ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΕΥΘΥΝΗ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ
Η τεχνολογία των ΜΜΕ, των υπολογιστών και των κινητών, όπως και των μεσων μεταφοράς είναι τεχνολογίες ουδέτερες, δεν είναι ούτε κακές ούτε καλές. Η καλή η κακή χρήση που τους κάνουμε και τα καλά η κακά αποτελέσματα που επιδιώκουμε τα κάνουν ωφέλιμα η βλαβερά. Όλα αυτά τα τεχνολογικά μέσα επηρεάζουν την ζωή μας και την κάνουν δύσκολη η εύκολη ανάλογα με την καλή η κακή χρήση που τους κάνουμε.

Τα ΜΜΕ, ο τύπος και τα βιβλία, οφείλουν να χρησιμοποιηθούν για το καλο του πολίτη και της κοινωνίας. Είναι παντοδύναμα μέσα που αν τους κάνουμε καλή χρήση επιφέρουμε στην κοινωνία και τους πολίτες την αριστεία, την αρμονια, την αρετή, την αλήθεια, την γνώση και σοφια, την οικονομική ανάπτυξη, την πολιτκή ισότητα, την ατομική, την πολιτική και την κοινωοικονομική ελευθερια.

Όλα αυτά τα μέσα οφείλουν και πρέπει εμείς οι πολίτες να το επιβάλουμε, να μεταδίδουν αληθή σφαιρική και ολιστική πληροφορία και γνώση επί όλων των κοινωνικών δρώμενων και των γνωστικών αντικειμένων.

Να τα πάρουμε λοιπόν από τα χερια αυτών που τα καταχρώνται χειραγωγώντας την κοινωνία με ήμιαλήθειες και ψέματα, με πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές χειραγωγήσεις, με προβολές ημετέρων και προώθηση ημετέρων συμφερόνων και να τα χρησιμοποιήσουμε για το εθνικό, το κοινωνικό και το προσωπικό όφελος. Εμείς η κοινωνία είμαστε η πηγή της εξουσίας και η εξουσία και για μας υπάρχουν όλα αυτά, όπως και οι θεσμοί και τα συστήματα.

Ο υπήκοος είναι δεκτης εντολών και χειραγώγησης μέσω των ΜΜΕ από τους εξουσιαστές του, ήτοι την πυραμίδα της εξουσίας και της πλουτοκρατίας και των κομματων της. Ο πολίτης τα απορρίπτει όλα αυτά και αυτενεργεί για να έχει σφαιρική ολιστική πληροφόρηση και γνώση επί όλων των δρώμενων και γνωστικών αντικειμένων. Ο πολίτης μάχεται ατομικά και συλλογικά για να γίνουν όλα αυτά τα τεχνολογικά μέσα πηγή ολιστικής και σφαιρικής πληροφόρησης, πηγή γνώσης και αρετής για τους πολίτες, πηγή που προωθούν και στηρίζουν την πολιτική, την οικονομική και την προσωπική ελευθερια και την δημοκρατία, την ανάπτυξη, την αφθονία και την κοινωνική αρμονια.

Όταν μία κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει λύση στα πραγματικά προβλήματα, χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη

“Εάν μία μάρκα οδοντόκρεμας χρησιμοποιείται από την πλειονότητα του λαού, λόγω των φανταστικών προτερημάτων που διαφημίζει, αυτό δεν σημαίνει ότι, ο λαός έχει αποφασίσει υπέρ της οδοντόκρεμας – δεν πρόκειται δηλαδή για τη «θέληση του λαού».

Αυτό που μπορεί να ισχυρισθεί κανείς είναι ότι, η διαφήμιση ήταν τόσο καλή, τόσο εμπνευσμένη και τόσο αποτελεσματική, ώστε έπεισε εκατομμύρια ανθρώπων για τις ιδιότητες που διαφήμιζε – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τις είχε”.

.

Άποψη

Εισαγωγικά, μου φαίνεται ακατανόητο το πόσο δύσκολα συνειδητοποιείται το αυτονόητο από τους Πολίτες – το ότι δηλαδή πέφτουν συνεχώς μέσα στην παγίδα της προπαγάνδας και της χειραγώγησης.

Στο παράδειγμα της Ελλάδας διαπιστώνεται κάθε φορά πως, όταν μία κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει λύση στα πραγματικά προβλήματα της χώρας, χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα, για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη – έναν διεφθαρμένο πολιτικό, ο οποίος επωμίζεται όλα τα βάρη της διαφθοράς, σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος, έναν γόνο μία ισχυρής και διάσημης οικογένειας που κατηγορείται για φοροδιαφυγή, επικεντρώνοντας επάνω του τα φώτα της δημοσιότητας κοκ.

Παραμένοντας στην Ελλάδα, η επίλυση των προβλημάτων της είναι ουσιαστικά απλή. Όταν η κυβέρνηση όμως κάνει ακριβώς τα αντίθετα, από αυτά που «προστάζει» η κοινή λογική και χρησιμοποιεί πυροτεχνήματα, όπως τα παραπάνω, για να καλύψει την αδυναμία της, τότε τα προβλήματα γίνονται ακόμη μεγαλύτερα.

Ειδικότερα, είναι αυτονόητο πως όταν μία επιχείρηση είναι υπερχρεωμένη, δεν μπορεί να αυξάνει τους μισθούς των εργαζομένων της ή να προσλαμβάνει καινούργιους – αφού έτσι επιδεινώνει την κατάσταση της.

Οφείλει λοιπόν να λύσει πρώτα το πρόβλημα της υπερχρέωσης της, διαγράφοντας ένα μέρος των χρεών της και εξασφαλίζοντας την περαιτέρω χρηματοδότηση της. Αμέσως μετά, πρέπει να εξορθολογίσει τη λειτουργία της και να αρχίσει να αναπτύσσεται αυξάνοντας το τζίρο, καθώς επίσης την κερδοφορία της. Έτσι, αποκτά τη δυνατότητα να πληρώσει μεγαλύτερους μισθούς, προσλαμβάνοντας νέους υπαλλήλους.

Κάτι ανάλογο ισχύει και για ένα κράτος, όπως η Ελλάδα – οπότε προηγείται σαφώς η διαγραφή μέρους των χρεών της, έτσι ώστε να μπορεί στη συνέχεια να χρηματοδοτείται από τις αγορές και να αρχίσει να αναπτύσσεται. Αφού το πετύχει, τότε μόνο μπορεί να αυξήσει τις βασικές αμοιβές, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να αναπτύξει το κοινωνικό κράτος κοκ.

Όταν όμως η κυβέρνηση κάνει ακριβώς το αντίθετο, πόσο μάλλον όταν αναιρεί την απαίτηση της για διαγραφή χρέους, την οποία συμμερίζεται ακόμη και το ΔΝΤ, τότε το μόνο που μπορεί να περιμένει κανείς είναι την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία της – αμέσως μετά την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη και το απόλυτο χάος.

Όλα τα υπόλοιπα, όπως οι συνεχείς θεωρίες συνωμοσίας που υιοθετεί, σύμφωνα με τις οποίες η Ευρώπη δεν θέλει μία αριστερή κυβέρνηση, δυναμιτίζει τις προσπάθειες της σκόπιμα, την εκβιάζει με παράνομους τρόπους, προσπαθεί να την ανατρέψει πραξικοπηματικά κοκ., είναι εκτός τόπου και χρόνου – όπως επίσης το ότι δήθεν αρνείται να υιοθετήσει υφεσιακά μέτρα, όταν το μακράν μεγαλύτερο υφεσιακό μέτρο, η ολοκληρωτική απουσία ρευστότητας από την οικονομία, έχει προκληθεί από την ίδια.   

Ανεξάρτητα τώρα από όλα αυτά, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο θέμα της Δημοκρατίας, έτσι όπως αυτή λειτουργεί σήμερα, χρησιμοποιώντας μέρος ενός κειμένου συνεργάτη μου – για να μπορέσει κανείς να διακρίνει τα ελαττώματα της και να τα καταπολεμήσει.

.

Περί δημοκρατίας

Σύμφωνα με μία κοινώς αποδεκτή ερμηνεία, η αρχή της Δημοκρατίας έγκειται στην ιδέα ότι, ο λαός σαν σύνολο είναι αυτός που καθορίζει τη μοίρα του και λαμβάνει αποφάσεις, οι οποίες έχουν σχέση με θέματα κοινού ενδιαφέροντος – όχι βέβαια η κυβέρνηση ή μία μικρή ομάδα ανθρώπων.

Σε μία «αλλοτριωμένη» κοινωνία όμως, όπως οι περισσότερες σήμερα, σε μία κοινωνία δηλαδή που, μεταξύ άλλων, χειραγωγείται, έχοντας χάσει την επαφή της με την πραγματικότητα, ο τρόπος που εκφράζει ο λαός τη θέληση του δεν διαφέρει πολύ, από την επιλογή που κάνει αγοράζοντας εμπορεύματα (E.Fromm). Οι άνθρωποι ακούν τις «κραυγές» της προπαγάνδας, οπότε τα γεγονότα έχουν πολύ μικρή σημασία, σε σχέση με τον υποβλητικό θόρυβο, ο οποίος τους «αλλοτριώνει».

Στα πλαίσια αυτά, η ελευθερία του λόγου, με κριτήριο την οποία θεωρείται ως δημοκρατικό ή μη ένα πολίτευμα, είναι μία πάρα πολύ σχετική έννοια – αφού δεν έχει μόνο σημασία εάν μπορεί κανείς να μιλάει ελεύθερα ή όχι, αλλά και ποιος επιτρέπεται ή μπορεί να τον ακούσει.

Ειδικότερα, όταν τα ΜΜΕ παρέχουν «βήμα» μόνο σε ορισμένους ανθρώπους, επιλεγμένους από τα ίδια, ή όταν εξασφαλίζεται με διάφορους τρόπους το κύρος κάποιων συγκεκριμένων ατόμων, με βάση το οποίο δίνεται ή όχι σημασία στα λόγια τους από το ευρύ κοινό, τότε η ελευθερία της έκφρασης είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη, ουτοπική. Ανύπαρκτες είναι τότε και η επιλογές του λαού – ο οποίος υποβάλλεται σε μία έμμεση «πλύση εγκεφάλου», χωρίς καν να το καταλαβαίνει.

Συνεχίζοντας, η λειτουργία της «πολιτικής μηχανής» σε μία δημοκρατική χώρα δεν διαφέρει τόσο πολύ, από τη διαδικασία στην ελεύθερη αγορά, στο εμπόριο. Αναλυτικότερα, τα πολιτικά κόμματα δεν διαφέρουν ιδιαίτερα, σε σχέση με τις μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις – ενώ οι επαγγελματίες πολιτικοί προσπαθούν να πουλήσουν τα «εμπορεύματα» τους στο κοινό, στους δυνητικούς ψηφοφόρους τους, με τη βοήθεια των ΜΜΕ, των δημοσίων συγκεντρώσεων, των επιλεγμένων «χειραγωγών» της κοινής γνώμης κλπ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με πολλούς, η μειωμένη αίσθηση της πραγματικότητας, αντιστοιχεί σε μία περιορισμένη αίσθηση ευθύνης – επίσης, στην έλλειψη αποτελεσματικής θέλησης, η οποία είναι το «ψυχικό αντίστοιχο» της σκόπιμης, συνειδητής και υπεύθυνης δράσης.

Η περιορισμένη αίσθηση ευθύνης με τη σειρά της, οπότε και η εξ αυτής απουσία αποτελεσματικής θέλησης, επεξηγούν την άγνοια και την έλλειψη κρίσης του απλού πολίτη – όσον αφορά τα θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής της πατρίδας του.

Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται στην απουσία ενημέρωσης, η οποία είναι άφθονη, ενώ παρέχεται πρόθυμα, συχνά δωρεάν και με ανιδιοτέλεια από πολλούς – αλλά στη χειραγώγηση, την οποία ανέλυσα προηγουμένως, σε συνδυασμό με μία μορφή «μισαλλοδοξίας», η οποία διακρίνει αρκετούς από εμάς.

Επίσης στο ότι, δεν καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια από την πλειοψηφία των ανθρώπων, να επιλέξουν τις σωστές πηγές ενημέρωσης τους – να αφομοιώσουν τις πληροφορίες, καθώς επίσης να τις υποβάλλουν σε εκείνους τους κανόνες της κριτικής, τους οποίους οι περισσότεροι γνωρίζουν από την άσκηση του επαγγέλματος τους.

Για να γίνει κατανοητή η παραπάνω διαδικασία, συγκρίνεται (παράδειγμα του γνωστού οικονομολόγου J.Schumpeter) η στάση ενός δικηγόρου, απέναντι στη δικογραφία του, με τη στάση του απέναντι στα πολιτικά γεγονότα της χώρας του.

.

Το παράδειγμα του δικηγόρου

Στην πρώτη περίπτωση, ο δικηγόρος έχει εξειδικευθεί να εκτιμάει την ουσία των γεγονότων με τις σπουδές, καθώς επίσης με την πολυετή εμπειρία που απόκτησε – εργαζόμενος με καθορισμένο κίνητρο το συμφέρον τόσο το δικό του, όσο και του πελάτη του, κατά την ενάσκηση του επαγγέλματος του. Παράλληλα, υποκινούμενος από το επίσης ισχυρό κίνητρο πως έχει τις ικανότητες, εγκύπτει με όλες τις γνώσεις, το πνεύμα και τη θέληση του, στο περιεχόμενο της δικογραφίας του.

Στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή ο δικηγόρος ασχολείται με τα πολιτικά γεγονότα της χώρας του, δεν κάνει συνήθως τον κόπο να εξειδικευθεί. Ειδικότερα, δεν καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια να επιλέξει τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες, δεν τις αφομοιώνει και δεν τις υποβάλλει στους κανόνες της κριτικής – παρά το ότι γνωρίζει τόσο τέλεια το χειρισμό τους, από το επάγγελμα του. Εκτός αυτού, δεν μπορεί να ανεχθεί τα μακροσκελή ή πολύπλοκα επιχειρήματα, αναλύσεις και κείμενα – αν και είναι κανόνας στις δικογραφίες, με τις οποίες ασχολείται.

Ο σκοπός του παραδείγματος είναι να αποδειχθεί ότι, χωρίς την πρωτοβουλία, η οποία πηγάζει από την άμεση ευθύνη, επικρατεί συνήθως η άγνοια – παρά την πληθώρα της ενημέρωσης, όσο σωστή και αν είναι.

Επομένως ο Πολίτης, σε μία αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως οι σημερινές, «υποβιβάζεται» σε χαμηλότερο επίπεδο πνευματικής απόδοσης, αμέσως μόλις εισχωρήσει στον πολιτικό τομέα – σχεδόν ανεξάρτητα από τη μόρφωση του.

Τόσο η επιχειρηματολογία του, όσο και οι αναλύσεις του, γίνονται κατά έναν τρόπο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «παιδαριώδης», στη σφαίρα των επαγγελματικών του συμφερόντων – γίνεται δηλαδή σχεδόν πρωτόγονος. Στο παράδειγμα μας, ο δικηγόρος δεν θα ασχολούταν ποτέ τόσο ανεύθυνα με τη δικογραφία του, όσο με την πολιτική στη χώρα του.

Κατ’ επέκταση, η ψήφος των Πολιτών στις εκλογές δεν είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα της θέλησης των ψηφοφόρων – αλλά αφενός μεν το προϊόν της χειραγώγησης τους, αφετέρου της εκ των πραγμάτων μειωμένης υπευθυνότητας τους, όπως την αναλύσαμε παραπάνω.

Πρόκειται λοιπόν για μία «αλλοτριωμένη» έκφραση της θέλησης του Πολίτη ο οποίος, όταν ψηφίζει, έχει την ψευδαίσθηση πως είναι ο δημιουργός αποφάσεων – τις οποίες αποδέχεται σαν να ήταν δικές του ενώ, στην πραγματικότητα, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από δυνάμεις που ευρίσκονται πέρα από τον έλεγχο και τη γνώση του.

Το επακόλουθο της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι μία (συνειδητή ή μη) έντονη αίσθηση αδυναμίας, η οποία δημιουργείται στον Πολίτη, όσον αφορά τα πολιτικά ζητήματα – γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο την πολιτική του «διάνοια», τις αποφάσεις και την ψήφο του.

Συμπερασματικά λοιπόν, όταν δεν μπορεί να δρα κανείς αποτελεσματικά, δεν μπορεί και να σκέφτεται παραγωγικά – οπότε η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι μία «κατ’ επίφαση» δημοκρατία.

Στα πλαίσια αυτά, όταν οι Πολίτες κατηγορούν τον εαυτό τους για τα πολιτικά κόμματα που ψήφισαν (ή κατηγορούνται από άλλους), θεωρώντας ότι είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για την πολιτική που άσκησαν τα κόμματα, αφού οι ίδιοι τα ψήφισαν, διαπράττουν ένα ακόμη σφάλμα – το μεγαλύτερο ίσως.

.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, ο τρόπος που ελέγχεται μία σύγχρονη δημοκρατία, δεν είναι σημαντικά διαφορετικός από τον έλεγχο μίας μεγάλης, πολυμετοχικής εταιρείας, στις γενικές συνελεύσεις της οποίας σπάνια συμμετέχουν οι μικρομέτοχοι – παρά το ότι οι Πολίτες ψηφίζουν προσωπικά, παίρνουν την απόφαση «τους» και επιλέγουν συνήθως μία από τις δύο «κομματικές μηχανές», οι οποίες ανταγωνίζονται για να εξασφαλίσουν την ψήφο τους.

Άλλωστε, μόλις η μία από τις δύο αυτές μηχανές υπερψηφισθεί, οι σχέσεις της με τους ψηφοφόρους της γίνονται κάτι το μακρινό – ενώ οι προεκλογικές υποσχέσεις ή οι δεσμεύσεις «χάνονται στο σκοτάδι». Σε κάθε περίπτωση, οι πραγματικές αποφάσεις σπάνια λαμβάνονται από τους βουλευτές, οι οποίοι εκπροσωπούν τα συμφέροντα και τις επιθυμίες των εκλογέων τους – αλλά από το κυβερνών κόμμα, κυρίως δε από αυτούς που κατέχουν τις σημαντικότερες θέσεις στον κομματικό μηχανισμό.

Βέβαια, η διαδικασία αυτή προκαλεί αντιδράσεις, οι οποίες «συσσωρεύονται» με την πάροδο του χρόνου – δημιουργώντας σταδιακά όλο και μεγαλύτερες «εστίες πυρκαγιάς». Κατά κάποιον τρόπο λειτουργεί ακριβώς όπως τα νερά, η στάθμη των οποίων αυξάνεται μπροστά στο φράγμα, το οποίο τα εμποδίζει να κυλίσουν ελεύθερα – έως εκείνη τη στιγμή που καταρρέει το φράγμα, αδυνατώντας να αντισταθεί στην ορμή τους, με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα πάντα στο πέρασμα τους.

Αντίθετα τώρα με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η οποία έχει προ πολλού κλείσει τον κύκλο ζωής της, στην άμεση δημοκρατία, όπου ο λαός ψηφίζει ο ίδιος τους νόμους που τον αφορούν, επιλέγοντας προσεκτικά αυτούς που θα τους εφαρμόσουν (κυβέρνηση), οι Πολίτες υποχρεώνονται να δράσουν αποτελεσματικά – οπότε σκέφτονται εκ των πραγμάτων υπεύθυνα και παραγωγικά.

Με τη λογική αυτή το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η άμεση δημοκρατία απαιτεί ώριμους Πολίτες, ασφαλώς και δεν ισχύει – αφού, χωρίς την άμεση δημοκρατία, οι Πολίτες δεν «ωριμάζουν» ποτέ, όσον αφορά τις πολιτικές τους υπευθυνότητες και την ευρύτερη ενασχόληση τους με τα κοινά.

ΣυγγραφέαςΙάκωβος Ιωάννου, για το Analyst.gr

Advertisements

1 thought on “ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΕΥΘΥΝΗ”

  1. Νοεμβρίου 30, 2016 Αλέξανδρος Ελλάνιος Ήθος&Ηθική,Η Απολλώνια Αδελφότης

    Φωτεινή Μαστρογιάννη

    Οικονομολόγος – Καθηγήτρια ΜΒΑ

    Η τηλεόραση αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο μετάδοσης μηνυμάτων και ιδεών και αποτελεί ιδανικό μέσο για τη διάδοση της πολιτικής προπαγάνδας. Αρκετοί άνθρωποι θεωρούν ότι είναι αρκετά έξυπνοι και ότι μπορούν να παρακολουθήσουν αυτό το «μαζικό όπλο καταστροφής» (αναφέρομαι πάντα στα συστημικά τηλεοπτικά μέσα) χωρίς να πέσουν θύματά του γιατί θεωρούν ότι έχουν τη δυνατότητα φιλτραρίσματος της προπαγάνδας. Δυστυχώς, αυταπατώνται.

    Το κλασικό μοντέλο μετάδοσης του μηνύματος προϋποθέτει ότι η πληροφορία μεταφέρεται μέσα από τα ΜΜΕ στους επηρεαστές της κοινής γνώμης και από αυτούς στο ευρύτερο κοινό (Katz & Lazarsfeld, 1955). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι επηρεαστής της κοινής γνώμης μπορεί να είναι ένα άτομο που εμπιστευόμαστε «επώνυμο» ή λιγότερο «επώνυμο».

    Τα πειράματα που έκανε ο Herbert Krugman (1971) έδειξαν ότι όταν ένα άτομο παρακολουθεί τηλεόραση, η εγκεφαλική δραστηριότητα μετατοπίζεται από το αριστερό στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου. Το αριστερό ημισφαίριο είναι αυτό στο οποίο εδράζεται η λογική σκέψη ενώ το δεξί δέχεται άκριτα τα δεδομένα και προκαλεί αντιδράσεις που σχετίζονται με το συναίσθημα και όχι με τη λογική. Εξαιρετικά σημαντικό είναι το γεγονός ότι αυτή η μετακίνηση από το αριστερό στο δεξί ημισφαίριο προκαλεί απελευθέρωση των ενδορφινών που είναι τα φυσικά οπιούχα του ίδιου μας του οργανισμού και έτσι εξηγείται γιατί οι άνθρωποι δημιουργούν εξάρτηση με την τηλεόραση και πολύ λίγοι είναι σε θέση να σταματήσουν την παρακολούθησή της ολοσχερώς. Η τηλεόραση μέσω της παθητικής τηλεθέασης δημιουργεί την παθητική στάση και ως εκ τούτου δεν πρέπει να απορούμε γιατί οι άνθρωποι εκδηλώνουν απαθή στάση στα τεκταινόμενα, ειδικά εάν σκεφθεί κάποιος ότι παρακολουθούν τηλεόραση από την παιδική τους ηλικία.

    Τα πειράματα σχετικά με την τηλεόραση στον χώρο των νευροεπιστημών συνεχίστηκαν και τα αποτελέσματά τους έτυχαν ευρείας υιοθέτησης από το επιστημονικό πεδίο του μάρκετινγκ και ιδιαίτερα εκτεταμένη χρήση στη διαφήμιση. Μία σημαντική έρευνα ήταν αυτή του Mulholand (1969) η οποία έδειξε ότι οι τηλεθεατές εισέρχονται σε μία κατάσταση έκστασης (!) όταν παρακολουθούν τηλεόραση. Το στοιχείο αυτό «εκμεταλλεύθηκαν» οι επαγγελματίες του μάρκετινγκ και δημιούργησαν διαφημίσεις που παράγουν μη συνειδητές συναισθηματικές καταστάσεις στον τηλεθεατή. Οι διαφημίσεις αυτές δεν απευθύνονται στη λογική αλλά στο συναίσθημα και σε συγκεκριμένες στάσεις ως προς το διαφημιζόμενο προϊόν και τις οποίες θα έχει εφεξής ο καταναλωτής όταν έρχεται σε επαφή με αυτό. Γι’αυτό και χρησιμοποιούνται για την προβολή προϊόντων διασημότητες ή άλλα άτομα συμπαθή στο ευρύ κοινό.

    Η διάκριση μεταξύ συναισθήματος και λογικής δεν είναι εύκολη. Για παράδειγμα, όταν παρακολουθούμε μία ταινία τρόμου ενώ γνωρίζουμε ότι είναι μόνο μία ταινία άρα κάτι μη πραγματικό, η παρακολούθησή της δεν παύει να μας δημιουργεί συναισθήματα αγωνίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τη διαφήμιση αλλά και με οποιοδήποτε μήνυμα (συμπεριλαμβανομένου του πολιτικού). Ενώ γνωρίζουμε ότι π.χ. η διαφήμιση προσπαθεί να πουλήσει ένα προϊόν ωστόσο στο μη συνειδητό επίπεδο επιδρά κάνοντάς μας να αισθανόμαστε ανεπαρκείς εάν δεν έχουμε αποκτήσει το συγκεκριμένο προϊόν. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όποιον προσπαθεί να χειραγωγήσει τους ανθρώπους γιατί ακριβώς σκοπεύει στη μη συνειδητή επίδραση.

    O Edward Bernays, ανιψιός του Φρόυντ και πατέρας των δημοσίων σχέσεων, στο ιστορικό βιβλίο «Προπαγάνδα» που έγραψε το 1928 αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η συνειδητή και έξυπνη χειραγώγηση των συνηθειών και της γνώμης των μαζών αποτελεί σημαντικό στοιχείο της δημοκρατικής κοινωνίας. Αυτοί που χειρίζονται αυτό τον αθέατο μηχανισμό της κοινωνίας αποτελούν μία αθέατη κυβέρνηση που είναι και η πραγματική εξουσία της χώρας μας».

    Φυσικά η χειραγώγηση δεν γίνεται μόνο μέσω της τηλεόρασης αλλά και των κινηματογραφικών ταινιών. Είναι γνωστή η σχέση του Πενταγώνου με το Χόλλυγουντ. Τόσο στην τηλεόραση όσο και στις ταινίες, η βία όταν γίνεται από κάποιον που αποτελεί μέρος του συστήματος (στρατιωτικός, αστυνομικός) επαινείται. Παράλληλα καλλιεργείται ο μαζικός φόβος και η δημιουργία συνεχών απειλών που μόνο ένα στρατιωτικού τύπου καθεστώς μπορεί να «κατευνάσει». Σε αυτό το καθεστώς τρόμου, ο άνθρωπος θα επιζητά το Σωτήρα – Ηγέτη που θα τον σώσει από την απειλή. Δεν είναι τυχαίες δηλώσεις πολιτικών όπως είναι αυτή του κου Σαμαρά περί απευθείας συνομιλίας του με το Θεό. Μόνο ένας Μεσσίας μπορεί να μιλά απευθείας με το Θεό!

    Φυσικά, η τηλεόραση, κατ’εντολή των πολιτικών διαμορφώνει την κοινή γνώμη κατά τρόπο που εξυπηρετεί τον πολιτικό σχεδιασμό τους. Στο μεταναστευτικό πρόβλημα που βιώνει η Ελλάδα, τα μέσα δεν δίστασαν να δείξουν ψεύτικες και τεχνητές εικόνες (γέννηση μωρού μετανάστριας μέσα στις λάσπες) ή και να διαμορφώσουν συναισθήματα συμπάθειας (για παράδειγμα στην αντίδραση των Ελλήνων για την τελείως διαφορετική με αυτούς μουσουλμανική κουλτούρα των μεταναστών, τα μέσα δημιούργησαν μία εικόνα που θύμιζε ταινίες του Αγγελόπουλου όπου μία νέα και συμπαθητική Σύρια νέα έπαιζε πιάνο στην Ειδομένη κάτω από μία πλαστική τέντα με βροχερό καιρό – το γεγονός ότι η δυτική μουσική δεν επικροτείται από το ισλάμ ήταν άνευ σημασίας για τη δημιουργία της εξόφθαλμα τεχνητής αυτής σκηνής). Φυσικά τα παραδείγματα βρίθουν και δεν περιορίζονται μόνο στο μεταναστευτικό, αναφέρθηκα σε αυτό γιατί είναι της τρέχουσας επικαιρότητας.

    Εξυπακούεται ότι τα Μέσα δημιουργούν την κρατούσα άποψη και όποιος αντίκειται σε αυτή είναι καταδικαστέος, γραφικός, ρατσιστής, φασίστας. Έτσι αποδομείται πλήρως όποιος έχει αντίθετη άποψη ή δεν υποκύπτει στις παραπλανητικές τεχνικές τους.

    Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι ο άνθρωπος είναι πλήρως ανίσχυρος στις τεχνικές των νευροεπιστημών. Δεν είναι όμως εύκολη και η αντίδρασή του. Πρέπει να έχει το κουράγιο να αντισταθεί στην κριτική όσων έχουν πέσει θύματα χειραγώγησης, ήδη από την παιδική τους ηλικία – πόσοι άραγε στη χώρα μας δεν αποκαλούν φασίστες όσους δεν συμφωνούν με την κρατούσα άποψη, παραβλέποντας ότι και μόνο η μη αποδοχή της διαφορετικής γνώμης είναι «φασιστική/απολυταρχική» στάση (το γεγονός ότι ουδέποτε στη χώρα μας είχε επικρατήσει ο φασισμός ως ιδεολογία είναι άνευ σημασίας για τους φωνασκούντες).

    Πρέπει να καταλάβουμε ότι η πραγματικότητα είναι εκτός του matrix που μας δημιουργούν τα μέσα και ότι απαιτεί προσπάθεια, και μάλιστα σε συλλογικό επίπεδο, απεγκλωβισμού από αυτά. Είναι μακρύς ο δρόμος αλλά αξίζει τον κόπο…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s