρεθoύv τρόπoι επίλυσης τωv ηθικώv διλημμάτωv, δηλαδή τωv συγκρoύσεωv πoυ υφίσταται τo άτoμo, αφoύ όλες oι πράξεις δεv έχoυv την ίδια σπουδαιότητα. Γίvεται λoιπόv αξιoλόγηση και αιτιoλόγηση της πράξης, με βάση τηv ηθική και τη λoγική και εξετάζovται oι επιπτώσεις της πράξης στα άτoμα και στo κoιvωvικό σύvoλo. Τo δίλημμα υπακoή στoυς καvόvες ηθικής ή στoυς καvόvες δικαίoυ, ξεπερvιέται και παύει vα υφίσταται, όταν η ηθική εμπoτίζει τo δίκαιo. Όμως, oι περιπτώσεις πoυ καλείται vα πράξει o άvθρωπoς είvαι πoλλές και συvήθως δεv γvωρίζει τo περιεχόμεvo τωv κανόνων δικαίου, ούτε η ηθική εμποτίζει όλους τους νόμους. Κάθε περίπτωση είvαι ξεχωριστή και απαιτεί τη δική της αξιoλόγηση και επιλoγή. Γι’ αυτό, γεvική απάvτηση δεv υπάρχει. Κάθε φoρά είvαι θέμα επιλoγής. Σε γεvικές γραμμές, καθέvας μπoρεί vα αψηφήσει τo δίκαιο, τον vόμo, εφόσov: είvαι καταφαvώς άδικoς, αvήθικoς, δεv χρησιμoπoιεί βία, απoδέχεται τις συvέπειες της αvυπακoής. Επίσης, υπάρχει περίπτωση σύγκρoυσης μεταξύ των καvόvωv ηθικής. Και στην περίπτωση αυτή καθένας καλείται vα επιλέξει. Επειδή η ηθική επιβάλλει καθήκοντα, η επιλoγή γίvεται μετά από αξιoλόγηση τωv συγκρoυόμεvωv καθηκόvτωv. Σε γεvικές γραμμές ισχύoυv oι εξής αρχές: Τα θεμελιώδη καθήκovτα υπερισχύoυv τωv μη θεμελιωδών. Τα γεvικά καθήκovτα υπερισχύoυv τωv ειδικώv. Τα καθήκovτα φιλαvθρωπίας υπερισχύoυv τωv καθηκόντων της δικαιoσύvης. Αυτά πoυ αφoρoύv τη ζωή είvαι αvώτερα από αυτά πoυ αφoρoύv τηv περιoυσία και την ελευθερία. Αυτά πoυ αφoρoύv τoυς πoλλoύς υπερισχύoυv αυτώv πoυ αφoρoύv τoυς λίγoυς. Αυτά πoυ αφoρoύv τoυς oικείoυς υπερισχύoυv αυτώv πoυ αφoρoύv τoυς ξέvoυς. Γενικά, ο χρυσός κανόνας συμπεριφοράς, ο οποίος ισχύει σε όλες τις κοινωνίες, σε όλες τις εποχές είναι: καθένας πρέπει να συμπεριφέρεται στους άλλους, όπως θα ήθελε οι άλλοι να συμπεριφέρονται σε αυτόν. Δηλαδή, συμπεριφορά σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαιότητας.

Ερμηνεία και ιεράρχηση των κανόνων δικαίου Η ερμηνεία δικαίου συνίσταται στην κατανόηση του δικαίου, στην ανεύρεση του πραγματικού νοήματος των κανόνων του δικαίου. Το δίκαιο ρυθμίζει την κοινωνική ζωή, και αφού η κοινωνική ζωή μεταβάλλεται, οι νέες καταστάσεις, τα νέα προβλήματα, χρειάζονται ρύθμιση. Υπάρχουν περιπτώσεις που ένας νόμος παρουσιάζει ασάφειες. Έτσι δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το περιεχόμενό του, την έκταση εφαρμογής του κτλ. Επίσης, αφού η κοινωνική πραγματικότητα μεταβάλλεται, οι συνθήκες που υπήρχαν κατά τη θέσπιση του νόμου ίσως δεν υπάρχουν ύστερα από κάποια χρόνια. Επιπλέον, ο νόμος είναι αδύνατον να προβλέψει όλες τις περιπτώσεις που εμφανίζονται στην κοινωνική ζωή. Για όλους αυτούς τους λόγους, το δίκαιο πιθανόν να χρειάζεται ερμηνεία. Το ζήτημα της ερμηνείας τίθεται κυρίως από τον δικαστή ο οποίος καλείται να εφαρμόσει τους κανόνες δικαίου. Όταν ο δικαστής είναι βέβαιος για το νόημα του κανόνα που θα εφαρμόσει δεν τίθεται ζήτημα. Το ζήτημα τίθεται από τη στιγμή που αμφιβάλλει για το νόημά του. Και αμφιβάλλει όταν συνήθως υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση στο νόημα των κανόνων. Παράδειγμα, η λέξη «ιδιοκτησία» σημαίνει την υλική ή την πνευματική ιδιοκτησία; Η λέξη «πρόσωπο» συμπεριλαμβάνει μόνο τα φυσικά ή και τα νομικά πρόσωπα. Οι σπουδαιότερες μέθοδοι ερμηνείας είναι οι εξής: α) Αυθεντική ερμηνεία. Είναι η ερμηνεία που κάνει ο νομοθέτης,είτε με ερμηνευτική διάταξη στον ίδιο νόμο είτε, συνήθως, με έκδοση μεταγενέστερου νόμου. Το Σύνταγμα (Άρθρο 77) αναφέρει ότι η αυθεντική ερμηνεία του νόμου ανήκει στη νομοθετική λειτουργία. Κάποιες φορές ο ίδιος ο νομοθέτης ερμηνεύει τον κανόνα δικαίου που θέτει. Παραδείγματα: στο Σύνταγμα, στο Άρθρο 28, υπάρχει η εξής ερμηνευτική δήλωση: «Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της χώρας στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Ο Αστικός Κώδικας, στο Άρθρο 947, δίνει την έννοια του πράγματος: «Πράγματα κατά την έννοια του νόμου είναι μόνο ενσώματα αντικείμενα. Πράγματα λογίζονται και οι φυσικές δυνάμεις ή ενέργειες, ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο». β) Γραμματική ερμηνεία. Είναι η ερμηνεία που γίνεται με βάση το γράμμα του νόμου. Με βάση τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού ερευνάται η πραγματική έννοια και σημασία των λέξεων. γ) Λογική (επιστημονική ερμηνεία). Είναι αυτή που χρησιμοποιεί τους κανόνες και τα επιχειρήματα της λογικής και σκοπεί στην ανεύρεση του πραγματικού νοήματος του νόμου. δ) Τελολογική ερμηνεία. Είναι αυτή που επιδιώκει την ανεύρεση του σκοπού (τέλος = σκοπός) που επιδιώκεται με τον νόμο κατά τη θέσπισή του. Δηλαδή, μέσα από τον σκοπό βρίσκεται και το πραγματικό περιεχόμενο του νόμου. Εν προκειμένω, μπορούν να είναι χρήσιμα το σχέδιο νόμου, η εισηγητική έκθεση, τα πρακτικά της Βουλής κτλ. Η εν λόγω μέθοδος πλεονεκτεί σε σύγκριση με τις άλλες, διότι δεν ασχολείται με τον τύπο αλλά με τον σκοπό του νόμου. Επίσης, υπάρχουν περιπτώσεις που ο νομοθέτης διατυπώνει έναν νόμο με τρόπο, ώστε να περιορίζει ή να διευρύνει το πραγματικό περιεχόμενό του. Γι’ αυτό, εκτός από τις παραπάνω ερμηνείες, χρειάζεται και: -Η διασταλτική ερμηνεία. Αυτή διαστέλλει την έννοια του νόμου, ώστε να συμπεριληφθούν στοιχεία που δεν υπάρχουν στο γράμμα του αλλά ανταποκρίνονται στο πνεύμα του. Παράδειγμα: ο νόμος «Α», που αναφέρει την έννοια «όνομα» συμπεριλαμβάνει και το επώνυμο, επίσης το ψευδώνυμο, την εμπορική επωνυμία κτλ. -Η συσταλτική ερμηνεία. Αυτή συστέλλει την έννοια του νόμου, ώστε να μην συμπεριληφθούν στοιχεία που υπάρχουν στο γράμμα του αλλά δεν ανταποκρίνονται στο πνεύμα του. Παράδειγμα: όταν ο νόμος αναφέρει το «πράγμα», που δόθηκε ως ενέχυρο, δεν συμπεριλαμβάνονται τα ακίνητα, διότι μόνο τα κινητά δίνονται ως ενέχυρο. Οι κανόνες δικαίου δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη. Υπάρχει κάποια ιεραρχία μεταξύ τους. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι κανόνες αλλάζουν, γίνεται κατανοητή η ανάγκη ιεράρχησής τους. Η σύγκρoυση των κανόνων δικαίoυ αίρεται με την εφαρμoγή τριών αξιωμάτων. Τα αξιώματα ιεράρχησης των κανόνων δικαίου είναι: α) Ο ανώτερος νόμος υπερισχύει του κατωτέρου. Παράδειγμα: το Προεδρικό Διάταγμα κατισχύει της Υπουργικής Απόφασης. β) Ο νεότερος νόμος υπερισχύει του παλαιότερου. Παράδειγμα: η φετινή Υπουργική Απόφαση για τον τρόπο διεξαγωγής των εξετάσεων κατισχύει της προηγούμενης Υπουργικής Απόφασης που ρυθμίζει το ίδιο θέμα. γ) Ο ειδικός νόμος υπερισχύει του γενικού. Ένας νόμος είναι ειδικότερος από κάποιον άλλον όταν: πρώτον, αφορά ορισμένες κατηγορίες προσώπων (π.χ. εμπόρους, ναυτικούς). Δεύτερον, είναι ορισμένης χρονικής ισχύος (π.χ. διάρκειας ενός έτους). Τι γίνεται αν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των τριών παραπάνω αξιωμάτων; Χρειάζεται ιεράρχηση μεταξύ των αξιωμάτων. Στην περίπτωση αυτή ισχύει η εξής ιεραρχία: Ο ανώτερος νόμος υπερισχύει του νεοτέρου. Ο ειδικός νόμος, κατ’ αρχήν, υπερισχύει του νεοτέρου. Ο ανώτερος νόμος, κατ’ αρχήν, υπερισχύει του ειδικοτέρου. Η ιεράρχηση έχει μεγάλη σημασία για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, κάθε κανόνας δικαίου πρέπει να είναι σύμφωνος, ως προς το περιεχόμενό του, με όλους τους ανώτερους κανόνες δικαίου. Παράδειγμα: η Υπουργική Απόφαση πρέπει να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, τον Νόμο, το Προεδρικό Διάταγμα. Δεύτερον, πρέπει να εκδίδεται με νόμιμο τρόπο, δηλαδή από το αρμόδιο όργανο και με την προβλεπόμενη διαδικασία. 

Υποκείμενα δικαίου 6.4.1 Τα Φυσικά Πρόσωπα – προστασία της προσωπικότητας Φυσικό πρόσωπο, δηλαδή υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είναι κάθε άνθρωπος. Το φυσικό πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει με τη γέννηση και παύει με τον θάνατο. Ο νόμος προστατεύει και το κυοφορούμενο, με την προϋπόθεση ότι θα γεννηθεί ζωντανό. Η προστασία του κυοφορούμενου αφορά κυρίως το κληρονομικό δίκαιο. (Βλέπε Α.Κ., Άρθρα 34-39) Το δίκαιο αναγνωρίζει ορισμένες σημαντικές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν το πρόσωπο. Αυτές είναι: το φύλο, το όνομα, η συγγένεια, η ιθαγένεια, η κατοικία. Ειδικότερα: α) Το φύλο. Το φύλο (άντρας – γυναίκα) προσδιορίζει την ταυτότητα κάθε προσώπου, αλλά και ορισμένη ικανότητα. Παράδειγμα, η σύναψη γάμου προϋποθέτει δύο φυσικά πρόσωπα διαφορετικού  φύλου. Βέβαια, σύμφωνα με το Σύνταγμα, άντρες και γυναίκες είναι ίσοι έναντι του νόμου και απολαμβάνουν την ίδια προστασία. β) Το όνομα. Με την ευρύτερη έννοια περιλαμβάνει το κύριο όνομα και το επώνυμο. Το κύριο όνομα δίνεται από τους γονείς, συνήθως, κατά τη βάφτιση. Το επώνυμο προσδιορίζεται με κοινή δήλωση των γονέων πριν από τον γάμο και μπορεί να είναι είτε το επώνυμο του πατέρα είτε το επώνυμο της μητέρας, είτε συνδυασμός των επωνύμων τους. Αν οι γονείς δεν κάνουν δήλωση, τότε τα παιδιά έχουν το επώνυμο του πατέρα. Είναι δυνατή η μεταβολή του ονόματος, κυρίου ή επωνύμου. Η μεταβολή του επωνύμου γίνεται στον δήμο. Σημειώνεται ότι με ορισμένες προϋποθέσεις με το όνομα εξομοιώνεται και το ψευδώνυμο, οπότε προστατεύεται και αυτό όπως το όνομα. γ) Η συγγένεια. Είναι η σχέση που δημιουργείται μεταξύ φυσικών προσώπων. Διακρίνεται ανάλογα με τον τρόπο που δημιουργείται. Η συγγένεια εξ αίματος, δημιουργείται με τη γέννηση. Η συγγένεια εξ αγχιστείας, δημιουργείται με τον γάμο. Η πνευματική συγγένεια, δημιουργείται με τη βάπτιση. Η νομική συγγένεια, δημιουργείται με την υιοθεσία. δ) Η ιθαγένεια ή εθνικότητα, είναι η ιδιότητα που συνδέει το πρόσωπο με την πολιτεία. Η ιθαγένεια δημιουργεί στον πολίτη δικαιώματα και υποχρεώσεις (π.χ. δικαίωμα εκλέγειν, υποχρέωση στρατιωτικής θητείας). Σημειώνεται ότι όλοι οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν διπλή ιθαγένεια (του κράτους που ανήκουν, αλλά και της Ένωσης). ε) Κατοικία. Είναι ο τόπος που μένει μόνιμα το φυσικό πρόσωπο, ο οποίος συνήθως αποτελεί το κέντρο της εν γένει κοινωνικής δραστηριότητάς του. Η κατοικία διαφέρει από τη διαμονή, η οποία είναι το τόπος που διαμένει προσωρινά το πρόσωπο, χωρίς πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης. Για την κατοικία ισχύουν δύο αρχές. Πρώτον, η αρχή της αποκλειστικής κατοικίας, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες. Εξαίρεση υπάρχει για τους εμπόρους. Για υποθέσεις που αφορούν την άσκηση της εμπορίας τους έχουν τόπο κατοικίας τον τόπο που ασκούν το εμπόριό τους. Δεύτερον, αρχή της αναγκαίας κατοικίας, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν υπάρχει χωρίς κατοικία. Η παλιά κατοικία διατηρείται μέχρι απόκτησης της νέας, αλλά και η νέα κατοικία αποκτιέται μόνο με την απώλεια της παλιάς.
Προσωπικότητα είναι το σύνολο των ιδιοτήτων, ικανοτήτων και καταστάσεων, που αφενός χρησιμεύουν για την εξωτερίκευση ορισμένου προσώπου και αφετέρου προσιδιάζουν στην ανθρώπινη φύση. Είναι η συνολική φυσική, πνευματική και ψυχική συγκρότηση του ανθρώπου (εξωτερική εμφάνιση, το όνομα, η εξυπνάδα, η εντιμότητα, η αξιοπρέπεια, η ελευθερία κτλ.) Προστασία της προσωπικότητας σημαίνει προστασία των δικαιωμάτων του ατόμου. Και αυτό αφορά τόσο το άτομο όσο και την πολιτεία. Το δίκαιο παρέχει το δικαίωμα σε όποιον προσβάλλεται η προσωπικότητά του να προσφύγει στη δικαιοσύνη και να ζητήσει: Την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Αποζημίωση, εφόσον αποδειχθεί ότι ο προσβάλλων ενήργησε με δόλο ή αμέλεια. Ικανοποίηση ηθικής βλάβης. Η ηθική βλάβη είναι αυτή που προκαλείται σε μη περιουσιακά αγαθά (π.χ. υγεία, ελευθερία, αξιοπρέπεια).
6.4.2 Τα Νομικά Πρόσωπα – το σωματείοΠολλές φορές ένα άτομο δεν μπορεί από μόνο του να ικανοποιήσει τις επιδιώξεις του, γι’ αυτό ενώνει τις προσπάθειές του με άλλα πρόσωπα. Νομικό Πρόσωπο, λοιπόν, είναι ένωση προσώπων ή σύνολο περιουσίας, για εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού (Άρθρο 61 Α.Κ.). Με κριτήριο τον σκοπό που επιδιώκουν, τα νομικά πρόσωπα διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες, σε: δημοσίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου. Τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ιδρύονται από την πολιτεία, διέπονται από κανόνες δημοσίου δικαίου, είναι φορείς δημόσιας εξουσίας και επιδιώκουν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Τα κυριότερα Ν.Π.Δ.Δ. είναι: η πολιτεία, η εκκλησία (ναοί, μονές, μητροπόλεις), οι δήμοι και οι κοινότητες, τα πανεπιστήμια, τα επιμελητήρια, τα ασφαλιστικά ταμεία κτλ. Τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) ιδρύονται συνήθως από ιδιώτες, διέπονται από κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και επιδιώκουν ιδιωτικούς σκοπούς, κυρίως κοινωνικούς και οικονομικούς. Τα είδη των Ν.Π.Ι.Δ. προβλέπονται περιοριστικά από τον Αστικό Κώδικα (σωματεία, ιδρύματα, επιτροπές εράνων, αστική εταιρεία) και τους Εμπορικούς Νόμους (ομόρρυθμη εταιρεία, ετερρόρυθμη εταιρεία, ανώνυμη εταιρεία, εταιρεία περιoρισμένης ευθύνης, συνεταιρισμός).Το σωματείο είναι ένωση είκοσι τουλάχιστον προσώπων που επιδιώκειμη κερδοσκοπικούς σκοπούς (πολιτιστικούς, μορφωτικούς, αθλητικούς, φιλανθρωπικούς κτλ.). Για να ιδρυθεί ένα σωματείο υποβάλλεται στο πρωτοδικείο καταστατικό υπογεγραμμένο από τα ιδρυτικά μέλη. Το σωματείο αρχίζει να υπάρχει από την εγγραφή του στο βιβλίο «περί Σωματείων», του πρωτοδικείου. Το καταστατικό του σωματείου πρέπει οπωσδήποτε να περιέχει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία (Άρθρον 80 Α.Κ.): Τον σκοπό, την επωνυμία και την έδρα του σωματείου. Τους όρους εγγραφής, αποχώρησης και αποβολής των μελών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Τους πόρους του σωματείου. Τον τρόπο δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης του σωματείου. Τα όργανα διοίκησης, καθώς και τους όρους συγκρότησης, λειτουργίας και παύσης τους. Τους όρους που συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει η συνέλευση των μελών. Τους όρους τροποποίησης του καταστατικού. Τους όρους διάλυσης του σωματείου. Η διοίκηση του σωματείου ασκείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, αλλά το ανώτατο όργανο είναι η Γενική Συνέλευση (Γ.Σ.) των μελών. Οι αποφάσεις στη Γ.Σ. λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία (μισό συν ένα) εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά.
6.5 Εμπράγματες σχέσεις – Οι σχέσεις μας με τα πράγματα Με τις εμπράγματες σχέσεις ασχολείται το εμπράγματο δίκαιο, που είναι κλάδος του ιδιωτικού δικαίου. Εμπράγματο δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου, που ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις των προσώπων με τα πράγματα. Περιεχόμενο του εμπράγματου δικαίου είναι το δικαίωμα (η εξουσία) του ανθρώπου πάνω στα οικονομικά αγαθά και, πρωτίστως, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Ο κύριος ενός πράγματος μπορεί να το κρατήσει για τον εαυτό του, να το πωλήσει σε άλλον, να το δωρήσει κτλ. Το εμπράγματο δίκαιο προέκυψε από την έμφυτη τάση του ανθρώπου να βρίσκει αγαθά για να ικανοποιεί τις ανάγκες του. Σήμερα, το εμπράγματο δίκαιο αναγνωρίζει κυριότητα σε κινητά και ακίνητα. Και αυτό έχει μεγάλη πρακτική σημασία για την οικονομική ζωή των ανθρώπων αλλά και για την εθνική οικονομία. Σύμφωνα με τον Α.Κ. τα εμπράγματα δικαιώματα παρέχουν εξουσία άμεση και εναντίον όλων πάνω στο πράγμα. Αυτό σημαίνει: -Εξουσία πάνω στο πράγμα. Δηλαδή εξουσία πάνω σε ορισμένο αντικείμενο (κυριότητα οικοπέδου, επίπλων, τηλεφώνου, επικαρπία σε διαμέρισμα κτλ.). -Εξουσία έννομη (νόμιμη). Ο νόμος αναγνωρίζει ότι το πράγμα ανήκει σε ορισμένο πρόσωπο. Έτσι, αν π.χ. κάποιος κατέχει ένα κλεμμένο τηλέφωνο, δεν το κατέχει νόμιμα, άρα, δεν έχει εξουσία επί του τηλεφώνου. -Εξουσία άμεση και απόλυτη. Εξουσία άμεση, δηλαδή μεταξύ προσώπου και πράγματος δεν παρεμβάλλεται άλλο πρόσωπο. Εξουσία απόλυτη, δηλαδή μπορεί να στραφεί εναντίον οποιουδήποτε προσβάλλει (εμποδίζει) το δικαίωμά του πάνω στο πράγμα. Με την ευρεία έννοια, πράγμα είναι κάθε αντικείμενο. Με την νομική έννοια, πράγμα είναι κάθε ενσώματο αντικείμενο, πουείναι δεκτικό εξουσιάσεως. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση των πραγμάτων σε ακίνητα και κινητά. Για τα ακίνητα ο νόμος επιβάλλει ιδιαίτερες διατυπώσεις, ώστε να μην γίνονται άσκοπες μεταβιβάσεις και για να προστατέψει τους ιδιοκτήτες. Αντίθετα, για τα κινητά, ο νόμος διευκολύνει τις συναλλαγές. Μερικά πράγματα για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή θρησκευτικούς ο νόμος τα θέτει εκτός συναλλαγής, δηλαδή δεν είναι αντικείμενο αγοραπωλησίας. Κι αυτά είναι: α) Τα κοινά σε όλους. Είναι αυτά που χρησιμεύουν για τις ανάγκες όλων των ανθρώπων (αέρας, θάλασσα, τρεχούμενο νερό κτλ.). β) Τα κοινόχρηστα. Κοινόχρηστα ή κοινής χρήσεως είναι αυτά που ο νόμος τα θέτει στη διάθεση του κοινού για γενική χρήση (δρόμοι, πλατείες, αιγιαλοί κτλ.). Αυτά δεν είναι εκτός συναλλαγής, αλλά είναι περιορισμένης συναλλαγής. γ) Πράγματα προορισμένα για εξυπηρέτηση δημόσιων σκοπών. Δηλαδή πράγματα που προορίζονται για δημόσιους, δημοτικούς και θρησκευτικούς σκοπούς (σχολεία, στρατόπεδα, νοσοκομεία, μονές, δημοτικές βιβλιοθήκες κτλ.) Τα εμπράγματα δικαιώματα διακρίνονται σε: Α) Απόλυτο δικαίωμα: η κυριότητα Κυριότητα είναι η αναγνωριζόμενη από τον νόμο άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία επί του πράγματος. Η κυριότητα είναι απόλυτο δικαίωμα. Είναι το πιο ευρύ και πιο καθολικό δικαίωμα που αναγνωρίζει ο νόμος πάνω σε πράγμα. Ο κύριος του πράγματος, εφόσον δεν το απαγορεύει ο νόμος, έχει οποιαδήποτε εξουσία πάνω στο πράγμα. Παράδειγμα: ο κύριος ενός ακινήτου (π.χ. οικίας, οικοπέδου, αγροκτήματος) ή ενός κινητού (π.χ. αυτοκινήτου, επίπλου, βιβλίου) έχει την εξουσία να πωλήσει, να δωρίσει, να εγκαταλείψει κτλ. το πράγμα. Η κυριότητα διαφέρει από τη νομή. Η κυριότητα είναι η νόμιμη εξουσία επί του πράγματος, και υπάρχει εφόσον υπάρχει έγκυρη κτήση (απόκτηση). Ενώ νομή είναι η φυσική εξουσίαση την οποία ασκεί ένα πρόσωπο πάνω σε συγκεκριμένο πράγμα, ανεξάρτητα αν γίνεται με βάση κάποιο δικαίωμα και ανεξάρτητα αν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο. Παράδειγμα: αυτός που καταλαμβάνει ένα ακίνητο με σκοπό να το ιδιοποιηθεί ή ο κλέφτης ενός κινητού πράγματος είναι νομέας. Έχει νομή αλλά δεν έχει κυριότητα. Το δικαίωμα της κυριότητας ακινήτων μπορεί να υποστεί αναγκαστική απαλλοτρίωση, δηλαδή να αφαιρεθεί από την πολιτεία με αποζημίωση για λόγους δημοσίου συμφέροντος (κατασκευή δρόμου, βιομηχανικής περιοχής κτλ.). Επίσης, υφίσταται περιορισμούς για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως π.χ.: Η ασφάλεια του κράτους (π.χ. απαγόρευση οικοδομής σε «αμυντικέςπεριοχές»). Το σχέδιο πόλης (π.χ. ορίζεται η έκταση του οικοπέδου και ο
συντελεστής δόμησης). Η δημόσια υγεία (απαγόρευση καλλιέργειας επιβλαβών προϊόντων, καταστροφή μολυσμένων προϊόντων κτλ.). Η προστασία αρχαιολογικών χώρων (ανασκαφές για ανεύρεση αρχαιοτήτων κτλ.). Η κτήση κυριότητας ενός ακινήτου γίνεται, κυρίως, με τους εξής τρόπους: α) Με σύμβαση (συμφωνία) μεταξύ αγοραστή και πωλητή. Για να είναι έγκυρη η μεταβίβαση χρειάζονται ορισμένες προϋποθέσεις, όπως π.χ. ο πωλητής να είναι κύριος του ακινήτου, συμβολαιογραφικό έγγραφο, μετεγγραφή.
β) Με τακτική χρησικτησία. Όποιος με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο έχει την νομή ακινήτου επί δεκαετία, γίνεται κύριος του ακινήτου με τακτική χρησικτησία. Έτσι προστατεύεται αυτός που απόκτησε καλόπιστα και νόμιμα ένα ακίνητο, αλλά ο τίτλος κτήσης παρουσιάζει ελλείψεις (π.χ. ο πωλητής δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα ή δεν είχε έγκυρο πληρεξούσιο). γ) Με έκτακτη χρησικτησία. Όποιος έχει τη νομή ακινήτου επί εικοσαετία, γίνεται κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Εν προκειμένω δεν χρειάζεται ούτε καλή πίστη και νόμιμος τίτλος. Βέβαια, τόσο για την τακτική όσο και για την έκτακτη χρησικτησία χρειάζονται ορισμένες προϋποθέσεις, όπως πράγμα δεκτικό χρησικτησίας (όχι πλατείες, αιγιαλοί κτλ.), νομή του ακινήτου, νόμιμος τίτλος, πάροδος δεκαετίας ή εικοσαετίας αντίστοιχα. Και αυτό γίνεται για την εδραίωση της ασφάλειας των συναλλαγών. Β) Περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα: Καθένα από αυτά δίνει στον κάτοχό του συγκεκριμένη ωφέλεια ή εξουσία στο πράγμα. Και αυτά είναι: η δουλεία και η υποθήκη για τα ακίνητα και το ενέχυρο για τα κινητά. Ειδικότερα: Η δουλεία: Παράδειγμα: όταν κάποιος έχει «δουλεία οδού» δικαιούται να χρησιμοποιεί την οδό για να πηγαινοέρχεται στο δικό του ακίνητο. Η υποθήκη: Παράδειγμα: ο δανειστής που έχει ως υποθήκη ένα πράγμα ακίνητο (μόνο ακίνητα δίνονται ως υποθήκη) δικαιούται να το πωλήσει, εφόσον ο οφειλέτης δεν πληρώσει το χρέος του. Το ενέχυρο: Παράδειγμα: ο δανειστής που έχει ως ενέχυρο ένα πράγμα κινητό (μόνο κινητά δίνονται ως ενέχυρο) δικαιούται να το πωλήσει, εφόσον ο οφειλέτης δεν πληρώσει το χρέος του.

Οικογενειακές σχέσεις – Οικογενειακό δίκαιο. Το οικογενειακό δίκαιο ρυθμίζει τις οικογενειακές σχέσεις, δηλαδή τις σχέσεις μεταξύ των συζύγων και των λοιπών μελών της οικογένειας. Η οικογένεια αρχίζει να υπάρχει από τη στιγμή που ενώνονται δύο πρόσωπα διαφορετικού φύλου με σκοπό τη δημιουργία απογόνων. Μια τέτοια ένωση μπορεί να είναι νόμιμη (π.χ. γάμος) ή μη νόμιμη (ένωση μεταξύ συγγενών ορισμένου βαθμού), ανάλογα με τις επιταγές της κοινωνίας. Ο γάμος είναι μια συμφωνία που ιδρύει μόνιμη και νόμιμη συμβίωση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα διαφορετικού φύλου και δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις στις προσωπικές και περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Επισημαίνονται τρία στοιχεία του γάμου: Η σαρκική συνάφεια-επαφή ανδρός και γυναικός. Η συνεργασία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του βίου. Ο διφυής χαρακτήρας του γάμου: θρησκευτικός θεσμός, ενδιαφέρει τη θρησκεία (είναι ένα από τα επτά μυστήρια της ορθόδοξης εκκλησίας) και κοινωνικός θεσμός, ενδιαφέρει την πολιτεία. Το 1982 θεσπίστηκε ο πολιτικός γάμος (στο δημαρχείο) και το 2008 το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης. Όμως και οι δύο θεσμοί είχαν ελάχιστη απήχηση στην ελληνική κοινωνία. Ο γάμος αποτελεί τον κύριο τρόπο δημιουργίας οικογένειας. Αποτελεί μια «διαβατήρια τελετουργία» που σηματοδοτεί το πέρασμα από μία κατάσταση σε μία άλλη. Για τη σύναψη γάμου απαιτείται συμφωνία των μελλονύμφων και συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους. Ο γάμος έχει συνέπειες στις προσωπικές και περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, καθώς και στις σχέσεις γονέων και παιδιών. Ειδικότερα: Για τις προσωπικές σχέσεις προβλέπεται: α) Η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για συμβίωση. β) Η διατήρηση του οικογενειακού επωνύμου από τη γυναίκα για τις έννομες σχέσεις. Στις κοινωνικές σχέσεις κάθε σύζυγος, εφόσον συμφωνεί και ο άλλος, μπορεί να χρησιμοποιεί το επώνυμο του άλλου ή να προσθέτει το δικό του. γ) Η συμμετοχή των συζύγων στη λήψη κοινών αποφάσεων για τη συζυγική ζωή. δ) Η υποχρέωση συνεισφοράς και των δύο συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας ανάλογα με τις δυνατότητες του καθενός. Για τις περιουσιακές σχέσεις προβλέπεται: α) Η αξίωση κάθε συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου. Η συμβολή κάθε συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του άλλου, εκτός αν αποδειχθεί διαφορετικά. β) Η περιουσιακή αυτοτέλεια για την περιουσία που ο καθένας κατείχε πριν από τον γάμο και αυτή που απόκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου. γ) Η κοινοκτημοσύνη, που καθορίζεται με συμφωνία τι θα περιλαμβάνει η κοινοκτημοσύνη και καταργείται με τη λύση του γάμου ή με αντίθετη συμφωνία.

Για τις σχέσεις γονέων και παιδιών προβλέπεται: Το επώνυμο των παιδιών. Ορίζεται πριν από τον γάμο με κοινή και αμετάκλητη δήλωση είτε το επώνυμο του ενός από τους δύο συζύγους είτε και των δύο. Το ίδιο επώνυμο ισχύει για όλα τα παιδιά. Η γονική μέριμνα. Ασκείται και από τους δύο γονείς μαζί και αφορά την επιμέλεια του παιδιού (ανατροφή, επίβλεψη, κατοικία, κτλ.), τη διατροφή και τη διοίκηση της περιουσίας του. Η προίκα καταργήθηκε, αλλά υπάρχει η δυνατότητα της γονικής παροχής. Η λύση του γάμου γίνεται με δύο τρόπους. Με τον θάνατο ενός εκ των συζύγων (αναγκαστική λύση). Με το διαζύγιο. Διάλυση του γάμου σημαίνει, συνήθως, και διάλυση της οικογένειας με επιπτώσεις σε όλα τα μέλη, κυρίως στα παιδιά, ακόμα και στις συγγενικές σχέσεις. Ο γάμος είναι μια πράξη ελευθερίας, συνάμα και ευθύνης. Με τον γάμο οι δύο υποψήφιοι δηλώνουν δημόσια ενώπιον της κοινότητας ότι αναλαμβάνουν την αμοιβαία ευθύνη να υπηρετήσουν τη σχέση, να μοιραστούν τα καλά και τα δεινά της ζωής. Καθένας παραιτείται ελεύθερα από εγωισμούς. Δεν προσπαθεί ο ένας να επιβληθεί στον άλλο, γιατί τότε δεν υπάρχει «σχέση», αλλά απλή συνύπαρξη, τότε υπάρχει μια μοναξιά για δύο. Τότε η σχέση μεταβάλλεται σε εξάρτηση και ο «άλλος» γίνεται αντικείμενο χρήσης και εκμετάλλευσης. Αν μας ενδιαφέρει ο γάμος καλλιεργούμε τη σχέση. Η πίστη φέρνει ελπίδα και η ελπίδα αγάπη. Και το αντίστροφο, η αγάπη φέρνει πίστη και η πίστη ελπίδα. Βέβαια, η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη δεν είναι δεδομένα, χρειάζεται προσπάθεια για να επιτευχθούν. Η δημιουργία και πολύ περισσότερο η διατήρηση της σχέσης είναι κατόρθωμα. Ανεξάρτητα από τις όποιες προσδοκίες, χρειάζονται ορισμένες προϋποθέσεις για να υπάρχει επιτυχία στον γάμο, όπως: α) Η συμφωνία χαρακτήρων. Χαρακτήρας είναι η ιδιοσυγκρασία, ο τρόπος σκέψης και δράσης του ατόμου. β) Η αποδοχή του άλλου ως διαφορετικού. Είναι λάθος να ζητάει κάποιος από τον άλλον να αλλάξει βασικά στοιχεία του χαρακτήρα του ή να προσπαθεί να τον αλλάξει ο ίδιος. Η ομορφιά της σχέσης βρίσκεται στη διαφορά. Και βέβαια είναι εξυπνάδα να αποδέχεσαι κάποιες αδυναμίες του συντρόφου σου. γ) Η συμφωνία στην ιεράρχηση βασικών αξιών. Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Ο έρωτας, τα παιδιά, το χρήμα, η ελευθερία, η δόξα, η αγάπη στον συνάνθρωπο, η επαγγελματική επιτυχία; Αλήθεια, πόσες γυναίκες και πόσοι άντρες δεν δίνουν προτεραιότητα στην καριέρα και δεν αδιαφορούν ακόμα και για τον γάμο ή για τα παιδιά τους; δ) Η αίσθηση της ικανοποίησης. Ο άλλος με γεμίζει εμφανισιακά, ψυχικά, πνευματικά. Και βέβαια είναι διαφορετικός και είναι δυνατόν να υπάρχουν συγκρούσεις, αλλά δίπλα του/της αισθάνομαι άνετα και ευχάριστα.

Κληρονομικές σχέσεις – Κληρονομικό δίκαιο Το κληρονομικό δίκαιο ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, ιδίως την περιουσία φυσικού προσώπου, μετά τον θάνατό του. Ιδίως την περιουσία, διότι οι μη κληρονομικές σχέσεις (δικαίωμα προσωπικότητας, πληρεξουσιότητα, μέλος εταιρείας κτλ.), κατά κανόνα, δεν κληρονομούνται. Το δίκαιο αναγνωρίζει κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομιά. Κληρονομιά είναι η περιουσία κάποιου που πέθανε, του κληρονομούμενου. Κληρονόμος είναι ο άμεσος καθολικός διάδοχος του κληρονομουμένου. Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά. Κατ’ εξαίρεση για την κληρονομιά των ακινήτων χρειάζεται μετεγγραφή της αποδοχής της κληρονομιάς. Ο νόμος, παράλληλα, δίνει στον κληρονόμο το δικαίωμα αποποίησης (μη αποδοχής) της κληρονομιάς (π.χ. αν ο αποθανών έχει περισσότερα χρέη από την περιουσία του) και αφορά ολόκληρη την περιουσία. Κανείς δεν γίνεται κληρονόμος χωρίς τη θέλησή του. Η αποποίηση πρέπει να γίνει στην γραμματεία του δικαστηρίου. Κληρονομική διαδοχή είναι η άμεση καθολική διαδοχή στις έννομες σχέσεις, ιδίως στις περιουσιακές σχέσεις του κληρονομουμένου. Υπάρχουν δύο είδη κληρονομικής διαδοχής: Πρώτον, διαδοχή από διαθήκη. Γίνεται όταν υπάρχει έγκυρη διαθήκη. Ο διαθέτης έχει την ελευθερία να ρυθμίσει με διαθήκη τα της περιουσίας του μετά τον θάνατόν του. Ο κυριότερος περιορισμός είναι το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, που υφίσταται χάριν της οικογένειας. Για τη διαθήκη ισχύουν δύο αρχές: α) Αυτοπρόσωπη σύνταξη της διαθήκης. Ο διαθέτης έχει την ελευθερία να διαθέσει την περιουσία του, γι’ αυτό η τελευταία του βούληση πρέπει να εκφραστεί μόνο αυτοπροσώπως. β) Έγγραφος τύπος, είτε με ιδιωτικό είτε με δημόσιο (συμβολαιογραφικό) έγγραφο. Προφορική διαθήκη δεν είναι νοητή. Τα έγγραφο αποσκοπεί να προστατέψει τον διαθέτη από απερισκεψίες και αποφάσεις «εν θερμώ». Δηλαδή, πράγματι ο διαθέτης έχει σοβαρή απόφαση για τη σύνταξη διαθήκης. Οι διαθήκες διακρίνονται σε κοινές και έκτακτες. Κοινές είναι: η ιδιόγραφη διαθήκη, η δημόσια διαθήκη και η μυστική διαθήκη. Έκτακτες είναι: η διαθήκη του ευρισκόμενου σε πλοίο, η στρατιωτική διαθήκη και η διαθήκη προσώπου που βρίσκεται σε αποκλεισμό. Για την ιδιόγραφη διαθήκη απαιτούνται: α) ιδιόχειρη γραφή, β) χρονολογία, γ) υπογραφή. Δεν απαιτείται αναφορά στον τόπο σύνταξης, ούτε κατάθεσή της σε συμβολαιογράφο. Η τυχόν κατάθεσή της γίνεται με σκοπό τη φύλαξή της από τον κίνδυνο αλλοίωσης ή καταστροφής της. Η δημόσια διαθήκη συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία τριών μαρτύρων ή δύο συμβολαιογράφων και ενός μάρτυρα. Μάρτυρες δεν μπορεί να είναι ο σύζυγος και οι συγγενείς
του διαθέτη.

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

11 σκέψεις σχετικά με το “ΔΙΚΑΙΟΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ”

  1. Το δίκαιο λοιπόν αποτελεί αναγκαιότητα και οφείλει ο κάθε αρμόδιος, για την τήρησή του, δηλαδή αξιωματούχος αγώνα (διαιτητής, βοηθός, 4ος), να είναι καλός γνώστης του γράμματος και του πνεύματος των Κανόνων. Επιπλέον για να είναι δίκαιος, απαιτείται νηφαλιότητα, ψυχική ηρεμία, δηλαδή πλήρης κυριαρχία του λογικού πάνω στο θυμοειδές και επιθυμητικό μέρος της ψυχής. Το δίκαιο να είναι σύμφωνο με τον ορθό λόγο, τη λογική και γι αυτό δεν μπορεί κάποιος να είναι ακριβοδίκαιος εάν δεν επιβληθεί ο έλεγχος της λογικής πάνω στα συναισθήματα. Πχ αν ο διαιτητής φοβηθεί, αφού κι ο φόβος είναι ένα συναίσθημα, μοιραία οι αποφάσεις του, απ’ εκείνη τη στιγμή, να μην έχουν λογική.

    Τόσο ο ελέγχων όσο και ο ελεγχόμενος οφείλουν να ενστερνίζονται το πνεύμα του δικαίου, όπως αυτό απορρέει από τους Κανόνες του Παιχνιδιού. Άλλωστε δίκαιος δεν είναι αυτός που αποφεύγει την αδικία φοβούμενος να μην τιμωρηθεί, αλλά αυτός που ενώ μπορεί, λόγω της εξουσίας του, ν’ αδικήσει, δεν το πράττει από επίγνωση και συναίσθηση του καθήκοντος.

    Και ο παίκτης οφείλει να υποτάσσεται στους κανόνες αυτούς, να υπακούει στις αποφάσεις των διαιτητών, ώστε οι σχέσεις του με τους εμπλεκόμενους του αγώνα (αντίπαλους, αξιωματούχους ομάδας, συμπαίκτες, φίλαθλους κλπ) να είναι ρυθμισμένες στον γνώμονα της ορθής αθλητικής συμπεριφοράς. Μην ξεχνάμε βέβαια και τον απλό άνθρωπο, που παρακολουθεί τον αγώνα, τον φίλαθλο. Όταν αυτός ο απλός άνθρωπος βλέπει κι αναγνωρίζει την αίσθηση του δικαίου και της αντικειμενικότητας- έστω και με τα σταθμά τα δικά του- γεννιέται μέσα του μια αγαλλίαση, μια ψυχική ευχαρίστηση που πάντα εκφράζονται με ωραία λόγια και κριτικές.

    Από την άλλη αν η δικαιοσύνη χρησιμοποιηθεί από ανθρώπους που έχουν ισχύ- εξουσία, αλλά είναι στρεβλοί ή εγωιστές, τότε αυτή μεταβάλλεται σε μια βίαιη δύναμη, τυφλή που καταπατά δικαιώματα και δίκαια συμφέροντα ατόμων. Γι αυτό πολλοί πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη, σε τέτοια περίπτωση, είναι η κυριαρχία του ισχυρότερου, με την έννοια που την αποτυπώνει από τα πολύ παλιά, ακόμα, χρόνια ο Θρασύμαχος ο Χαλκηδόνιος (φιλόσοφος, σύγχρονος του Σωκράτη) «δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο από το συμφέρον του δυνατού».

    Αλλοίμονο όμως αν το δίκαιο των αδυνάτων υποτάσσεται στα συμφέροντα των ισχυρών, τότε όλα γύρω αρχίζουν να βρωμάνε, να καταστρέφονται. Η πραγματική και όχι διαστρεβλωμένη από τους ανθρώπους, δύναμη του δικαίου απορρέει από το δόγμα: «Δίκαιος δεν είναι αυτός που είναι δυνατός, αλλά εκείνος που είναι ηθικός».

  2. ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
    ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ (ΗΛΙΑΙΑ)
    Η Δημοκρατία #αληθινή-άμεση είναι το πολίτευμα όπου ο πολίτης είναι ευτυχισμένος, γιατί αισθάνεται σίγουρος ότι αν χρειασθεί μπορεί να βρει το δίκιο του!
    Είναι περιττό να ασχοληθούμε με την δικαιοσύνη του παρόντος καθεστώτος=(κράτος που εξυπηρετεί κάτι λίγους).
    Γι’αυτό ας μπούμε κατ’ευθείαν στο θέμα μας.
    Πρώτα απ’όλα να πούμε για το πιό σπουδαίο.
    Το σώμα των ενόρκων κληρωτών πολιτών.
    Ορκίζονται στους συμπολίτες τους ότι θα αποφασίσουν σύμφωνα με το αίσθημσ δικαιοσύνης που υπάρχει μέσα στην συνείδησή μας που είναι ότι το καλύτερο,
    γιατί προκαλεί την έκκριση της ορμόνης της ευτυχίας (σεροτονίνης) μέσα στον εγκέφαλό μας.
    Έτσι λοιπόν, οι ένορκοι κληρωτοί, έξω από σκοπιμότητες, χρηματισμούς, (δεν έρχονται σε επαφή με κανένα),αφού παρακολουθήσουν την δίκη που διεξάγεται από τους νομικούς, αποσύρονται και με μυστική ψηφοφορία αποφασίζουν.
    Μην νομίσετε ότι είναι υποχρεωμένοι ν’αποφασίσουν σύμφωνα με τους νόμους.
    Αυτοί μπορεί ν’αποφασίσουν ακόμα και να μην εφαρμόσουν κάποιο νόμο, αν θεωρήσουν ότι θα αδικηθεί ο κατηγορούμενος.
    Ακόμη, μπορεί και να συμπληρώσουν κάποιο κενό της νομοθεσίας
    Βλέπετε, στην Δημοκρατία, το ανώτατο αξίωμα, είναι το αξίωμα του πολίτη.
    Να πούμε κάτι και για τις ποινές.
    Φαντασθείτε ένα περιβάλλον όπου ο κάθε πολίτης συναγωνίζεται να είναι ο καλύτερος.
    Οι ποινές λοιπόν είναι μικρές, μία ημέρα, δύο, έστω πέντε μέρες, γιατί είναι η ποινή μια προσβολή απέναντι στην προσωπικότητα του πολίτη και αυτό είναι το πιό σοβαρό που μετράει
    Βέβαια, υπάρχουν και εγκλήματα που επισύρουν μεγάλες ποινές, όπως φόνος, κακοποίηση παιδιού, ηλικιωμένου κλπ.
    Επίσης η επανάληψη αδικήματος από τον ίδιο κατηγορούμενο που δείχνει ότι έχει χάσει την αίσθηση του μέτρου και έχει αποθρασυνθεί.
    Θα ήταν παράλειψη να μην τονίσουμε ότι όλες οι δίκες κρατούν οκτώ εργάσιμες ώρες διότι ο καθένας πρέπει να φροντίζει στον χρόνο που διαθέτει να πει τα σπουδαία και τα ζουμερά
    Ο χρόνος μας είναι πολύτιμος και οι ένορκοι και οι δικαστές στοιχίζουν τα μεροκάματά τους…

  3. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ«ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ»ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
    Η δικαιοσύνη αποτελεί ένα αγαθό του δημόσιου βίου, που έχει ως απώτερο σκοπό την ευδαιμονία και την ασφάλεια των πολιτών, καθώς και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Όμως, το σύστημα απόδοσης της δικαιοσύνης συνδέεται άρρηκτα και εξαρτάται από τους νόμους που έχουν ψηφιστεί και βρίσκονται σε ισχύ σε κάθε κράτος. Ως εκ τού
    του, όσο πιο αναποτελεσματικοί, περίπλοκοι και πολυάριθμοι οι νόμοι ενός κράτους, τόσο πιο αναποτελεσματική και αργή η διαδικασία απόδοσης Δικαιοσύνης. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ έχει συγκεκριμένες και ρεαλιστικές προτάσεις για την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμo της Ελληνικής Δικαιοσύνης, ώστε ο Πολίτης να αισθάνε ται ασφαλής και προστατευμένος, οι νόμοι να ισχύουν για όλα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως αν είναι απλοί πολίτες ή πρόσωπα με ισχύ και εξουσία, το κράτος να λειτουργεί εύρυθμα και να μην τίθεται σε κίνδυνο η κοινωνική συνοχή. Οι προτάσεις της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ για την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης, είναι:
    1.Δημιουργία ειδικής Επιτροπής, που θα ελέγχεται άμεσα από τον Πρωθυπουργό, θα απαρτίζεται από αδιάφθορους Δικαστικούς, οι οποίοι θα έχουν πλέον συνταξιοδοτηθεί και θα έχουν ως αρμοδιότητα τον έλεγχο και την αξιολόγηση της Δικαιοσύνης, την επισήμανση των προβλημάτων και την κατάθεση προτάσεων-λύσεων γι’αυτά.
    2.Έλεγχος της συνταγματικότητας των Νομοσχεδίων, των τροπολογιών και των Π.Δ. από το ΣτΕ, προτού αυτά κατατεθούν για ψήφιση στη Βουλή και τεθούν σε ισχύ.
    3.Δημιουργία Ηλεκτρονικού Αρχείου στο οποίο θα καταχωρούνται οι αποφάσεις των Δικαστηρίων όλης της χώρας, με το ονοματεπώνυμο του δικαστή. Έτσι, θα δημιουργηθεί μια ενιαία, ολοκληρωμένη, πλήρης και προσβάσιμη από όλους Ηλεκτρονική Βάση Νομολογίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, όπως ισχύει στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες.
    4.Δημιουργία Ολοκληρωμένου Ηλεκτρονικού Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής, Διοικητικής και Ποινικής Δικαιοσύνης.
    5.Βελτίωση και εκσυγχρονισμός των ψηφιακών υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
    6.Καταπολέμηση της βραδύτητας απονομής δικαιοσύνης και επιτάχυνση των διαδικασιών. Είναι απαράδεκτο η εκδίκαση μιας υπόθεσης να φτάνει τα 4-5 χρόνια αναμονής! Η
    ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ προτείνει μέτρα για την καταπολέμηση του θλιβερού αυτού φαινομένου που εμποδίζει την εύρυθμη και ομαλή απόδοση Δικαιοσύνη. Άμεση πρόσληψη δικαστών, εφόσον οι υπάρχοντες δεν επαρκούν, για την εκδίκαση των πολυάριθμων δικαστικών υποθέσεων που βρίσκονται σε αναμονή.
    8. Ηλεκτρονικό Αρχείο και μητρώο κρατουμένων από όλα τα καταστήματα κράτησης της χώρας.
    9. Άμεση εφαρμογή και χρήση ηλεκτρονικών μέσων επιτήρησης υποδίκων, καταδίκων και κρατουμένων σε βρίσκονται σε άδεια.10. Άμεση κατάργηση της βουλευτικής Ασυλίας και του νόμου «Περί Ευθύνης Υπουργών».
    11. Αλλαγή του Νόμου περί «Ισόβιας Κάθειρξης». Η Ισόβια Κάθειρξη θα είναι κάθειρξη εφ’όρου ζωής και όχι 25 ετών, όπως ισχύει σήμερα.
    12.Στα ποινικά αδικήματα που θα επισύρουν ποινή Ισόβιας κάθειρξης, θα συμπεριληφθούν επιπλέον και τα κάτωθι αδικήματα: Εμπορία Ναρκωτικών, Κατάχρηση Δημοσίου Χρήματος, Εμπορία ανθρώπων, Παιδεραστία, συμμετοχή σε τρομοκρατικές οργανώσεις και διακίνηση λαθρομεταναστών. Επιπρόσθετα, για το αδίκημα της παιδεραστίας, πέρα από την ισόβια κάθειρξη, προτείνεται και ένα μέτρο το οποίο έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να εφαρμόζεται στην Αυστραλία και είναι η χορήγηση ένεσης στους παιδεραστές, η οποία προκαλεί στειρότητα και ανικανότητα.
    13.Μεταφορά αρμοδιοτήτων σε υπηρεσιακά νομικά συμβούλια Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ έχει ρεαλιστικές και άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις για τη ριζική αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνη.Διαθέτουμε την ΤΟΛΜΗ και τη ΒΟΥΛΗΣΗ να εφαρμόσουμε όλα τα μέτρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s